Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

31/1/08

1-5-1995 Άτιτλο...

Μέσα στου κάστρου σου
τα τείχη,
βασίλισσα τη μοναξιάς σου.
Μία τύχη αγαπημένη
έχεις χάσει.
Κάπου, μες τα χρυσά σου
θά΄χει πέσει
μα να την βρεις
ελπίζεις,
την μέρα που θα βάλεις
λίγη τάξη.

Θαμπώνει στο γυαλί
πάνω η μορφή σου,
τόση ομορφιά
στην ομορφιά επάνω.
Και γω μια θάλασσα
πλατιά πέρα,
άσημος κουρσάρος
τι να κάνω;
Πως τα χρυσά
να΄ρθώ
να σου ληστέψω μάτια;

25/1/08

Αληθινοί ήρωες...

Υπάρχουν κάποια μάτια, βαριά,
που το βλέμμα δε μπορούνε να σηκώσουνε.
Υπάρχουν κάποια χέρια σκαμμένα,
πέτρες που τρέχει στην παλάμη τους
νερό δροσερό,
κι ανάμεσα στις χούφτες τους
φωλιά κάνανε χρυσαετοί.
Υπάρχουν κάποια κορμιά, τσακισμένα ,
κυπαρίσσια που σπάσανε και γίνανε σκαλοπάτι
για τον ουρανό.
Γίγαντες που η θωριά τους
δεν σου γεμίζει το μάτι.

Στο στήθος τους,
κοιμάται ένα μικρό περιστέρι
με σιγουριά.
Στους ώμους τους,
κουβαλάνε την ελπίδα.
Η μυρωδιά τους αχνιστό καρβέλι,
τα βήματά τους η μελωδία της ευτυχίας.
Στην αγκαλιά τους ανθίζουν
τα πιο όμορφα λουλούδια,
και δεν υπάρχει πιο φωτεινός ήλιος
από το χαμόγελό τους.

Μία κουβέντα τους, άγιασμα,
κι ας είναι και λάθος.
Αν ο κόσμος γκρεμιστεί,
το χτίσιμο ευθείς θα αρχίσουνε,
γιατί η μοίρα κοκκινίζει από το αίμα τους,
στις μικρές, κουρασμένες φλέβες τους,
βρίσκεται ριζωμένη μία καρδιά,
υποταγμένη στην δύναμη της αγάπης.

Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουνε όνομα,
δεν έχουνε μορφή,
μπορεί να μην έχουνε καν όραμα.
Μα γνωρίζουνε το πιο σπουδαίο.
Να αγαπάνε.

22/1/08

Τίτλος άστεγος...

Μία χαρτόκουτα εμένανε με φτάνει
από του κόσμου την βοή να ξεχαστώ,
αδιάφορα βήματα που προσπερνάνε
και βλέμματα που δεν κοιτάνε κατά δω.

Μία χαρτόκουτα όλη την ζωή μου την χωράει,
σπίτι δικό μου, κανείς τους δε θα μου το πάρει.
Κι αν κάποτε ο ουρανός βροντάει
είναι ο Θεός, αγαπά να μου μιλάει.

Με ένα σκύλο αγκαλιά να με ζεσταίνει
και μια γάτα, την χαδιάρα την Σασά,
τον δρόμο ποτέ δεν άφησα να περιμένει
με τα σκουπίδια σας, την βγάζω μια χαρά.

Βρώμικα τα ρούχα που φοράω
έχουνε μέρες που δεν έχουνε πλυθεί,
μέσα σ΄αυτά, κόσμε είναι το παιδί σου,
ένας γεράκος, που δεν έχει αλλοτριωθεί.

Τρομάζουν πάντα σαν χαμογελάσω,
με λίγα κέρματα , αγοράζουν σιωπή.
Τρόπο δεν βρίσκω για να τα "χαλάσω"
από μακρυά, μου πετάνε το ψωμί.

Στα τελευταία μου, όλο παραπατάω,
γεμίζω φόβο μες την τόση μοναξιά,
έχω την κούτα μου, ολόκληρος χωράω,
ίσως να φταίει κείνη του σκίνχεντ η κλωτσιά.

Μες το μυαλό, μία ζωή αδικημένη,
γεμάτη ψέμα και όνειρα πολλά.
Σα την χαρτόκουτά μου ξεχαρβαλωμένη,
σα την καρδιά μου, που δεν αντέχει άλλο πια.

20/1/08

Περιμένοντας το ταξίδι...

Το μακρινό εντός μου βρήκα
με κισσούς τυλιγμένο,
καράβι στην άμμο βουλιαγμένο
με ανοιχτά πανιά να περιμένει.

Παλιό το ξύλο και σαπίζει
όνειρα που το ταξίδι δεν αρχίσαν.
Κι ο θλιμμένος γλάρος, ν΄ατενίζει
σ΄ένα κατάρτι, την θάλασσα που ποτέ δεν είδα.

Μία γοργόνα το τραγούδι της μου στέλνει,
αναβοσβήνει το αστέρι σαν το τραγουδά,
κι είναι παράθυρο στον κόσμο η σελήνη,
που μες τα μάτια την αγάπη, τολμάει να κοιτά.

Έχω ένα χάρτη στου καπετάνιου το τραπέζι
και λίγο ρούμι που ζητάει συντροφιά.
Μα οι ναύτες μου όλοι ερωτευμένοι
νεκροί, τον ουρανό κοιτάνε τώρα πια.

Τα χέρια σου τυλίγουν το καράβι
και το φιλί σου, κοκκινίζει τα πανιά,
της απουσίας σου η ανάγκη με μεθάει
θαλασσινός που ξεψυχάει στην στεριά.

Σ΄ένα κοχύλι, τις προσευχές μου θα τις κλείσω
δάκρυα, που θα τ΄ακούς ωκεανό,
όλη την έρημο απόψε θα γυρίσω
μέχρι τον Άδη, το κοχύλι για να βρω.

15/1/08

Ιστορίες του δάσους.

Στο σκοτεινό του λόγου δάσος ανταμώσανε
ένα μικρό αερικό και μια ηλιαχτίδα.
Μαύρη εκεί, τ΄ανθρώπινου του πόνου βασίλισσα,
με το λευκό της σελήνης φόρεμα, τους υποδέχτηκε.
Μαργαριτάρια τις σκοτεινές παρειές στολίζανε,
κι άλλα μεγάλα, που τον λαιμό τύλιγαν σαν λυγμοί,
πνίγαν στο στήθος, βαριά, την αναπνοή.
Τα μάτια της νεκροί πλανήτες που ονειρεύονται,
θαμπό το φως τους από κατοίκους του ανέφικτου.
Σκιές, δραπέτες πουλιά του ονείρου, η ματιά της,
τους καλεσμένους της νύχτας υποδέχθηκε,
άσπρα τα δόντια της πιο μαύρo κάναν το σκοτάδι.
Σύννεφο φαρμακερό η αναπνοή της τους τύλιξε
της μοναξιάς της το δηλητήριο να μοιραστεί..
Σιωπή απλώθηκε στον πλανήτη όλο,
φοβήθηκε η ηλιαχτίδα ότι θα έσβηνε
και το μικρό αερικό, αέρας ότι θα σκόρπαγε παντού..
Η βασίλισσα το ένιωσε, έκλεισε τα μάτια της.
Οι κάτοικοι στους νεκρούς της πλανήτες προσευχήθηκαν
στην δύναμη του θρόνου της αγάπης.
Η θάλασσα ανέβηκε στον ουρανό, να πιει,
κράτησε μερικά αστέρια στην αγκαλιά της
και ξάπλωσε να κοιμηθεί με προσκεφάλι τα βράχια.
Οι ξεχασμένοι νεκροί, μύρος που σάπισε στο περίμενε,
με φιλιά σκεπάσανε και φύλλα κίτρινα
της ψυχής τον φόβο.
Η ηλιαχτίδα, κλωστή ζαρωμένη,
ένιωσε το αερικό να τυλίγεται γύρω της.
Το σύμπαν γκρεμίστηκε, χτίστηκε ξανά,
και τα κορμιά τους αντέξαν...
Το δάσος άρχισε ξανά να ακούει: τικ- τακ, τικ- τακ...

Κουκίδα στον ουρανό.

Δρόμος βαρύς το βήμα σου βουλιάζει,
μα της καρδιάς το βάρος ελαφρύ.
Δεν έψαξες προορισμό μέσα στο χάρτη,
τον κέντησε της μοίρας η κλωστή.

Μια ζωγραφιά, δώρο στην ζωή σου,
καρικατούρα που χρωμάτισες παιδί,
την κουβαλάς πάντοτε μαζί σου,
είν΄της ψυχής σου μυστικό κλειδί

Χρώμα τα μάτια σου έχουνε σπουργίτι,
που τους ανθρώπους κοιτάει στα κλεφτά,
λίγα ψίχουλα, και ίσως ένα σπίτι,
με την αγάπη σου θα ήταν αρκετά

Με χέρια κρύα το φως σου ανασταίνεις
απ΄τό συρτάρι, τάφο για καιρό.
Στα μάτια την σελήνη ανατέλεις
σβήνει στο μάγουλο, όνειρο καυτό

Μα η καρδιά σου είναι πυρωμένη.
Γλυκός ο πόνος, κι ας είναι τρομερός.
Σα θάνατος η αγάπη περιμένει
κι ο θάνατος σα την ζωή ζεστός

Τα χέρια πάλι παίζουν με μελάνι
λέξεις που ερωτεύτηκες τρελά,
την τρέλα σου την κάνουνε στεφάνι
στα μάτια ο έρωτας, απόψε σε κοιτά

Κι αν είσαι μόνος, μόνη είναι κι η πλάση,
κι όταν γελάς, αστράφτουν οι ουρανοί.
Μια εικόνα σου Θεέ με έχεις πλάσει
που τρέμω να κρατήσω ζωντανή.

Την κόλαση που έχω κρύψει εντός μου
μες τον παράδεισο την έμπασα κρυφά.
Κι αν είμαι φίλος με τον άλλο εαυτό μου,
είναι που κάηκα στης αγάπης την φωτιά.

Μία γραμμή ορίζοντα απλώνω
για καραβάκια, στόλο από χαρτί,
σκέψεις κι αισθήματα διπλώνω,
το μυαλό μου έχει βυθιστεί.

Δεν θέλω πια να είμαι καπετάνιος,
δεν θέλω να παλεύω με σκοπό.
Μόνο στ΄ άσπρα καράβια, ένας γλάρος,
μία κουκίδα στο μουντό τον ουρανό

Μία σταγόνα γάλα, λίγο μέλι,
στα χείλη που αγάπησα παιδιού.
Μικρό κορίτσι που μούδιασαν τα μέλη,
στην αγκαλιά ερωτευμένου αγοριού

Ένα αστείο νεύμα, ένα γέλιο,
που τις αστείρευτες άνοιξε πηγές.
Το πρώτο βήμα και το τελευταίο
σα να μη υπήρξε, ποτέ το χθες.

14/1/08

Στιχάκι...

Αχθοφόρος στα μυστικά παλάτια σου
να κουβαλάω το φως από τα μάτια σου.
Πουλί που μάζεψε ένα σπυρί πεσμένο
και σπίτι του γυρίζει ευτυχισμένο.

Στα δάση των βλεφάρων σου αχτίδα
του ονείρου σου η πιο κρυφή ελπίδα,
απ΄της καρδιάς σου τον ήλιο ανασαίνω
πνοή σα βέλος, το σώμα σου ανασταίνω.


12/1/08

άτιτλο..


Αδύναμο το χέρι για γραφή
χαράζει το χαρτί από το βάρος,
μονοπάτια που δεν έχουν πατηθεί.


Μία φωτιά όμορφα θα τα στολίσει
ένα ταξίδι πυρκαγιά μες τη ματιά,
το δάκρυ της καρδιάς σου θα τη σβήσει.


Στην φλόγα μπρος τον επικήδειο αρνείσαι.
Σα το σκυλί δαγκώνει η σιωπή.
Φίλος της ήσουν, μα τώρα πια δεν είσαι.


Ένα κερί.

Είναι η ώρα περασμένες μία,

το φεγγάρι και ο ήλιος μακρυά.

Μέσα μου έχω ατέλειωτη πορεία

και τ΄αστέρια από σένα πιο κοντά.


Σ΄ένα γράμμα την καρδιά μου θα διπλώσω

κομματάκια να την ρίξω στην φωτιά.

Στα βαθιά μες το ποτό θα ναυαγήσω

μ΄ένα μπουκάλι θα σου στείλω τα κλειδιά.


Όσο μακρυά κι αν πας ψυχή μου,

όσο μακρυά κι αν φύγω εγώ,

θά΄σαι πάντα η ζωή μες την ζωή μου

θά΄μαι πάντα ο άλλος σου εαυτός.


Την νύχτα αυτή, όλα τα άστρα θα τα σβήσω

σαν τσιγάρο που δεν είδα προκοπή.

Ένα κερί αναμένο θα αφήσω,

θά χει λιώσει και αυτό ως το πρωί.

Άτιτλο...

Ρόδο που όμορφα άνοιξε, η μέρα,
τα ξάγρυπνα τα μάτια σου τα βάφει.
Του ύπνου που δεν ήρθε, η καλημέρα
έχει κουβέρτα το σώμα σου σκεπάσει.

Τους ίδιους πάλι είχες εφιάλτες, πόρνη
μία σημαία κυματιστή να σε φωνάζει.
Στρατιώτες κομμάτια, η καρδιά να ματώνει,
κι η πολιτεία ευδαιμονία να σου τάζει...

Εκδίκηση

Η φωνή χαμένων φίλων σου θα γίνω
κύμα που στα πόδια σου μπροστά σβήνει στην άμμο.
Στον πρωινό καφέ πικρό τσιγάρο σου
μετά τον έρωτα η απουσία πλάι σου.

Μπρος στον καθρέφτη σου παράθυρο της νύχτας,
στ΄ακροδάχτυλα το παγωμένο τζάμι της σκέψης σου.
Στα βλέφαρα, φως εικόνων που μας ξέχασες,
στην ψυχή σου το γιατί και το αψέντι σου.

Ένα τραγούδι, που ποτέ σου δεν αγάπησες
μία σελίδα άσπρη, που θύμωσες και χάλασες.
Όπως μας σκόρπισες κι εγώ θα σε σκορπίσω,
ψίχουλα αγάπης που τα ξέχασες στην τσέπη σου.

Κομμάτια του ίδιου ουρανού

Κομμάτια του ίδιου ουρανού,
σπασμένος καθρέφτης που όλο δε θα γίνει.
Μες το κομμάτι μου λίγη θάλασσα και λίγη γη
μες το κομμάτι σου μία βάρκα κι η σελήνη.

Κάποιος δε βλέπει άλλο από φωτιά, φοβάται,
και κάποιος άλλος, ζητά σ΄αστέρι μακρυνό να ζεσταθεί.
Σ΄ένα κομμάτι δύο κόκκινα φιλιά
και σ΄ένα άλλο μια γριά να περιμένει.

Κανείς το όλο τ΄ουρανού δε θα το δει
ένα κομμάτι αναζητάμε ευτυχίας.
Κι αν κάποτε κάποιο γυαλάκι θα βρεθεί
μοιάζει να είναι το κλειδί της δυστηχίας.

Μία κατάρα τους ανθρώπους μας ενώνει
που τις ψυχές μας τις βαστάει χωριστά.
Βροχή η αγάπη τις εικόνες μας τις σμίγει
πνίγει σε λίμνη του καημού την πυρκαγιά.

Ένα μεθύσι η αγάπη από πόνο,
ένα μεθύσι της ξεχασμένης μας χαράς.
Τον ένα δίπλα στον άλλο μας αφήνει
περιδέραιο, που σου πρέπει να φοράς!

Φόβος

Εικόνες που θα λάτρευες, μάτια, χέρια, φωνές και ήχοι άλλοι.
Όλα γρήγορα περνάνε, χάνονται, και ποτέ δε θα τα δεις.
Στο τέλος θα γλυτώσεις, μόνος, μακρυά. Μία γραμμή η ζωή σου.
Πως έφτασες στο τέρμα θ΄απορείς, τι απόγινε η υπολοιπή σου ζήση.
Το χέρι άδειο. Το τρύπησε σφαίρα που σημάδευε την καρδιά.
Πέρασαν χρόνια που ένα χέρι βάσταγε ζεστό.
Κρύο το βλέμα, άδειο κλουβί ο νους, κανένα περιστέρι.

Σε όλους όσους αγαπώ!

Ωραία όλοι που είμαστε μαζί
μία παρέα, μες το κρασί και την χαρά.
Τα χείλη έχουνε ανάψει τα αστέρια
κι είν΄ο χορός μια υπέροχη φωτιά.

Μπλέκονται οι ώμοι και τα χέρια
την γη βροντούν τα πόδια δυνατά.
Οι πεθαμένοι με σπονδές μεθούν, γελάνε
κι έχει κι ο Χάρος αρπάξει τον ζουρνά.

Ξεχάστηκε με το μεθύσι το φεγγάρι
κόκκινο, απ΄έρωτα θαμπό να μας κοιτά.
Οι άγγελοι κρεμάσαν τα φτερά τους
δεν θέλουν να ξανανέβουνε ψηλά.

Είν΄ο χορός μας της αγάπης ρόδο
που όμορφα καψαλίζει την καρδιά.
Είναι η παρέα μας ένα μεγάλο δώρο
φίλος ο Χάρος και μας αγαπά.

Την τύχη μου μαζί σας φίλοι νά΄μαι
πως θα μπορούσα ποτέ να αρνηθώ.
Όταν τα ξύλινα του κόσμου πόδια σπάνε
από τους ώμους σας κρατιέμαι να σταθώ.

Τα πόδια λόγια πιάνουν στον αγέρα
και το κρασί έχει το χρώμα της καρδιάς.
Είναι η ψυχή σας άσπρα περιστέρια
είναι η ψυχή μου τα άσπρα σας φτερά.

Αφιερωμένο.

Μέσα απ΄τά σγουρά σου τα μαλλιά θα σκαρφαλώσω
στου ουρανού σου την αλάνα για να παίξω.

Δώς μου ένα μήλο κόκκινο, δαγκωμένο, για ν΄αντέξω.
Μία ματιά να ζεσταθώ για να μπορέσω.

Οι ώμοι και τα γονατά σου κάστρα, πύργος λαιμός,
τρόπο ζητώ να σε μεθύσω, αβίαστα στα κάστρα σου να μπω.

Δεν έχω παρά μόνο μια ζωή, πυξίδα καμιά,
πως το κορμί σου να προφτάσω να "γυρίσω";

Χώμα ο νους, στα πόδια σου απλώνει, χαλί,
των λουλουδιών σου ο κήπος για να γίνει.

Γυμνά τα πόδια σου, μ΄αγγίζουν και πεθαίνω
χίλιες φορές, χίλιες φορές ως το πρωί θ΄αναστηθώ.

Το όνειρο του σκιάχτρου


Φωνή βοή, υπόγειο ποτάμι.
Λίμνες τα μάτια που δε το μαρτυράνε,
αχτένιστη σιωπή οι έγνοιες σκεπάζουν το κεφάλι.

Τα δυο σου στήθη πλανήτες.
Στον ένα κατοικώ στον άλλο θέλω να πάω.

Ήλιος γυμνός, χωρίς το πορφυρό του ένδυμα,
φωτίζεις με τ΄άσπρο σου κορμί και πυρπολείς το Χάρο.
Σβήνομαι στο φως σου, γίνομαι φως και πάω...

Καράβι γίνομαι, στον αφαλό σου ναυάγιο.
Ακόμα ένα φιλί και θα πνιγώ στα τρικυμισμένα χείλη σου.
Αυτή τη γεύση, αυτό το χρώμα, αυτή τη κίνηση
έχει πάντα η θάλασσα σα θριαμβεύει στη λαχτάρα της.

Γυναίκα η θάλασσα, εσύ πιο πολύ.
Απ΄τόν βυθό σου δεν μ΄αφήνεις να γυρίσω.
Πανσέληνος τα μάτια σου και με κρατάνε σβόλο,
παιχνίδι πήλινο προσταγή στο τικ τακ της καρδιάς σου.

Μεθυσμένος χορός

Παρατημένη μου φωνή τα λογιά μου έχουνε πάψει
ναν της ψυχής η λογική, τά χω απόμερα πετάξει.

Παρατημένη μου αγάπη, που όνειρα σου είχα τάξει
τώρα ρούχα από μετάξι, να τα φοράς και νά σαι εντάξει.

Σε έχω αφήσει ορφανή δεν ήμουνα καλός πατέρας
έχει στα μάτια μου σταθεί για οδηγός μου ο αγέρας.

Καρδιά μου όμορφη εσύ μες το πιοτό πια δε μου λείπεις
κι αν γράφω τούτη τη στιγμή , δεν είναι λόγος να κρατήσεις.

Έχω πεθάνει από καιρό, το σώμα έμεινε βαρύδι
είμαι πια στον πηγαιμό , δεν έχω άλλο αντικλείδι.

Ο χάρος καίει την καρδιά μα αφήνει ξύλινα τα πόδια
δεν κάνουν όμορφη φωτιά, να φεύγουν θέλουνε αιώνια.

Μες το μεθύσι μου αυτό αν γράψω κάτι παραπάνω
ως το πρωί θα τ αρνηθώ και τον καλό πάλι θα κάνω.

Δεν έχει νόημα η φωνή στην ομορφιά εμπρός της Δύσης
ότι κιαν πω και να μην πω, εσύ, μπορείς να μ΄αγαπήσεις!

Κι είναι τα χέρια σου φωτιά, κάρβουνο εγώ και φέγγουν
τα δακρυά ρακόμελο, μα πια δε με ζεσταίνουν.

Κι είναι τα μάτια σου φωλιά μα γω πως να κουρνιάσω
πως είχα κάποτε φτερά κοντεύω να ξεχάσω.

Κι είναι το δάσος στα μαλλιά για έγνοιες κοιμητήρι
να κοιμηθώ θέλω και γω, κόνιο να γίνει το ποτήρι.

Ενθύμιση

Το προσωπό σου στα χέρια μου

αντάμωσα,

μου κόπηκε η ανάσα

την ώρα που πήγα να νιφτώ.


Τα μάτια μου στα μάτια σου
και δάκρυσα,

κι απόμεινα μονάχος

το πρόσωπό μου στα χέρια να βαστώ



Την ώρα αυτή ξηλώθηκε η σϊωπή,

θυμήθηκα,

και μ΄ έπιασαν τα κλάματα...



Γαλάζια καδένα

Πρόβα τα λόγια σου θα κάνω, ταίρι ταιριαστό.
Το πρόσωπό σου θα φοράω όταν πονάς να πονάω
όταν μεθάς να μεθάω, όπου εσύ και εγώ.

Πάπλωμα θά ναι το κρύο και κρεβάτι η ξενιτιά.
Βήματα στα βήματά σου, θά ΄ναι ήχος μοναξιάς.
Στης ψυχής το παραθύρι η ελπίδα να σιωπά.

Θα μας βλέπουν και θα λένε κοίτα τον τον τυχερό,
τά'χει όλα, σαν μια βιόλα που ξετίναξε το φως
θά ναι όμως η καρδιά μου στην αλήθεια της εμπρός.

Και σε γράμματα θα γράφω τον ανείπωτο καημό.
Θα τα θάβω σε εικόνες και σε ήχους μη τα βρεις.
Στης ματιάς μου το σκοτάδι, που ποτέ σου δε θα δεις.

Δρόμοι που θα περπατάς μόνη, άδειες αγκαλιές,
πόθου αντανάκλαση κι αγάπης μύρο θα σε γελάνε.
Για ζωντανό θα με θωρείς κι εσύ, αγαπημένη.

Κι η γη, γαλάζια καδένα στον ήλιο, θα γυρίζει!

Τα λόγια μου

Τα λόγια μου χωρίς σκοπό κυλάνε,
κατρακυλάνε σε λάκο σκοτεινό.
Φίδια που με ζώνουν, με πονάνε,
κάθε λέξη φαρμάκι τρομερό.

Τα λόγια μου με ταξιδεύουν πάντα
στον κάτω κόσμο, τον κόσμο των νεκρών.
Τα μυστικά μού λένε που τούς λένε
ψυχές μαύρες ξεχασμένες στον καιρό.

Τα λόγια μου όσο κιαν θέλω δεν σωπαίνουν.
Δεν αγαπάνε να παίζουνε κρυφτό.
Μέσα απ τό αίμα μου στο όλο ταξιδεύουν
με κάνουν διάφανο σε κάθε τι κακό.

Δεν έχω τρόπο να δαμάσω τη φωνή τους,
είναι μαχαίρια κοφτερά και θα κοπώ.
Είναι πτηνά, παντού πέταξα μαζί τους,
αστέρια είναι σε δάκρυ θλιβερό.

Ανύποπτα τα χρόνια μάς περάσαν...

Ανύποπτα τα χρόνια μάς περάσαν
και έπιασε φουρτούνα στην καρδιά.
Μόνος σου παραμιλάς τα βράδυα
και γίνεσαι στο λάθος πυρκαγιά.

Τα όνειρα συννέφιασαν την μέρα
κοπάδια όμως φεύγουν τα πουλιά.
Θα βρέξει πάλι απόψε, στον αέρα
έχει την δική σου μυρωδιά.

Πληγές από νεράιδες στο δέρμα
απόκοσμες πατημασιές μες το μυαλό.
Συννέφιασε, μα μου είπες καλημέρα
μ ένα χαμόγελο απάντησα σκυφτός.

Δεν εχω πια ανάστημα να δώσω
δεν έχω χέρια να παραδοθώ.
Σελίδες που τρελλά τις ξεφυλίζω
ο πόθος μου να φύγω από δω.

Τα βράδια σε τετράδια γυρεύω
τους ήχους και τα λόγια της σιωπής.
Στα κρύα δάχτυλα η εικόνα σου φωτίζει
μία άλλη που δεν έζησα ζωή.

Κι όμως, ήσουν εδώ κι εγώ μαζί σου,
τα χέρια μας κρατούσαμε γροθιά.
Εγώ και συ τότε ήμασταν ένα
τον χρόνο τον μετρούσε η καρδιά.

Πως σ έχασα, πως, δεν είδα.
Κοιτούσα τότε φαίνεται ψηλά.
Και συ στα σκοτεινά μου μονοπάτια
μπερδεύτηκες και πήγες μακρυά.

Τώρα πως ήμουνα κοιτώ, δε με γνωρίζω,
δεν ξέρω καν αν ακόμα με αγαπώ.
Εχθρός που σύνορο δεν έχω να ορίζω
στο χτες στο σήμερα και στο πουθενά.

θέλω τα πάντα να αλλάξω, μα πάλι,
δεν έχω πια στον άνεμο πανιά.
Απάγιο το λιμάνι πού χω δέσει
και μια καλή έχω τώρα πια δουλειά.


Θέλω να φύγω μα έξω κάνει κρύο
και αναμένη έχω την φωτιά.
Με της ψυχής τα ξύλα την έχω ανάψει
κι η θράκα μού έχει μείνει μοναχά.

Τα πόδια μου στο χώμα καρφομένα
υποχρεώσεις και διαδικαστκά,
πως να λυθώ, μου κόψανε τα χέρια,
και μου αφήσαν σα σκουπίδι την καρδιά.

Τι να την κάνω μια καρδιά φουρτουνιασμένη
που δεν μπορεί πια να τραγουδά.
Τι να την κάνω μια ζωή ανταριασμένη
σα νυχτερίδα που στο φως όλο χτυπά.


Διώχνω τις σκέψεις, κλείνω το φως.
Πέφτω για ύπνο.
Είν το σκοτάδι μια παρηγοριά..

Χτισμένη ελευθερία

Μένω μέσα στο μυαλό σου και ορίζω την καρδιά
σύνορο έχω τον φόβο και για ήλιο τα λεφτά.
Τους ανθρώπους μες τα μάτια κι αν κοιτάω δε θα δω
έχω μια ψυχή κομμάτια και θαμένη από καιρό.

Σε θυμάμαι κάποιες νύχτες που ζωγράφιζες πουλιά
πάνω σ ένα ραβασάκι για μια κάποια κοπελιά.
Σε θυμάμαι, πρώτο δάκρυ, πρώτη πέτρα στην καρδιά,
ένα κάστρο να μου χτίζεις γύρω από την λευτεριά.

Περάσανε τόσα χρόνια από κείνο τον καιρό,
απ του κάστρου μου τα ύψη τίποτα πια δε θωρώ.
Σ ένα χάρτινο καράβι θα φορτώσω τα παλιά
θα τα στείλω να βουλιάξουν μη μου τρώνε τον καιρό.

Μέσα στην ασφαλειά μου, μέλλον έχω το παρόν.
Την μικρούλα την καρδιά μου έχτισα αρμέ μπετόν.
Μα έχω πόνο -πως πονάω που δεν έχω πια καρδιά,
κι όσο πάει ξαγρυπνάω, δεν κοιμάμαι πια καλά.

Φταις εσύ επαναστάτη έρωτα μου αποστάτη,
φταις εσύ ο φοιτητάκος που φιλιέσαι στα σκαλιά.
Φταίς εσύ, φταίει κι ο άλλος, τέτοιο που έχετε θάρρος
να μιλάτε, να γελάτε, κι εμένα να περιγελάτε.

Φταίνε τόσο τα τραγούδια, στίχοι πάνω στα θρανία,
η γυμνή σας σάρκα φταίει που με κάνετε κακό.
Η βαβούρα της ψυχής σας, των ματιών σας η φωτιά!
Την ζωή σας που σκορπάτε, δεν μετρήσατε καλά.

Φταίτε σεις, φταίει κι ο καθρέφτης, τα παλιά τα σινεμά,
μα δε θα με φάνε οι σκέψεις, έχω σήμερα δουλειά.
Φταίει κι ο εργολάβος, δεν θεμέλιωσε καλά,
κι όλο ακούω να χτυπάει η μικρούλα μου καρδιά!

αφιερωμένο

Στης παληκαριάς τη μέθη
θα σκοτώνονται οι καιροί,
χείλια, μάτια, χίλια κομμάτια
και το μέλλον δεν θα΄ρθει.


Θα προσμένει μια κοπέλα
στο παράθυρο μπροστά
έναν άγνωστο να έρθει
να της δώσει την μιλιά.


Μα ποτές δε θα μιλήσει
στο φεγγάρι κατοικεί
είναι η ζωή της δύση
μα χωρίς ανατολή!


Φεύγουν κι έρχονται στρατιώτες
στο παράθυρο μπροστά.
Φεύγουν και περνούν οι μέρες,
μένει η νύχτα μοναχά.


Έχει τ άστρα για παρέα
και καντήλι στην καρδιά.
Στα εβένινα μαλλιά της
κατοικεί η μοναξιά.


Την φωτίζει η σελήνη
σαν γλυκά χαμογελά,
όταν σκέφτεται εκείνον
που κοντά της δεν γυρνά.


Ένα αστέρι τώρα η ίδια
μας κοιτά από ψηλά
στο φεγγάρι κρεμασμένη,
μα ποτέ της δεν μιλά.


Φέγγει μέσα στην καρδιά μου
των ματιών της η αστραπή,
όμορφα στιχάκια γράφει
με του πόνου τη σιωπή.


Αν ποτέ τα τραγουδήσεις
η δική της η φωνή
απ τά στήθη σου θα βγάλει
μια πελώρια κραυγή.


Θα τρομάξουνε τ αστέρια
θα τρομάξεις και εσύ.
Μες τη νύχτα περιστέρια
θα σκορπίσετε στη γη.

Aστέρι για σένα




Στο θόρυβο του πλήθους θα αφεθώ,
στην απόλυτη μοναξιά.
Ένα γράμμα ζεστό να σου γράψω
χάδι σα να ήσουνα εδώ.

Στις λεοφόρους της νοτισμένης μέρας
με κόκαλα να τρέμουν από το κρύο,
θα σταθώ, κι ας γυρίζει η γη,
μ΄ένα γράμμα αίμα για σένα.

Δεν θα είμαι κοντά σου σα το διαβάζεις.
Τα τσακισμένα κόκαλα δεν θα έχουν ψυχή.
Όλη στα χέρια σου, όση είχα, παραδίδω,
στο τελευταίο μου για σένα το φιλί.

Στους δρόμους που περπάτησα μην έρθεις.
Τα βηματά μου σβηστήκαν , θα χαθείς.
Μη θες πάντα το γιατί να το κατέχεις.
Μόνο μακρυά μου, μπορούσες να σωθείς.

Για σένανε θα γίνω ένα αστέρι
σ΄ένα χαρτί, να το διπλώνεις στην καρδιά,
λίγα λόγια μα πολλές αλήθειες
στάχτη να κάνουνε την μοναξιά!

Παίζοντας με την σκιά

Θα βάλω για δέρμα μια καρδιά ξεχασμένη
γιατί πάντα συγκινεί ο πόνος της αγάπης.
Θα βάλω για πρόσωπο ένα λούτρινο κουκλάκι
γιατί είναι ψεύτικο αν και χαμογελαστό.
Τα χέρια μου θα ντύσω με τα μαλλιά σου
γιατί τα χάδια ναρκώνουν το μυαλό.
Θα είμαι σαν ατημέλητη κουφάλα
δέντρου που κρύβει στα σπλάχνα θησαυρό.

Θα πιω κάθε σου γέλιο, κάθε δάκρυ
προσπαθώντας να εξηγήσω το μυστικό.
Το σώμα σου θάλασσα κι η αγκαλιά σου λιμάνι
μα εγώ πλοίο είμαι πειρατικό.
Θάλασσα κι άστρα, του κόσμου ο πόθος
κρασάκι κόκκινο που όλο θα το πιω.
Κι όταν με το αίμα γίνω αίμα σου, θα φύγω.
Όταν με το φως σου ήλιος σου γίνω, θα φύγω.
Της νύχτας σου θα κλέψω το σκοτάδι , γυμνή να μείνεις.

Κι ας ματώσω - να νιώσω πως είναι το αίμα ζεστό.
Κι ας καώ - τόσο φως δεν το αντέχω.
Κι ας κρυώνω - τάφος που μέσα του σ΄έθαψα.

Στη νύχτα σου..

Απόψε στην σιωπή μου
δεν θέλω να σβηστώ.
Περπάτησα πολύ περισσότερο
κι έφτασα μακριά σου.
Λάθος ο δρόμος που πήρα.
Και τώρα να γυρίσω σκέφτομαι.
Θα είσαι εκεί,
θα σε συναντήσω;
Δεν έχει άστρα
ο ουρανός αυτός.
Κι αυτά που άστρα νόμιζα
κομήτες ήσαν.

Πόσο ακόμα..


Πόσο μακρύτερα να φτάσει
ο πόνος,
πόσο να αντέξω ακόμα
να θυμάμαι.
Καράβι στον βυθό
γλίστρησα
και παραμέρισαν τα τάρταρα
να μην μ αγγίξουν.
Μαύρη φωτιά
η ρότα μου
με έφερε στην άκρη
της γης.
Και πως να γκρεμιστώ
και πως να μην,
που σε όλη την γη
τίποτα
σαν τα μάτια σου
δεν βρήκα
φωτιά να βάλει
να με κάψει.

Άτιτλο

Έχω μια εικόνα στο μυαλό
που δεν ανήκει σε κανένα.
Έχω μια θέση στην καρδιά
που δεν ανήκει σε κανένα.
Δεν υπάρχει οδός
που να γράφει όνομα
σε αυτή την πόλη.
Κι όμως,
γιατί τόσο σίγουρος είμαι
πως στο σωστό βρέθηκα το μέρος;