Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

23/5/13

Χωρίς τόπο

_ « Ξύπνα!.. ξύπνα!»
Τα μάτια του βαριά, μέσα από λήθαργο μόλις άκουγε τη φωνή του έφηβου αγοριού. Έριξε μια περίεργη ματιά στα ρούχα του, το δίχως άλλο ήταν ένα φτωχό αγόρι που μεγάλωνε τον περισσότερο καιρό στους δρόμους, παρά στο σπίτι του…
_ «Ποιος είναι;»
_ «μου ζητήσανε να σας ξυπνήσω.. είναι μεγάλη ανάγκη να έρθεις στη πύλη.»
Κάθε φτερούγισμα του ύπνου, χάθηκε στο άκουσμα αυτών των λόγων. Ο άνδρας, κοίταξε ανήσυχος το αγόρι.
_ «Ποιος σε έστειλε;»
_ «Δεν είπε… είπε μόνο πως ήτανε μεγάλη ανάγκη, τόσο μεγάλη που με πλήρωσε καλά!.... Δεν μπορούσε να έρθει ο ίδιος.»
_ «Ω Θεέ μου, φυσικά δε μπορούσε.. Που σε βρήκε, τι σου έδωσε; «
_ «Κοιμόμουν κάτω από τη γέφυρα με την αδελφή μου. Μου ζήτησε να μπω σε αυτό το σπίτι και να σε ειδοποιήσω….»
_ «Κακώς άφησες μόνη της την αδερφή σου.»
_ «Η αδερφή μου είναι αρκετά μεγάλη, και γνωρίζει καλά να προστατεύει τον εαυτό της. Έπειτα με μια φωνή, στο λεπτό πετάγομαι έξω»
_ «Δεν μίλαγα για την αδερφή σου… τέλος πάντων.. τι σε πλήρωσε; «
Το αγόρι κοίταξε καχύποπτα τον άντρα που τον ρωτούσε. Τα λόγια του είχανε κάτι σκοτεινά αινιγματικό...
«Μπαίνεις στο σπίτι μου και με κοιτάς με αυτό το ύφος; Εγώ δικαιούμαι να κοιτώ έτσι, όχι εσύ.. Τι σε πλήρωσε;»
_ «Μου έδωσε ένα ρολόι. Ένα ακριβό ρολόι.»
_ «Πως το ξέρεις πως είναι ακριβό;»
_ «Μη με κρίνεις απ’ τά ρούχα μου.. Σ’ αυτά τα πράματα δε με γελά κανείς!»
_ «Είπες ότι έπρεπε να πεις.. μπορείς να πηγαίνεις… Κράτα, ότι πήρες από δω μέσα.. Δε με πειράζει.»
Στα λόγια αυτά , τα μάτια του αγοριού παίξανε.. δεν απάντησε… βιάστηκε να φύγει όσο πιο γρήγορα μπορούσε.. Εκείνος, ωστόσο, σηκώθηκε χωρίς καμιά βιάση… Ντύθηκε αργά αργά, έφτιαξε κι έφαγε ένα καλό πρωινό, και στη συνέχεια ετοίμασε ένα μικρό σακίδιο με ρούχα… τα απαραίτητα μόνο. Πριν βγει από την πόρτα του σπιτιού, κοντοστάθηκε και πήρε βαθιά ανάσα!.. ύστερα, με βήμα βαρύ, αποφασιστικό, πέρασε τη πόρτα. Σαν κάτι να ξέχασε όμως, σα κάτι να άλλαξε μέσα του, μόλις βγήκε, έστρεψε την πλάτη του και μπήκε πάλι.
Μπρος στα μάτια του στεκότανε ένας χαμογελαστός άντρας, γύρω στα σαράντα. Χωρίς μια άσπρη τρίχα στα μαλλιά του….
_ «Το ήξερα πως θα ερχόσουνα.»
_ «Δεν είχα επιλογή»
_ «Πάντα έχεις…»
_ «Κι όμως, εξαιτίας σου, δεν έχω…. Έχασα όλη μου τη ζωή, ότι είχα και δεν είχα…»
_ « Δικό σου το ρίσκο.. κι αυτό επιλογή είναι»
Ο άντρας, άφησε να πέσει από το χέρι του το σακίδιο.. Με τα δυο του χέρια κράτησε το κεφάλι του, κι από τα μάτια του κυλήσανε δάκρυα απελπισίας… Για λίγο σιωπή, κι ύστερα τον κατέλαβε υστερία.
_ « Δεν ξέρεις τι είναι, να ξυπνάς μέσα σε ένα τάφο… Ότι έζησες, να έχει χαθεί.. να μη σου ανήκει πια τίποτε… Όλοι όσοι αγάπησες, όσα ονειρεύτηκες, όλα.. όλα!!!! … Χρειάστηκα όλη μου τη θέληση, να επιστρατεύσω όλη μου τη λογική, όλη τη δύναμη, για να προλάβω να φύγω από εκεί.. Δε γίνεται να γυρίσω σε ένα τάφο. Δε μου έμεινε επιλογή…»
_ «Παραδέχομαι πως τα πράματα δεν πήγανε και τόσο καλά με σένα…»
_ «Παραδέχεσαι;;… τι κουβέντα κι αυτή!!! Αν μπορούσα να σε σκοτώσω, θα το έκανα, προτού προλάβεις να καταστρέψεις κι άλλους. Αναρωτιέμαι αν εξήγησες στο αγόρι τι συνέβη, όταν το έστειλες να με βρει.. Αν σε ένοιαξε , πως μόλις πέρασε τη πόρτα, το κορμί του έμεινε ακατοίκητο.. Κι η αδερφή του, ώσπου να επιστρέψει, θα είναι πάνω απ’ το κορμί του και θα θρηνεί, πιστεύοντας πως έπαθε κάτι κακό, ή ακόμα χειρότερα πως πέθανε…»
_ «Έλειψε μόλις λίγα λεπτά… Ο χρόνος κυλά ίδια από όποια πλευρά κι αν είσαι…»
_ «Λίγα λεπτά, αρκούνε για το χειρότερο.. Όπως εκείνη η μάνα, που θέλοντας να πάει το παιδί στο γιατρό όσο πιο γρήγορα γινότανε, πέρασε απρόσεχτα το δρόμο, γλίστρησε, κι έχασε το πόδι της κάτω από ένα φορτωμένο κάρο.
Κι εγώ παιδί ήμουνα τότε… εικοσιπέντε χρονών… παιδί… δεν ξέρω καν γιατί σε ακολουθώ σ’ αυτό το αέναο ταξίδι… μέσα σε χρόνους που δε μου ανήκουν. Σε μέρες που δε μπορώ να τις ζήσω… γιατί ο τόπος μου είναι ο ύπνος… Μόνο μια ατέλειωτη απέραντη νύχτα… και σπάνια, τόσο σπάνια.. το λυκόφως…. Να βλέπω τον ήλιο να χαράζει , και κει, όταν όλοι ξυπνάνε, να πάνε στη δουλειά, να ανταμώσουν με ανθρώπους αγαπημένους, συνηθισμένους… εγώ, να μη μου επιτρέπεται να περπατήσω μαζί τους.. να τους αγγίξω… να με δουν. Μόνο τις ώρες που κοιμούνται, μόνο τότε μπορούν…
Και δεν είμαι τότε ούτε σκιά.. ούτε καν μια αντανάκλαση στο νερό… βαδίζω ανάμεσά τους, φάντασμα κι ωστόσο με ψυχή ολοζώντανη… παιχνίδι δικό σου….
Ήμουν εικοσιπέντε χρονών, κι έφθασα σαράντα τρία. Δεν ξέρω τι θα συνέβαινε αν επέστρεφα μετά από τόσα χρόνια σε εκείνον τον τάφο… Τι θα συναντούσα, αν υπήρχε ακόμα, ή αν τα οστά μου βρισκόντουσαν σε κάποιο χωνευτήριο. Μπορεί και να τα έχουνε κάψει… Τι θα απογίνει αυτή η ψυχή, δεν ξέρω. Και συ, να μην έχεις γεράσει μια μέρα... Τι θ΄ απογίνω;»
_ «Έπρεπε να είχες επιστρέψει νωρίτερα.. Δε φταίω εγώ που ήθελες να το παίξεις εραστής των ονείρων.. Μια κοπέλα, που σε γνώρισε και τη γνώρισες, μόνο στο όνειρό της…»
_ «Θυμάμαι…. Η ατέλειωτη νύχτα, δε με αφήνει να ξεχάσω.. θα μπορούσα θαρρώ, να μετρήσω, αν δε βαριόμουνα πιο πολύ κι από την άυλη υπόστασή μου, όλα τα άστρα του ουρανού! .. Τη θυμάμαι.. τόσο καθαρά! Κι είναι η εικόνα της παρηγοριά μου… Η απόσταση που μας χώριζε ήτανε μόλις λίγες μέρες… θα την αντάμωνα μετά την επιστροφή μου, κάποια μέρα, κι εκείνη θα με αναγνώριζε από τα όνειρά της.. Το φαντάζεσαι; Και μόνο αυτή η εικόνα ενός τόσο μεγάλου, τόσο ονειρικού σμιξίματος, με κάνει ακόμα να νιώθω, στιγμές στιγμές, ζωντανός..»
_ «Ξέρω πως δε συμφωνείς μα είσαι ζωντανός… όσο έχεις συνείδηση, είσαι.»
_ «ΟΧΙ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ! ... εδώ και δεκαοκτώ χρόνια …
Το καημένο το κορίτσι.. θυμάμαι το αγγελικό της πρόσωπο την πρώτη φορά που την είδα, στο νοσοκομείο… Αναρωτήθηκα πόση μοναξιά ένιωθε, κάθε που έσβηναν τα φώτα και οι φωνές γύρω της σωπαίνανε.. Αν μπορούσε, στην κατάσταση που βρισκότανε, να καταλάβει την διαφορά φως από σκοτάδι… αν διέκρινε κάποιες φωνές…»
_ «Άκουσα την ευχή σου καθώς περιπλανιόμουνα στο διάδρομο του νοσοκομείου… Την άκουσε κι εκείνη…»
_ « Ποτέ δε περίμενα να νιώσω έτσι, περπατώντας ψυχή με ψυχή, με κάποια….. Δεν ήθελα να επιστρέφω… έμενα όλο και περισσότερο… Κι όταν εκείνη, τρεις μήνες μετά, έφυγε…. Δεν υπήρχε δρόμος ανοιχτός πια, για να γυρίσω… Ξύπνησα μέσα σε εκείνο τον φοβερό τάφο….. Το κορμί μου κοιμόταν ακόμα.. Πως μπορέσανε να μη το δουν αυτό; Πως μπόρεσαν να με καταδικάσουνε ζωντανό; … Προσπαθούσα να πάρω ανάσες.. και δε μπορούσα ούτε στο πλευρό να γυρίσω… Έκαιγε το κορμί μου, ο ιδρώτας κυλούσε ασταμάτητα. Έκλεισα τα μάτια.. προσευχήθηκα… και προσπάθησα να κοιμηθώ… Η αιωνιότητα μου έδειξε μέσα τον τάφο το πιο σιχαμένο της πρόσωπο. Το πιο αδυσώπητο… Κι ύστερα, μια εικόνα δική της, έγινε σανίδα σωτηρίας στο σκοτεινό εκείνο ποτάμι που όλο και με παρέσυρε, χτυπώντας με πάνω σε κοφτερά βράχια… Έσβησαν οι θόρυβοι… οι φόβοι… κι ονειρεύτηκα… Δεν ήμουν πια εκεί..»
_ «Είναι καλό που τα θυμάσαι όλα αυτά, για σένα. Αυτή την εικόνα. Σημαίνει πως, κάποτε, θα ανταμώσετε πάλι… και δεν εννοώ σε κάποιο όνειρο. Αλλά ούτε απαραίτητα, με τις μορφές των ανθρώπων.. Η ζωή έχει ανεξίτηλη φαντασία, στο πώς να χρωματίζει τους καμβάδες της. Όμως τώρα, είναι ώρα να φύγουμε.. Δε γίνεται να μένεις για πολύ, στα όνειρά τους… Το ξέρεις αυτό….»
_ «Το καταλαβαίνω…
Ο χρόνος για μένα είναι τα κύματα της θάλασσας.. είμαι ένα μικρό κλαδάκι στις διαθέσεις της… όπως με φέρνει, έτσι με παίρνει μακριά.. και δε με βγάζει ποτέ, δυο φορές στο ίδιο σημείο.. Κι από ότι καταλαβαίνω, ούτε εσένα… Γι αυτό χρειάζεσαι πάντοτε κάποιον, να με βρει, για να μπορέσουμε να ανταμώσουμε σε ένα μέρος νέο… κι ας μην έχει αλλάξει τίποτα ολόγυρα… Όμως, πως γίνεται να μην αλλάζεις, ούτε εσύ;»
_ «Ούτε εσύ αλλάζεις… είναι η ανάγκη σου να πιστεύεις πως ο χρόνος, μπορεί ακόμα να σε αλλάζει. Κι ύστερα, εδώ που είμαστε, με βλέπεις όπως εσύ θες να με δεις..

Και τώρα, επίτρεψέ μου, να σε καληνυχτίσω… ακόμα μια φορά!..»

15/5/13

Έρημος κι άστρο

Πιάνεται από ένα σύννεφο περαστικό
βουτιά να κάνει στο μεγάλο ωκεανό.
Τόση τριγύρω ανθίζει στο φως ζωή,
αρνείται το παρόν να θυμηθεί.

Ίσως τη λέγανε Μαρία, ίσως Ζωζώ
σα τα ζουζούνια πετά εκεί και δω.
Ίσως ήταν εργάτρια, μπορεί δασκάλα,
πριν στ’ ουρανού ανεβεί τη σκάλα.

Χάρτινοι  οι ρόλοι μοιάζουνε από ψηλά,
μέσα στο φως,  να γίνει φως αποζητά.
Γυμνή αφήνεται στις διαθέσεις του φονιά
στην έρημο, άστρο η ψυχή και προσπερνά.

Μα είναι η ζάλη της όσο βαστά ένα φιλί,
σα σβήσουν τ’ άστρα μόνη πάλι μες τη ζωή.
Γίνεται έρημος, κοιτά τ’ άστρο το μακρινό
ευχή του δίνει να ταξιδεύει πέρα από δω.

Ίσως τη λέγαν Ελένη, μπορεί κι Ευτυχία.
Ίσως Λίνα, ή Τίνα,  ή Γωγώ.
Ασήμαντη στην ερημιά μέσα της πόλης.
Μα μες τα μάτια της, βρήκα το Θεό.

Λευκές σελίδες

Το μικρό σπιτάκι του, χτίστηκε
καταμεσής μιας λευκής θύελλας.
Κάθε πρωί έβγαινε σα το σαλιγκάρι
φορτωμένος τις έγνοιες του μικρού του σπιτιού,
κι επέστρεφε, σέρνοντας κατάκοπα τα πόδια του
στη δύση της μέρας.
Ύστερα φύσηξε πιο δυνατά,
Ο αέρας παρέσυρε το σπιτικό του
κι αυτός έμεινε γυμνός
καταμεσής της λευκής θύελλας.
Με το αίμα του προσπάθησε
ν’ αφήσει ένα χνάρι,
μα στάθηκε αδύνατο.
Στο βιβλίο της ιστορίας
η σελίδα παρέμεινε λευκή.
Σαν ο ίδιος και το σπιτικό του
να μην υπήρξανε ποτέ.

Χάρτινος κόσμος

Τις νύχτες του τις έκανε λευκά καράβια
από χαρτί, αφού έγραψε μέσα τους
την πιο μεγάλη αλήθεια και μυστικό του.
Και τις έστειλε στ’ ανοιχτά να ταξιδέψουν.

Ο κόσμος που τον έβλεπε στην προκυμαία
- χάρτινη κι αυτή -,  να αγναντεύει,
δεν αντιλήφθηκε ποτέ, πως,
η καρδιά του, διπλωμένη σε μικρά - μικρά κομμάτια
βυθιζόταν  με γενναιότητα,  σε  κάποιο βουβό βυθό.

11/5/13

Όμορφες στιγμές

Σηκώθηκε εκείνο το απόγευμα, μ’ ένα ελαφρύ πόνο στο στήθος. Δεν ανησύχησε. Είχε κοιμηθεί καλά, ο αέρας μύριζε βροχή – μοσχοβολούσανε τ’ αρώματα της φύσης – μα ο ουρανός δεν ήτανε σκοτεινός. Μια φωτεινή συννεφιά διέχεε απαλά το φως κι αυτό, έκανε τον πόνο στο στήθος του να μη τον απασχολεί τόσο. Κι αν ακόμα ήτανε να πεθάνει – ήτανε μια υπέροχη ώρα για να συμβεί αυτό. Όχι, δε θα δηλητηρίαζε όλο αυτό το φως, το άρωμα, τους ήχους από τα κοτσύφια που συναγωνιζότανε το ένα τ’ άλλο στο κελάηδημα. Έφτιαξε ένα καφέ και κάθισε στη βεράντα του…
Κι όπως συμβαίνει πάντοτε, τις πιο όμορφες στιγμές μας, η σκέψη του πλημύρισε μ’ εκείνην. Πόσο θα’ θελε να μπορούσε να μοιραστεί όλη αυτή την ομορφιά με κείνην. Και τότε γέννησε η χαρά του μια θλίψη, που ζωγράφισε στα χείλη γλυκόπικρο χαμόγελο.. Γιατί, κατά ένα τρόπο εκείνη ήταν εκεί, μαζί του.. Κι ωστόσο, εκείνη, δε μπορούσε να το γνωρίζει αυτό.. κι ούτε να πάρει τα δώρα που της ανήκανε… Πόσος πλούτος θαμμένος στα σύννεφα….

6/5/13

Αγάπη

«Υπάρχει ένας δαίμονας στην άκρη του κρεβατιού μου.. Μερικές νύχτες, όταν νυστάζω πολύ, τον νιώθω να ξυπνά. Όταν δε μπορώ να έχω τον έλεγχο. Να ξυπνά μες τον πιο βαθύ μου ύπνο. Φοβάμαι να κοιμηθώ όταν τα βλέφαρά μου βαραίνουν σα σίδερο. Φοβάμαι απόψε να κοιμηθώ… σε παρακαλώ… μείνε μαζί μου απόψε. Αν μείνεις, τότε δε θα έρθει ο δαίμονας. Θα παριστάνει κάποια ασάλευτη σκιά – έρχεται μοναχά όταν είμαι απόλυτα μόνη μου….»

Τα μάτια της κατακόκκινα κι ωστόσο σε διαστολή. Η γυναίκα που στεκότανε μπρός του, ήτανε πράγματι πολύ φοβισμένη. Οι κινήσεις του κεφαλιού, των χεριών, οι ανάσες της, όλα έδειχναν πόσο ανάγκη είχε ένα καλόν ύπνο. Υποτονικές, αργές, ασυντόνιστες. Ήταν μια αδύνατη γυναίκα, όχι πάνω από τα σαράντα, εξαιρετικά όμορφη. Τα εβένινα μαλλιά της και τα πράσινα αμυγδαλωτά της μάτια, σε συνάρτηση με τη βελούδινη απόχρωση της νυσταγμένης της φωνής, της πρόσδιδαν ένα γοητευτικό μυστήριο, έτσι όπως το χαμηλό φως σταμάταγε, σα να μην υπήρχε κάτι πιο πέρα από τα κατακόκκινα κερασένια χείλη της.

Ω, ναι, ήθελε πολύ να παραμείνει εκεί μαζί της, να τη βαστά στην αγκαλιά του. Ούτε φιλιά, ούτε χάδι, τίποτε περισσότερο. Να έγερνε πάνω του, κι η ανάσα της να σβηνότανε στο δέρμα του ή στον αέρα που ανάσαινε. Τι άγιασμα! Τι ευτυχία! Αυτό, μόνο αυτό!

_ «Θα μείνω, απόψε θα μείνω κοντά σου… Όμως μη με γυρέψεις το πρωί. Θα φύγω πριν το ξημέρωμα».

Ήξερε πως , αν ξημέρωνε, αν το φως χάραζε μέσα από τη μορφή της, δε θα άντεχε να μη της μαρτυρήσει πόσο την αγαπά – εντάξει, το γνώριζε – αλλά δεν γνώριζε κατά ποιον τρόπο. Ήτανε ακόμα, πάντοτε, ερωτευμένος μαζί της. Κι αν, ίσως, αν σε μια στιγμή αδυναμίας - μια στιγμή που φοβότανε - της ομολογούσε το μυστικό του, θα ξεκλείδωνε τους δικούς του δαίμονες… Μετά από μια τέτοια παραδοχή, δε θα είχε τα ίδια αποθέματα δύναμης,ως φιλος, να την στηρίζει στις επιλογές της. Όχι πως δε θα το έκανε. Οπωσδήποτε θα το έκανε. Αλλά δε θα του έμενε καθόλου δύναμη για τον ίδιο, για την ψυχή του.Και τότε εκείνη θα τα καταλάβαινε όλα, ίσως πληγωνότανε, ίσως απογοητευότανε... μπορεί και να απομακρυνότανε. Δεν ήθελε για τίποτα στο κόσμο να την πληγώσει.

«Θα φύγω πριν το πρωί», επανέλαβε. Κι ας ήθελε τόσο να ξημερωθεί κρατώντας την αγκαλιά. Άλλο στη ζωή του δεν είχε ανάγκη περισσότερο απ' αυτό. Πλην, το να είναι Εκείνη καλά. Γι αυτό, έπρεπε να φύγει.

Απ' τό δαίμονα δε πέρασε απαρατήρητη η διαμάχη μέσα του. Έτσι, όταν η γυναίκα έκλεισε βαριά τα βλέφαρά, τούτη τη φορά, παρουσιάστηκε σ' αυτόν.

_ «Θα είσαι ανόητος αν φύγεις πριν την αυγή», του ψιθύρισε στο αυτί. «Δε θα έχεις ποτέ μια ολοκληρωμένη ζωή προτού αυτό συμβεί»

Πόσο γλυκά βάραινε το κεφάλι της στο μπράτσο του, πόσο γλυκιά μουσική, τι όμορφη ευωδιά, η ευωδιά της πνοής, των μαλλιών της, του κορμιού της….

«Ξέρεις δαίμονα», του αποκρίθηκε στο τέλος, « όλα όσα λες είναι αλήθεια. Μα θα είχανε σημασία, μόνο αν έβαζα τον εαυτό μου πιο πάνω από εκείνη. Αλλά αυτό δε μπορεί να συμβεί, επειδή την αγαπώ.»

Κόντευε πια να ξημερώσει. Απαλά, με στοργή, αποχωρίστηκε τον επίγειο παράδεισό του… κι ολομέθυστος, γεμάτος ευτυχία, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε, έφυγε. Πριν το πρώτο φως της αυγής… Αφήνοντάς της τρυφερό φιλί στο μάγουλο να την φυλά!

Αναζητώντας σε




Δεν ακούω πια τους ανέμους.
η πόρτα κλειστή - 
αφήνει επιδειχτικά τη πανσέληνο απέξω.
Δε θέλω άλλο θρήνο στο σπίτι.
Κλείνω αυτιά και τα μάτια
σε ότι  πονά. Σε ότι με πονά.
Δεν ακούω πια… δε βλέπω…
Αν είσαι εδώ ή λείπεις.
Αν είμαι εδώ ή λείπω.
Δεν ακούω, δε με νοιάζει.
Τις νύχτες μπορώ και πάλι να κοιμάμαι..
Ίσως είναι το μόνο που μπορώ -  να κοιμάμαι.
Και το καλύτερο!
Οι μέρες μου μοιάζουν κι αυτές νύχτες.
Χωρίς πλάνο φως να εγείρει την καρδιά.
Δίχως μια μνήμη από το βλέμμα σου..
Κι έτσι, δεν έχω λόγο να ξυπνώ
αναζητώντας σε.

Με ρωτάς αν είμαι καλά.
Είμαι καλά!
Δεν πονάω πια. Δεν ξυπνάω.
Το παλιό τραύμα σώπασε.
Βάθυνε τόσο που σώπασε
κι η κραυγή του δε με φτάνει.
Κοιμάμαι τις νύχτες και χαμογελώ,
Καμιά φορά
γλιστρά αθόρυβα κάνα δάκρυ
κάτω από τα σκεπάσματα.
Κάποιο δάκρυ που έχασε το δρόμο
γυρεύοντας παλιά πανσέληνο.
Μα όπως κυλά, έτσι σβήνει.
Αθόρυβα. Χωρίς ν’ αφήσει ίχνος
πόνου ή θλίψης στη ψυχή μου.
Και τότε,  χαμογελώ διπλά
και σφαλίζω τα μάτια, τ’ αυτιά, τα χέρια
μη ξυπνήσω...

χωρίς εσένα.

Ελπίδα



Τρομάζουνε του μυαλού σου τα «πρέπει» ,
Θεριά αφρίζουνε ολόγυρα με λύσσα.

Καίει η ανάσα τους στα στήθη τη πνοή σου.
Μα σε τραβά η καρδιά σου στ’ ανοιχτά.

Φυσάει ψέμα, φόβος, ενοχές.
Το Κορμί σου καρυδότσουφλο που τρέμει.

Στα δυο μου χέρια την ψυχή σου βαστώ,
λίγο μόνο, πριν σε φτάσω πάλι φεύγεις.

Νυχτωμένη θάλασσα τα στήθη
Και το φεγγάρι κουρνιάζει στα μαλλιά σου.

Έχω στα χείλη ανάψει ελπίδα,
Να στεγνώσουν τα νέφη στη ματιά σου.

Μες τη ζωή



Όταν πεθάνω,
θέλω τον ήλιο να κρεμάσεις στη καρδιά.
Μη γελαστείς
πως είναι ο θάνατος το τέλος.
Δεν  είναι οι άνθρωποι
σκιά από το φευγιό τους.
Να τους θυμάσαι στη ζωή
με τη ζωή ν’ αφρίζει,
Κύματα αδάμαστα στου χρόνου τη πέτρα,
αθόρυβα, να καταλύουν το δυνατό
με μια δύναμη πιο μεγάλη απ’ το αδύνατο.

Να μη θρηνείς την απουσία
-αυτό δεν αλλάζει-
Μα να χαρείς για όσα ζήσαμε.
Και για τον ήλιο
που ως την ύστατη πνοή
σου καίει τα στήθια.

Έτσι αξίζει  ότι έζησε
να θυμάσαι μόνο.
Μες τη ζωή.