Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

25/2/15

Καθρέφτης

Ο θάνατος τον κοίταξε σαν παιδί, μέσα από τον καθρέφτη του.
Ένα λυπημένο χοντρό παιδί, τόσο χοντρό
σα να είχε ανάγκη ένα αρκετά συμπαγές και μεγάλο καβούκι
ώστε να κρύβεται μέσα του.
«Μη με κοιτάς με αυτά τα μάτια» είπε η ψυχή του δακρυσμένη.
«Αρνούμαι τον θάνατο, θα αντισταθώ στον τάφο που χτίζεις γύρω μου»
Λόγια υπνωτισμένα, καθώς η ψυχή έκλεινε τα μάτια μη δει
πόσο ολόγυρα απλώνονταν σκοτάδι, και πόση ερημιά η απόσταση
χωρίς να γνωρίζει καν προς τα πού να βαδίσει,
γεγονός που άφηνε το βήμα μετέωρο στο σκοτάδι.

«Με με φοβάσαι» ανταπάντησε αμίλητο το παιδί,
κοιτώντας τον ακόμα και πίσω από τα κλειστά βλέφαρα.
«Μη φοβάσαι ό,τι είσαι, αλλά ό,τι δεν μπορείς να γίνεις και θες.
Κοίτα, είμαστε καλά κρυμμένοι εδώ οι δυο μας.
 Αόρατοι, προστατευμένοι, μαζί.
Αν δακρύζεις μπορεί κάποια νύχτα να ακούσουν,
και να διαρρήξουν  τον αόρατο μανδύα μας
ζητώντας τρόπους να μας κρατήσουνε χώρια.
Μόνος δίχως ελπίδα συμφιλίωσης, ειρήνης.

Θα σου μάθω να ακροπατείς χωρίς φτερά σε τρίχα επάνω.
Τα πιο κρυμμένα μυστικά, τα πιο σιωπηλά
θησαυρούς από ατόφια μαύρη πέτρα, τέτοιους
που ούτε η Σελήνη με όλα της τα άστρα δε θα άντεχε να κουβαλήσει.
Πηγές γάργαρες,  ψυχές που δεν έχουν τίποτα άλλο να πουν·
γιατί τα είπανε όλα σε ένα δάκρυ…
Η βαθύτερη  μοναξιά είναι ν’ αρνείσαι εσένα».

3/2/15

Μέλι

Θολό μέταλλο βαστούσε ως καθρέφτη,
κι η μορφή της ήτανε σαν μέσα από νερά.
Τι κι αν καθάριζε ολόγυρα ο Ζέφυρος τα νέφη,
αδυνατούσε μέσα της να δει πιο καθαρά.

Γράφει  με το δάχτυλο στο μέταλλο το  Άλφα
κι ο κένταυρος από ψηλά το πόδι του χτυπά.
Ευωδίασε η κόμη της απ’ του τρελού το χάδι
μα είχε η καρδούλα της το μαύρο της το χάλι.

«Έλα!» της  λέει ο ποταμός, «έλα να γίνουμε ένα.
Τα πιο όμορφα πετράδια μου στα στήθη σου, αν θες..
Απ’ τά  κρυστάλλινα χείλη σου θα πίνουνε πτηνά
κι η Άνοιξη θα τραγουδά μέσα από την καρδιά σου.

Άγρια  ρόδα θα γίνουνε τα κόκκινα μαγουλά σου
κι από τα αβρά τα μέλη σου, κρινάκια κι ανεμώνες.
Για να βοσκούν οι μέλισσες να φτιάχνουνε το μέλι
δώρο για κείνον π’ αγαπάς, κι αυτός ας μη σε θέλει.»

2/2/15

Ατιτλο


Εκείνη γεμίζει μαξιλάρια
με όνειρα και δώρα τ’ ουρανού,
για πρωινό σερβίρει την καρδιά της
σε φλιτζάνι μ’ αχνιστό καφέ.

Έχει τα μάτια κοριτσιού
π’ αδάκρυστα ακόμα  χαμογελούνε,
είναι φως που ελευθερώθηκε στο φως,
η πεταλούδα κι ο  πολύχρωμος ανθός.

Τα δάχτυλά της έχουν πίστη ευλογημένου
στα χείλη της  της αφοσίωσης το μέλι,
κι είναι ολόκληρη τσαμπί  σταφύλι
χαρισμένη  στου θεριστή το χέρι.

Εκείνος όμως, έχει ξανά αγαπήσει.
Τον μαγεύει το φως που του χαρίζει
το μέλι και η εμπιστοσύνη η τυφλή.
Πίνει τον καφέ κι ανάβει τσιγάρο
απολαμβάνει την πρωινή της συντροφιά.

Μα πριν η καύτρα σβήσει
τον έχει η νύχτα πάλι κατακτήσει..
Σβήνει το τσιγάρο και προχωρά.

Θα συναντηθούνε πάλι μέσα στη νύχτα
καθώς βουβό το φεγγάρι θα κοιτά.
Ίσως βαδίσουν για λίγο συντροφιά
σε πόλεις χτισμένες από στάχτη
με κάρβουνα αναμμένα για καρδιά.