Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

12/6/15

απλώς σκέψεις..

Υπάρχει μία όμορφη λέξη, γεμάτη δύναμη, καθαρότητα, φως και ανθρωπιά: "μπέσα". Μεγάλωσα ακούγοντας αυτή την λέξη, στη Νίκαια, ως λόγο τιμητικό, αξίωμα, που δε σε βάζει ψηλότερα από τους ανθρώπους, αλλά σε κάνει σημαντικό άνθρωπο. Λέξη που απηχεί σεβασμό κερδισμένο και θαυμασμό ακόμα. Θες επειδή οι άνθρωποι εκεί ήτανε πρόσφυγες, κι ήταν ανάγκη να στηριχτεί ο ένας στον άλλον αναπτύσσοντας αδελφικά και προστατευτικά συναισθήματα ο ένας για τον άλλον, ώστε να αντεπεξέλθουν στην άγρια μοίρα τους και τη στυγνή εκμετάλλευση που καραδοκούσε δυναμωμένη από την ανάγκη τους; Αυτούς τους πρώτους πρόσφυγες ελάχιστα τους γνώρισα - ήμουν παιδί και οι ιστορίες τους απηχούσαν μέσα μου σαν παραμύθια. Μα η συμβολή αυτής της πρώτης γενιάς, ήταν καθοριστική στο πως μεγάλωσαν και ανδρώθηκαν οι επόμενες. Ως τη δεκαετία του 90, που οι πολυκατοικίες υψωνόντουσαν σαν μανιτάρια, φέρνοντας νέους γείτονες από μέρη άλλα, νέα ήθη, αρχές, η Νίκαια έμοιαζε μια γειτονιά, με πόρτες ανοιχτές, καρδιές ακόμα πιο ανοιχτές, και ιστορίες τόσο κοντινές αν και κάθε μια διαδραματιζότανε μέσα στο σπίτι της, λες και μας συνέδεε μία συγγένεια όλους. Ένας για όλους και όλοι για έναν..
Γνώρισα σαν έφηβος στις πλατείες και στα στενά της, άγνωστους που με νιώσανε και τους ένιωσα σαν αδερφός, κάποιοι όχι τα πιο καλά παιδιά, κάποιοι άτυχοι, ίσως αδύναμοι, που κάνανε χρήση ναρκωτικών.. Κι όμως ακόμα και εκεί, ο λόγος τους ήτανε λόγος, και υπήρχε μπέσα. Πιο ατιμωτικό από το "αυτός δεν έχει λόγο", δεν υπήρχε.. Νόμιζα τότε πως έτσι ήτανε και λειτουργούσε όλος ο κόσμος, πως ο "λόγος" έχει αξία μοναδική. Ακόμα το πιστεύω, έτσι μεγάλωσα. Όμως, Φεύγοντας το 2000 μακριά από την Νίκαια, και μένοντας αρχικά σε νησί κι ύστερα σε επαρχιακή πόλη, ανακάλυψα πως όλα τα μέρη δεν είναι ίδια, και οι άνθρωποι που κρατούν το λόγο τους, σπανίζουν όλο και περισσότερο, όσο ανατράφηκαν μακριά από πόνο και φτώχια. Η διγλωσσία, το "θάψιμο", θεωρούνται στη πλειοψηφία τους ως προσόν "ικανού ανθρώπου", που μπορεί να ανελιχθεί - και πως όχι ο λόγος και η τιμή, μα η οικονομική κατάσταση, το ντύσιμο, οι ισχυρές φιλίες, προξενούν σε αυτόν το παράξενο μεγάλο κόσμο, τον μακρινό από τον κόσμο που μεγάλωσα σαν παιδί, θαυμασμό.
Όχι, δεν πιστεύω πως κάποιος που μεγάλωσε με αρχές θα τις χάσει ποτέ.. ή τις έχεις, ή δεν τις είχες ποτέ. μα η εικόνα είναι απογοητευτική. Εδώ, στην επαρχία, άκουσα και μια παροιμία - συμβουλή, που μου προξένησε δυνατή εντύπωση λόγω της δουλικότητας που αποπνέει: "Δεν πρέπει να είσαι πολύ κοντά στον ήλιο, γιατί θα σε κάψει, ούτε πολύ μακριά γιατί θα κρυώνεις" ..

10/6/15

Πατίνα

Ο χρόνος δίνει μια πατίνα στα πάντα
ο χρόνος κάνει την αλήθεια νερό,
δίνει στα μάτια φωτεινά σκοτάδια
όνειρα άστρα με φεγγάρι τον καιρό.

Χίλιες φωνές σου τραγουδούν: "πιο πέρα"
και συ το σώμα σου ορθώνεις για κατάρτι!
Στίξη στου Άδη τα πέλαγα τ' απέραντα
η ψυχή, νά έχει γη ο ουρανός να πατάει.

Μα συ γελάς, και κλαις και ονειρεύεσαι
τ΄ απέραντο χωράς σε μια τελεία,
ζωή και θάνατος μέσα σου ενώνονται
νόθο παιδί τους ένας σπόρος ευτυχίας.

Κι εσύ πονάς, ελπίζεις και αφήνεσαι
τα σπλάχνα σου δαγκώνει η ευτυχία,
πανί το άγνωστο στ' όνειρο να γίνεται
στου χρόνου την ακύμαντη απελπισία.

Κι όλο μιλάς για τα φτερά του έρωτα
και της αγάπης το ύστατο λιμάνι,
καταμεσής της αβύσσου τα φαντάσματα
κλειδιά,  να δραπετεύεις απ' τόν  Άδη.

5/6/15

χελιδόνι

Πόσα ακόμα ψέματα να πω, για να σε φτάσω,
πόσα ακόμα ψέματα για να πετάξω..
Έχεις φύγει, πριν από χρόνια έχεις χαθεί
και τα φτερά πεσμένα φύλλα φθινοπώρου..

Βάζω φωτιά, τα ψέματα καίω όλα
να ζεσταθώ  στην καρδιά του χειμώνα.
Βάζω φωτιά, καίω ψυχή και σώμα
κι ό,τι πέθανε μέσα μου, σκορπώ..

Κι από την μαύρη στάχτη, το λευκό χιόνι,
της Άνοιξης να γίνω  χελιδόνι…

4/6/15

καράβια με πέτρες

Περισσότερο από το θάνατο
ήταν ο έρωτας που φοβότανε.
Κάπνιζε μέσα της ο καιρός,
λιοπύρι ο καημός χωρίς γαλάζιο.

Πάνω στη πέτρα έχτιζε με πέτρες
μικρά  καράβια να παίζει τ’όνειρο.
Μα εκείνο όπως παιδί που πεινά, έκλαιγε,
δεν είχε δράμι ελπίδα να του δώσει.

Τι τά’ θελε τα καράβια μες την ερημιά;
Τι άφηνε το παιδί να βασανίζεται;
Πιο πολύ από τον έρωτα,
τον θάνατο είχε αγαπήσει.

μαγεμένο κάστρο



Πως σμίγουν οι ψυχές, πως χάνονται…  
Βυθίζονται τόσο βαθιά μέσα μας,  ώστε δεν τις τυλίγει άλλο από μαύρο…
Σωπαίνει η αγάπη όταν πονά, κρατάει καλά την αναπνοή της
και χαμογελά…. 
Δεν θα σε πικράνει παραπονούμενη, δε θα σταθεί μακριά.
Με ευγένεια και όχι υποκρισία θα είναι εκεί,
αδιαφορώντας για την όποια απολαβή,  το όποιο κέρδος.
Το κέρδος της αγάπης είναι η αγάπη, η πίστη στον εαυτό της,
το να δίνεται  χωρίς να ζητά.  Κι από τα μέγιστα βάθη
να βρίσκει τη δύναμη να πετά ψηλά το φως ορίζοντας,
τις κινήσεις των άστρων και την θέληση της μοίρας.
Αλλά ποτέ την δική της μοίρα.  
Την δύναμη να δίνεται ακόμα κι όταν δεν έχει τίποτα δικό της,
παρά μόνο την σιωπή.

Η αγάπη είναι  μαγεμένο κάστρο,  με ψηλές πολεμίστρες
κι αδυσώπητα σκοτεινά κελιά.  Αόρατο κάστρο
που μέσα του γίνεσαι αόρατος. Και μόνο,
όποιος σε έχει αγαπήσει μπορεί να δει και να σε δει,
ακόμα κι αν βαστάει τα κλειδιά.

Σφοδρά φιλά ο άνεμος την θάλασσα, με πάθος
κι είναι η γαλήνη που θά'ρθει, στων αστεριών το φως,
το δώρο του στη θάλασσα, καθώς θ' αναπολεί,
το αλμυρό της το κορμί στον άνεμο δοσμένο...

3/6/15

Δικαιολογία



Ξημερώματα, στεκότανε στην πόρτα
προσμένοντας τον ήλιο ν’ ανεβεί.
Μοσχοβόλαγαν ολόγυρα τα ρόδα
εκείνα, που φυτρώνουν στην ψυχή.

Ξέπνοη η νύχτα στα βλέφαρά της
νοτισμένα ακόμα τα μαλλιά.
Δισάκι έχει κάνει την καρδιά της
μα το βαραίνει η ματωμένη ανατολή.

Ο ήλιος είναι μία ακόμη  δικαιολογία.
Ούτε κι απόψε, την πόρτα θα διαβεί.

ασβεστωμένα όνειρα


Ασβέστωνε τα όνειρα και τά’βγαζε στον ήλιο
λάμπανε ομορφιά ως τα καράβια…
Ταξιδευτές ξελόγιαζε το άσπιλο το φως,
που χάνανε τον δρόμο τους και πέφτανε σε ξέρες.

Πόσοι την φτάσανε απ’όλους  τους τυφλούς;
Κανείς. Πιο πίσω από το φως κανείς δεν είδε.
Τους ρημαγμένους τοίχους, τα μνήματα στην αυλή,
τους γλάρους που τους ξέχασε το κύμα…

1/6/15

σώμα βροχή

Θυμάται λέξεις, μετρά αποστάσεις,
απορυθμίζονται οι χτύποι της καρδιάς…
Φορά το σύννεφο για σώμα και σκορπά,
βάζει η κραυγή της στον ουρανό φωτιά.

Βουτάει τα πόδια του ο φονιάς στις λάσπες,
ανύποπτος ανασαίνει την βροχή.
Έκαιγε ολημερίς ο ήλιος απ’ το πρωί
και είχε ανάγκη τον ήχο της βροντής.

παραμύθι στη φλόγα

Τυλίγει με σχόλη
σε μικρά χαρτάκια από καραμέλες
τη ζωή της. Τριγύρω τα σκορπά.
Αν ίσως ζει σε κάποιο παραμύθι
κάποιος θα σηκώσει το σωστό,
θα διαβάσει, θα μάθει, θα δακρύσει
και με χαμόγελο τη θλίψη της θα σβήσει.
Κι όπως άχυρο στη φλόγα θα κάψει τη μοναξιά.

Αν η ζωή έστω λίγο θαύμα κρύβει
κι αν την έχει όπως εκείνη αγαπήσει,
δε θα της αρνηθεί τούτο το παραμύθι.
Κι ας γίνει η ίδια, έπειτα, η στάχτη στη φωτιά.