Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

27/4/15

Πέτρα

"Θέλω να μείνω ακίνητος" της είπε.
"θέλω να γίνω άγαλμα, χωρίς καρδιά
χωρίς φόβο, χωρίς ανάγκη καμία.
Να με προσπερνάει η Άνοιξη, ο χειμώνας,
οι μέρες και οι ατέλειωτες νύχτες".
Κι εκείνη τον έκανε πέτρα,
παρηγοριά όμως δε του δόθηκε.
Γιατί όσα απευχότανε
υπήρχανε εξ'  αρχής μόνο εντός του.
Τίποτα από όλα αυτά δεν απέτρεψε
το τραχύ, σκληρό του περίβλημα.

3/4/15

Χαμόγελο παιδιού



 Τον κοίταξε στα μάτια και του έστειλε ένα φιλί.. μπροστά στη πόρτα του σπιτιού της.. Το άρπαξε καθώς φτερούγιζε, και το ακούμπησε απαλά στην καρδιά… εκεί, που βρισκόταν όλη η ψυχή του. Φοβότανε τον αποχωρισμό… πως ίσως δεν επιστρέψει.. Σχεδόν βεβαιότητα ο φόβος αυτός τον τελευταίο καιρό, σχεδόν επιθυμία.
 Είναι παράξενο, να κατοικούνε νεκροί στον κόσμο των ζωντανών. Να βαδίζουν ανάμεσά τους, με εμμονές που δεν είναι πια εμμονές.. αλλά ένας σκούρος λεκές θλίψης, φτιαγμένος από χρώματα δυνατά.. το κόκκινο του αίματος, το μπλε το βαθύ.. την μωβ αύρα όταν το ένα αγγίζει το άλλο, όπως οι επιθυμίες όταν αγγίζονται μα δε παντρεύονται..    Το κίτρινο που έχουν τα σταχοχώραφα στο θέρος, το καστανοπράσινο των σκιερών από πλατάνια ποταμών..  Μνήμες. Παγιδεύονται οι ψυχές στις επιθυμίες τους, δεν μπορούν να προχωρήσουν.. Κι έτσι κατοικούνε φως και σκιά, στα πιο όμορφα, τα πιο αγαπημένα των ανθρώπων.  Στην πρωινή δροσιά και στη γλυκιά σέπια του ρόδου που τυλίχτηκε την φλόγα του χρόνου.  Μα πιο παράξενο ακόμα, όταν οι ζωντανοί, άθελά τους, περνούν το κατώφλι του κόσμου των  νεκρών. Και γίνονται σκιές ενώ βαθύ κόκκινο ζεστό ακόμα κυλά στις φλέβες αίμα , με τρόπο που να μην ανήκουν τελικά ούτε στους ζωντανούς ούτε στους πεθαμένους.
«Δεν ανήκω εδώ» , σκεφτότανε καθώς περπατούσε ήδη στον δρόμο. «αν θέλω αληθινά το δικό της καλό, θα μάθω να ζω χωρίς εκείνη. Κι ας είναι αδύνατο ν΄ ανασάνω δίχως να την σκεφτώ» …. Και καθώς περπατούσε η αδιαφορία τυλιγόταν γύρω του ολοένα πιο πολύ, σαν την γαλάζια φλόγα του χρόνου τον άλλαζε κατακαίγοντας τα πιο μεγάλα του "θέλω", τα  ανθισμένα ρόδα στο στήθος του και το μπλε ακόμα τ’ ουρανού…  Βήματα γυμνά από νόημα τον επιστρέψανε σ’ ένα τόπο που μόλις έμοιαζε με την ζωή που κάποτε πίστευε ως ζωή. Μα το κάθε πρωινό και το κάθε βράδυ, τυλιγμένος στις φλόγες, καιγότανε… χωρίς ποτέ ν' απομένει μόνο στάχτη, καταδικασμένος να καίγεται αιώνια, σε κάθε πνοή του, στη σιωπή μιας μεγάλης αγάπης. Στη σιωπή της ζωής του.
Αποδέχτηκε αυτή τη σιωπή όπως ο νεκρός μοιραία αποδέχεται τον θάνατό του, μα από κίνητρο δυνατότερο απ' την ισχύ του θανάτου: από αγάπη, την δύναμη που ορίζει τα θαύματα και την αντοχή της ψυχής. Ζώντας  σ’ ένα σκουρόχρωμο θαμπό λεκέ,  μιας ζωής της οποίας υπήρξε λαθρεπιβάτης.
Ο άνεμος μύριζε βροχή..  Το πρωί η μέρα άρχισε ηλιόχαρη, μα από το μεσημέρι κι ύστερα  ο καιρός άλλαξε δραματικά. Μολυβένια συννεφιά  κάλυψε τον ορίζοντα κι  από κάπου κοντά ακούγονταν βροντές.  Απέναντι από το μπαλκόνι του, στο βάθος, υπήρχε μία συστάδα Κουκουναριές… Από τα πανύψηλα δέντρα σηκώθηκαν κοπάδι τα κοράκια φτερουγίζοντας άναρχα.  Αλάφρωσαν τα σύννεφα στο πέταγμά τους, το βλέμμα του αλάφρωνε κι αυτό.. κι ήταν  σαν η μπόρα που θα ξεσπούσε σε λίγο, να μην ήτανε μπόρα αλλά τρικυμία…  σα νά’ τανε  ο ουρανός θάλασσα, κι η ψυχή καράβι, αφημένη να ναυαγήσει στο βυθό της.. Πόσες εικόνες φέρανε  στα μάτια  τα μαύρα τους φτερά.. Κι ας ήταν μαύρα, με μωβ ζωγράφιζαν στα νέφη,  με κόκκινο και βαθύ μπλε...
Ο άνεμος μύριζε βροχή.. κι έφερνε η βροχή τ’ άρωμά της….  Πόσοι μουσκεμένοι πόθοι, ταξιδέψανε, πόσες φορές, από τα μάτια του ως το μηδέν:  Το τίποτα της ύπαρξής του.. επειδή η γραμμή της ζωής εκεί που άρχισε εκεί απέμεινε..  μια τελεία χωρίς παύλα.   Που να στρέψει το βλέμμα και να μην την δει;...  τι νόημα έχει να συμβαίνει  οτιδήποτε, μακριά της; Μα ευτυχώς, όλα συμβαίνουν για Εκείνη.. Γι αυτήν ο άνεμος φυσά όλο και πιο δυνατά, για τον ορίζοντα κάτω από τις μακριές  της βλεφαρίδες  αγριεύει η θάλασσα να κυριεύσει  τον ουρανό…  Γι αυτήν υπάρχει ο ουρανός και η γη..  Γι αυτό γεννήθηκε κι ο ίδιος.. γι αυτό , και δεν Υπάρχει…  Αρκεί εκείνη να υπάρχει κι όλα είναι σωστά.. Όλα!
Κι επίκληση έκανε στον άνεμο, να βγάλει φτερούγες να πετά…  να βουλιάζει ψαράκι τ' ουρανού μακριά από τη δίνη των επιθυμιών.. Να βουλιάξει εκεί ψηλά για πάντα!.. άστρο να γίνει… κι από εκεί να την προσέχει όταν κοιμάται φωτίζοντας τις μαύρες νύχτες τα όνειρά της!  Κι ο άνεμος της Θύελλας τον άκουσε, σήκωσε άγριο κύμα η θάλασσα. Άρχισε η μπόρα!…. Ένα ένα τα κατάρτια των ονείρων του σπάσανε, σκορπίσανε τα πανιά.  Το ξύλινο κορμί του χάθηκε. Θάφτηκε σε σιωπή που δεν αντέχει ο χρόνος…. Κι η ψυχή  λεύτερη, Φως, πήρε ν΄ανάβει στο βυθό τ’ ουρανού σαν  χαμόγελο παιδιού, για κάποιον που αγάπησε πολύ.. τόσο πολύ, που η Αγάπη του δε θα σκιαστεί ποτέ… κι ούτε το χαμόγελό του… !