Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

26/5/17

σκέψεις

Η βία κι ο φόβος, ως εργαλείο χαλιναγώγησης πολιτικών πεποιθήσεων και ιδεών, ως εργαλείο άσκησης της εξουσίας, ως εκδίκηση, δεν είναι γνώρισμα μιας υγιής και λεύτερης κοινωνίας, αλλά μιας κοινωνίας που πάσχει, ιδίως όταν η εφαρμογή της βρίσκει ευρεία αποδοχή. Όμοια με τον ψυχικά ασθενή, υπάρχουνε αναμφίβολα τα αίτια που οδηγήσανε στην ψυχική ασθένεια της αυτοκαταστροφής - γιατί αυτό είναι κατά βάση η βία κι ο φόβος , ακόμα κι αν φαινομενικά απευθύνεται προς άλλους-. Αίτια πάνω από τα οποία το υγιή μέρος της κοινωνίας οφείλει όμοια με τους αναθεματισμούς των συνεπειών της βίας, να σκύψει, και να τα αντιμετωπίσει με σύνεση και συνέπεια. Αυτού του είδους οι νοοτροπίες είναι γνώρισμα μιας κοινωνίας που χάνει τη συνοχή της, και μόνο σφαιρικά μπορούνε να αντιμετωπιστούνε κι όχι ως μεμονωμένα συμβάντα.
Ή αλλιώς.. "στραβός είναι ο γιαλός, ή στραβά αρμενίζουμε;"

24/5/17

σιωπή

Οι λέξεις του ήτανε άτεχνες, τραχιές
οι φράσεις του ασύνταχτες και μπερδεμένες.
Αδυνατούσε η μία σκέψη του να κουμπώσει πάνω στην άλλη,
ο ειρμός χανότανε, μαζί με αυτόν κι ο συνομιλητής.
Εγκλωβισμένος σε αυτή τη θορυβώδη ιδιότυπη σιωπή
ένιωθε να βουλιάζει αργά και σταθερά σε κινούμενη άμμο.
Ώσπου στο τέλος αποφάσισε να σωπάσει.
Κι άρχισε μόνο ν΄ ακούει.. ν’ αφουγκράζεται.
Χωρίς να ρωτά, χωρίς ν’ απαντά, χωρίς να του δίνουνε σημασία.

«Οι λέξεις υπερεκτιμημένες, άχρηστες στο τραγούδι του κοτσυφιού».
Έχοντας βαδίσει τη μισή ζωή του, καταμεσής της ερήμου της σιωπής
 καθώς αγνάντευε την ομορφιά των άστρων, αντάμωσε μια γυναίκα
σιωπηλή όπως αυτός, με λιωμένα παπούτσια σχεδόν ξυπόλητη.
Ολόγυρα από τον αόρατο μανδύα τους βοή, σκιές που κινούνται
στους δρόμους και τα σοκάκια μιας πόλης ανυπόστατης, μακρινής.
Τι όαση τα μάτια της πάνω στα μάτια του, τι όαση τα δικά του!
Δεν είπανε τίποτα, σαν από συνήθεια συνεχίσανε να βαδίζουνε
ολοένα μακρύτερα από την πόλη, ολοένα βαθύτερα στη σιωπή..
Περνώντας την υπόλοιπη ζωή τους, μάταια γυρεύοντας
ν’ ανταμωθούνε ξανά.. από κάποια τύχη.

23/5/17

απουσίες

Μιλούσε με τους νεκρούς όλο και πιο συχνά..
Όχι νεκρούς γνωστούς της, αυτό θα είχε μια λογική εξήγηση - αν και παράλογο.
Μα με άγνωστες υπάρξεις για τις οποίες δε γνώριζε τίποτα.
Πεθάνανε σε αυτό το σύμπαν ή αλλού, πως, και γιατί της μιλάνε…;
Στο τέλος κατέληξε στο, κάπως λογικό συμπέρασμα, πως ίσως να είναι η ίδια νεκρή.
Ωστόσο ανακόλουθες σκέψεις ανατρέπανε το συμπέρασμά της αυτό:
«Αν είμαι νεκρή, πως γίνεται να σκέφτομαι; … ίσως είμαι απλά τρελή»..

Κάτω από το μαξιλάρι της, κρατά πρόχειρο ένα τετράδιο, κι ένα στυλό.
τις νύχτες που ξυπνά από φωνές οικίες πια, βαστά σημειώσεις:
σχέδια, λέξεις, σύντομους διαλόγους -τους μεγάλους βαριέται να τους γράφει..
Το πρωί σηκώνεται κουρασμένη, μα και με μια γλυκιά μέθη στα νυσταγμένα μάτια
από το ολονύχτιο ταξίδι της.. πάει καιρός που κοιμήθηκε μόνη…
Πάει καιρός που κοιμήθηκε και με κάποιον… Το φως την διαπερνά, την καίει
και τη στεγνώνει… Κλειδώνει όλες τις εικόνες, τις λέξεις, τα μονοπάτια
στο πίσω μέρος του μυαλού της, πιάνει τα μαλλιά της αλογοουρά μ’ ένα λαστιχάκι
να μη πέφτουνε μέσα στα μάτια της, φοράει τα πιο φωτεινά και χρωματιστά ρούχα.
Κινείται στον ίδιο χώρο και χρόνο με ανθρώπους που θα έπρεπε να της είναι οικείοι.
Ο σύζυγος, τα παιδιά, η φίλη που χτυπά τη πόρτα ή καλεί στο τηλέφωνο.. χαμογελά.
Το χαμόγελό της είναι θαμμένο πίσω από την τρέλα της, μα κανείς δε το βλέπει..
Είναι παρών, διεκπεραιώνει υποχρεώσεις, χαμογελά! .. Αυτό τους αρκεί.
Τεντώνει το χέρι στο παράθυρο μπροστά, μάταια προσπαθεί να δει τη σκιά της..
Είναι εκεί; Ή το φαντάζεται; Η φουρνάρισσά, ο χασάπης, η ταμίας στο σούπερ μάρκετ
της απευθύνουνε το λόγο, παίρνουνε τα μετρημένα χρήματα από το χέρι της.. Είναι.. ;

Το βράδυ όλα εξαφανίζονται πάλι μέσα σε μια βίαιη ομίχλη που καταφθάνει από παντού.
Δεν χρειάζεται να αλλάξει ρούχα.. αλλάζουνε αυτά για εκείνη, γίνονται μαύρα σα κάρβουνα
κι η παλάμη της, στρόβιλοι από φωτιά… καίγεται από μέσα προς τα έξω, και χάνεται.
Απόλυτα διάφανη, ταξιδεύει από πόρτα σε πόρτα, από δωμάτιο σε δωμάτιο, ως το κρεβάτι.
Κλείνει τα μάτια και περιμένει, τάχα κοιμισμένη , ώσπου να την πάρει αληθινά ο ύπνος…
Ώσπου να γεμίσει το δωμάτιο και πάλι φωνές, παρουσίες, απουσίες... Χαμογελά, δακρύζει,
κεντά τις λέξεις μία μία στο διάφανο εγώ της, στο μαύρο της νύχτας, στη καρδιά..
Κι όλο λιγότερο επιθυμεί να επιστρέψει σε ένα κόσμο πλασμένο από μνήμες..
«Τι θα πει αγαπημένος», συλλογιέται, «αν δεν έχω χέρια, ή αν δεν έχουνε κορμί
να τους κρατήσω σφιχτά στην αγκαλιά μου; Πως να είμαι παρών σε τόση απουσία;»

Κάτω από το άψυχο κορμί στο μαξιλάρι της, βρήκανε ένα μουτζουρωμένο τετράδιο..
Στο τέλος της κάθε σελίδας, τέσσερα ονόματα - το ένα το δικό της…
Και μία κακογραμμένη φράση: «Θα έρθω να σας βρω!.. θα σας βρω!»

Κοιμήσου..

Κοιμήσου συ, αρχόντισσα
μες τα σκουτιά που με περίσσια τέχνη
και περισσότερη από αυτήν αγάπη
από τα ράκη του πολιτισμού
στα μαγικά σου χέρια γίνανε
η πιο αξιοζήλευτη της νύχτας φορεσιά.

Κάθε νήμα ξηλωμένο από φθαρμένες καρδιές,
διπλά κεντημένο να κλείνει πληγές..
Φθονούν τα μάτια τα ματωμένα άστρα
των δαχτύλων σου, το φως τους τ’ αποστρέφει.
Δυο λευκά φεγγάρια οι κόρες σου
φωτίζουν ύστατη φορά τη φθορά του κόσμου.

Κοιμήσου νεράιδα με τις νεράιδες..
Τα μάγια λυθήκανε, λεύτερη ζήσε τ’ όνειρο,
παιδί της άνοιξης , στάχυ του θέρους!
Η αγωνία σου τελείωσε· απέμεινε μόνο η αγάπη.
Στην πρωινή σύναξη ο χρόνος γονατιστός
θα κάψει κάθε κλειδαριά και κλειδί
στο φως του κοριτσίστικου χαμόγελού σου,
παραδίδοντάς σου κάθε πολύτιμο που διαφύλαξες
και την παλαιά σου όψη,
τις φυλακές των κατόπτρων σου θρυμματίζοντας.

22/5/17

σα κιμωλία


Πορεία μοναχική πάνω στον μαυροπίνακα.
Λευκή εκείνη, εύκολα σβήνεται.
Κάτω απ’ τον  υγρό σπόγγο
επάνω στο σώμα του μαύρου πίνακα
 γίνεται τίποτα.
Κι ας ήτανε πριν, στίχοι από ποιήματα,
ατέρμονη ευθεία,
κύκλος μελαγχολικός κι επαναλαμβανόμενος,
εντός εκτός κι επί τ’ αυτά,
κομμάτι κάποιας ιστορίας.

Λευκή η ψυχή της,
φωτίζει στο πιο μικρό άγγιγμά της
τον μαύρο πίνακα.
Για τόσο μόνο,
ώσπου να γίνει πάλι τίποτα….

και λιώνει καθώς δίνεται κορμί ψυχή, σα χιόνι..
Κάποια μουτζούρα κάπου κάπου απομένει
σαν όνειρα που σβήνει το πρωί,
σαν όνειρα που σβήνει η κάθε νύχτα,
σα δάκρυ που πριν κυλήσει
το πίνει η σιωπή.

11/5/17

σταχτη


Λύγισαν τα πόδια.. σχεδόν γονάτισε στη γη και το κεφάλι ακούμπησε τη στάχτη. Στα βλέφαρά του, σκαλώσανε άστρα, ίχνη από τα βήματά της που ξεμακρύνανε... Ήτανε μεσημέρι κι έγινε βράδυ. Η φωνή του κόσμου άλλαζε ώρα την ώρα, φωνές παιδιών που παίζανε σωπάσανε. Τη συναυλία συνεχίσανε νυχτοπούλια. Κι όταν κι αυτά σώπαιναν πια, την ώρα που φως δεν υπήρχε πουθενά, μήτε στη καρδιά του μήτε στον ουρανό, ανεπαίσθητα έσφιξε στο χέρι του τη στάχτη... Κι αυτή σα μόλυνση, διαπέρασε το δέρμα του μπήκε στο αίμα... κι απλώθηκε σ΄ όλο του το είναι.. Φύσηξε αέρας και σκόρπισε.. έτσι απλά.. Και ποτέ δεν ξημέρωσε ξανά γι’ αυτόν

10/5/17

Σταυρός


Μια μελαγχολία κι ένα φυλαχτό
αμαρτωλή ιστορία ενός "σ΄ αγαπώ"..
Δάση οι κουβέντες, βλέφαρα κλειστά
να μετρούν ανέμες καμένες στη φωτιά.
Κι όμως, πάντα μένει να γυρνά κρυφά,
μία φυλαγμένη, αγκάθι στη καρδιά..
Τάζει παραμύθια, ξετυλίγει αλήθεια..

Είχα μια καρδιά, σα πουλί πάει..
πέταξε μακριά...
Είχα μια αγάπη, σύννεφο,
δύσκολα στα βλέφαρα βαστώ...
Ήρθε ο καιρός και πέρασε,
ήρθε και ξαναπέρασε,
και πάντοτε με βρίσκει εδώ.
Πάνω στο δικό σου το σταυρό..

4/5/17

Μάγια



Κοιτάς τον ουρανό κι ο ουρανός βουρκώνει.
«Ω, μου μπήκε ένα σύννεφο μικρό στο μάτι», απολογείται
κι έπειτα στέλνει το πιο όμορφο χαμόγελό του, στο φως
ως διάφανα περιστύλια ναού που αναδύονται να καούν,
παλιές αγαπημένες, που επιμένουνε μαρτυρικά να ζουν
στις  πιο σκονισμένες και σκοτεινές γωνιές του νου.

«Ποιος άφησε απεριποίητο τον κήπο της Εδέμ;», ρωτά,
το χέρι σου βαστώντας τρυφερά σκιά που σβήνει η φωνή της.
«Είναι μεγάλη η πόλη, για να βαδίζουμε χωριστά οι δυο..»
Ραγίζει μα δε σχίζεται η καρδιά, βαστώντας το ποτάμι εντός
και το ταξίδι ως τη θάλασσα εικασία.. «Κανείς άλλος δε θα πνιγεί»
αναφωνείς, κι ο ποταμός σκεπάζει τις όχθες των ματιών σου..

«Είναι μια πόλη αυτή αγαπημένη.. είναι ένα ανθρώπινο δάσος ευχών.
Η μία ρίζα πάνω στην άλλη, μπερδεύονται τα «θέλω» και τα «μπορώ»
Μία λάθος ευχή, ένα λάθος μπορώ, ένα παραπάνω φτεροκόπημα
αρκεί να γκρεμίσει ένα μέρος του δάσους… σακατεύοντάς το.
Ποιος άκαρδος αντέχει να ταξιδεύει πάνω στο πόνο των άλλων;»

Είναι μια πόλη αυτή μαγεμένη… ένα ανθρώπινο δάσος χαμένων ευχών,
«Θέλω» που δε γίνανε «μπορώ» από ενοχή και φόβο.
Η κόλαση θα είναι πάντα εκείνος ο δρόμος με τις καλύτερες προθέσεις.
Κι αν όλα αυτά τα προσθέσεις, η ζωή μικρή, τόσο μικρή, ώστε να χωρά
στο άνοιγμα που ποτέ δε δώσαμε στα φτερά μας.. και στο ποτάμι
που έγινε, μικρή σταγόνα στην άκρη των βλεφάρων μας.