Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

24/9/17

Διπλωμένα άστρα


Μέσα στα κάστρα δίπλωνα άστρα,
χάρτινα άστρα γεμάτα φως· ρωτάς πως;
Εσύ, στα μάτια σου που κουβαλάς το φως;
Που στα μαλλιά σου σκαλωμένες πεταλούδες
ανοιγοκλείνουνε τα φτερά·
σα χάδι ανοίγουνε σα το φιλί σφραγίζουν..
Το τρόπο που προστάζεις, - δούλος σου ο πόθος
ικέτης στην αθωότητά σου εμπρός, γονατιστός
μα πάνοπλος και δόλιος, - πως τον απέκτησες;
Στην πιο ψηλή πολεμίστρα σου σκαλί σκαλί θ’ ανέβω
είτε να πέσω, είτε να υποταχτώ στα κάλλη σου
και να τα υποτάξω, λευτερώνοντας τ’ άστρα
πίσω στον ουρανό που τα γέννησε κι ανήκουν.
Και καθώς ο κόσμος σβήνει, τα κάστρα πέφτουνε,
πεταλούδες φωτιάς π’ ανοιγοκλείνουνε τα φτερά τους
θα γίνουνε πνοή κι εκπνοή μας, καθώς
πεθαίνοντας στον παλιό κόσμο
θα γεννιόμαστε μέσα από τη φωτιά, στο δικό μας!

Μα ίσως πάλι μείνουνε τ’ άστρα τυφλά
ανάμεσα σε σεντόνια και μαξιλαροθήκες
ατσαλάκωτα, αταξίδευτα, κι άκαυστα·
Ο λυτρωτής πόθος δεσμοφύλακας και φυλακισμένος,
και συ μια τρελή που την τρέλα της ξέχασε.
Παρέσυρε ο άνεμος τις πεταλούδες της φωτιάς
αφήνοντας μονάχα μία κατάστηθα,
να χτυπά απαλά κι αθόρυβα τα φτερά της.
Θα επιζήσεις, μα όπου κι αν πας
οι δρόμοι σου σπαρμένοι νεκρές πεταλούδες.
Κι η καρδιά σου απαλά, αθόρυβα, να θρηνεί
όχι το θάνατό τους
μα που δε μπόρεσε να πεθάνει μαζί τους

30/8/17

Λύτρωση

Μία λέξη
κυρτώνει το κεφάλι.
Είναι ο λαιμός της μίσχος.
Η ρίζα απ’ τη καρδιά
στα χέρια έχει απλώσει,
τυλίγει το κορμό
σα παγωμένη απελπισία.

Μια λέξη αρκεί
στα δυο να κοπεί.

Τα πόδια ν’ αγγίζουν το ταβάνι
ανάποδα τις μέρες να μετρά,
με την ψυχή τον ουρανό να δίνει
για να χωθεί στη γη βαθιά.

Μια λέξη να χαθεί, μια να τη σώσει.
Ω, είναι οπωσδήποτε Θεός.. !
μα αν θέλει το ναό του να γλυτώσει,
καλύτερα να μείνει γι’ αυτή φως..

Μα θα’ ναι ψέμα, θα είναι ένας ψεύτης
κι εκείνη μες το ψέμα του θα ζει.
Καλύτερα λοιπόν να τη σκοτώσει,
γιατί της αξίζει, λεύτερη να ζει!

27/8/17

όνειρα κανενός

Και χάθηκες… και χάθηκα…
Σύννεφα από σκόνη, μας πήρε ο άνεμος.
Έπρεπε να είχαμε αλλάξει τις παλιές συνήθειες
προτού  γίνουνε παλιές. Πριν γίνουμε
σκόνη πάνω σ’ έπιπλα που παλιώσανε…
Το να ζωγραφίζουμε όνειρα με το δάχτυλο
δε στάθηκε αρκετό, για όταν φύσηξε…
Τώρα μπερδευτήκανε τα όνειρά μας
- γίνανε όνειρα κανενός.
Ζει ο ένας στο όνειρο του άλλου
και κανείς στ’ όνειρό του.

19/8/17

νότα

Θα’ θελα να ήμουνα νότα στη μουσική σου,
κάθε που τραγουδάς ν’ ανασταίνομαι
μέσα απ’ τα στήθη σου, να κορώνεται η ζωή μου
καθώς  μ’ εκπνέουν τα χείλη σου…  Κι ας χαθώ,
στα ονειροδρόμια των ανέμων και τις ερήμους
που ολάνθιστες είναι άστρα, από τα βήματα
όσων υπήρξανε και πέθαναν από Αγάπη!

18/8/17

Η δική του αλήθεια

Πόσες μέρες και πόσες νύχτες λευκές
χωρέσανε μέσα του… ασήκωτο φορτίο
το άγραφο κι αλέκιαστο όταν ζεις..
Ο θάνατος καθισμένος δίπλα του
στο σεντόνι που σκέπαζε το καναπέ
να μη σκονίζεται… Ξαπλωμένος δίπλα του
όταν ανάσκελα στο κρεβάτι τρυπά το ταβάνι
και τολμά κι ονειρεύεται ασπρόμαυρα όνειρα.
Τρώει μαζί του στο τραπέζι, τον κοιτά στα μάτια
στωικά αμίλητος  και πίνει μαζί του δηλητήριο·
πολυκαιρισμένο απόσταγμα από μνήμες.

Μέρες, νύχτες, χρόνια… έπαψε να μετρά,
έπαψε ν’ αγαπά
το πρόσωπό του στο καθρέφτη..

Κι όσο ξεχνά τόσο βυθίζεται
στο μαγκανοπήγαδο που έχει για δωμάτιο…
Από το στόμιο του πηγαδιού
του πετάνε ξεροκόμματα να επιβιώνει
αρκεί να λέει ευχαριστώ που έχει δουλειά,
να λέει ευχαριστώ που έχει έστω αυτή τη βαθιά τρύπα,
τα φθαρμένα ρούχα του, ένα κρεβάτι κι ένα τραπέζι
να μοιράζεται με τον Θάνατο.

Όποτε χωρά ολάκερο το φεγγάρι να κοιτάξει
ως το πάτο της τρύπας που κατοικεί
ασημένιες πηγές ξυπνούνε στα μάτια του,
και χύνονται προσευχές ως τα άστρα…
Αφήνεται ο έρημος μέσα τους να πνιγεί,
να τον πάρουνε μαζί, να γίνει σύννεφο…
Μα η ζωή είναι πεζή…
Τέτοια όνειρα τα καίει στην αλήθεια.

Ως τη στιγμή που θα βάλει φωτιά
και θα κάψει τη ζωή στη δική του αλήθεια.

17/8/17

κόκκινη κλωστή

Ράβει με  λέξεις τη σιωπή
στάζει η βελόνα αίμα.
Κόκκινο νήμα η ζωή
στ’ άσπρο υφάδι της σιωπής.

Ποιος το αντέχει να φορεί
όσο κι αν το κεντήσει
το ένδυμα τούτο της σιωπής
χωρίς ν’ αγανακτήσει;

Ποιος αρκετά την αγαπά
στους στίχους της να ζήσει;
Πονάνε οι λέξεις σα μιλούν
πιότερο σα σωπαίνουν..

Ράβει φεγγάρι και καρδιά
τα μάτια με τα άστρα….
Σύννεφα στα δάχτυλα,
μα έρημο στα χείλη…

Τις νύχτες δε κοιμάται πια,
όνειρο έχει γίνει..
Όσο βαστάει η κλωστή
εκείνη θα ελπίζει…  

14/8/17

Τρεις γυναίκες

«Εγώ δεν έχω μία γυναίκα, αλλά δυο.. ενίοτε τρεις. Οι δυο γνωρίζονται μεταξύ τους, προσπαθούνε να τα βρούνε.. αλλά η Τρίτη, πότε αμίλητη και πότε υστερική, αγνοεί για τις άλλες δυο. Όποτε έρχεται οι άλλες δυο, που στην ουσία δεν είναι δυο αλλά μία, κρύβονται..  και όχι από φόβο… δεν έχουνε ποτέ συναντηθεί· απλώς δεν βρίσκονται εκεί.. συνήθως δε μιλάω γι’ αυτές. Είναι όλες τους αγαπημένες μου, μοναδικές, γεμάτες χαρίσματα κι ανάγκες.. Ένας απύθμενος κόσμος εξερεύνησης, αρκεί να αγαπάς αρκετά ώστε ν’ αντέξεις… Γεννήθηκα για να τις αγαπώ… γεννηθήκανε για να είναι η μοίρα μου…»

.. Ο σκυθρωπός άντρας κούνησε το κεφάλι καθώς διάβαζε τα γραμμένα λόγια στο  ταλαιπωρημένο τετραδίο… γύρισε ακόμα μια σελίδα στη τύχη…

«Δεν αντέχω να νιώθω το βουβό θρήνο της.. Θυμώνει όταν της λέω πως όλα θα πάνε καλά, όλα θα φτιάξουνε, η πίστη της έχει φθαρεί… Φοβάται, πως η άλλη θα τη σκϊάσει εντελώς. Πως θα γίνει διάφανη, αόρατη, ανυπόστατη, δίχως θέληση, χωρίς τίποτα πάνω της να με έλκει όπως πρώτα... Σκαλίζει τα πρώτα μας γράμματα, κοιτά παλιές μας φωτογραφίες.. Βλέπει λέει πάνω της την αλλαγή – την τρομοκρατεί που αλλάζει. Είναι φορές που σκοτεινιάζει αφόρητα, γίνεται σύννεφα μολυβένια, χωρίς ωστόσο να επιτρέψει ούτε σ’ ένα δάκρυ να δραπετεύσει από το βαρύ μολύβι μέσα της…
Όχι δε το αντέχω, νιώθω αδύναμος χωρίς καθόλου φως στα χείλη της.. Τρεις μέρες χωρίς να πει τ’ όνομά μου, χωρίς να με κοιτάξει χωρίς απόγνωση! Ποτέ πριν δεν βάσταξε τόσο καιρό η συννεφιά της. Μου έχει λείψει το φωτεινό της χαμόγελο, η τρυφερότητα με την οποία ανοιγοκλείνουνε τα βλέφαρά της σαν θέλει κάτι πολύ, τα δάση στα μελιά της μάτια… Μου έχει λείψει…  Φοβάται κι όσο φοβάται γίνεται αυτό ακριβώς που φοβάται: αδύναμη και αόρατη»

Γυρνά ακόμα μία σελίδα, γρήγορος βηματισμός μέσα στο χρόνο.. Δεν μπορεί να αφήσει από τα χέρια του το τετράδιο…

«Σήμερα βγήκε στην αυλή.. ο ήλιος έλαμπε κι αυτή ήτανε ευτυχισμένη…. Γέλαγε, έκλαιγε, ένιωσε αρκετά δυνατή να κάνει σχέδια! … Σχέδια μόνο για μας, χωρίς καθόλου την άλλη… Θα ήθελα να πιστέψω πως αυτό είναι εφικτό.. από την άλλη.. δεν ξέρω ποια αγαπώ πλέον περισσότερο… Θα μπορούσα μετά τόσο καρό, άραγε, να ζήσω μόνο με την μία;… Ευτυχώς, δεν ξέρει καμιά τους, ούτε εκείνη ούτε η άλλη την ύπαρξη εκείνης… Ούτε εκείνη γι΄ αυτές..»

… ακόμα μια σελίδα…

«Όσο κι αν τις αγαπώ, οφείλω να παραδεχτώ πως αυτό το αγρίμι, το γατίσιο ερπετό, είναι ο λόγος που αντέχω… Γλύφει τις πληγές μου, ερεθίζει με τη φιδίσια γλώσσα του τον ουρανίσκο μου, μεθά το μυαλό μου… Είναι το ναρκωτικό μου, ο κρυφός μου κήπος, πηγή ζωής και δύναμης! Είναι λυτρωτικό όταν αφήνω τις ανθρώπινες αδυναμίες μου όλες εκτεθειμένες, όταν δε χρειάζεται ούτε να καθοδηγώ ούτε να παρηγορώ, παρά μόνο να είμαι.. Να είμαι Εκεί!... και με όλη την ένταση της τρέλας να ΖΩ! Φαντάζομαι πως αυτό, δε με κατατάσσει στους ισορροπημένους ανθρώπους.. Αδιαφορώ. Μου χαρίστηκε μια χαραμάδα να τρυπώνω στο παράδεισο, για όσο… και θα το ζω!»
………
«Γιατί καρδιά μου, γιατί; γιατί προσπάθησες να κάνεις κακό στον εαυτό σου; Γεννιόμαστε με τη φύση μας, πρέπει να το αποδεχόμαστε αυτό, ούτε όλοι ίδιοι είμαστε, ούτε αυτό είναι, επειδή έτσι μάθαμε, λάθος… Εγώ σας αγαπώ, και τις δυο.. και τις τρεις…  Ίσως δεν έπρεπε να σου μιλήσω για εκείνη, την πιο αγαπημένη μου… Ίσως θεώρησες  πως αγαπώ λιγότερο εσένα ή την άλλη.. Νόμιζα πως η αλήθεια θα μπορούσε να γίνει λυτρωτική.. αν , γνωριστείτε οι τρεις σας! … Τόσο σας αγαπώ, που δεν αντέχω να κρύβομαι από καμιά σας και να σας έχω χώρια… Πόσο ήθελα να σμίξετε, να γνωρίζεται η μια την άλλη…. Λάθος μου. Δεν πρέπει να τα έχει όλα κανείς σε αυτό τον κόσμο… Άλλο τι θέλω, άλλο τι μπορώ…»

Κράτησε το τετράδιο σε μια απόσταση, κοιτώντας προσεκτικά το γραφικό χαρακτήρα… το ακούμπησε πάνω στο τραπέζι, που υπήρχε καταμεσής του μικρού ημισκότεινου δωματίου… Ένα παλιό ημιυπόγειο που είχε έντονη τη δυσάρεστη οσμή της μούχλας… Ξεφύλλισε ως τη τελευταία γραμμένη σελίδα…

«…επτά μήνες κι επτά μέρες… την είδα χτες, δε μου μίλησε καμία τους…. Οι γιατροί δεν έχουνε σκοπό να της επιτρέψουνε ξανά να βγει. Το ηλίθιο μυαλό τους, αδυνατεί να αποδεχτεί το μεγαλείο του να ζεις τρεις ζωές, τρεις υπέροχες γυναικείες ψυχές,  τόσο διαφορετικές, τόσο εξίσου όμορφες, τόσο μοναδικές… Μου λείπει.. Η σκοτεινή μου, η φωτεινή μου, η τρελή μου, μου λείπουνε και οι τρεις τους… Έπρεπε να τις είχα προστατέψει με τη ζωή μου..  να τις πάρω και να φύγουμε όσο ήτανε ακόμα καιρός.. Φάνηκα μικρός, λίγος, στο δώρο που μου δόθηκε… δεν μου αξίζει να ζω.-

_ «Ποιος να το φανταζότανε!», είπε ο σκυθρωπός άνθρωπος. Έκλεισε το τετράδιο και το πήρε μαζί του. Βγήκε από το σπίτι, κι έδωσε την εντολή: «σφραγίστε το!»     

13/8/17

Αξέχαστη

«Σκότωσα τον αρραβωνιαστικό μου» ψιθύρισε απαλά.. .. Τα μαλλιά της αγγίξανε το μέτωπό μου… Άνοιξα τα μάτια και αντίκρυσα μια άγνωστη κοπέλα, γονατισμένη δίπλα μου στην άμμο, να με κοιτά με μάτια ορθάνοιχτα, διάφανα και γαλανά σα τη θάλασσα. Ω, ήταν όμορφη σα πορσελάνινη κούκλα.. τόσο ψεύτικη… τόσο ιδανική. Τόσο γαλήνια!
«Του έσταξα υδράργυρο στο αυτί την ώρα που κοιμότανε… μικρές μεταλλικές σταγόνες αγγίξανε το μυαλό του.. κι έτσι δεν πρόκειται καμιά να μου τον ξεμυαλίσει…. Τόσο ποιητικό!.. Κοιμάται σα μωρό… Ευχήθηκε, να ζήσει και να πεθάνει στην αγκαλιά μου… με λάτρευε ξέρεις!.. Τα  βλέφαρά του κλείσανε βυθισμένα στα μάτια μου… Η μορφή μου, θα τον συντροφεύει παντοτινά, του χάρισα το πιο όμορφο όνειρο!... Τον σκότωσα πριν με προδώσει, πριν γίνει ψεύτης, πριν βαρεθώ. Βαριέμαι εύκολα ξέρεις… Του πρόσφερα ένα αληθινό δώρο και για τους δυο μας.. του χάρισα την αιωνιότητα που ζητούσε…! Πόσο ευτυχισμένη είμαι που το κατάφερα!»

Όταν ανακάλυψα αυτή την μικρή ερημική αμμουδιά, αγκαλιασμένη ολόγυρα από προστάτες βράχους, πίστευα πως είχα βρει το τέλειο μέρος για να ξεχάσω την κάθε μου σκέψη.. Πως να περιμένω ένα τέτοιο ξύπνημα;… Τόσο όμορφη.. τόσο παρανοϊκή!… Να υπάρχει αλήθεια στα λόγια της, ή μήπως είναι ένα ανόητο πείραγμα;.. ίσως ένα πείραγμα του νου μου, μια φαντασίωση.. Ανοιγόκλεισα τα μάτια.. αυτή ήτανε ακόμα εκεί χαμογελώντας τόσο γλυκά ώστε ο ανόητος πείστηκα πως η διήγησή της ήτανε μύθευμα.

«Έλα!» είπε τραβώντας με από το χέρι… «Έλα σήκω… η θάλασσα είναι τέλεια για κολύμπι!»
Με έκπληξη διαπίστωσα πως ήτανε γυμνή.
«Που είναι τα ρούχα σου;»…
«Ποιος τα χρειάζεται τα ρούχα με τέτοια θάλασσα; Ω! Μήπως σε κάνω να κοκκινίζεις;» είπε και γέλασε περιπαιχτικά. Ένιωσα σα να ζούσα σε ταινία του Φελλίνι… σχεδόν μεθυσμένος από αυτό το αλλοπρόσαλλο όνειρο, έβγαλα το μαγιό και πιασμένοι χέρι χέρι, βουτήξαμε στην αιωνιότητα του γαλάζιου. Όλος ο υπόλοιπος κόσμος εξαφανίστηκε, κι άλλο από εμάς και την ερημική ακτή μας δεν υπήρχε. Ζώντας το όνειρο, γίναμε όνειρο, έδυσε ο ήλιος και χιλιάδες άστρα, καθώς δεν υπήρχε φεγγάρι, ανάψανε στον ουρανό. Ο αέρας ελαφρά δροσερός, και οι δυο μας ανθισμένο λουλούδι, μια αγκαλιά πάνω στην άμμο. Δεν μου είχε πει ακόμα το όνομά της, ούτε εγώ το δικό μου.. τι σημασία έχουνε άλλωστε τα ονόματα, όταν άλλος από εμάς τους δυο δεν κατοικεί στο αιώνιο; Αποκοιμήθηκε πρώτη με το κεφάλι γερμένο στο στήθος μου.. σύντομα, κλείσανε και τα δικά μου βλέφαρα, γεμάτα μέλι και σίδερο…

Χάραμα. Τα χέρια μου άδεια, το κορμί πιρουνιασμένο από το κρύο…  Τα μάτια ανοίξανε δειλά – τι όμορφη ανατολή! Όλα πορφυρά, έτοιμα για να βαδίσει η μέρα… Η πρωινή δροσιά κι υγρασία κάνανε το μυαλό μου να μυρίζει καφέ. Μία μία οι σκέψεις μπήκανε στη σειρά, μα παρέμεινε δύσκολο να ξεχωρίσω αν όλο αυτό το έζησα ή αν ήτανε απλώς ένα όνειρο… Τα χέρια μου άδεια… έψαξα με το βλέμμα μου να τη βρω, μα τίποτα. Εκείνη πουθενά! Προσπάθησα να σηκωθώ… αδύνατο! Το κορμί δεν αποκρινότανε στις προσπάθειές μου.. ο πόνος γινότανε ολοένα πιο αφόρητος. Όχι, δεν ήτανε απλώς ένα πιρούνιασμα.. αυτό που συνέβαινε ήτανε πολύ πιο τρομερό. Προσπάθησα να φωνάξω.. ακόμα κι αυτό αδύνατο! Σίγουρα ακόμα κοιμόμουνα… θα μπορούσε να μην  είμαι καν σε αυτή την παραλία, να βρίσκομαι σπίτι μου, στο κρεβάτι μου, ή κάπου αλλού… Όλα ένα όνειρο λοιπόν… Ένα φριχτό επώδυνο όνειρο, που πονάει γαμημένα πολύ… κι από το οποίο δεν καταφέρνω να βγω! Κλείνω τα μάτια, αλλά πονάω, όλο και περισσότερο… αδύνατο να το αγνοήσω.. Τρόμος… κι αφόρητος πόνος!

Άγνωστο πόσο κράτησε όλο αυτό.. όταν ξανάνοιξα τα μάτια, εκείνη ήτανε εκεί, κοντά μου… με κρατούσε από τους ώμους, κι είχε γύρει το κεφάλι της επάνω στο δικό μου. Το γλυκό της χαμόγελο δεν κατάφερνε να μου προσφέρει παρηγοριά… Τα μάτια της λίμνες που μέσα τους πνιγόμουνα.. κι αυτή γελούσε σα να μη συνέβαινε τίποτα, σα να ήτανε όλα παραδεισένια…
«Μη φοβάσαι, σύντομα όλα θα τελειώσουνε… θέλω να ξέρεις πως σε ευχαριστώ για όλα όσα μοιραστήκαμε, είσαι τέλειος! ..» … «Σου είπα πολλά χτες, περισσότερα από όσα έπρεπε.. σου ζητάω συγνώμη γι’ αυτό, όμως, πρέπει να προστατέψω τον εαυτό μου. Ω! .. μη με κοιτάς έτσι, θέλω να με καταλάβεις.. να με νιώσεις.. δεν μπορώ να φοβάμαι.. Δε θα φοβάμαι πια.. ποτέ και κανένα… Έμαθα χτες, να πολεμώ και να νικάω τους φόβους μου…»

Ένα φιλί στο μέτωπο, άλλο ένα στα χείλη, και φωτιά να με καίει… αν μη τι άλλο, της το αναγνώρισα… αυτή η γυναίκα κατέχει τη τέχνη να μένει αξέχαστη στη καρδιά και το μυαλό κάποιου, για το υπόλοιπο της ζωής του..    

10/8/17

ταξίδι

Στάχυα κορμιά, στου θεριστή Αύγουστου τη κόψη.
Στάχυα κορμιά στο γαλάζιο σπαρμένα, ω πόσο δράμα
πόση ανέμελη ευτυχία χωρά σ’ ένα χνάρι  πάνω στην άμμο.
Ξαποσταίνει ο θάνατος στην αγκαλιά του αιώνιου σα μωρό,
η αθωότητα προσφέρει τον εαυτό της στο παράδεισο.
Αλμυρός ο ιδρώτας, το δάκρυ, τα κύματα.. Ο έρωτας
με τα πανίσχυρα φτερά του κοιμισμένου θανάτου τολμά,
αγγίζει τον ήλιο και πέφτει καιγόμενος στου βυθού τη σιωπή
αστερίας… Έρπει και καθώς έρπει αλλάζει μορφές,
αναζητώντας στο βλέμμα που τον γέννησε
μια θέση στα πόδια της. στα χέρια της, στη καρδιά της, τα μαλλιά..
Είτε σαν αστερίας, είτε σαν όστρακο, είτε λουλουδάκι της άμμου…
Ταξιδεύει από τη σιωπή στην ακτή… ωστόσο συχνά επιστρέφει
μόλις μικρό κύμα, που σβήνει στην άμμο όπου πατά...

15/7/17

Σχεδόν πανσέληνος

Σχεδόν μηδέν· τρέμει σα φύλλο η σιωπή.
Το ανεπαίσθητο θρόισμα στη ζωή τη κρατά,
σα μπλουζ μουσική μέσα στη νύχτα, που ακούγεται
από κάπου πολύ μακριά.. μα και τόσο οικεία!
Και βαστά τα μάτια, αν και νυσταγμένα ανοιχτά..
χωρίς γύρω τους να κοιτάνε μα μονάχα στη ψυχή..
μη ξεχωρίζοντας το φως απ’ το σκοτάδι καθώς θυμούνται,
φαντάζονται, ταξιδεύουνε… στη σιωπή…!

Σχεδόν κύκλος, η σαΐτα του έρωτα καρφωμένη στα πλευρά της
δεν την αφήνει να γίνει μηδέν. Ημιτελής κι ημιθανής
Υπομένει μαρτυρικά το διαρκές τέλος της.
Είναι ένα φύλλο που κατοικεί στη σιωπή ψυχορραγώντας
στον αποστειρωμένο από φίλους κύκλο του μηδενός.

13/7/17

Ξωτικά



Μεταξένιες μέρες κυλούνε πάνω από το δέρμα της, γλιστρούν ανεμίζοντας με χάρη τη ρωμαλέα ομορφιά τους, αυξάνοντας τους παλμούς της κάνοντας τα μαγουλά της ροδαλά, τη ματιά της πτηνό που υποφέρει για να πετάξει. Σε ένα κόσμο γεμάτο βόμβες κι ερημιά, πόνο κι υποκρισία, φόβο κι απελπισία, το δικό της μαρτύριο είναι η Άνοιξη. Κρατήρες ηφαιστείου τα έτοιμα ν’ ανοίξουνε άνθη της, αδημονεί η ζωή μέσα της να λυτρωθεί, σκορπώντας το άρωμα και την ομορφιά της στον κόσμο.. Να γίνει ένα με το φως, ένα με το σκοτάδι, ένα με τη μέρα, ένα με τη νύχτα… Τ΄ ολόγιομο φεγγάρι να τη βρει γυναίκα… Γυναίκα και ξωτικό!
Για εκείνον τα πράματα δεν ήτανε ακριβώς έτσι, τόσο ρομαντικά κι ανυποψίαστα. Οι δεύτερες σκέψεις είχανε τον πρώτο λόγο. Τα βήματά του εξαιρετικά ελεγχόμενα κι υπολογισμένα, ο ενθουσιασμός του μετριαζότανε διαρκώς από δυνητικές καταστάσεις, κι ενοχή. Η ζωοδότρα Άνοιξη ήτανε γι’ αυτόν ακόμη μια εποχή, που όπως όλες, θα ολοκληρώσει το κύκλο της και θα παραδώσει τη σκυτάλη στην επόμενη. Η αθωότητα, αποτελούσε στη συνείδησή του παιδική ασθένεια, μια μεταβατική φάση που όσο πιο γρήγορα την περάσει κάποιος τόσο το καλύτερο για τον ίδιο αλλά και για τους άλλους, που ήδη έχουνε περάσει μια φορά τις ανοησίες της ανωριμότητας.
Ο κυνισμός του ερέθιζε γλυκά το μυαλό της, σα πληγή που το ξύσιμο τη ματώνει και την ανακουφίζει μαζί.. Η Άνοιξή μέσα της απερίσκεπτα αισιόδοξη πολεμίστρια, δε κατάφερνε ν’ αντισταθεί στη μάχη τούτη.. προσπαθώντας με όποιο τρόπο να κάνει την έρημο μέσα του και τη πέτρα, ανθοφορούσα. Όλο πιο αδύναμη, πιο γυμνή, βάδιζε βαθύτερα στη φωτιά και το κρύο που ζούσε μέσα του… Προσπερνούσε τα χίλια πρόσωπά του, τα νεκρά δέντρα, τους ματωμένους ήλιους, την αφόρητα παγωμένη σελήνη γυρεύοντάς τον, πιστεύοντας πως, όσα βλέπει δεν είναι άλλο από παραπετάσματα καπνού και πως μόλις κατορθώσει να φτάσει στην αλήθεια του και τη λευτερώσει, σκορπώντας τα ψέματα και τις πλάνες, με τα οποία ζει, τόσο αυτός όσο κι εκείνη θα μπορούνε να ζήσουνε ευτυχισμένοι μαζί.
 Και οι μέρες κυλούν… σπαρταρά μέσα της η μεταξένια χαίτη, το κόκκινο του ρόδου, τρέμουνε τα φτερά της από την ανυπομονησία να πετάξει ψηλά… Μ’ αντί αυτού, βαδίζει όλο και πιο βαθιά, όλο και πιο μόνη, εκεί που οι πιο δυνατές της εκρήξεις, δύσκολο να ακουστούνε ακόμα κι από την ίδια… Κι όλο αυτό, απλά επειδή συνάντησε τον λάθος άνθρωπο…
Όχι δεν είναι οι μέρες που περνάνε… είναι οι άνθρωποι. Περνάνε, προσπερνάνε, χάνονται… και μαζί τους κάποιοι χάνουνε τον εαυτό τους, άλλοι πάλι τον βρίσκουνε… είτε γιατί μείνανε, όσο, είτε γιατί φύγανε.. Οι εποχές πάντα εναλλάσσονται, κι ωστόσο, μέσα στην ερημιά του κόσμου, πάντοτε θα βρίσκεται ένα λουλούδι, ένα πεταρούδι, ένα παιδί ή μια γυναίκα, μια αγκαλιά κι ένα φιλί, που τολμούνε κι αμφισβητούν με την ίδια τους την ύπαρξη, τη νομοτέλειά τους.

6/6/17

Σημαία μόνη


Την είδα και πάλι· μεσάνυχτα ήτανε.
Πάντα επιστρέφει τις ώρες εκείνες,
ίσως για τους ίδιους λόγους που επιστρέφουν τα φαντάσματα.
Ίσως γιατί επιστρέφουνε τα φαντάσματα...
Στεκότανε όρθια, μα η σκιά της μία καμπύλη
όπως ανθός που έχει αδύναμο μίσχο.
Την είδα. Εκείνη προσπέρασε - δεν είχε μάτια για μένα.
Δε μπόρεσα να βρω τι κοιτούσε... Την ακολούθησα...
Αόρατος στα μάτια της, την ακολούθησα.

Κάποτε τα σύννεφα φανερώσανε το φεγγάρι. Ω Θε μου!.. Θυμάμαι!
Το πρόσωπο της διάφανο, ασημένιο, χαμογέλασε...
Ύστερα συννέφιασε πάλι. Μυρωδιά βροχής στο πεντάγραμμο τ’ ανέμου.
Στάθηκε.. Στάθηκα.. κι ακούγαμε... μαζί και χώρια...
Χωρίς τα βλέμματα να ανταμώσουν έστω μία φορά.

Κι έπειτα.. την έχασα πάλι. Ξαφνικά.
Δε κατάλαβα πότε κίνησε, για που...
Τον άνεμο άκουγα που τραγουδούσε,
κοιτώντας τα σύννεφα που ζωγραφίζανε λέξεις
στο φεγγαρόφωτο... Με λαχτάρα παιδιού
ένιωθα το χέρι της στη καρδιά μου,
τη σκιά της να γέρνει επάνω μου..
Ξαπόστασε η ψυχή μου στη ψυχή της!
Μα σύννεφα ήτανε· προτού ξαναδώ, δεν υπήρχε.
Έρημη η καρδιά - άδειος ο δρόμος...

Τώρα, επιστρέφω ή συνεχίζω; Και που, για πόσο;
Κι η Αυγή να μη λέει να χαράξει, να κοπώ.. να ξεχάσω..
Ποιος είμαι και που πάω... Το κουκούλι των ονείρων
όμορφα να καεί, στάχτη να γίνω, νότα τ’ ανέμου...
Στη μουσική του να γεννηθώ ξανά, ζωή άλλη... άλλος!

Κι ενώ βασανιστικά οι αποφάσεις μέσα μου βρίσκουνε το δρόμο
να καούνε, να καταργήσουν, ένδυμα ζωής να υφάνουνε νέο,
σαν τα σύννεφα αλλάζουνε γνώμη.. κι αντί να καταργήσουνε
καταργούνται... καίγονται πριν το σπίρτο ανάψουν.

Καταλαβαίνεις λοιπόν, πως δεν έχουν όλα τα πράγματα τέλος;
Και το ποίημα αυτό.. μισό... μισό σαν απόφαση θα μείνει.
Σημαία που έμεινε χωρίς στρατιώτη σε πεδίο μάχης, όρθια..