Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

16/12/10

άτιτλο

Άφησε καθώς μπήκε στο σπίτι, το πανωφόρι του στη καρέκλα,
νοτισμένο από το λιωμένο χιόνι, παγωμένο.
Όπως το χέρι του  την ώρα που έκλεινε την πόρτα.
Περάσανε ώρες μέσα στο σπίτι χωρίς να ανάψει φως.
Έλιωνε η ψυχή του, έσταζε,  σταλακτίτης από πάγο,
ώσπου απέμεινε η σιωπή κι αυτός αγκαλιασμένοι.

Η σιωπή δεν έχει πνοή...  ανάσαινε τη πνοή του..
Άψυχο το σώμα, κι ας χτύπαγε η καρδιά..
Ο χρόνος γλύστραγε χωρίς να μπορεί να κρατηθεί
στα μαγουλά του...

Έτσι τον βρήκε η αυγή. Τότε σηκώθηκε,
φόρεσε το πανωφόρι του, έγινε άνεμος...
Η σιωπή έκλεισε πίσω του απαλά τη πόρτα..
Κι οι νιφάδες χορεύοντας σκεπάσαν τα ίχνη του...

22/11/10

άτιτλο

Εσύ μιλάς κι εγώ τις λέξεις σου μασώ σα τον καπνό
βάλσαμο πικρό, φάρμακο για το αίμα.
Μετράει στο μποστάνι η σιωπή πόσα ριζώσαν
Και πόσα πήρε μαζί της η βροχή κι ο αγέρας.
Και γω στα μάτια σου κοιτώ να δω τον ήλιο ν΄ανατέλει.
Μέσα από σύννεφα βαριά, τα φρύδια τα σγουρά σου...
που σα γεφύρια σμίξανε τις έγνοιες της καρδιάς σου..
Και γω κοιτώ και σκαρφαλώνω σα παιδί αργά το μετωπό σου
με δάχτυλα που καίνε παγωμένα, ακόμα μια φορά
νικώντας το θάνατο,ψιλαφιστά μαθαίνοντας ανάγνωση..

ατιτλο

Κόσμος πάει κι έρχεται και με την άκρη του ματιού κοιτά,
το βλέμα να περνά λοξά, να μη ματώνει. Να μη μαγκώνει.
Κι είναι μισόκλειστη η καρδιά, και μισοανοιγμένη..
Να προλαβαίνει στη σιωπή να χάνεται, μα και να δραπετεύει...

Κι έρχεται μία κραυγή ντυμένει μελωδία,
που ταξιδεύει με δάχτυλα σ ακορντεόν τα πλήκτρα
με πρόσωπο στα μαύρα σκεπασμένο, σα κλέφτης να τρυπώσει
και να πονέσει την καρδιά που τόσο φύλαξες καλά..

Κι η πόρτα μισάνοιχτη, μισόκλειστη, να χάσκει.
Και συ να μη μπορείς μήτε να κλείσεις, μήτε να το σκάσεις.
Γιατί το πρόσωπο χωρίς τα μάτια, τα έχει κι όλας όλα δει,
και συ, χωρίς να το δεις, το αναγνωρίζεις...

10/11/10

Ατιτλο

Ποιο όνειρο σου θάμπωσε το βλέμμα
και ταξιδεύουν στην ομίχλη οι καιροί;
Η θάλασσα έγινε λίμνη στην καρδιά σου
και γω βαρκάρης χωρίς επιστροφή.

Στα βλεφαρά σου ο ουρανός κοιμάται
άστρα υγρά γλυστράνε στο πιοτό,
καίνε με φωτιά τα σωθικά σου
και φτιάχνουν κάστρα μέσα στον καπνό.

Προσμένει ο χάροντας το χέρι να απλώσεις
και τρυφερά με τα μαλλιά να στολιστεί,
ένα φιλί που τόλμησες να δώσεις,
έχει στα χείλη σου γίνει πια πληγή.

Ξένες οι λέξεις, σωπάσανε στη θλίψη
μ΄ασήμι σου υφάνανε σϊωπή.
Πάει καιρός που όλοι έχουν φύγει
και η Πανσέληνος η μόνη σου γιορτή.

Κι εγώ που ταξιδεύω στο σκοτάδι
γυρεύοντας ένα σου όνειρο να βρω,
του βυθού σου δεν έχω πια τον χάρτη
και σβήνω όπως όνειρο και γω...

Χωρίς ψευδαίσθηση καμία πως θα με βρουν
πνιγμένο μες την τρέλλα των καιρών.

14/10/10

Αγάπη

Τα λόγια τη φωτιά τους ακουμπάνε
στη γλώσσα,
ο λόγος γίνεται χάδι στην ψυχή.
Ταξιδεύει σα παραμύθι,
κύμα στο στήθος που κρύβει την πνοή.
Λάμπουν αστέρια στην άκρη του ματιού,
και στα κλειστά τα βλέφαρα κοιμάται η σελήνη
τον ήλιο βαστώντας αγκαλιά..
Παραδομένο στη φωτιά τους το κορμί
ονειρεύεται. Ασήμι στάζει
κι ασημώνει της νύχτας το σεντόνι..
Κι η νύχτα,
που τόσες ερήμους στη ψυχή της κουβαλά,
ανθίζει,
κι ο πόνος σύννεφο γίνεται, βροχή..
Που γλυκά το ακριβό λουλούδι το ποτίζει...
Αγάπη...

8/10/10

ατιτλο

Ο θάνατος κατοίκησε στη ψυχή μου..
Σα το πουλί κούρνιασε, μοναχός του όπως πάντα...
Παίζει κουνόντας τα σκελετωμένα του φτερά με τη σκιά,
και με μορφές που κάποτε υπήρξαν διηγείται ιστορίες αγάπης.
Ο θάνατος δε γνωρίζει να δακρύζει πως...
Τα μάτια του πηγάδια αδειανά... βότσαλα υπόκοφα η ελπίδα...

20/9/10

Ωρίωνας

Πέρα από τον Ωρίωνα, κοιμάμαι, είπες..
Ξεμάκρυνες το βήμα σου.. Κι είχα το νου μου αλλού..
Ήρθε η Ηχώ κι επανάλαβε: " πέρα από τον Ωρίωνα, κοιμάμαι.. "
Είχες φύγει.. Εικόνα άδεια όλα.. μια απουσία ο χρόνος.
Μία τρύπα μες την ύπαρξη, πηγάδι καιρού αλοτινού η μνήμη.
Μακάρι να μπορούσα να ξεδιψάσω την φωτιά των άστρων,
που τα βηματά σου αφήσανε... μα δε δοκίμασα καν.
Είδα πως έφυγες.. και έφυγα...

Τώρα την ιστορία μας διηγούνται πουλιά,
που πετάνε μάταια γυρεύοντας ισοροπία πάνω από τη θάλασσα..
Σε ένα ξεχασμένο κοχύλι η φωνή σου ακόμα επαναλαμβάνει...
ψιθυριστά.. "κοιμάμαι πέρα από τον Ωρίωνα.. σε περιμένω.. έλα..."
Μακάρι η Ηχώ να μου είχε φέρει τις τελευταίες λέξεις.
Αυτές που χάθηκαν στη σιωπή και την σκόνη των βημάτων σου..
Όταν αλλού κοίταζα, μα αλλού ήθελα να πάω...

17/9/10

Ατιτλο

Στην σιωπή σου έφθασα ναυαγός,
προσκυνητής στου φεγγαριού σου την χάρη..
Κρατήθηκα στην άκρη των βλεφάρων σου
κι ονειρεύτηκα στο φως σου το φως σου...

11/9/10

Άτιτλο

Στάρι ταίζω τους ανέμους
τα σύννεφα βαφτίζω στη σιωπή.
Τι κι αν μοιράστηκα σε πέντε δρόμους,
τι, κι αν δεν ταξίδεψα πολύ.

Τους φόβους μου είχα πιστά αδέρφια
την έγνοια πιστή μου αδερφή.
Στη χούφτα μου βαστώ στα δυο μου χέρια
όση μου απόμεινε ζωή.

Εγώ, που μέτραγα τα πάθη
στα δάχτυλα του ενός χεριού,
σ΄όλες τις πράξεις βρήκα λάθη
κι έσκισα τα χαρτιά του νου.

Άτιτλο

Ήταν ένα δύσκολο καλοκαίρι.

Ο ήλιος θρονιάστηκε στο κέντρο της ψυχής

στέγνωσε τις σκέψεις

κι έκανε τους τόπους των δακρύων αλυκές...

Έφτιαξε με αλάτι ένα μεγάλο αστραφτερό σπίτι,

εκεί που κάποτε ήταν θάλασσα και παλμός.

Σταφιδιάσαν τα χέρια του

να σκάβει και να χτίζει αλάτι..

Μικρά όστρακα, ήταν ο θησαυρός του.

Κάθε που έβρισκε ένα, το καθάριζε,

και το έβαζε στην άκρη,

να το δώσει σε κάποιο παιδί.


Μια μέρα συνέφιασε πολύ, κι άρχισε να βρέχει..

Το σπίτι έλιωσε και χάθηκε στα νερά..

Τα όστρακα σκόρπισαν.. χάθηκαν..

Όταν κόπασε ο καιρός μαθεύτηκε η συμφορά.

Η θάλασσα, έφερε ένα πνιγμένο παιδί.

Ευτυχώς, δεν ήταν από δω... Κακόμοιρο παιδί!

Πόσο παράξενα και τρομακτικά ήταν τα χέρια του!

Σα χέρια γέρου, σταφιδιασμένα....

3/9/10

Άτιτλο..

Το λευκό σκαλιστό μάρμαρο θα ξεχαστεί..
Τα ονόματα, ο φιλοξενούμενος, η ζωή του.
Κάτω από τα βλέφαρα του ήλιου,
θ΄απομείνει λευκή σιωπή..
Ο χρόνος θα αποστειρώσει τα δάκρυα απ΄τη θλίψη,
θα γίνουν όλα λεύκωμα παλιό, εφηβικό,
στο συρτάρι επίπλου που δεν ανήκει σε κανένα.
Και καθώς ο ήλιος δύει,
μια ιστορία άλλη θα αρχίζει...
Πανομοιότυπη.
Τούτα σκεφτότανε καθώς βημάτιζε
από τον έναν τοίχο στον άλλον.
Χιλιόμετρα, μα ίσως μόνο τρία βήματα.
Και καθώς βημάτιζε, καθώς σκεφτόταν,
του διέφευγε το πιο βασικό: η ζωή του.

22/8/10

Άτιτλο

Ένα σακί ανθρώπινα οστά
κουβάλαγε ο δυστυχής μέρες και χρόνια.
Ήταν άβολα, στενάχωρα, βαριά,
του κούρασαν τα χέρια και τα πόδια.

Κοιτούσε τις ψηλές τις κορυφές
και ζήλευε όποιο σύννεφο περνούσε.
Φοβότανε τις ξέμακρες βουτιές
κι όμως την θάλασσα πολύ την αγαπούσε.

Ένα σακί ανθρώπινα οστά
μαζί και η ψυχή τσουβαλιασμένη.
Πόσο ήθελε να τά΄σπαγε κομμάτια άπειρα, μικρά,
που ο άνεμος θα σάρωνε την επομένη.

12/6/10

άτιτλο

Πικρή, πικρή πικρή η ομορφιά,
όμοια μ΄ανθό μυγδαλιάς
όταν σου δείχνει το δρόμο
μα σε σταματά το είδωλο...
Και συ να τον σπάσεις δε μπορείς
τον καθρέφτη,
χωρίς την εικόνα σου να κοματιάσεις..
Ότι έμαθες ότι γνώρισες,
φύλλα φθινοπωρινά, νιφάδες που λώνουν..
Και πρέπει με τη βροχή, μονοπάτια χαράζοντας
την μορφή την άμορφη, να γνωρίσεις..
Γνωρίζοντας μόνο αυτό: Όλα γνωστά κι όλα άγνωστα..
Τίποτα δεν είναι αυτό που δείχνει..
Την γλώσσα των πλανητών μιλώντας,
του άχρονου κενού
όπου εκεί βρίσκουν καταφύγιο όλες οι υποψίες μας
κι όλες οι αισθήσεις,
ψιλαφίζεις το κενό μέσα σου..
ανακαλύπτοντας τη μυστική πύλη..
Που σαν ανοίξει, δε κλείνει ποτέ ξανά,
λευτερώνoντας μια για πάντα
το μυστικό της ζωής.....
καταστώντας την διάνοια άχρηστη...

Στα χείλη σου τότε, στο κορμί, σε ότι είσαι..
Θα γύρουν οι πλανήτες να κοιμηθούν ήσυχα..
Τα όνειρα ολόφωτα , αναμένα, θα παίζουν
και θα ανακαλύπτουνε όνειρα...
Και το φως θα γεννά φως.. παραμένοντας Ένα...

7/6/10

Άτιτλο

Χαμένος κάπου μες τις μεταφράσεις,
αναζητώ όχι τη λύση, όχι ερμηνεία,
μα το χρόνο που διπλωμένος στα βιβλία
με ξεγελά πως δεν ζω εδώ...

Κι ίσως νά ναι ετούτη η αλήθεια,
το ψέμα να μας έγινε συνήθεια...
και προσπερνάμε ότι αληθινό
τάχα πως δεν έχουμε καιρό...

Ζηλεύει η ψυχή μου το λουλούδι
που ζει μια μέρα μόνο κι ύστερα δε ζει...
Χλευάζει η λογική την μία μέρα,
λες και ορίζουν τη ζωή οι αριθμοί..

Πόσο θαμπώνονται τα μάτια
στο κόκκινο σατέν που ανεμίζει
και κάπου στο ανεμισμά του μας θυμίζει
πνοή ανέμου, λεύτερη ζωή..

Κι είναι το κόκκινο σατέν σα το φαρμάκι
που ο Νέσσος χάρισε στη Δηιάνειρα
κι ο Ηρακλής μετά από θυσία
στο δυνατό του φόρεσε κορμί.

Ζω

Φοβάμαι.. με ένα θάνατο στην Ψυχή φοβάμαι...
Είναι μια ώρα χωρίς Θεό,
σύννεφα σκέψεις χωρίς βροχή..
Και σ' ένα από αυτά - άραγε ποιο,
να ζω να σε προσμένω...
Σύννεφα χωρίς βροχή,
στα μάτια τα δικά σου ν' ανασαίνω...

Πως την αλήθεια μου να βρω πρι να χαθώ
πως το σύννεφο που ζω πριν γκρεμιστώ,
πως το ποτάμι ζωντανός ν΄ακολουθήσω
και σε ποιας θάλασσας τον σιωπηλό βυθό
τα λόγια σου αναγνωρίζοντας θα ζήσω;;;

Δεν έχει κόσμο εδώ άλλον για μένα
από της καρδιάς σου το ουράνιο νησί,
του ονείρου σκέπη, η σκέψη σου και συ
μα η αυγή με βρίσκει στη σιωπή.
Κι όλο λαθεύουν οι δρόμοι του ονείρου
είσαι αδιέξοδο κι ελπίδα μου μαζί.

Θάνατος μοίρα, ζωή σαν πλημύρα,
κεράσι τα χείλη στα χείλη προσφορά,
μαραίνονται και πια δεν είναι ωραία...
Δική μου μοίρα. Δική σου η πλημύρα.
Στις πληγές μου το αλάτι σου σκορπώ.

Φλόγα δική μου, ζωή κι απειλή μου
με στάχτη τ΄ονομά σου σχηματίζω,
με το κορμί, με τη ψυχή σε ψιθυρίζω..
Καπνός, την υπαρξή μου δεν ορίζω,
και μες τα σύννεφα σύννεφο ζω...

... και δε ζω...

13/5/10

Ο μοναχός άνθρωπος

Βγήκαν οι δρόμοι στον χορό
τα όνειρα βροχούλες,
παίζουν εκείνο τον ρυθμό
που σπάνε τις καρδούλες.

Μοιάζει ο κόσμος όνειρο
απέραντη η πλάση,
μα από αγάπη άστεγος
κάποιος έχει πλαντάξει.

Τον συναντούν δυο άγγελοι
του κάνουν τσαλιμάκια
του φτιάχνουν και γλυκό καφέ
να φύγουν τα φαρμάκια.

"Πες μας καλέ μου άνθρωπε
πως έμεινες μονάχος;"
"Φταίει, ξαστόχησε η ματιά
κι αγάπησε ένα βράχο.

Του τραγουδώ κάθε πνοή,
τα λόγια δεν ανθίζουν.
Σε κάθε χτύπο της καρδιάς
συντρίμια μου γυρίζουν."

Κι αφού πολύ σκεφτήκανε
βρήκανε τι να κάνουν.
Φτιάχνουν ζειμπέκικο χορό
τον Χάρο να καλμάρουν.

Από τον πόνο το ποτό
οι θλίψεις να μεθύσουν,
Αρχάγγελου δίνουν φτερά
για να τον αναστήσουν.

Κι όταν μεθά με το ποτό
τα βήματα βαραίνουν,
και τα φτερά τα δυνατά
στον ουρανό χορεύουν.

11/5/10

άτιτλο

Και να που τίποτα δεν έχουμε να πούμε πλέον.
Όπως νεκροί οι λέξεις γίνανε χώμα.
Ας αναπαυτούν στην γαλήνη των ξεχασμένων ωρών.
Κάποτε σε αγάπησα, είναι αλήθεια.
Κάποτε πονούσα και ζήλευα..
Κι είναι παράξενο πως έφτασε μια λέξη μόνο
να κόψει το νήμα.. τον ομφάλιο λώρο.
Η γέννα αυτή δε συνέβη ποτέ.
Τα όνειρα τάφηκαν κι αυτά όπως νεκροί..
Όπως πεσμένες λέξεις.. Πεταλούδες
που γίνανε κίτρινα φύλλα θρυμματισμένα...
Και στο άγγιγμά τους,
ο άνεμος ουρλιάζει σιγανά, ήσυχα.
Κλαίει τους νεκρούς του...
Που κάποτε στόλιζαν με χρώματα
τα μακριά μαλλιά του.
Βιάζεται να προσπεράσει, κι αγγίζει απαλά..
άθελα.. τον τελευταίο χαρίζοντας λυγμό,
καθώς οι αγαπημένοι αφήνουν λουλούδια
στο μεγάλο αντίο...

8/5/10

Χωρίς τίτλο

Σκοτείνιασε.
Έκλεισε το παράθυρο.
Άνοιξε την πόρτα.
Πήρε στο χέρι την ζακέτα.
Έκλεισε την πόρτα. Και κλείδωσε.

Τα φώτα όλα ανοιχτά..
Τα μαγαζιά άδεια..
Περαστικοί με βήμα αργό,
με βήμα γρήγορο.
Ένα αποτύπωμα μνήμης
σε κάποιον τοίχο.
Μία υπόσχεση σκαλισμένη
σε παγκάκι.
Οι φιγούρες όλο και αραιώνουν,
χάνονται πίσω από παράθυρα με κουρτίνες,
στη βοή τηλεοράσεων, παιδιών, καυγάδων..
Που και που σαν όαση
ακούγεται κλάμα μωρού
ή κάποιος ψίθυρος που χάθηκε στον άνεμο.
Λόγια ερωτευμένων, τρελών, ευχές,
έρχονται και δροσίζουν ξεστρατιμένες
το μέτωπό του.
Μερικές από αυτές τις αναγνωρίζει.
Τις θυμάται.
Κι άλλες, μοιάζουν τόσο αληθινές
όσο τα άστρα,
που στην πόλη δε τα βλέπεις
μα υπάρχουνε.

Καθώς η ώρα κυλά
κι η σιωπή πιάνει διάλογο με τα βήματα,
μία τεράστια κουρτίνα τραβιέται
κι οι δρόμοι κλείνουν.
Ένα μικρό ανθρωπάκι με γραβάτα
φράζει τον δρόμο.
_ Περάστε έξω κύριε,
η παράσταση δεν είναι για σας.
Κακώς φτάσατε μέχρι εδώ.
_ Δεν υπάρχει δρόμος να φύγω.
_ Τότε σας παρακαλώ, φορέστε
αυτήν εδώ τη στολή του τσαρλατάνου.
Έτσι δε θα σας πάρει κανείς στα σοβαρά.

3/5/10

άτιτλο

Κι έπειτα ήρθε το βράδυ.
Το κοράκι σώπασε και το τριζόνι
έπιασε το μονότονο βιολί του.
Η Πανσέληνος στολίστηκε τον Ουρανό,
και τον έσυρε στην σκοτεινή της Ψυχή.
Φύγανε όλοι... ήρθαν, συμπαρασταθήκανε..
και τώρα που νύχτωσε πήγαν για ύπνο
γιατί τους περιμένει το πρωί η δουλειά...
Κι έτσι το τριζόνι απέμεινε να "παίζει" μονάχο,
κι η Σελήνη, όπως ήρθε και φώτισε το προσωπό της
έτσι και χάθηκε  στα σοκάκια της Ψυχής της...
Ξαστόχησε η ψυχή..  αποτρελάθηκε.
Έκλεισε τα παράθυρόφυλλα της λογικής,
και κλείστηκε στον εαυτό της... Θάμπωσε το βλέμμα
σαν ασήμι που έσμιξε με τον χρόνο...
Κάπου εκεί ψηλά, απέμειναν
από αυτή την Φωτεινή επέλαση στην Νύχτα της,
κάποια μισοαναμένα άστρα, να φέγγουν αχνά,
ελπίδα.. καπνός τσιγάρου που χάνεται
στα σκοτεινά μονοπάτια που η Σελήνη βημάτισε
Ολοκληρωμένη στα Θέλω, ολοστόλιστη, Γυμνή...
Ίδια Γυναίκα.. ϊδια κι απαράλλαχτη η Ψυχή της.

22/4/10

Σώπα.. Σε

Σώπασε καρδιά μου, κιχ μη βγάλεις.
Δίπλωσε στο πλάι τα φτερά.
Πλημύρισε με αίμα το φεγγάρι
και μαύρησε η θάλασσα ξανά.

Τη σιωπή κάνε την καράβι
μνήμες ξεδίπλωσε πανιά,
ρίξε τον πόνο στο αμπάρι
κι η θλίψη το τιμόνι ας βαστά.

Δε σου ζητώ, στη θάλασσα να πλεύσεις
ούτε να βρεις άστρο στον ουρανό.
Για τον βυθό την ρότα να ορίσεις
και σιωπή να γίνεις σου ζητώ.

Κι όταν τα κύματα σε κάποιο ακρογυιάλι
σε φέρουνε κομάτια από γυαλί,
όπως χαμόγελο η πίκρα σου θα λάμπει
χίλια κομάτια το φεγγάρι θα κοπεί.

Άτιτλο

Ρωγμή του χρόνου, σιωπή μου, Φωνή μου..
Ποια λέξη να πω και να μην είναι τ' ονομά σου;
Η γη ακίνητη. Αρνείται να γυρίσει.
Δεν φεύγει η μέρα, δεν προχωράει η νύχτα.
Σε χάρτινη νηνεμία βυθίζονται πλοία
και φιγούρες πτηνών, χωρίς προσανατολισμό,
σκεπάζουν τις σκέψεις μου.Δεν έχω σκέψεις.
Τρεκλίζουν οι λέξεις, μεθούνε
κάθε που η γλώσσα σχηματίζει ένα Ν ή Λ...
Ποτάμι αιώνες, χωρέσανε
στο κενό που αφήνει η απουσία σου.
Να γυρίσω, φωνάζει η καρδιά..
Και την ίδια στιγμή σπάει κομάτια.
Επειδή, δεν υπάρχει Δρόμος ανοιχτός
να φτάσω σε Σένα.
Τα βήματά μου καλύπτει ύπνος βαθύς..
Το καλεσμά μου ηχώ ονείρου
όνειρο επιστρέφει, άχρωμο.
Γκριζο το κόκκινο των χειλιών σου,
δε με αφήνει να σε πιστέψω,
όταν οπτασία μου μιλάς, και λες: " Είμαι εδώ".
Νά' ξερες τι μοναξιά να ονειρεύομαι
και να μη μπορώ να αφεθώ στο όνειρο.
Να είσαι εδώ, και να μην είσαι.
Νά' χω Ψυχή και να μην μου ανήκει...
Πόσο τρέμω "να είμαι" όταν δε μπορώ να είμαι..

Πόσο σ΄αγάπησα και σ' αγαπώ..
νά' ξερες.. και να μην ήξερες ποτέ σου...
Σκιά αγάπης που έχασε την ελπίδα
δεμένη στο "ποτέ" και το "πάντα"...
Να σβήνομαι και να μη σβήνω....
Να θέλω να γυρίσω και να μη μπορώ...
Να μη μπορώ να βγω από το ονειρό μου...
Άχρωμος κι εγώ, με μια αναμονή
που δεν οδηγεί πουθενά.. Στο Τίποτα...

Άτιτλο

Τα χείλη μου να βρέξω ζωή ζητώ,
μ΄όνειρα να μεθύσω την καρδιά μου,
σε σύννεφο καπνού να κηδευτώ
μαζί να θάψω και τη μοναξιά μου.

14/4/10

Άτιτλο

Κοιμηθήκατε μέρες του ουρανού.
Νωπά τα βηματά σας πάνω στις φλέβες μου.
Ο σφιγμός , απόηχος.

Θάλασσα τα μάτια, καθρέφτης.
Πνίγονται οι γλάροι
προσπαθώντας να πετάξουνε.

Κι ένα καράβι,
ναυάγησε στα σύννεφα.
Του θύμησαν τ΄ονομά σου.

Δεν έχω παρά μόνο πέτρες
και νύχια σπασμένα...
Λέξεις χωρίς γραφή.

Μία από αυτές
ήταν η καρδιά μου..
Θα στην χάριζα ξέρεις...

(Αν είχε κάποια αξία.)

26/3/10

Ατιτλο

Ταξίδια από τις άκρες των δαχτύλων
ως τις άκρες των δαχτύλων...
Πλεκτό αόρατο που λύνεται μονο του.
Χάσκει ανάμεσα στα δάχτυλα η ψυχή.
Λίγη μοιάζει, κουλουριασμένη καθώς κοιτά
σα μωρό ή κορίτσι ανόητο, ερωτευμένο.
Δεν υπάρχει παράθυρο με Θέα.
Δεν υπάρχει χώρος. Δεν υπάρχει χρόνος.

Κι ύστερα φέρνει τα μπλεγμένα δάχτυλα στα χείλη.
Στηρίζει τις έγνοιες, ακινητοποιεί την σκέψη.
Ο άνεμος σωπαίνει... Φύλλο δεν κουνιέται.
Πομπή αοράτων παρατάσεται εμπρός του.
Εκείνος δε σηκώνει τα μάτια να δει. Δε κοιτά.
Το νιώθει πως έφτασε η ώρα, δίνει παράταση στη σιωπή.
Όλα είναι ανακατωμένα κι όμως όλα στη θέση τους.
Απολαμβάνει ήσυχα την ηρεμία τους.
Όλα είναι εντάξει τώρα.. Όλα είναι Εντάξει!

24/3/10

Άτιτλο

Πικρή βροχή κυλά στα φυλώματα και στα κοιλώματα
που κάποτε λεγότανε καρδιά.
Φθινόπωρο στο Δάσος κι ο Χειμώνας φτάνει...
Από καιρό έχουνε φύγει τα πουλιά για κάποιο Νότο,
που φύλαξαν τα έρημα κλαριά νοσταλγικά
στις ρίζες, που αντέχουνε στον κρότο,
όταν φυσάει ο Βοριάς και τα κλαριά τσακίζει.

Πενταέρημη, χωρίς φτερά, τυφλή από τον πόθο
μα πιο πολύ από του πόνου την φωτιά,
γυμνή, λίγα φορώντας άνθη στραγκισμένα
τον θάνατο ως την ύστατη αντοχή να πολεμά,
Ψυχή πιο πολύ από σώμα, η Αγάπη,
με τις σταγόνες της βροχής να παίζει
και του σκληρού ανέμου τη φωνή,
στιχάκια να σκαρώνει και στεφάνια.....

Κι είναι σπίτι της το Δάσος, κατάρα και χαρά.
Σε ονείρατα να χάνεται, δρομάκια άγνωστα
και ποτέ πίσω να μη μπορεί να επιστρέψει,
που μάτια σα ρόζους δέντρων πάντα ανοιχτά,
αντί για δάκρυ φτιάχνουν για να ζήσουν.
Κι είναι το όνειρο ανάσα... Τόσες ανάσες μαζί,
που κάποτε ένα κομμάτι του Δάσους λαμπαδιάζει
και μένει στάχτη μόνο.

Κι όλο γυρεύει τότε, σπόρους στην καμένη γη..
κι όσους βρει, κυρίως τους καμένους,
φυτεύει στ΄άστρα, σκαρφαλόνοντας σ΄αυτά
με προσευχή και τους καπνούς π' αχνίζουν.
Τυφλή είναι.. ματώνουν τα χέρια της γυρεύοντας
τον σπόρο... Θαρρεί τον καπνό πουλί
και στις φτερούγες του αφήνεται, και φτάνει.
Άλοτε πάλι, ο καπνός, στη γη βουλιάζει
κι η γη σα στήθη ανοιγμένα, λαίμαργα τον ζητά...
Κι άλοτε, σιγοκυλά και χάνεται και πάει,
σε λίμνη και στης σιωπής της τα νερά....

Πρόσωπα αλλάζει, σώματα άλλα... μα Ψυχή ποτέ.
Αγγίζει και θυμάται... θυμάται κι αγγίζει.
Άσκημη μοιάζει, ωχρή, λευκή σχεδόν...
Μουτζουρωμένη και ξεσχισμένο δέρμα..
Μαλλιά ανακατωμένα σα να μη κοιμήθηκε ποτέ.
Τα χείλη της βάτα.... σε φιλά
και μπλέκει αγκαθωτό στεφάνι στο μετωπό σου..
Μοιάζει στον θάνατο... κι αγαπά σα θάνατος.

Κυλάνε οι μέρες, οι νύχτες, σα βροχή.
Κι ότι αντεξει τη συμφορά της μοναξιάς
της γης το βάρος της σιωπής το βάσανο
και τα κρυμένα άστρα να κοιτά
από τη φλόγα και τον καπνό πιο πίσω,
όταν τα μάτια μάθουν να κοιτούν με την καρδιά,
και ψιλαφόντας να βρίσκουν την αλήθεια,
τότε η ασκήμια της θα σβήσει σα το Ψέμα.

Σκιές θα' ρθούν στο Δάσος να κατοικήσουν...
Με μυστική πομπή, γιορτή αόρατη θα στήσουν.
Ο Χρόνος, προσκεκλημένος και αυτός,
παλιός εχθρός, μα τώρα σιωπηλός και γελαστός.
Κι ο Θάνατος ακόμα, καλεσμένος, με δώρο ακριβό
παρηγοριάς, σύντροφος θα είναι της χαράς.

Ίσως κάποιοι, να έρθουν στο Δάσος και να πουν.
Πως ήταν η Αγάπη μια τρελλή...
Ίσως, κυνηγοί που δε θα βρουν να κυνηγήσουν, πουν
πως είναι η ασκήμια της που διώχνει τα πουλιά.
Κι όταν την βρουν, νεκρή την θεωρήσουν,
την σύρουν σε πλατείες και χωριά,
να δουν όσοι ονειρεύονται, να μην αναθαρρήσουν
πως είναι η Αγάπη Συμφορά...

Τυφλοί μέσα στην καρδιά τους,
σημάδια της γιορτής δε θα τα δουν.
Στα κρυμένα σ΄άστρα μονοπάτια,
ποτέ δε θα μπορέσουν να βρεθούν.
Κι ο πόνος, πόσο ξένος μοιάζει,
με τρόμο θα τους καψει την καρδιά...
Μα στάχτη, ποτέ τους δε θα γίνουν
γιατί δε θ΄αφεθούνε στη φωτιά..

Σε άλλο Δάσος θα πάν να κυνηγήσουν
ή να ζητήσουν εκδρομείς, την ομορφιά.
Σε δέντρα πράσινα - λουλούδια ανθισμένα,
εκεί, που η ζωή ωραία τραγουδά...
Κι όλα καινούργια, αθώα, φωτισμένα
χωρίς να τα πικραίνει μια σκιά.

17/3/10

Δρόμοι

Χρόνος μικρός.
Ελάχιστη διαδρομή μέχρι το τέλος.
Δεν υπάρχει τέλος είχες πει. Μόνο αρχή.
Όμως δε βρίσκω την άκρη.
Κόπηκε το νήμα.. η βροχή φταίει..
Τώρα έχω δύο άκρες, μα καμία δεν είναι η σωστή.
Στάσου! Μην τρέχεις... που νομίζεις ότι θα πας;
Που θα φτάσεις;  - 'Ολα είναι εδώ.
Και περιμένουν...

Περιμένουν εμάς;;
Εμάς ποτέ κανείς δε μας περίμενε - κανείς.
Δε μας περιμένει. Κι ούτε πρόκειτε...
Φαντάσου να μπορούσε να σταματήσει η γη.. όπως τότε
που θηλάζαμε ή κάναμε τα πρώτα μας βήματα.
Όλη εκείνη η προσοχή, μια απάτη..
Όλα μοιάζανε τεράστια. Η Αγάπη, ο Κόσμος.. ο Χρόνος.
Και να, που τώρα βαστάς δυο άκριες -  καμία σωστή.
Τι έγινε όλος εκείνος ο απέραντος κόσμος;
Πως στέρεψε η θάλασσα της Αγάπης;
Από πότε οι Ουρανοί γυρεύουνε διαπιστεύσεις
για ν' ανοίξουν τις πύλες τους;
Σ' ενα κόσμο που όλα τρέχουνε
είναι τόσο θλιβερά δύσκολο να πας αργά.
Να κοιτάς. Να νιώθεις.. να μαθαίνεις τις ανάγκες σου.
Βαδίζεις μόνος. Πεθαίνεις μόνος.
Ας μη το συζητήσουμε άλλο...  δεν έχει νόημα.
Το μόνο μας κοινό ο δρόμος.
Κι η βροχή...

Ίσως όλα να είναι μόνο μια τρύπα.. ένας κύκλος.
Ένα μηδέν και στη μέση εμείς.
Αυτό όμως καταργεί αυτόματα το μηδέν.
Γιατί το μηδέν δεν πονά, δεν αγχώνεται, δεν έχει συνείδηση.
Είναι μηδεν.
Δεν φεύγει μήτε έρχεται. Δε θυμάται και δεν παραπαίει...
Την Άνοιξη, συνειρμικά θυμάμαι το φθινόπωρο..
Μα ποτέ τον Χειμώνα. Κι ας έχει μόλις τελειώσει..
Το φαντάζεσαι; Ποτέ τον Χειμώνα... Κι όμως.
Κι ο Χειμώνας θα ξανάρθει όπως κάθε άλλη εποχή.
Δεν είναι ο Χρόνος να μετριέται με ρολόγια
ή άσπρες τρίχες... Όλα τρέχουν όταν τρέχεις..
Κι όλα μοιάζουν απέλπιδα καθώς τρέχεις...
Κι όμως... αυτό που σε τρομάζει
είναι η λύση.
Όλα είναι ξένα σαν δεν αγαπηθούνε...
Κι εσύ.  Αν δεν αγαπηθείς, ξένος μένεις.
Ο πόνος είναι το κλειδί. Η αντοχή η πύλη.
Κανείς δεν κλείδωσε τον Ουρανό παρεκτός ο Φόβος...
Δεν υπάρχει δαίμονας πιο φοβερός από τον Φόβο
γιατί αυτος δίνει εξουσία σε όλους τους άλλους..
Σε τυφλώνει, σε κωφεύει, σου στερεί ψυχή και σώμα.
Έλα μαζί μου... ο Δρόμος δεν οδηγεί πουθενά
σαν περπατήσεις μόνος. ¨Ελα!
Οι μόνοι Δρόμοι είναι αυτοί που έρχονται
κι όχι αυτοί που φεύγουν.
Εκείνοι που μας φέρνουν αντάμα...
απέναντι τον έναν στον άλλον,
κι απέναντι στον εαυτό μας.

Σώπα! Κοντεύει να νυχτώσει
και πληγώνεις τις ώρες με σκέψεις....
Θα μυρίσουν τα φαντάσματα τις πληγές...
Ώρα για ύπνο... Περασμένη ώρα....
Αύριο.. θα σκεφτούμε αύριο....  ας σωπάσουμε τώρα....

6/3/10

εκ των Έσω

Έτσι πέφτουν οι πόλεις:
Όπως πέφτει η μια στιγμή πάνω στην άλλη...
Έτσι χάνονται οι ζωές... σαν πόλεις.
Στη πλημυρίδα στιγμών που δε ξεχωρίσανε
η μια από την άλλη.
"Όχι, δεν ήταν ίδιες"... θά΄θελες να πεις.
Και προσπαθείς να ξεχωρίσεις το δάκρυ από το χαμόγελο,
το γκρίζο από το κόκκινο και τη μνήμη από την επόμενη μέρα.
Κι ακούς τον ήχο να επιστρέφει κενός, άδειος, γελείος.
" Όχι δεν ήταν ίδιες"....
Κι ύστερα σηκώνεσαι το πρωί, ετοιμάζεσαι,
μια γρήγορη ματιά στον καθρέφτη.
Κάποτε ήταν ακόμα μόνο βιασύνη.
Τώρα αποστροφή..
Ψηφίδες του χρόνου που πέφτουν
που δεν αγαπηθήκαν αρκετά.

Κι αυτά τα μάτια..
Φοβάσαι να τα κοιτάξεις.
Στο δάσος τους
κρυμένο το παιδί σε περιμένει.
Δε θες να το δεις.. δε θες να θυμάσαι..

Κι έτσι αντί να βαδίζεις ανάμεσα στις μέρες
είναι οι μέρες που προελαύνουν
- σε προσπερνάνε.
Αδιάφορος.. αόρατος είσαι γι αυτές.
Ένας κόσμος που ακούγεται πίσω απ' τις κουρτίνες...
Αχνά.. πιο αθόρυβα κι απ' ότι χτυπά η καρδιά...

Έσι αλώνονται οι πόλεις. Όπως οι ανθρώποι.
Εκ των Έσω.....

2/3/10

Μισό

Τον είδα και πάλι. Μεσάνυχτα ήταν.
Πάντα επιστρέφει τις ώρες εκείνες,
ίσως για τους ίδιους λόγους που επιστρέφουν τα φαντάσματα.
Ίσως γιατί επιστρέφουν τα φαντάσματα...
Στεκότανε όρθιος, μα η σκιά του μια καμπύλη
όπως ανθός, που έχει αδύναμο μίσχο.
Τον είδα. Εκείνος προσπέρασε - δεν είχε μάτια για μένα.
Δε μπόρεσα να βρω τι κοιτούσε... Τον ακολούθησα...
Αόρατος στα μάτια του, τον ακολούθησα.


Κάποτε τα σύνεφα φανέρωσαν το φεγγάρι. Ω Θέ μου, θυμάμαι...

Το προσωπό του διάφανο, ασημένιο, χαμογέλασε...
Ύστερα συννέφιασε πάλι. Μυρωδιά βροχής στο πεντάγραμμο του ανέμου.
Σταμάτησε.. σταμάτησα κι εγώ.. κι ακούσαμε... μαζί και χώρια...
Χωρίς τα βλέματά μας να συναντηθούν έστω μια φορά.


Κι έπειτα.. τον έχασα πάλι. Ξαφνικά όπως φάνηκε...!
Δεν ξέρω που πήγε, πότε κίνησε... Τον άνεμο άκουγα
και κοίταζα τα σύννεφα να ζωγραφίζουν λέξεις
στου φεγγαριού το φως... Τότε τη σκιά του είδα
να γέρνει πάνω μου. Το χέρι του στη καρδιά μου.
Το ένιωσα λαχτάρα παιδιού στην καρδιά μου.
Σύννεφα ήταν. Πριν ξαναδώ, τίποτα δεν υπήρχε.
Άδεια η καρδιά. Άδειος ο δρόμος.

Τώρα; Επιστρέφω ή συνεχίζω; Και για που; Για πόσο;
Και η Αυγή να μη λέει να χαράξει να κοπώ... να ξεχάσω.
Ποιος είμαι και που πάω. Τα όνειρα που φόρεσα κουκούλι,
όμορφα να καούν, στάχτη να γίνω γκρίζα, νότα ανέμου...
Στη μουσική του να γεννηθώ ξανά, ζωή άλλη... άλλος!


Και κει που όμορφα οι αποφάσεις μέσα μου βρίσκουν το δρόμο
να καούν, να καταργήσουν, ένδυμα ζωής να υφάνουνε νέο..
σα σύννεφα κι αυτές αλλάζουν γνώμη, κι αντί να καταργήσουν
καταργούνται... καίγονται πριν το σπίρτο ανάψουν.

Καταλαβαίνεις λοιπόν, πως δεν έχουν όλα τα πράγματα τέλος;
Και το ποίημα αυτό.. μισο... μισό σαν απόφαση θα μείνει
σημαία που έμεινε χωρίς στρατιώτη σε πεδίο μάχης, όρθια...

13/1/10

Άτιτλο

θα σου χαρίσω μόνο την αρχή όχι το τέλος

Ποτάμι η ψυχή στου ουρανού τα δάση,
πέτρες φοράει μαύρες στο λαιμό
και λαμπερά διαμάντια
στολίζουνε τα μακριά μαλλια της.
Κι είναι γυμνή, πάντα γυμνή,
και μόλις ένα σύννεφο φοράει στο βλέμμα,
που στάζει από το βλέφαρο ως την καρδιά...

Τα πόδια ματωμένα από ευχές σκληρές
άλλων, που γύρεψαν το δρόμο να της στρώσουν...
Άδεια τα χέρια, τίποτα ποτέ της δε κρατά...
Και τα φτερά στον ώμο της μικρά
για να σηκώσουνε το βάρος της αγάπης...
Μια λέξη ένας κόσμος, στο ναι - στο όχι, ακροβατεί
κι ένα μικρό χαμόγελο αρκεί για να τη σώσει...

το τέλος το φυλώ, για μένα....

11/1/10

Θλιμένη θάλασσα

κατεβασε το καπελο χαμηλα για να μην βλεπουνε τα ματια της.......

μια θλιμμενη θαλασσα ......ετσι της ελεγε ......τοτε .......

τοτε που την κοιταζε και ελιωνε και πεθαινε......

η λεπτη της φιγουρα προδιδε ανθρωπο κουρασμενο...εξαντλημενο ......

ειχε μερες να φαει κανονικο φαγητο......και το τσιγαρο ειχε γινει πια ενα μ'εκεινη......

καποτε θα το κοψω σκεφτηκε....μα οχι τωρα ....τωρα ειναι η παρεα μου.....ο φιλος μου......

εφτασε στην θαλασσα.......και ητανε η ωρα που ο ηλιος πηγενε να ανταμωσει την θαλασσα.......

ενα γλυκο γεματο παθος κοκκινο εντυσε την πλαση και εκεινη αναστεναξε.....

θεε μου μονολογησε.....οπου παω και οπου βρεθω ειναι μαζι μου.......

μ'ακολουθει , μ'αγγιζει......πρεπει να τον ξεπερασω......

πρεπει να χαθω.....πρεπει να σταματησω να τον σκεφτομαι.......

πρεπει να καταφερω να ζησω απο εδω και μπρος χωρις αυτον.........

γονατισε στην αμμο......

κοιταζε την θαλασσα και τα δακρυα ποταμι......

αγαπημενε μου......

αγαπημενε μου...

σε ικετευω.......αν μ'αγαπας......αν πραγματικα μ'αγαπας οπως λες.....τοτε λυσε αυτα τα δεσμα που εχεις απανω μου......αφησε με ελευθερη.......

θελω να ζησω καλε μου..........θελω να ζησω......ελευθερη........

ο γλαρος πιο περα πεταξε μακρια.......

το κυμα......αναρηγισε και γυρισε πισω.......

πηραν το μηνυμα και εφυγαν......


τωρα εμεινε μονη.......μονη και ελευθερη.........

αυτο δεν αποζητουσε.....;;;;

Georgia Nefeli

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, εκείνος... με μάτια άδεια, να κοιτάζει στο μικρό Αιγαίο, στη λίμνη της καρδιάς του... Κάποτε, στιγμές πριν, καράβια πειρατικά, διασχίζανε τη θάλασσα τούτη, κι ήταν η λίμνη τούτη θάλασσα γεμάτη σπηλιές ξωτικά και νεράιδες, και κρυμένους παραδείσους... Τώρα το ξέρει, το γνωρίζει, πως όλα αυτά υπήρχαν στη θάλασσα που κατοικούσε μέσα στα μάτια της... Τα μάτια, που τώρα ήταν κλειστά γι αυτόν.... Κλειστή η καρδιά, άδεια η αγκαλιά του.... μάτια χωρίς όνειρα.... Ένα λευκό πανί στα πράσινα νερά, κι ένα ταξιδιάρικο σύννεφο, που κάποτε θα χρησιμοποιούσε για ταχυδρόμο, ανίκανο να κρύψει τον ήλιο, τρυπήσανε την καρδιά του... και κείνη δε σφίχτηκε σα πέτρα... αφέθηκε να αιμοραγεί όνειρα.... Έκλεισε τα πατζούρια, κάθησε στο κρεβάτι, σκέπασε το κεφάλι του με τα χέρια.... Κι η καρδιά, σα ρολόι.... συνέχισε να χτυπάει... αδιάφορα... σα το χρόνο... που τελείωσε πριν καν να αρχίσει.... "Σ΄αγαπώ", ψιθύρισε, και ύστερα σβήστηκε στη σιωπή του..... Κανείς δεν άκουσε ξανά γι αυτόν.

Χρόνια μετά, καθώς εκείνη περπάτησε στην ίδια άμμο, ένας λευκός γλάρος έπεσε από ένα σύννεφο στη τρικυμισμένη θάλασσα... και πνίγηκε... Ποτέ δεν ξαναπέταξε πάνω από το νερό.... Κι ύστερα έγινε κάτι θαυμάσιο... Η θάλασσα γαλήνεψε, κι ένα μικρό μικρό κυματάκι, συνέχισε μόνο να ταξιδεύει κι έφτασε ως τα πόδια της... τα έβρεξε, καθώς εκείνη ξυπόλητη αναθάρησσε από την άξαφνη τούτη γαλήνη και πλησίασε την ακτή... κι ένα μικρό άσπρο φτερό, στάθηκε πάνω στα δάχτυλα του ποδιού της.... έφυγε το κύμα, και το άφησε κει... και Εκείνη, το σήκωσε, και κοίταξε κι η λεύτερη ψυχή της, ένιωσε μια ζεστασιά χωρίς πόνο, μια ζεστασιά που πάντα αποζητούσε....

Και κείνος, ο άγνωστος, ο παράξενος κάτοικος της γης... τον είδανε να γυμνώνεται και να βουτά, γυμνός, στην θάλασσα.... κι όλο ν΄απομακρύνεται... μέχρι που χάθηκε.. Το κύμα τον επέστρεψε μια μέρα μετά πνιγμένο. Μα όσοι τον είδανε, όρκο παίρνανε, πως ήταν η μόνη φορά που είδαν το προσωπό του, αν και πνιγμένος, να χαμογελά.... στις άκρες από τα δάχτυλα του αριστερού του χεριού, σχεδόν βάσταγε ένα λευκό πούπουλο... Τι πούπουλο να είναι αυτό; Ρώτησε κάποιος... και κανείς δεν ήξερε να απαντήσει.... Γιατί κανένα πουλί που γνωρίζανε δεν είχε πούπουλα σαν αυτό...

Την άλλη μέρα, ένα μικρό παιδί περπάταγε με τη μητέρα του πάνω στην άμμο... Ξαφνικά το παιδί είδε κάτι, έτρεξε, το σήκωσε στο χέρι του, και φώναξε όλο χαρά... " Κοίτα μαμά.. κοίτα!!! Ένα φτερό Αγγέλου.. και το βρήκα εγώ!!" .... "Δεν υπάρχουν Άγγελοι μάτια μου... από κάποιο πουλί είναι..." .. κι η θάλασσα χαμογέλασε λυπημένη.... κι ετοιμάστηκε να υποδεχτεί το πιο μεγάλο κι όμορφο φεγγάρι, στην αγκαλιά της... να την παρηγορήσει... και να ονειρευτούνε μαζί....

Νικόλας Παπανικολόπουλος

10/1/10

Άτιτλο


Το φεγγάρι που έπλεε στα μάτια της, κύλησε κρυστάλλινο μαργαριτάρι, δροσίζοντας  τα κόκκινα μάγουλα, κι έσβησε στον λαιμό της  ξεδιψώντας  τα χείλη του, που με πόθο εξερευνούσαν την καμπύλη που τελείωνε στον ώμο της... Τον γυμνό ώμο που θάμπωνε τα μάτια του, καθώς το απαλό ύφασμα που την σκέπαζε υποχωρούσε από στο χέρι που έτρεμε από φλόγα, ώσπου αποκαλύφθηκε το στήθος της... Χώρεσε η καρδιά της στην παλάμη του.... " Αγαπημένη μου" ... της ψιθύρισε... " Κρατώ τον κόσμο όλο μέσα στο ένα χέρι μου.. κρατώ την καρδιά σου..." .... "Σου άνηκε πριν ακόμα σε γνωρίσω" του απάντησε με το βλέμμα της.... Κι ένα βογγητό, που μόλις ακούστηκε, έκανε την θάλασσα να σταματήσει τα κύματα της, να φορέσει την πιο ασημένια φορεσιά, και τον ουρανό να ανοίξει διάπλατα φανερώνοντας όλα τα αστέρια του... ανάμεσα τους μερικά που γεννηθήκανε εκείνη μόλις την στιγμή.... Κι ήταν νωρίς ακόμα στον δρόμο για τον παράδεισο... Το πρώτο μόλις σκαλοπάτι.... κι η θνητή τους φύση είχε χαθεί..... Άνοιξε τα φτερά της διάπλατα, να τον σκεπάσει, καθώς τα χείλη του γιατρεύανε κάθε τι βρώμικο , κάθε τι ψεύτικο, που κάνει την καρδιά να μην ακούγεται... Όχι, η καρδιά της κόντευε να σπάσει, να εκραγεί... Κι όλο το σύμπαν είχε τυλιχτεί γύρω τους, σα να ήθελε να νιώσει ξανά εκείνη την πρώτη φορά που γεννήθηκε.... Κι αυτός μεθούσε από το στήθος πίνοντας, ευτυχία... κι όσο ζαλιζότανε κι ανέβαινε ανάμεσα στα άστρα, ζήταγε να πιει ακόμα πιο πολύ, ακόμα πιο άγιο ποτό.... Μέχρι που εκείνη έγινε αυτός κι αυτός εκείνη... Και δεν άκουγες πια παρά καρδιά μία.... και στο τέλος ακόμα κι αυτή σώπασε... Γιατί όλοι οι ήχοι, περιττοί ήταν... Φως και οι δυο.... Κι η θάλασσα κυμάτισε πάλι, κι ο ουρανός έκλεισε, σαν μήτρα που μόλις έχει γεννήσει.... κι όλο το σύμπαν ήταν εκεί, νιογέννητο , στα μάτια της μέσα, στα μάτια του που αντιφέγγανε.... Κι ο κόσμος όλος, καινούργιος...