Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

18/12/09

Μεθώ το φως...

Μεθώ το φως, το Φως Σου, Σελήνης κόρη συ.. την άμπωτη και τη παλίροια του κορμιού σου, όπως αυτό, από άυλο, ύλη κι ιδρώτας αναδύεται... και προσευχή, χορογραφίες τα χείλη να διδάσκουν, τρόπους χίλιους, χορεύοντας να αναζητούν. Μονοπάτια αστεριών, αναριχούν το φως απ΄των αστραγάλων τους ασιμένιους κρίκους, ως την κρήνη προσευχών άλλων... ερημήτες που συναντιούνται στη μέση της ερήμου, και γδύνονται της ερημιάς τα ενδύματα τα πολυφορεμένα.. Σα τη σελήνη, που κουρασμένη άλλους να σεργιανα, στην αγκαλιά ξαπλώνει των κυμάτων, σεργιάνισμα λαχταρόντας... Σα το παιδί, που κοιτά στα μάτια της ονειρευόμενο τον έρωτα πρωτού έρωτας γίνει... Έτσι ολόψυχα, και μόνο έτσι, μπορώ στο φως σου ν΄αφεθώ.. Υγρή φωτιά να γίνω εντός Σου, Υπάρχοντας.. ή μακρυά σου, κερί, που η φλόγα του διψασμένη σιγοσβήνει, άστρο να μείνω μακρινό που η αυγή θα σβήσει. Μαζί με μένα.. που νύχτα κι άλλη άφησα χωρίς να Υπάρξω... Δεν είναι του θανάτου η αγωνία. Είναι το βάρος του Φωτός, που άλλο δεν αντέχεται, δε κουβαλιέται.. και σπάει σα ρόδι, εκρήγνυτε, γίνεται κομμάτια η καρδιά, κοινωνούς αναζητώντας ή τον χαμό ακόμη...
Κόρη του φωτος, θυγατέρα της Σελήνης, Εσύ, που μ΄ασημί κλωστή, μίτο βαστάς μες το σκοτάδι να βουτάς δίχως να χάνεσαι.... Προσταγή δική μου, Πάθος ο τρόπος που σ΄αρμόζει... Φωτιά που καίει και γεννά.... στη μουσική σου τα θελγητρά μου, γοητευμένα, αφήνονται... Και μια γλυκιά μαγεία, ασημένια , το αίμα μου φαρμάκι κάνει της λογικής που το αρχέγονο ζητά να υποτάξει. Στα νερά που ξαπλώνει το φως σου, στα υγρά σου μάτια αφένομαι, κορδέλλα κόκκινη, λυμένη, ταξιδεμένη στα πέρατα από ανέμους ισχυρούς, ξεσχισμένη μα όμορφη μες το κόκκινο, αφήνομαι.. Στα μαλλιά σου τυλιξέ με, κι αφησέ με να σε σεργιανίσω και να σεργιανιστώ. Φως των ματιών μου, στα σκοτάδια μου δύσε και κάψτα... Κι ύστερα στον καθρέφτη κοιτάξου, των ματιών μου. Και δες.. Πόσο όμορφη μες την αλήθεια σου είσαι... Πόσο όμορφος μπορώ να γίνω αγγιζοντά σε... κορδέλα κόκκινη στα μαλλιά σου.. φιλί στα χείλη σου... πόθος στο κορμί σου παραδωμένος στο πάθος του Φωτός.. που ζητά όλο ξανά και πάλι, να ζει και να πεθαίνει... χορός που για λίγο σταματά, ίσα για να νιώσει ξανά το τράβηγμα κείνο, στο χέρι... τον χτύπο της καρδιάς.. και πάλι, πιο δυνατά ν΄αρχίσει! ....

8/12/09

Η δύναμη του Ρόδου..

Σιγά σιγά το τοπίο καθάρισε. Αυτή, ήταν κι εκεί, και μακρυά, δίχως να μπορεί με σιγουριά να αποφασίσει που θέλει ή δεν θέλει να είναι. Πιο πολύ την τραβούσε το απόμακρο... Εκείνο, που οριακά φοβόταν μη χάσει. Το μπλεξιμό της αυτό, λειτουργούσε, και ως λεπίδα. Λεπίδα, που σε παραστράτημα, θα απόκοβε το λάθος θέλοντας να κρατήσει το Σωστό.
Κι εκείνος, έχοντας εξαντλήσει και με το παραπάνω τα λάθη του, δεν τόλμαγε να τραβήξει το σχοινί. Όλα του τα χαρτιά καμένα. Το ίδιο κι αυτός... Κι ένιωθε, πως η σιγουριά που της πρόσφερε, την έσπρωχνε στην άλλη πλευρά. Κάπου μέσα του, ευχόταν όλο αυτό το μαρτύριο να πάρει τέλος, με όποιο τίμημα. Αλλά τον τελευταίο λόγο, μπορούσε να έχει μόνο εκείνης η καρδιά, κι όχι η δική του. Υποταγμένος απόλυτα στη θελησή της, έβλεπε, και ξεχνούσε αμέσως, ένιωθε, μα πιο πολύ από τη δύναμη του αγκαθιού υπερτερούσε το ρόδο.

29/11/09

άτιτλο

Σταγόνες νερού, σταλακτίτη που στάζει...οι σκέψεις μου, σε σένα πετούν, τον χρόνο αγνοώντας... Δεν αρκούνε μέρες και νυχτες να διαβάσεις το γράμμα αυτό.. Δεν αρκεί ούτε μια ούτε δυο ζωές.. Αν την σκέψη δε μπορέσεις να καταλάβεις του νερού.. Της μικρής του διαδρομής, από την οροφή του σπηλαίου, ως της λίμνης που σκεπάζει σιωπή αιώνια... Μία νότα αφήνοντας μόνο, δίχως απάντηση αν ξεψυχά ή γεννιέται, καθώς χάνεται σε λίμνες υπόγειες... Όχι, καρδιά μου... Δε μπορείς να διαβάσεις το γράμμα αυτό... επειδή δεν έχει μέσα του παρά μόνο σιωπή...

20/11/09

Άνεμος ζωή

Σώπα τα λόγια της καρδιάς

τη θλίψη θρέψε της φωτιάς

π΄όλα τα καίει.

Τη μια σε σύννεφο πατάς

κι ύστερα το χαμό ζητάς

άρα τι φταίει;


Δέσε κορδέλα στα μαλλιά

στα στήθη ρόδα αγκαλιά

και χαμογέλα.

Άνεμος είναι η ζωή

στα χείλη σου κρυφό φιλί

σου λέει Έλα!

10/11/09

Το σκουλήκι και το δέντρο

Στο δέντρο της βροντής, κρεμάστηκε ένα Χερουβίμ... Θέλοντας ανθός του να γίνει. Ένα χρόνο μετά, μια μέρα, μια στιγμή μικρή, ύπουλη, τύψης.... τα φτερά του σκορπισμένα ήταν κι άθλια, στα πέρατα... και το σώμα του σαν απίδι βαρύ, σκασμένο στο χώμα, γλέντοκόπι ήτανε γερό, στα σκουλήκια... Ένας γέροσκώληκας, κοίταξε το δέντρο και έβαλε με το νου του, πως αφού κάνει τόσο καλούς καρπούς, εκεί να ζήσει θέλει, τα γεραματά του. Στην κόχη ματιού αδειανού, σε κρανίο χωρίς νου, σάλα χορού να φτιάξει... Και ξεκίνησε, στο ροζιασμένο κορμό να ανεβαίνει. Τότε είδε μια κάμπια: "Τι σκουλίκη είσαι εσύ;" Την ρώτησε.. "Είμαι κάμπια των ψυχών" .. "Και τι κάνει μια κάμπια των ψυχών;" ... "Τρέφεται με ψυχές. Δαίμονας τ΄ονομά μου, μα σα φτερά βγάλω, και πετάξω, δεν έχω όνομα.. Δεν υπάρχει στο γένος των ανθρώπων όνομα για τόση ελευθερία" .. " Τότε, μοιάζεις με το θάνατο" .... κι η κάμπια, χωρίς χαμόγελο, κοίταξε το σκουλίκη με τρόπο που το έκανε να κουλουριαστεί... " Ξέρεις τι είναι ο Θάνατος , παρότι μιλάς ακόμα" .... " Ξέρω" ... " Θέλω να ζευγαρώσουμε σαν βγάλω φτερά"... Το σκουλήκι, την κοίταξε αμίλητο. Και συνέχισε τον δρόμο του ψιθυρίζοντας.. "Πάντα η ίδια η ιστορία... τα ίδια μου έλεγε κάποτε κι η μάνα σου, κι η γιαγιά σου... Μα μόλις βγάλεις φτερά, τίποτα άλλο δεν έχει σημασία, από το να πετάξεις..." ...
Το δέντρο άκουσε το διάλογο, τα φυλωματά του, αναριγήσανε, κι είπε στον γεροσκώληκα. " Είσαι κλαδί απ΄ τα κλαδιά μου, και σώμα στο σώμα μου.. Εσύ με το σάλιο σου κι εγώ με τον κεραυνό μου, ταιριάζομαι, τα ψέματα κατατρώγοντας. Εσύ αργά, ήσυχα... κι εγώ... κατακαίγοντας τα πάντα..." ... " Κάνεις όμορφους καρπούς!" Είπε θαυμάζοντας το σκουλήκι.. " Οι χυμοί μου είναι γεμάτοι ορμή κι αλήθεια" , απάντησε το δέντρο. " Κανείς δεν αντέχει την αλήθεια.. μα συ... εσύ την χωνεύεις, την κάνεις ξανά χώμα.... Κι αυτό είναι το πιο όμορφο στον κόσμο. Μια χωμάτινη ψυχή.... Που μπορεί την βροχή να νιώσει, τον ήλιο. και πάνω της να φυτρώσουν λουλούδια και σύννεφα..."

22/10/09

Άτιτλο..

Μες το ψέμα, σ΄ένα τέλμα,
γεννήθηκα κι εγώ.
Μες σ΄ασήμια σκουριασμένα
στων άστρων το φως.

Κι είδα εσένα, βρήκα εμένα
σ΄όνειρο κρυφό,
σε μαλαματένια στήθη
κάστρα σα βουνό...

Μα τα όνειρα περάσαν
όπως κι ο καιρός,
και μαράζωσαν τα στήθη
απ΄το καημό.

Μες τα θαλασιά σου μάτια
στον χαμένο αδελφό
μια γοργόνα τραγουδάει,
πως να κοιμηθώ...

Το παράπονο με δένει
πάνω στα σχοινιά,
σε καράβι που βουλιάζει
κάπου στ΄ανοιχτά.

Κι είναι γύρω μου γαλήνη,
μα και μοναξιά,
ίσως να σε συναντήσω
στον βυθό ξανά.

18/10/09

Μία μέρα Ζωή

Μελαγχολικά τοπία
στα λαγκάδια των θυμών,
σε κρυστάλινα ποτήρια
θαμπές άχνες στεναγμών.

Το τσιγάρο αναμένο
μα το όνειρο σβηστό,
κι είναι διπλοκλειδωμένο
ότι φαίνεται σωστό.

Στο τραπέζι σκορπισμένα
φύλλα από πλατανιά
τα παράθυρα σπασμένα
από ανήμερο βοριά.

Δηλητήριο στα στήθη
κάθε ανάσα και πονάς
για των άλλονε τα ήθη
την καρδούλα ξεπουλάς.

Μα σα κλείνουνε τα μάτια
και κοιμάται πια ο νους,
τα ατίθασα φεγγάρια
δραπετεύουν για αλλού.

Ξεδιψάνε στα σκοτάδια
το ασημένο τους το φως,
και με εραστών τα χάδια
ξεκλειδώνει ο καημός.

Κι είναι αιώνες τα σκοτάδια
και μια μέρα η ζωή,
κάνει τα θλιμμένα μάτια
να ξεχνάνε το πρωί.

21/9/09

άτιτλο

Τα μάτια της τρύπες μαύρες.. περπατούσε μπροστά χωρίς να βλέπει που πατάει.. χωρίς την αίσθηση του αίματος να κυλά μέσα της.. Θα μπορούσε να είχε σωριαστεί εκεί.. στην άκρη του κόσμου της... μπρος τα όχι που είπε, και τα ναι, που πεθάναν μέσα της.. Μα σαν άνεμος η ψυχή της την οδηγούσε πιο πέρα.. πιο μακρυά.. στην ερημιά που το μέλλον της έταζε ... Στη βοή της ησυχίας που κάνουν οι σκέψεις όταν αδιέξοδα, σαν άνθρωπος σκυφτός, αδιάφορος, κάνουν κύκλους πολλούς, περνόντας ξανά και ξανά πίσω από τα ίδια κλειστά παράθυρα...
Μαύρα πηγάδια τα μάτια της... κι ήθελε να πέσει μέσα να πνιγεί.. να μη την αφήσει να φύγει. Ποια δύναμη παράξενη, στη φωνή της, στο αντίο που δε του είπε, του αφαίρεσε όλη τη δύναμη της θέλησης, να ακούσει τη προσταγή της καρδιάς του;Τα χείλη του αγγίξανε δυο πέτρινα χείλη.. η πνοή της σύννεφο ξέπνοο... όχι.. πριν την αφήσει να φύγει, εκείνη ήταν ήδη μακρυά πολύ.. Κι εκείνος έμεινε να κοιτάζει το φαντασμά της, τη σιλουέτα της να καίγεται σα χαρτί στο δειλινό και να σβήνει, βυθισμένος σε μνήμες που πια δε του ανήκανε.. Όπως δε του άνηκε και το μέλλον...

Συναντηθήκανε άθελα, σε κείνο το τοπίο ερημιάς.. δε κοιταχτήκανε... προσπέρασαν ο ένας τον άλλον, ακολουθόντας, σα σε κύκλο, τα ίχνη από τα βήματα που άφηνε ο άλλος ερχόμενος από την αντίθετη κατεύθυνση... συναντηθήκανε και προσπέρασαν βουβά κι οι δυο.. όπως βουβά αφήσανε να τους προσπεράσει η ζωή...

15/8/09

Τα μάτια σου...

Ο ουρανός στα μάτια σου ομορφαίνει
γαληνεύουν της ψυχής μου τα φτερά
καθώς σκιρτάν στον ήχο της καρδιά σου,
και το μπορώ, να σε κρατάω αγκαλιά.

Στα μαλλιά σου κάθε έγνοια κοιμάται
σβήνουν οι φόβοι όταν γέρνω κι ακουμπώ,
στα δάχτυλά μου η επιθυμία ταξιδεύει
θάλασσα άγρια, που με καλεί ν΄αφανιστώ.

Κι αν ναυαγήσω και χαθώ μέσα σε σένα
θα γίνω απόηχος καταιγίδας στην ακτή,
σκόρπια φιλιά στην άμμο απλωμένα
να καίνε τα πέλματά σου στη σιγή.

Ήλιος θα γίνω, βροχή να σε ζητήσω
σύννεφο να πιω και να κρυφτώ,
δάκρυ γλυκό, φωτιά στον αφαλό σου
από τ΄αλάτι της ζωής σου να μεθώ.

Είναι τα μάτια σου εισιτήριο για μένα
για του παράδεισου τα μέρη προσταγή,
στον ουρανό τα φτερά μου απλωμένα
και συ η μόνη που ζητώ, να γυρίσω, γη.

7/8/09

μικρό άτιτλο...

Ήταν ένα μικρό παιδάκι που λάτρευε τον ουρανό.Και τ΄αστέρια..
"Εκεί", του είχανε πει, "εκεί πάνε όσοι αγαπούμε. Εκεί είναι ο παπούς, εκεί και η γιαγιά σου.."
"Που; Δε τους βλέπω.."
"Να, εκεί... σε εκείνα τ΄άστρα.. φανερόνονται τη νύχτα, να μη φοβάσαι το σκοτάδι. Την ώρα που κοιμάσαι, οι άγγελοι τα χαμηλώνουν τόσο που σχεδόν αγγίζουν το μέτωπό σου.."
"Γι αυτό βλέπω όμορφα όνειρα;"
"Γι΄αυτό καρδιά μου όμορφη.. γι αυτό!"
Εκείνο το βράδυ φύσαγε παγωμένος βόρειος άνεμος, και το παιδί ξύπνησε από τη βοή. Σηκώθηκε, πήγε στο παράθυρο και έστρεψε τα μάτια του στον ουρανό. Δάκρυσε φοβισμένο. Ο ουρανός μαύρος, ούτε ο παπούς ούτε η γιαγιά του ήταν εκεί.. Ξάπλωσε πάλι στο κρεβάτι του, κι όσο κι αν τυλίχτηκε στις κουβέρτες, το σωματάκι του δεν έλεγε να ζεσταθεί. Ο ύπνος το βρήκε μες τα αναφιλητά.. Το πρωί σηκώθηκε κακόκεφο, αμίλητο.. Και όλη την εβδομάδα, αρνήθηκε πεισματικά να κοιτάξει πάλι έξω από το παραθυρό του. Δεν μπορούσε να καταλάβει αυτή την προδοσία.. Πως μια τέτοια φοβερή νύχτα, τον ξέχασαν, εκείνοι που τους θυμάται να του λένε πόσο τον αγαπούνε... Σκεφτόταν , πως η αγάπη δε βασταεί για πάντα. Πως ίσως ακόμη και οι γονείς του, να τον πρόδιδαν κάποτε. Και πίκραινε το σφιγμένο στόμα του.
Η μάνα του, είχε δει την αλλαγή. μια ανύποπτη στιγμή πλησίασε τον μικρό και τον ρώτησε, τι είναι αυτό που το βασανίζει. Τα παιδιά δεν αντέχουν τα μυστικά.. Της τά΄πε όλα.. και έπεσε στη αγκαλιά της κλαίγοντας.. "Δε θέλω να σταματήσετε να μ΄αγαπάτε.. δε θέλω.. " Κι η μάνα του τον έσφιξε στην αγκαλιά.. "Πάντα θα σ΄αγαπώ... Το αληθινό φως δεν έρχεται από τ΄αστέρια καρδούλα μου.. Το αληθινό φως, αυτό που κάνει τα αστέρια φωτεινά, είναι το φως της αγάπης. Μπορεί τα αστέρια να τα σκεπάσουνε τα σύννεφα, μα η αγάπη μέσα σου σβήνει όταν συννεφιάζει;"
"Όχι."
"Έτσι δε σβήνει και το φως.. Το βράδυ οι άγγελοι, φέρνουν τ΄αστέρια κοντά στο μετωπό σου, όχι για να σε φωτίσουνε. Μα για να τα φωτίσουνε."
"Και όσοι πήγαν στον ουρανό, παίρνουν φως από μένα;"
"Ο ουρανός έχει ανάγκη το φως σου. Το φως της αγάπης.. όλοι, όσοι ζούμε στη γη, πρέπει να δίνουμε στον ουρανό φως.. Να νιώθουμε πόσο δυνατή είναι η αγάπη.. Και τότε, όσες καταιγίδες κι αν έρθουν, όλες θα είναι περαστικές. Να εμπιστεύεσαι το φως μέσα σου. Κι όταν ακόμη είναι σκοτάδι, και φυσά, και κάνει κρύο.. Άκου προσεχτικά την καρδιά σου και θα το νιώσεις.. Πως μόνος δεν είσαι. Ούτε ήσουν ποτέ.. "

Εκείνο το βράδυ το παιδί, ξάπλωσε ευτυχισμένο, έκλεισε τα μάτια του, και ψιθύρισε.. Ελάτε να πάρετε φως.. Σας αγαπώ! Πολύ πολύ!
Ήξερε, πως κι όταν ακόμη δε βλέπει αστέρια στον ουρανό, εκείνα υπάρχουν. Πως τις πιο σίγουρες απαντήσεις τις δίνει η καρδιά...

30/7/09

Σ΄αγαπώ!

Κάθε φορά που εκείνη ήταν λυπημένη, βαριά συννεφιά φούσκωνε τα πνευμόνια του... Οι βαθιές εισπνοές από το τσιγάρο της, κάθε της ανησυχία, η κάθε έγνοια, πνίγαν την δική του αναπνοή... Ξύπνησε με αυτή την αίσθηση, πως γλυστρούσε στο βυθό της θάλασσας, σαν ένας νεκρός που ρίχθηκε από σανίδα πλοίου, καλά τυλιγμένος σ' άσπρο σεντόνι... Μια υπόκωφη βοή ησυχίας, και η αίσθηση τελικής πτώσης.... Μια πτώση που δεν έλεγε να σταματήσει... σα να μην είχε πάτο η θάλασσα.. Σαν αν έπεφτε αντί για τη θάλασσα στον ουρανό... ίδια απελπισία , ίδια η μοναξιά του ναύτη που στα κύματα θάβεται και κείνου του ονειροπόλου "αστροναύτη", που θάβει στα άστρα τις προσευχές του... Θα μπορούσε για πάντα να μείνει εκεί, να πέφτει... να πέφτει... κι όλο να πέφτει, ώσπου το τέλος του χρόνου να δώσει τέλος. Τον σώζαν τα μάτια της.. Τις ώρες, τους αιώνες ίσως, που τα μάτια του παραδινόντουσαν στο σκοτάδι και τα βλέφαρα ατσάλι βαρύ σκεπάζανε τις μνήμες, έβλεπε τα μάτια της... Φάρους φωτεινούς, που τα αλλάζαν όλα, δίνοντας χρώμα στη θάλασσα, ζωή, και κάνανε το σεντόνι να καεί, σα να ήταν φτιαγμένο από λάμψη μόνο να σκορπίσει στα κύματα, μέχρις να μείνει γυμνός.. γυμνός και λεύτερος.... Με την παλάμη της η θάλασσα, τον έφερνε τότε κοντά της... Παραλία γυμνή, με δυο πέτρες, που λάμπανε στο φως του φεγγαριού, αυτός κι εκείνη... Την πλησίασε αργά, με χαρά, με ιερότητα και πόθο.. Στοργικά γονάτησε δίπλα της, καθώς αυτή καθόταν στην άμμο, και κάπνιζε, κοιτόντας το φεγγάρι... _"Μα γιατί είναι τόσο θλιμένο..".... Μονολόγησε... "Το φεγγάρι είναι πάντα θλιμένο σαν με κοιτά, τα τελευταία χρόνια. Ίσως, γιατί το πρόδωσα... Γιατί δε βάσταξα φως μου, φως και για κείνο... Όλο το έδωσα. Όλο το χάρισα... Τίποτα δε κράτησα.. ".... Πήρε άλλη μια βαθιά ανάσα , κι ύστερα λευτέρωσε τον καπνό, μαύρο, πιο μαύρο από πριν.. και δάκρυ μαύρο κύλησε στην άμμο... "Δεν είχα χέρια να κρατήσω", συνέχισε, "δεν είχα βλέπεις πια ψυχή δική μου για να ορίσει τα χέρια μου. Τα έδωσα όλα... για μένα κράτησα μερικές αλήθειες μόνο, και τώρα με συντροφεύουν, καπνός, μες τη ζωή μου".... Ήθελε τόσο να την κάνει να τον κοιτάξει.. να δει τα μάτια της στα μάτια του, να νιώσει, να της πει πως εκείνη, με το φως που λέει πως δεν έχει, τον γύρισε πίσω στη ζωή... Τίποτα δεν είπε.. μόνο κάθησε δίπλα της, έπιασε το αριστερό της χέρι, απαλά... και κοίταξε κι αυτός το φεγγάρι... Τον τόπο που κατοικούνε όλοι οι έρωτες που χαθήκανε μα δε ξεχαστήκανε.. Το φεγγάρι... που καίει την αύρα μας, και κλέβει την λευκή της φλόγα....

Κι ύστερα, έπεσε ένα αστέρι... μία ευχή... μϊα ευχή που ίσως μοιραστήκανε.. γιατί το χέρι της έσφιξε τρυφερά το δικό του.. σα να σφίχτηκε η καρδιά της από λαχτάρα κρυφή.... Στράφηκε προς εκείνη και απαλά με τα δάχτυλα του άλλου χεριού, έστρεψε το προσωπό της προς αυτόν.... κοιταχτήκανε... Μια θλίψη απέραντη στα μάτια της.. κι άλλο δάκρυ... "Δεν μπορώ να αγαπήσω ξανά.."... του ψιθύρισε... "Δεν μπορώ να δώσω χαρά.."... Μα κείνος, σαν να μην άκουσε τα λόγια της, ακούγοντας μόνο τον παλμό της... ανάμεσα στο χέρι του.. στις άκρες των δαχτύλων που σχεδόν αγγίζανε τον λαιμό της, έσκυψε και την φίλησε... Εκείνη, παγωμένη στην αρχή, όπως ένα ερωτηματικό, που δεν τολμάει να ρωτήσει, ύστερα αφέθηκε στο φιλί.... Και κούρνιασε στην αγκαλιά του... Ανοίγοντας κάποια στιγμή, τα μάτια της, πριν αποκοιμηθεί, είδε πέρα στης θάλασσας την άκρη, το φεγγάρι να ζωγραφίζει με φως, τον ορίζοντα.... δεν σκέφτηκε άλλο.. Κούρνιασε και κοιμήθηκε εκεί.. στην αγκαλιά του..Κι ο πόνος της, έγινε πόνος του, κι ο δικός του πόνος, φτερά έβγαλε και πέταξε.. παίζοντας κυνηγητό με την ψυχή του ανάμεσα στ΄άστρα... Την ώρα που ανάλαφρη ήτανε πια, έσκυψε και της ψιθύρισε στο αυτί το πιο μεγάλο του μυστικό.. "Σ΄αγαπώ!.. " Και μες τον ύπνο της, του φάνηκε πως χαμογέλασε και φωτίστηκε το προσωπό της... Έλαμψε και το δικό του πρόσωπο... "Αυτό, είναι! ".. σκέφτηκε.... "Θα της φανερωθώ στα όνειρά της.. εκεί που η αλήθεια του κόσμου, δεν μπορεί να φυλακίσει την αλήθεια της ψυχής... Και στο πιο όμορφο όνειρο, της Αγάπης, θα την πάρω να δραπετεύσουμε... Μέχρι που το όνειρο να γίνει η μόνη αλήθεια, και κάθε άλλη αλήθεια να μαραζώσει και να χαθεί.. Και τότε, θα της ζητήσω, να χορέψουμε! Κι όχι σα να είμαστε μόνοι, αλλά σα να ήμασταν από ανέκαθεν, μόνο μαζί! Σαν ένα... ολόκληρο Ένα... "... Και στα λόγια του, που άθελα τα είπε φανερά, ράγισε το φεγγάρι, κι άρχισε στον ορίζοντα, γαλήνια να έρχεται η αυγή... "Πόσο όμορφο να χορεύουμε στη νοτισμένη, δροσερή άμμο... ".. σκέφτηκε, "κι μέρα να χαράζει στα μάτια της..." Σαν ηχώ μιας λέξης που δεν ειπώθηκε, ένιωσε στο στήθος του την καρδιά της να χτυπά... κι ανάσανε σχεδόν ευτυχισμένος... την αναπνοή της...

"Σ΄αγαπώ! "....

24/7/09

"Big.. bang"...

Ο αληθινός κόσμος, είναι αυτός που ανθίζει μέσα μας, όταν δε φοβόμαστε, όταν, ο πόνος κι η χαρά μπορούν να χορέψουν μαζί.. και να ταξιδέψουν την σκέψη στα σωστά μονοπάτια.. Εκείνα που όταν όλες οι ανάγκες μας σβήσουν, όταν καταρεύσουν τα ψεύτικα πρότυπα μιας τίμιας ή ηδονικής ζωής, μιας ζωής ταγμένης σε ένα σκοπό ή άλλον, εκείνα τα μονοπάτια, θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν. Τα μόνα, όταν όλος ο κόσμος χαλάσει.. Και δεν οδηγούν στα άστρα... όπως πολλοί ζωγράφοι, πολλά παιδιά κι ερωτευμένοι φαντάζονται.. Μα συγκλίνουν μέσα μας, γη κι ουρανό, όλα, μπορούν να τα χωρέσουν σε μια μικρή καρδιά. Ή ένα δάκρυ.


Ίσως τα άστρα να μην είναι παρά μια καρδιά που έσπασε... Το big bang, από το οποίο γεννήθηκε ο κόσμος, καθώς μας λένε οι αστρονόμοι, ίσως δεν είναι αλλο από μια καρδιά, που έσπασε απ΄αγαπή...

20/7/09

Ένα

Τα μάτια της θολά τοπία, βροχής... Τα μαλλιά της βρεγμένα κι αυτά. Ολόκληρο το κορμί της έτρεμε... Βάσταγε το κεφάλι του με τα δυο της χέρια, ενώ τα πόδια της προσπαθούσαν να τον φυλακίσουν εκεί.. Μα η ανάσα, οι αντοχές της, την προδίδαν.. Και χρειαζόταν τότε Αυτός, με όλη του τη δύναμη, να την υποτάξει... Η φωνή λυγμός έφτασε στα χείλη της... κι από κει άξαφνα, κραυγή έγινε, ζητώντας να πετάξει...Να πάρει μαζί ψυχή και κορμί ως τον ουρανό... Ναι.. εκεί ήταν... εκεί που καμιά ενοχή δε σκιάζει το φως, που βγάζουν δυο κορμιά σαν ενώνονται σε ένα... "Φτάνει... δεν αντέχω άλλο, φτάνει", του είπε, προσπαθόντας να πάρει ανάσα... Κι αυτός, με τη γεύση της στο στόμα, διψασμένος πιο πολύ από πρώτα, γλύστρισε απαλά φτιάχνοντας ένα μονοπάτι από φιλιά, ξεπερνόντας του αφαλού της τις δίνες, ως τα στήθη... ως το στόμα... Κι έκλεψε την αναπνοή της, καθώς, χανόταν μέσα στα σωθικά της... Πυρωμένα τα χείλη του, από την δική της φωτιά, κι αυτή η αίσθηση, πως είναι δική του, όσο δεν πάει.. Ψυχή και σώμα... Να κρυφτεί ήθελε ως το τέλος του χρόνου μέσα της, να μη γυρίσει ποτέ στον ψεύτικο κόσμο, της υποκρισίας.. Τόσο κοντά, έπρεπε πάντα να είναι.. Αυτός κι Εκείνη, ήταν Ένα.. Αυτή η μόνη αλήθεια. Το σμίξιμό τους ήταν το σμίξιμο μιας άδικα διαιρεμένης ψυχής.. Που από λάθος, ή φθόνο των Θεών, βρέθηκε μοιρασμένη σε δυο κορμιά... Δυο κορμιά που τώρα πια δεν υπήρχαν, δεν θέλανε να χωρίσουν... "Ταξίδι", ονόμαζε με το νου, την ώρα της αναμονής, τον τρόπο που ήθελε ο πόθος κοντά της να πετάξει... Όχι .. όχι, δεν είναι ταξίδι.. Δεν είναι μέρη ανεξερεύνητα το κορμί της... Δεν είναι άστρα τα μάτια της, δεν είναι θάλασσα τα κύμματα που σπάνε στο στήθος του, καθώς την κρατά αγκαλιά... Όχι.. Ήταν και είναι το δικό του κορμί, αυτό που βαστάει.. Η δική του ανάσα, η ανάσα της... Επιστροφή είναι... στον παράδεισό! Εκεί, που δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο να ζητήσεις πια... γιατί τα έχεις όλα!...

Το πρωί, οι κουρτίνες παίζαν με το φως.. Τ΄απαλό χάδι του ανέμου, έφερνε αύρα θαλασσινή, και μνήμες ... που ζητούσαν επίμονα να ξαναγίνουν παρόν... Η παλάμη του, στοργικά σα φωλιά πουλιών, έκρυβε τη καρδιά της... Ολόκληρη, είχε φωλιάσει το κορμί της στο δικό του κορμί.. Τα πόδια τους μπλεγμένα... Της άρεσε αυτή η αίσθηση ανάμεσα στα πόδια της... Πέρασε το χέρι της πάνω από το δικό του.. "Σ΄αγαπώ! Ψιθύρισε.... σ΄αγαπώ!".... Ένα δάκρυ που κύλισε ως τα χείλη της, ήταν η πρώτη γεύση εκείνο το πρωινό.. Ένα δάκρυ, με τόσα πολλά συναισθήματα μέσα.. κι ίσως να είχαν κυλίσει κι άλλα... αν δεν την άκουγε μέσα στο όνειρό του, που ζούσε... Ανασηκώθηκε ελαφρά, έγυρε πάνω από το πρόσωπο της, και το χαμογελό του σαν ήλιος, της ζέστανε την ψυχή... "Κι εγώ σ΄αγαπώ!" της είπε... Τον κοίταξε βαθιά στα μάτια... γαλήνεψε η ψυχή της... "Μα, πως.. πως με άκουσες;" Του είπε παιχνιδιάρικα, μα με απορία.. "αφού σχεδόν, το είπα μέσα μου.. και κοιμόσουν".... "Είναι γιατί σ΄αγαπώ, μικρή μου! Ζωή μου! Φως μου! ".... Το χέρι του κύλησε στο λαιμό της... στήριξε το κεφάλι της, και της έδωσε ένα κατακόκκινο, απαλό φιλί... η μέρα είχε μόλις αρχίσει.. κι ήταν εκεί.. μαζί...

16/7/09

Μνήμη παλιά

Μνήμη παλιά που γέρασες μεστώνοντας τη γεύση,
και μόνο με του αρώματος την χάρη σου, μεθώ,
ξεχνόντας το δηλητήριο που σκίαζε η χαρά σου,
σαν ήλιος μες τα κύματα, στη δύση σου, σκορπώ...

Σε κάποια άμμο μακρινή, που δεν έχεις πατήσει,
με τέχνη αρχαία η θάλασσα τις σκέψεις μου θα βρει,
και σε τρομπέτα άγγελου, σ΄όστρακο θα τις κρύψει,
θανάτου εμβατήριο, πριν απ΄τα χείλη, βγει...

Στο τόπο που μου χάρισες, αγάπης εξορία,
τ΄αγγέλου σέρνω τα φτερά, δική μου τιμωρία,
στα πόδια σου ως οφειλή, που πρέπει πια να κλείσει,
κι ελεύτερο πλέον το κορμί, στη γη του να γυρίσει.

Στην βέρα πάνω, προσευχή, έγραψε το φεγγάρι,
και τούτο πια το ταίριασμα, ποιος θ΄αμφισβητήσει;
Οχιά που κουλουριάστηκε, τριγύρω μου με χάρη,
μα μάταια ψάχνει όνειρο στο στήθος να τρυγίσει.

Κι όταν το φως σβηστό, κι η σιωπή κρεβάτι,
και την ανάσα μου ακούς κοντά στο προσκεφάλι,
εσύ με σιγουριά διπλή στα χέρια θα με κλείνεις,
μα της οχιάς το δάγκωμα, δε θα το αποφύγεις.

Κι αν τούτος μοιάζει επίλογος, στο λέω, αρχή είναι
της συμφοράς ο ποταμός στον ουρανό γεννιέται,
κι όποιος ποτέ του δεν πενθεί ποτέ του δεν πεθαίνει
αυτός ποτέ του και δε ζει, και μόνο υπομένει...

9/7/09

χίλια θεριά...

Χίλια θεριά τα θέλω μου,
τριγύρω σου γυρίζουν,
μου έχουν ξεσχίσει τη καρδιά,
και στ΄άστρα τη σκορπίζουν.

Μ΄ενα βλέμα σου μπορείς
παράταση να δώσεις,
σ΄αυτή την άθλια ζωή,
κι ύστερα ας προδώσεις...

Κι από το θάνατο εγώ,
πνοή καινή θα πάρω,
σάρκα από τη σάρκα σου,
κι αγάπη από τον Χάρο.

Παράδεισος η νύχτα μου
στα σκοτεινά σου μάτια,
ποτάμι τα μονοπάτια σου,
και θάλασσα τα μάγια...

Κι όταν ψηλά στον ουρανό
θα γίνω ένα αστέρι,
και να αλλάζουν οι εποχές,
εμένα τι θα μέλλει;

Στον ουρανό ή στον βυθό,
ίδιο γαλάζιο φόντο,
μαύρο τις νύχτες όπου κλαις,
και φωτεινό στον όρκο...

Αστέρι μέσα στο βυθό
ή δίπλα στο φεγγάρι...
Που για ταξίδια άγνωστα,
ο μόνος θα σαλπάρει..

7/7/09

Της νύχτας τα κάστρα

Της ερήμου πλοία γίναν τα θηρία,
και τα άστρα μοιάζουν τόσο μακρινά.
Ξεχασμένα βρήκα αρμαθιές κλειδιά,
κάστρα ερημωμένα κάπου στο βοριά.

Κάπου βρήκα εμένα, κάπου και εσένα,
όαση, στο δάκρυ πάνω ζωγραφιά.
Της ερήμου, είπα, είναι τα παιχνίδια
κι όμως όπου πάω, βρίσκεσαι κοντά.

Νύχτα με τα δώρα, νύχτα τρυφερή,
πως θ΄αντέξω νά΄ ρθει πάλι η αυγή;
Μείνε στην καρδιά μου, σφάλισε τα μάτια
όταν με κοιτάξει τον πόνο μου μη δει.

Κι ίσως αν μετρήσω όλα σου τα άστρα,
τότε να ξεχάσω πως την αγαπώ...
Και θα χτίσω πάλι, όλα μου τα κάστρα
τα κλειδιά στο χέρι, γερά θα τα βαστώ..

1/7/09

Παιχνίδια ψυχής..

Το μαύρο δάκρυ που ζητάς γύρεψε στο ποτήρι,
τη νύχτα που ο πόνος τα βλέφαρα θα γύρει.

Όμως ποτέ άμα το πιεις, γυμνή να μη χορέψεις,
μπρος στης ματιά σου το φονιά, καθρέφτη να μη θέσεις.

Κι εσύ, που γύρεψες βωμό, βωμό θε να στολίσεις,
από τα πάθη της καρδιάς, όπου θα μαρτυρήσεις.

Κόκκινο χρώμα, της φωτιάς, σου πρέπει να φορέσεις,
μέσα στη νύχτα να καείς, κι ως το πρωί ν΄αντέξεις...

Καθώς τα άστρα σβήνουνε, να σβήσει κι η φωνή σου,
κι αυτό που φόραγες κορμί, να γίνει η ψυχή σου..

Στάχτη που σκόρπισε η αυγή, από τσιγάρο πρώτο,
κι ο χρόνος το λησμόνησε, χωρίς να κάνει κρότο...

30/6/09

Θυσία

Ανάσα πρώτη της αυγής,
ξαστόχησαν τα μάτια και το χέρι,
άγγιγμα έγινε ζωής,
και νύχτα τρυφερή το μεσημέρι.

Μέσα στο φως κοιμόταν το σκοτάδι,
τόσο μόνο, μα τώρα δυο,
σκοτάδια ξετυλίγουνε τον Πόθο.
Και κείνος, τα μοιράζεται, μα μόνος παραμένει....

Κάπου στο βάθος, εκεί, που η ανατολή
στόλιζε το αστέρι,
τώρα η άβυσος καλεί, θυσία καινή,
νεράϊδα π΄ονειρεύεται, στον πόνο να καεί...

23/6/09

Δύση..

Ανάσες που γίνανε σκέψη
Σκέψη καπνός, που νέφη φτιάχνει.
Ένα ταξίδι σ΄αναμονή βροχής.
Κι ύστερα η σκέψη σταματάει.

Μετράς τη δίψα με δάκρυα π΄ο χρόνος
λαίμαργα πίνει, μα δε λέει να θυμηθεί.
Δραπέτης ειν΄ο νους, μα κι αστυνόμος,
κι έχει στα δύο η καρδούλα σου κοπεί.

Παίζουν οι λέξεις και ζητάς να παίξεις,
σου λένε ναι, και δαγκώνουνε γλυκά,
στάζουν φαρμάκι που δε μπορείς ν΄αντέξεις,
σαν μια γυναίκα που στα μάτια σε κοιτά.

Κι είναι σαν ήλιος που σύντομα θα δύσει,
σα χάδι π΄ακολουθεί η μοναξιά,
μια αγκαλιά π΄αδειάζει πριν την κλείσεις,
σα θάνατος, που δε στο μαρτυρά....

16/6/09

άτιτλο..

Πες μου
μια λέξη μόνο,
πες μου
για σένα λιώνω
και κράτα με σφιχτά
στην αγκαλιά.

Δως μου
το φως του κόσμου,
δως μου
το φως σου δώς μου
κοίτα με στα μάτια
σα φωτιά..

Έλα,
περνά η μέρα,
έλα,
περνά η νύχτα,
έλα
εδώ να μείνεις
στάχτη
να με σκορπίσεις
στα όνειρα..

Γύρε,
αγέρι γίνε,
μείνε,
αστέρι γίνε,
παραθυρό μου
στη μοναξιά.

Κι όλα
όσα περάσαν
κι όσα
δε μας προφτάσαν,
δάκρυ
βροχή να γίνουν,
τραγούδι
στ΄άστρα να σβήνουν
και μεις πουλιά.

Δως μου
το φως του κόσμου,
δως μου
μια αγκαλιά.
Γύρε
εδω πέρα μείνε,
έχω
για σένα φτιάξει
μες την καρδιά
φωλιά....

14/6/09

άτιτλο.

Νύχτα σκοτεινή, νύχτα υγρή.
Με γλώσσα διχαλωτή ανιχνεύει
η λογική την έξοδο,
μα τα μάτια κλειστά
έχουν κι όλας βαδίσει εκτός.

Ούτε απόψε θα συναντηθούνε.

Ορφανό το κορμί την καρδιά διχάζει.
"Σπάσε", της φωνάζει η αίσθησις :
"Ως ρόδι που μέσα του κρύβεται η αυγή".
"Μη σπάσεις", συγκρατεί η περίσκεψη:
"Περίμενε το χέρι που θα σε επιλέξει".

Ραϊζει το σκοτάδι, ραϊζει το φως...
Ρακένδυτος ο χρόνος μετρά τ΄αστέρια
- αυτά που πέφτουν: σα κομπολόι από κεχριμπάρι.
Χορεύουν οι ώρες με τα διάφανα πέπλα τους
τον χορό των χαμένων λυγμών.

Μια νέα ημέρα θ΄αρχίσει,
μα δεν τελείωσε, ποτέ, η παλιά.

9/6/09

άτιτλο

Ποτάμι είναι τα σκοτάδια,
που ταξιδεύουν γυρεύοντας το φως.
Τα μάτια μας ραγίσανε, τάχα,
γιατί τη θάλασσα βρήκε ο ποταμός;

Μηνύματα σου γράφω στα κοχύλια
μαργαριτάρια κρύβω με φιλιά,
αν τυλιχτείς στης μοναξιάς τα δίχτυα,
μη γελαστείς πως ζούμε μακρυά.

Κάθε αλήθεια στη καρδιά μας είναι άνθος
σε κήπο μυστικό, που για να δεις,
της αγάπης να εμπιστεύεσαι το πάθος,
ζωή μου, τη ζωή σου, για να ζεις...

27/5/09

άτιτλο

Δρόμοι που πάνε και δρόμοι που φεύγουν.. Συναντιούνται. Αθόρυβα, σα διαβάτες που μοιάζουν άγνωστοι, μα καθώς κοιτάνε ο ένας τον άλλο στα μάτια, γνωστοί φανερώνονται.. Και πεταρίζει η καρδιά, ν΄αλλάξει ζητά, το βήμα, να λοξοδρομήσει, αντάμα να βαδίσει με τον γνωστό - άγνωστο, ίσκιο της... Ίσκιος πολύχρωμος, γεμάτος όνειρα, όπως οι ίσκοι των δέντρων στην Πανσέληνο, ή η σκιά ενός τοίχου ασπρισμένου, αυλής που κοιτά κατά το πέλαγο.... Πόσες γραμμές, που δεν χαράξαμε στην καρδιά μας, πόσα ποτάμια, πόσες ευκαιρίες, πόσα γιατί, στο βλέμα κείνο, που μόλις προσπέρασε...
Αυτός ο άγνωστος, λες και ξέκοψε από την καρδιά μας... φοράει το δικό μας χέρι, πόδι, τη δική μας πνοή. Τη δική μας, αγκαλιά.. αυτή που πάντα λείπει, εκτός από τις ώρες που η θύμιση βουλιάζει στα χρώματα και σωπαίνει όπως ίσκιος... κι απομένει μόνο, η χαρά του αγγίγματος που δε θυμάται, το χαμόγελο που είναι μόνο φως, κι ο ύπνος, με φτερά πάλευκα, ανοιχτά, ταξιδευτής στα κύματα του στήθους.
Μικρά σταυροδρόμια όλη μας η ζωή... σημαδεμένα, για να μη χαθούμε, από αγάπη... Μέσα μας, καταλήγουν όλοι οι δρόμοι... κι αυτοί που έρχονται, και αυτοί που φεύγουνε. Κι αν ήταν δυνατό, να τους βάλεις στη σειρά, τότε, θα χανόντουσαν στο άπειρο... στον μεγάλο Ωκεανό της αγάπης! Εκεί, που αρχίζει, και ποτέ δεν τελειώνει.. η ζωή.

15/5/09

άτιτλο

Μετάξι μετέωρο στον Βόρειο άνεμο
αιμοραγεί, λέξεις.
Παγώνουν τα δάχτυλα των επιθυμιών
καθώς τις αγγίζουν.

Σε μια πτυχή ονείρου, που κυματίζει,
γατζωμένο ένα μικρό κοριτσάκι.
Ο πόθος το παρασέρνει να γκρεμιστεί
στα τάρταρα γυναικείας ψυχής.

14/5/09

Νεφέλη

Ήταν όμορφη, ήταν γλυκιά.
Σαν ανεμώνη, σε άγριο λιβάδι.
Ήταν υπέροχο λουλούδι, θαυμαστό.
Μία γλύκα άγρια, ξελογιάστρα.
Και κείνος την είδε...
Αδύνατο να μη την έβλεπε.
Η δίψα της ψυχής του
τον οδηγούσε σε κείνη..

Ήταν ένα άγριο λουλούδι.
Κι ήταν η εποχή της, έλαμπε..
Τον είδε από μακρυά, αδιάφορα,
να την πλησιάζει.
Τίναξε τα πέταλά της
κι ευώδιασε διακριτικά τον αέρα..
Τον άφησε να έρθει κοντά, πολύ κοντά.
Η ανάσα του έγινε ανάσα της...

Το βλέμα του σκοτεινό από πόθο.
Το άρωμα της σάρκας του μεθούσε το νου,
η καρδιά αδύναμη να ακολουθήσει..
Σκοτείνιασε στο τρόπο που την αγκάλιαζε
η φύση. Μάβιασε ο ουρανός.
Τα πουλιά φτεροκόπησαν τρομαγμένα..
Η ανεμώνη έκλεισε τα μάτια
και τα ξανάνοιξε με πόνο, δίχως ρίζα,
στολίδι στη κόκκινη καρδιά ενός άνδρα..

Τα πέταλα κόκκινα, κατακόκκινα,
από αίμα αθώο που χύθηκε...
τα τύλιξε προσεχτικά, γύρω από το γυμνό της κορμί,
να μη σπάσουν ακόμη περισσότερο..
Έγινε ένα μικρό κόκκινο μπουμπούκι..
και γέμισε αγκάθια και "μη" η ψυχή της.
Ένα μικρό κόκκινο, κατακόκινο ρόδο
που αιμοραγεί λέξεις και αισθήματα..
ενός ατίθασου παιδιού, ενδυμένου γυναίκα..

9/5/09

ιστορία χωρίς "αντίο"

Μάζευε μορφές από τους δρόμους
έπαιζε με τ΄άστρα τ΄ουρανού
μ΄ένα παιδικό σορτσάκι μόνο
έφθασε σαράντα χωρίς νου.

Γύρευε βαπόρι να σαλπάρει
για μέρη που ποτέ σου δεν ακούς,
στην καρδιά μέσα είχε πλάσει
άλλη γη και άλλους ουρανούς.

Είχε ένα δέρμα από μετάξι,
τό΄σχιζε το φως κάθε αυγή,
σα ποτάμι, χύνονταν στα δάση
πεταλούδες όνειρα, βροχή.

Τώρα, πριν γεράσει, ξεψυχάει
σαν παιδί που τ΄άσθμα καταργεί,
σε μια πόλη που κι αν ξενυχτάει
στήνει μακρυά απ΄το πόνο αυτί.

Αύριο, κάποιος θ΄απορρήσει:
"τι απέγινε κείνος ο τρελός
που έκανε τον κόσμο να δακρύσει,
πρώτης τάξεως, γελωτοποιός;"

Μα ίσως πάλι, μ΄ανακούφιση κοιτάξουν
την πόρτα κλειδωμένη στη σιωπή,
και μ΄απαλό το βήμα προσπεράσουν
δίχως καμιά να νιώσουν ενοχή

6/5/09

Γράμμα χωρίς αποδέκτη

Είναι τα δάχτυλα παγόβουνα
που αγκαλιάζουν τη σκέψη.
Η καρδιά έσπασε, ράισε η όραση.
Φλούδες από μανταρίνι και πορτοκάλι
αναδύουν, καίγοντας, άρωμα ημερών άλλων.

Στη σιωπή του μικρού δωματίου
ακούς τα πάντα.
Ποδοβολητά, βρισιές, κλάματα,
και το σκοτάδι που αναριχάται
στα κάστρα του εγώ.

Ο πόνος στο κεφάλι δένει τα χέρια.
Όλοι μπορούν να σε φτάσουν,
μα συ, δε φτάνεις κανένα.
Τρέμεις. Καραβάνι ατελείωτο
ο φόβος στην ψυχή σου.

Η σελήνη στρογγυλή.
Τη κοιτάς μέσα από σύννεφα,
σε κοιτά, επικοινωνείτε.
Κι ύστερα... χάνεται.
Μένεις μόνος.

Κάθε δυο και τρεις φορές,
που άκουγες να μαζεύονται τα πνεύματα,
σκεφτόσουν να φύγεις.
Να πας ταξίδι σε κάποια γαλάζια θάλασσα
που δε φτάνουν οι νόμοι
Να μουλιάσεις σώμα και ψυχή.

Κι ύστερα ερχόταν εκείνη, σταθερά την ίδια ώρα
όπως η σελήνη που μεσουρανεί ολοστρόγκυλη
στον ίδιο πάντα χρόνο.

"Είμαι ένα πουλί χωρίς φτερούγες"
συλογίστηκες ταξιδεύοντας στο φως
του λευκού κορμιού της, κάποτε.
Κι έμεινε μετέωρη αυτή η αγάπη για το κενό,
κάθε που χαμήλωνες λίγο παραπάνω τα μάτια.
Οι φίλοι σου το είχανε καταλάβει, και.. φρόντιζαν
να σε κάνουν ένα με τη γη. Να αποφεύγεις υψώματα,
και για χάρτες με άστρα, μήτε κουβέντα.

Λύση κρυφή για ταξίδι στο βυθό, ουρανός άλλος
για πτήσεις χωρίς φτερά... η θάλασσα,
μέσα από τα βάθη της καρδιά σου, σε κάλεσε...

Μα πάλι εκείνη... Αναδυόμενη από δάκρυ κρυφό
παράσερνε κι έδενε τα μάτια στον ουρανό.
Και το ταξίδι αναβαλόταν για μια ακόμη νύχτα.

Το πρωί όλα μοιάζαν όνειρο, διπλωμένο προσεχτικά
ανάμεσα στο χαμόγελο των χειλιών σου. Γράμμα χωρίς αποδέκτη.

"Καλημέρα", "καλησπέρα", "καλά", "μακάρι", "πάντα".
"Αλήθεια, σου είπα πόσο πολύ σ΄αγαπώ, σήμερα;"

άτιτλο

Η ζωή ντρέπεται τα παιδιά της, και τα ξεγελά. Για το κρυφό της ταίρι, δε τους μιλά. Ο θάνατος κι η ζωή, αγκαλιάζουν όμορφα ο ένας τον άλλο.. Μυστικά, και μπρος τα μάτια όλων, χωρίς να τους βλέπει κανείς, χορεύουν. Κι όλο στριφογυρίζουν! Κείνος, ποιητής δειλός, σηκώνει τη Ζωή στον αέρα, κι αυτή τον σκεπάζει με το φως της. Μάταια προσπαθεί στο φως, και τις επικύνδινες στροφές, να κρύψει το πρόσωπό του.. Η ζωή το γνωρίζει καλά, καλύτερα από τον ίδιο.. που δεν κοιτά ποτέ στον καθρέφτη.
Οι νεράιδες, δε χάθηκαν. Μόνο, που είχαν τη χαρά να δουν το σκοτεινό πρόσωπο του θάνατου. Έχει μια ακαταμάχητη ομορφιά, μια βαθιά γλυκίτατη γοητεία, σαν άρωμα γιασεμιού, νύχτα ζεστή και υγρή.. ζαλίστηκαν. Μέθυσαν, από αυτόν τον άγνωστο νέο, που πρώτη φορά αντίκρυσαν, κι ωστόσο, τους ήταν τόσο γνωστός και οικείος... χόρεψαν μαζί του, και νύχτες υγρές και ζεστές, εκεί που το φως του φεγγαριού μόλις φτάνει, μπορείς ακόμη να διακρίνεις τα μικρά τους βήματα.. μόνο που... αν προσέξεις, τα βήματα κάθε βράδυ, είναι αλλού.. μερικές φορές χάνονται στον αέρα, κι άλλοτε, τα νιώθεις απαλά πάνω σου.Μοιάζουν με χάδι ανέμου, κι όμως, είναι μικρά βήματα. Συχνά, η καρδιά χτυπά άρυθμα, ψιθυριστά, ανταποκρινόμενη σε μια αόρατη μουσική.
Οποιοσδήποτε μπορεί να νιώσει και να δει ακόμη τις νεράιδες.. Και να παίξει, να γελάσει ή να χορέψει μαζί τους! Άλλωστε οι νεράιδες αγαπούν το χορό, όσο και τα λουλούδια... Όμως, μετά δε το πει σε κανένα. Μα, και δε θα το θέλει, να σταματήσει τον χορό, για κανένα.

4/5/09

σκέψεις...

Θυμάμαι, την εποχή που η πέτρα κι οι διχάλες κλαδιών ήταν πανίσχυρα όπλα, πόσο ενθουσιασμό και χαρά, έφερνε στο κορμί και το νου, η φαντασίωση εχθρών, που έπρεπε να νικήσουμε. Εξερευνήσεις μυστικές σε μέρη, που αν κι ανάμεσα στο κόσμο, την πραματική τους υπόσταση και διάσταση, λαμβάνανε μόνο μέσα από τη δική μας ματιά... Η παιδική μας ορμή, εκτός από τρυφερότητα είχε ανάγκη και τον πόλεμο. Η γη μικρή, για να αιτιολογήσει τις πράξεις που είχαμε ανάγκη, να ξεδιπλώσουμε την ψυχή μας και να την κάνουμε μεγαλύτερη. Κι η φαντασία, κάλυπτε την αδυναμία αυτή της πραγματικότητας. Στην πραγματικότητα, ήμασταν άμεσα εξαρτημένοι από γονείς, κι άλλους προστάτες, και τα φτερά στη ψυχή, μικρά... Αν δε μεγάλωνε η αυλή, με την φαντασία μας, θα μεγάλωνε η θλίψη της σκλαβιάς που γεννάει η ασφάλεια... Εκ του ασφαλούς λοιπόν, οι μάχες κι οι εχθροί δεν είναι μόνο εύκολοι, μα και ανάγκη. Παίζει με αυτά, σα παιδούλα μικρή, η Πίστη, για να μη μαραθεί και χαθεί, μη βρίσκοντας παράθυρο άλλο να κοιτάξει... Η πιο καλή της συντρόφισσα, η φαντασία, γίνεται ο πιο δυνατός της δεσμοφύλακας. Σαν ένα μαντήλι που βαστά τα μάτια κλειστά, κι οι ευκαιρίες έρχονται και φεύγουν, κι εκείνη παίζει για να νιώσει σπουδαία, ενώ, μπορεί να γίνει σπουδαία..
Πότε περνάει ακριβώς η παιδική ηλικία, κι οι εποχές των υπερηρώων και των πανίσχυρων φραγμάτων εξουσίας, που δίνουν άλλοθι στη φυγή; Πότε μέσα στο σύνολο, η μονάδα νιώθει τόσο ισχυρή, που να ξεδιπλώσει άφοβα τα φτερά και να κοιτάξει πέρα από τον ορίζοντα, εντός κι εκτός; Ίσως όταν είναι αληθινά λεύτερη.. Κι η λευτεριά, προϋποθέτει κριτική σκέψη, επιλογή, κι όχι απλά δικαίωμα επιλογής. Κριτική σκέψη, σημαίνει γνωρίζω και αποφασίζω, χωρίς παροπίδες φόβου και σύνορα. Σημαίνει, δε ντρέπομαι να νιώσω και να αποδεκτώ, τα συναισθήματα και τις ανάγκες μου, όπως αγάπη, τις αδυναμίες και τα θέλω μου, όπως συμβάσεις και αξιοπρέπεια, να επιδιώξω αυτό που διατηρεί και αναπτύσει τη ψυχή μου... Η λογική διεργασία, που δεν είναι δέσμια σε ίσως και πρέπει, βοηθά στην τακτοποίηση όλων αυτών των πραμάτων μέσα μας... Αυτό είναι ωστόσο ένα εργαλείο, που η χρήση του διδάσκεται και προϋποθέτει ουσιαστική ανθρωποκεντρική παιδεία. Περιβάλλον με σεβασμό.
Το κράτος, ποτέ δεν φάνηκε να είναι μέσα στις επιδιώξεις του, ο σκεπτόμενος πολίτης. Άλλωστε η εξουσία από μόνη της, είναι διαφθορέας, κατά πόσο, τώρα που τα κέντρα ελέγχου των κρατών, κινούνται συγχρονισμένα από μεγάλα οικονομικά συμφέρoντα, κι υπηρετούν την αυλή τους, αντιμετωπίζοντας τους υπόλοιπους ως όχλο που πρέπει να τιθασευτεί για την καλύτερη εκμεταλευσή του.
Είναι ανάγκη να πάψει ο στρουθοκαμηλισμός, και να σταματήσουμε να κοιτάμε δεξιά κι αριστερά τι κάνουν οι άλλοι. Το ουσιαστικό ερώτημα, είναι "τι κάνω εγώ"... χωρίς το εμείς. Το εμείς, είναι το επόμενο βήμα, που χτίζεται αφού, προσδιορίσουμε σε ατομικό επίπεδο την δική μας ευθύνη στα θέλω, και τα μπορώ, και τη διαιώνιση μιας αδιέξοδης κατάστασης. Γιατί οι επαναστάσεις είναι εύκολες, κι εύκολα αποτυγχάνουν, και ο κάθε Στάλιν ή Ναπολέοντας, γίνεται αυτοκράτορας στη θέση του αυτοκράτορα. Μα οι αληθινές επαναστάσεις, είναι εσωτερικές, βασίζονται όχι στο θυμό, μα την αγάπη, όχι στην έξαρση μα τη γνώση, και έχουν ουσιαστικό αποτέλεσμα, γιατί συμβαίνουν, όταν είμαστε ήδη λεύτεροι, και δεν μπορεί πλέον να συμβεί αλλιώς.

29/4/09

Το κλειδί του παραδείσου

Ποιος έχει χάσει το κλειδί του παραδείσου
και με κοιτάει σα ζητιάνος της αβύσου,
σ΄ένα καθρέφτη από χρώματα, σπασμένο,
σε λίμνη μέσα, σύννεφο παγιδευμένο,
που πριν αιώνες, κατοικούσε μια ψυχή;

Ποιος είναι ο άγνωστος που με πλησιάζει
αθόρυβα τις νύχτες, μου μιλάει,
με λέξεις που δεν έχουν μαθευτεί;
Τα μαγουλά του βράχοι προσμονής
που ξέχασε η αγάπη να φιλήσει,
στα χείλη του κοιμήθηκε η θλίψη
κι έχει στα μάτια του ο θάνατος κρυφτεί.

Μοιάζει με κείνο το παιδί στην Παλαιστίνη
και με τη μάνα, πάνω του σκυμένη,
μοιάζει στον άστεγο που δεν περιμένει,
να βρει μία θέση στη ζωή.
Λουλούδι σε βάζο ξεχασμένο,
όνειρο με πόνο ποτισμένο,
νεκρός που έχει πλέον ξεχαστεί.

Τις μέρες δε μετρά, μετρά τα χρόνια
που έρχονται σαν στάλες της βροχής,
φύγαν πριν καιρό τα χελιδόνια
μα χάσαν το δρόμο της επιστροφής.
Κάποιο χνάρι, που ξέμεινε στο χώμα,
από ανέμελο που έπαιζε παιδί,
κι η τρέλα ενός άγριου χειμώνα
έχουν στα στήθη μέσα, μπερδευτεί.

Αρχαίος άνεμος από την Σαντορίνη,
παλάτια στάχτη, ναυάγια κρυφά,
στρατιώτες άταφοι μετά την μάχη
και άγνοια στις πόλεις, μακρυά...
Ένα περιστέρι που μαύρα φέρει
μαντάτα μες τα άσπρα του φτερά,
κι η άνοιξη, τρελή και παραλοϊσμένη
που όλο τρέχει, σε λάθος αγκαλιά.

Τυφλές οι μοίρες μέσα στο καθήκον
τον πόνο και τον χρόνο δε μετρούν.
Ανάμεσα στα ίσως και τα μήπως,
φαντάσματα ενοίκοι καρτερούν,
σε σώματα που πια δε τους ανήκουν,
την έξωση, χωρίς ν΄αντισταθούν.

28/4/09

Η εκδρομή...

Υπήρχε από τη παιδική του ηλικία, εκείνος ο Δράκος, που ήθελε να γίνει φίλος με τους ανθρώπους, μα η όψη του τους τρόμαζε... Ο Δράκος, που όσο πιο κοντά προσπαθούσε να έρθει στους ανθώπους, να τους δώσει να καταλάβουν πως είναι άκακος και θέλει μόνο να παίξουν μαζί, τόσο πιο πολύ φόβο γέμιζε τις καρδιές τους. Ώσπου μια φορά, μαζευτήκανε οι άνθρωποι, κι αποφάσησαν ν΄ απαλαγούν από τον κακό εφιάλτη. Ήταν τόση η χαρά του Δράκου όταν τους είδε να έρχονται προς αυτόν, που σαν θόλωσαν τα μάτια του καθώς οι λόγχες τρυπούσαν το ερπετόμορφο κορμί του, νόμιζε πως η καρδιά του είχε σπάσει από ευτυχία, κι ο πόνος που τον σούβλιζε, ήταν ο πόνος χαράς μεγαλύτερης απ΄ όσο μπορούσε ν΄ αντέξει... Ένα κόκκινο σύννεφο τύλιξε την ψυχή του μικρού Δράκου, και την πήρε μακρυά, βροχή την έκανε, και θαρρώ πως όταν μετά από χειμώνα βαρύ η Άνοιξη χαμογελά στις μουδιασμένες από το κρύο ψυχές, κι αυτές αφήνουν τη δυσπιστία τους να καεί στον ήλιο, είναι εκείνη η βροχή που κάνει να φυτρώνουν παπαρούνες....
Σ΄ένα λιβάδι από κατακόκκινες παπαρούνες ήταν που θυμήθηκε τον Δράκο ξανά, το όνειρο κείνο που έμοιαζε ξεχασμένο από χρόνια. Στην πρώτη γυμνασίου, σε μια έκθεση με ελεύθερο θέμα, η καθηγήτρια τους είχε πει: "γράψτε ότι θέλετε, ακόμη κι ένα παραμύθι"... και κείνος, έγραψε για τον μικρό Δράκο που τον συντρόφευε τα βράδυα. Την μέρα που διαβάστηκαν οι εκθέσεις, έλειπε από το σχολείο, μα την επόμενη που ήρθε, κάποια παιδιά είχαν περιέργως μία διαφορετική συμπεριφορά απεναντί του. Αναμεσά τους, μία κοπέλα. "Πολύ όμορφο το παραμύθι που έγραψες", του είπε... Και τότε, για πρώτη φορά κατάλαβε, πως δεν ήταν ο μόνος που μίλαγε με αλλόκοτα πλάσματα. Δράκοι υπήρχαν πολλοί, κι όλοι πίσω από την τρομερή όψη τους, περίμεναν κάποιον να πλησιάσει, χωρίς φόβο, χωρίς όπλα... Αυτό που δε κατάφερνε να εξηγήσει, είναι γιατί ο Δράκος του ονείρου, ήταν φορτωμένος τόσα αγκάθια.. Νά΄ταν τα δικά του "όπλα", ή μήπως, οι άλλοι, τα βλέπαν σ΄αυτόν δίχως να υπάρχουνε; Δημιούργημα της καχυποψίας τους; Συχνά, στις πληγές, φυτρώνουν αγκάθια.. Και μια και δεν υπάρχει το φως χωρίς το σκοτάδι, η αλήθεια πιθανολογούσε πως ήταν κάπου στη μέση.. Ο Δράκος μπορεί να μην είχε τ΄αγκάθια για να επιτίθεται, μα σίγουρα του προσφέραν μία ασφάλεια. Στην λέξη αυτή, "ασφάλεια", ένιωσε το στήθος του να τον πλακώνει, και την ανάσα να πασχίζει με πόνο να δώσει το απαραίτητο οξυγόνο... Πανικός τον κυρίευσε, μα μόνο μια στιγμή.... Τόσο ήθελε να ταξιδέψει η ματιά του ένα γύρο, να νιώσει νους και καρδιά τον ουρανό, τον αέρα, την λαμπερή ομορφιά των χρωμάτων. Να νιώσει λεύτερος. Κι όταν ένιωσε, τον απέραντο ουρανό, τον ταξιδευτή άνεμο, την εφημερότητα του χρόνου, πόσο υπερεκτιμημένη είναι η ζωή έξω από τη ζωή, μία στάλα αιωνιότητας μέθυσε το αίμα και τους λαβύρνιθους του μυαλού... ξάπλωσε ανάσκελα, και δεν ήθελε άλλο από την χαρά του Τίποτα! Κίτρινες μαργαρίτες, λικνίζονταν ελαφρά δίπλα του, μέχρι, που χορτάτος από γαλάζιο, τις είδε... Και ζήλεψε. "Εσείς", τους είπε, "ποτέ δε θα φορέσετε ρολόι"....
Στο λιβάδι αυτό, δεν είχε έρθει μόνος, μα με την οικογενειά του. Έτσι, όταν άκουσε να τον καλεί η σύζυγός του, χωρίς σκέψη, σηκώθηκε, και ήρεμα βάδισε προς τα κει. Τα παιδιά τρέξανε ενθουσιασμένα καταπάνω του, δείχνοντάς του, το πρωτομαγιάτικο στεφάνι.. "Όλα τα άφησες πάνω μου", διαμαρτυρήθηκε η σύζυγός του, κι είχε δίκιο... Χαμογέλασε και της έπιασε το χέρι, απαλά... "Τα υπόλοιπα θα τα κάνουμε μαζί.. όμως, τώρα ας πάμε μια βόλτα". Εκείνη, σκέφτηκε πως είναι πολλά όσα πρέπει ακόμα να γίνουν.. κι ο χρονος για τις ετοιμασίες λίγος.. Ήθελε πολύ, να κάνει αυτή τη βόλτα, μα έβαλε το καθήκον πιο πάνω. "Δε θα προλάβουμε", του είπε, "το μεσημέρι δε θα έχουμε τίποτα να φάμε. Καλύτερα να μην αργήσουμε να γυρίσουμε"... Εκτίμησε την κατάσταση.. τα παιδιά ήταν ήδη αποκαμωμένα από το παιχνίδι, κι ως συνήθως, εκείνη, είχε δίκιο. "Εντάξει, λοιπόν, πάμε!", είπε, και έψαξε τα κλειδιά του αυτοκινήτου.. Μάζεψαν τα παιδιά, μπήκαν στο αυτοκίνητο, βάλανε μουσική και ξεκίνησαν. Σύντομα, η πιο μικρή τους, αποκοιμήθηκε γλυκά...

8/4/09

άτιτλο...

Απόψε αποφάσησα να φύγω.. Να μπω στο υπερωκεάνιο της λήθης, που ταξιδεύει ξένιαστα στον κόσμο τούτο τους ανθρώπους, και δίχως πόνο, τον ωεκεανό των αστεριών, στεγνός και παρατηρητής να διασχίσω...Θανάτοι και γοργόνες ξεχασμένες, και βιβλία που σαπίσαν την καρδιά και τα μυαλά των ανθρώπων, σύνορα απέραντα και μικρά ψαράκια που λαχταρούν στο ασημόφως του φεγγαριού.. όλα πίσω να αφήσω, κι ανώδυνα να περάσω σε μια νέα, δική μου Ήπειρο.. να ξαναβρώ το άγριο κι αθώο παιδί, να με κοιτάζει, πίσω από φυλωσιές κρυμένο, ερευνητικά, και χωρίς όπλα, να αφήσω τον πόνο και τον φόβο, να γλυστρίσει από το λευκό δέρμα, που κουβαλά την ψυχή στο χρόνο, παρέα με ένα σωρό έθραυστα κόκαλα, πείνα και δίψα για χάδι κι αγάπη... Κι έτσι γυμνός, τ΄αγκάθι της αθωότητας να ματώσει τα πελματά μου, καθώς θα ξαναβρίσκω εμένα...
Κι όμως, η φυγή μου στάθηκε αδύνατη. Τα ρούχα που ντύθηκα, γίναν η μορφή μου, και το υπερωκεάνιο, βούλιαξε στο πρώτο αστέρι και τον πρώτο αναστεναγμό, που μόλις κλείσαν λίγο τα βλέφαρα, καρτερούσε... Πόσα - τόσα, μυτερά αστέρια, αντί να μοιράζουν το φως, τυφλώνουν τους βολβούς των ματιών, στο φως... Κι ήρεμα, μέσα από τα διάφανα της ψυχής αιμοφόρα αγγεία, απλώνουν τις ρίζες τους, και περιμένουν... περιμένουν.. περιμένουν... μέχρι που ο χρόνος να τελειώσει, αυτά, καρτερικά κι αμίλητα, περιμένουν. Κι ίσως η άνοιξη, ο καιρός που οι ρίζες θα απλώσουν φυλλώματα και θα προβάλουν όμορφες στην άκρη ενός χαμόγελου, και άνθη γλυκά γεμάτα χρώματα θα προβάλουν εκεί που πριν κατοικούσαν σκιές, ανάμεσα από τα βλέφαρα, τυφλόνοντας με όνειρα κι αυτόν ακόμα τον ήλιο.... και η καρδιά, παρασυρμένη από μουσική, να πεταρίζει σα πεταλούδα, στο φως, που ξεπηδά από την ίδια τη ζωή που την κατοίκησε.... ίσως η Άνοιξη αυτή να μην φτάσει ποτέ... κι οι ρίζες, τότε, από ελπίδα γίνονται καρκίνος... και το φως, τάφος ατάραχος, που βοηθά τους περαστικούς να μη αρωστήσουν στην άγρια Θέα του νεκρού Θέλω... Μη μπορόντας να δουν, πίσω από το φως το σκοτάδι μιας θλίψης απέραντης, με τον ίδιο τρόπο που η θλίψη, σκεπάζει τα μάτια και ταξιδεύει στο βυθό της, την επιθυμία...
Δεν υπάρχει πιο μεγάλη απογοήτευση από ένα μεγάλο αντίο, που πρέπει να ξαναεπαναλάβεις... είτε τολμήσεις την επανάληψη, είτε όχι. Δεν είναι κακό να αναζητάς στον θάνατο τη ζωή, είναι όμως το χείριστο, η ζωή να γίνεται θάνατος. Να μιλάς με φαντάσματα, και να σκορπάς μαζί τους την κάθε αυγή...Μερικές φορές, μια σκέψη, μικρή κι ανόητη, πως η γη περιστρέφεται γύρω από τον ήλιο, κι η νύχτα κι η μέρα διαδέχονται η μια την άλλη.. Σκέψη που σκορπά η ίδια διαδοχή που τη γέννησε... Μέχρι που στο τέλος ο καρκίνος θάβει το σώμα που τον γέννησε. Και κανείς, κανείς, δεν μπορεί να πει, πως αυτό το οικτρό πλάσμα που περιφέρεται ανάμεσα στους ανθρώπους, υπήρξε κάποτε άνθρωπος. Κανείς... κι όλο το εγώ και το εσύ, τυλίγεται την σκιά του φεγγαριού, καθώς σέρνει το παραμύθι του στον τόπο των ανθρώπων, αλλάζοντας τα πάντα. Επιτρέποντας στους διαβόλους και τους αγγέλους να μοιραστούνε κόλαση και παράδεισο, αγάπη και μίσος.. χάδι και θεία δίκη.. Μα πάντα.. πάντα... η αυγή υπονομεύει το όνειρο... ώσπου, μια μέρα το φως να μη παραλάβει άλλο από στάχτη....

31/3/09

τόσο μακρυά, τόσο κοντά...

Πικρή λέξη, στα χείλη δε θα φτάσεις.
Στο ποταμό της σιωπής, βότσαλο σε πετώ.
Όμορφα, να ταξιδεύει θέλω η αγάπη,
από τα στενά του νου ως το πλατύ γυαλό.

Με άστρα τα φτερά, καρδιά μου, θα κεντρώσω,
να φτάσουν τα όνειρα στου ουρανού τη τάξη.
Όμορφα να ταράζονται στο πέταγμά σου αγγέλοι,
και με κλειστά τα μάτια, Ζωή, να σε κοιτώ...

χρόνος και ψυχή...

Στον ουρανό, καρφίτσωνα, χρόνια παλιά, αστέρια,
πίστευα βλέπεις σα παιδί, στα δύο μικρά μου χέρια...
Γέρο τρελλέ και παλαβέ, που μες το νου φωλιάζεις,
τ΄άστρα μου σήκωσες ψηλά, και με στη γη με βάζεις.

Θαρείς και σε λογίζεται για τούτα σου τα σκέρτσα
το σύννεφο και η βρόχη, ο ήλιος και τ΄αστέρι,
που μες τα στήθη κρύβονται, σαν άσπρο περιστέρι,
στου αγοριού το σ΄αγαπώ, στου κοριτσιού το έλα.

30/3/09

Έρημη αγκαλιά

Έρημη, σαν άδεια παραλία,
που καρτερά τη θάλασσα,
να φέρει ευτυχία,
έτσι θωρώ την αγκαλιά
που η αγάπη τάζει,
βαστά ζεστό το όνειρο,
μα μοναξιά φωλιαζει...

Κι είναι η νύχτα η απαλή
παρηγοριά και πόνος,
σα ανάβει όλα τα κεριά
ελπίδα μα και φόβος.
Κι όσο χαράζει, μα πανί
κανένα να μη φτάνει,
θανάτου βέλη γίνεται
του ήλιου το στεφάνι.

Και μες του κόσμου τη χαρά
γλυκιά σα τη σελήνη,
ίδιο λευκό το πρόσωπο
η θλίψη τηνε ντύνει...
Και σα όμορφη νεκρή
που μοιάζει να κοιμάται,
σάβανο γίνεται το φως,
που καιει ότι θυμάται...

27/3/09

Η αγάπη κατοικεί μόνη

Μέσα στα χέρια σου η άνοιξη θερίζει
κάθε χειμώνα που έσπειρε η ζωή,
ένα χαμόγελο που στόλισε η θλίψη
και μια αγάπη που μόνη κατοικεί.

Της πόλης τα φωτισμένα μονοπάτια
σβήνουν στων βλεφάρων σου τα δάση,
κι όσα πίστεψα πως είχα πια χάσει,
μου τα φανέρωσες σε μία σου ματιά.

Μα γω ανατολή και συ στη δύση,
κι ένα φεγγάρι που καίει η προσευχή.
Δώρα που κανείς μας δε θ΄ανοίξει
και μια υπόσχεση που φαίνεται μικρή..

21/3/09

άτιτλο

Ενα δεντρο.......μοναχικο........
Ατενιζει την θαλασσα......
Καποτε ηρεμη και γλυκεια....ποσο θα ηθελε να αφεθει στην αγκαλια της......
μα ειναι φορες που τα κυματα της ερχονται μεχρι τις ριζες του και το κτυπανε.......
ΕΙναι ψιλα πολυ για να μπορεσει να γευτει τα φιλια της.....
μα καποτε θα τα κατεφερει......
αν φανει τυχερο......καποιο σκαρι θα φτιαξουν απ'τα κλαδια του.....
και τοτε ναι.......θα αφεθη στην αγκαλια της, θα γευτει τα φιλια της.....θα ζησει τον ερωτα της......
Ζει τωρα για εκεινη την στιγμη.......
Ζει τωρα για το ονειρο εκεινο που θα του φερει την ευτιχια......
Γεωργία Νεφέλη...




Παράξενη λέξη ο «συμβιβασμός».. τι είναι «συμβιβασμός», πως να εξηγήσεις μια τέτοια λέξη; «Είναι η συνήθεια», ψέλλισε ο άγριος άνεμος. «Οι άνθρωποι δε πετάνε σα τα φύλλα, δεν αλλάζουν ψυχή ανάλογα την εποχή, γιατί η συνήθεια έχει σκεπάσει τα θέλω και τα φτερά τους».... Μια παπαρούνα που άκουσε τον άνεμο κούνησε μελαγχολικά το κεφάλι. Τα λόγια φτάσανε ως τη θάλασσα και σηκώθηκε κύμα, χρυσό από αλάτι και νερό, που έκανε το κατάστρωμα από το παλιό σκαρί ν ’αστράφτει κάτω απ’ τον μεσημεριάτικο ήλιο. Ανυποψίαστο έπλεε μεσοπέλαγα κι ατάραχα, Μα άξαφνα μάβιασε η θάλασσα, ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από βαριά σύννεφα, κι ο ουρανός άρχισε ν βροντά άγρια σα να του ξέσκιζαν τα στήθη. Τα κύματα πάψανε να χαϊδεύουν αθώα το πλοίο. Τώρα το σηκώνανε ψηλά ως τα μολυβένια σύννεφα κι ευθύς το γκρεμίζανε στον Άδη…
«Ξέρεις», είπε ο καπετάνιος στο τρομαγμένο ναύτη που ήταν δεν ήτανε δώδεκα χρονών, «Παλιά πίστευα εσφαλμένα πως η συνήθεια είναι αποτέλεσμα της επιδίωξης για ασφάλεια.. Απλά καθημερινά πράγματα, που στο τέλος γίνονται μηχανικά. Μια τέτοια σκοτεινή μέρα, η ασφάλεια τούτη, για μένα θα ήταν ανακούφιση.. Εκείνο που μίσησα σαν παιδί, η ρουτίνα του σχολείου ας πούμε, τώρα μοιάζει υπέροχη! Σαν ένα λιμάνι που κοιτάζει στον ωκεανό είναι η συνήθεια... Όταν ο καιρός χαλά, το έχεις ανάγκη.. μα όχι για πολύ.»

Ο Μικρός ναύτης έντρομος, άκουσε σαν σε παραμύθι τα λόγια του καπετάνιου.. Ο φόβος δημιουργούσε αλληλουχία από εικόνες στα μάτια του... Κάθε που κοίταγε τα κύματα και το πλοίο, έβλεπε αγγέλους και δαιμόνους να παλεύουν για τη ζωή του... Αγαπημένα πρόσωπα, τούτη την ώρα, μαλάκωναν το θόρυβο του ανέμου στ’ αυτιά του, μα και βοή από φωνές αιχμαλώτων που βάστηξε αιώνια η θάλασσα, τον αναστάτωναν. Κάθε που έκλεινε τα βλέφαρα ν’ αποφύγει το αλμυρό νερό, οι παραστάσεις αλλάζανε, μνήμες από χρόνια παιδικά, φτάνανε αλλοπρόσαλλές στο νου... Εικόνες που δεν είχαν θέση καταμεσής μιας τρομερής καταιγίδας... Βρίσκανε αφορμή τώρα, που τη λογική παρέλυε ο φόβος, να δραπετεύσουν από τα δαιδαλώδη μονοπάτια της μνήμης. Τα ονόματα κάποιων σ’ αυτές τις εικόνες ξεχασμένα, άγνωστα.. Η αίσθηση όμως γνωστή.. καυτός ήλιος πόναγε τα πέλματά του, κι οι παλάμες του για λίγο, δεν είχαν να κάνουν με τα τραχιά σχοινιά μα με τη ζέστη μιας παλάμης άλλης, στοργικής, που μέσα της άφηνε μ’ εμπιστοσύνη τη ζωή του όλη...
Αναλογίστηκε, για λίγο, πως όλη η ζωή του ανθρώπου είναι ένα παιδί... Ένα φοβισμένο ή χαρούμενο παιδί... Το δίχως άλλο, ακόμα και την καρδιά του καπετάνιου, αυτό το παιδί την ορίζει... με φόβο ή με χαμόγελο...
Σκέφτηκε τα λόγια του καπετάνιου για το λιμάνι... Ισχύουν άραγε, για κάθε καρδιά; Όλοι οι καπετανέοι δεν είναι το ίδιο.. μα πάλι.. ο ίδιος καπετάνιος, σε ένα σκαρί ταλαιπωρημένο, και σε ένα σκαρί γερό, θα έπαιρνε τις ίδιες αποφάσεις; Θα τολμούσε το ίδιο εύκολα να ανοιχτεί στην απέραντη θάλασσα; Οι άνθρωποι μισούνε τα λιμάνια, όταν δένουνε σε αυτά όχι από αγάπη μα από ανάγκη; Ή μισούν πιο πολύ τη θάλασσα;... Αναλογίστηκε καλύτερα τα λόγια του καπετάνιου... «ανακούφιση».... «Κι οι άνθρωποι, είναι λιμάνια για κάποιους άλλους..» σκέφτηκε, κι απόρησε γι’ αυτή τη σκέψη του... μα γρήγορα την έδιωξε, καθώς το πλοίο του, είχε πλέον για ουρανό τη θάλασσα και μαύρα σύννεφα τυλιχτήκανε γύρω του και τον φιλήσανε στο στόμα...  έφερε στο νου του τους θαλασσοπόρους του Κολόμβου, που ξημεροβραδιάζονταν κοιτώντας την απεραντοσύνη του ορίζοντα... κι ένιωσε πόσο στενή φυλακή μπορεί να γίνει το απέραντο της θάλασσας. Στενή, πιο στενή κι από τάφο ακόμη... Εκείνη την ώρα, παρόλα τα νιάτα του, πόσο θέλησε την θαλπωρή μιας πολύ - πολύ συνηθισμένης ημέρας!..

Μερικές φορές, πρέπει να πεθάνεις για να ζήσεις. Να γκρεμιστεί και το τελευταίο ίχνος του παλιού κόσμου προτού γεννηθεί ένας καινούργιος. Κάθε φόβος, κάθε δισταγμός, να’ ναι νεκρός. Όπως και κάθε ελπίδα... Κι ύστερα εκείνο το ευεργετικό φως, η αίσθηση πως ζεις και τίποτα δε τελείωσε, και ο απαλός ήχος από τις πατούσες παιδιού που τρέχει και γελά πάνω στην άμμο.. Έτσι κι ο νέος, σαν άνοιξε τα μάτια με απορία είδε ότι του είχε χαριστεί η ζωή.. Ξαπλωμένος στη ρίζα ενός δέντρου, ανάμεσα από τα πράσινα φύλλα του, είδε το φως της καινούργιας του ζωής. Έκλεισε τα μάτια ξανά, κι αποκοιμήθηκε.
Ήταν ένα έρημο νησί. Η θάλασσα το όργωνε από παντού και στη μέση του ένα μόνο δέντρο... Τα κλαριά του παράξενα λυγισμένα, σχεδόν αγκάλιαζαν το κεφάλι του νεκρού αγοριού... «Να κάποιος που είναι τόσο μόνος όσο κι εγώ».. συλλογίστηκε το δέντρο, και καθώς νύχτωνε, σκέπασε σα νά’ ριχνε δάκρυα, το χλωμό αγόρι με τα φύλλα του…

Το αγόρι κοιμήθηκε αιώνες.. ο χρόνος, η αγωνία, το όνομά του, όλα σβήσανε σα να ήτανε παιχνίδια της άμμου…  Ξανάνοιξε τα μάτια, και είδε καλύτερα.. μια όμορφη κοπέλα, να τον κοιτά και να τον βαστά αγκαλιά... Χαμογέλασε, κι εκείνη, με δάκρυα που δε μπορούσε να κατανοήσει το γιατί, τον σκέπασε με τα μαλλιά και τον έσφιξε δυνατά στην αγκαλιά της... «Σ’ αγαπώ», του είπε, «πάντα σε περίμενα, πάντα έλπιζα πως θά έρθεις.. Και τώρα που είσαι εδώ, πονάω... Πόσο οδυνηρό ν’ αγαπάς κάποιον που δε μπορείς να έχεις!»... Το αγόρι, δεν κατάλαβε τίποτα απ’  όσα άκουσε... Μόνο ένιωσε βαθιά ανάγκη ν’ ανταποδώσει την αγκαλιά, και να πάρει πνοή απ’ τό φιλί της.. «Δεν ξέρω γιατί, μα κι εγώ σ’ αγαπώ.. Και δε θα μπορούσα να είμαι πουθενά αλλού...»  Κι έσφιξε την νεαρή, φανερά απελπισμένη κοπέλα στην αγκαλιά του!  Και τότε, γι’ άλλη μια φορά, τα πάντα γύρω του άλλαξαν, ο χρόνος άρχισε πάλι να μετρά,  αντίστροφα, οι μέρες, τα χρόνια, οι εποχές, σβήσανε και γραφτήκανε πάλι... Κι αυτός μ’ εκείνη, βρεθήκανε να περπατούνε πάνω από τα σύννεφα, πιο ψηλότερα από όσα φτάνουν καταιγίδες και μάτια ανθρώπου... Χέρι με χέρι! Ο κόσμος όλος, γεννημένος ξανά, και στο πλάι, πέρα από τις άκρες του ουρανού, η θάλασσα, αυτή που φτιάχτηκε από πάθη και καημούς των ανθρώπων, εκεί που χάθηκαν τα συντρίμμια της παλιάς τους ζωής, τραγούδαγε ένα γνώριμο, συνηθισμένο σκοπό...
Στην προκυμαία ενός πλοίου, πρωτοταξίδευτος ναύτης νόμισε πως άκουσε τα κύματα να τραγουδούν υποσχέσεις γι’ αγάπη παντοτινή.

Νικόλας Παπανικολόπουλος