Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

22/5/17

σα κιμωλία


Πορεία μοναχική πάνω στον μαυροπίνακα.
Λευκή εκείνη, εύκολα σβήνεται.
Κάτω απ’ τον  υγρό σπόγγο
επάνω στο σώμα του μαύρου πίνακα
 γίνεται τίποτα.
Κι ας ήτανε πριν, στίχοι από ποιήματα,
ατέρμονη ευθεία,
κύκλος μελαγχολικός κι επαναλαμβανόμενος,
εντός εκτός κι επί τ’ αυτά,
κομμάτι κάποιας ιστορίας.

Λευκή η ψυχή της,
φωτίζει στο πιο μικρό άγγιγμά της
τον μαύρο πίνακα.
Για τόσο μόνο,
ώσπου να γίνει πάλι τίποτα….

και λιώνει καθώς δίνεται κορμί ψυχή, σα χιόνι..
Κάποια μουτζούρα κάπου κάπου απομένει
σαν όνειρα που σβήνει το πρωί,
σαν όνειρα που σβήνει η κάθε νύχτα,
σα δάκρυ που πριν κυλήσει
το πίνει η σιωπή.

11/5/17

σταχτη


Λύγισαν τα πόδια.. σχεδόν γονάτισε στη γη και το κεφάλι ακούμπησε τη στάχτη. Στα βλέφαρά του, σκαλώσανε άστρα, ίχνη από τα βήματά της που ξεμακρύνανε... Ήτανε μεσημέρι κι έγινε βράδυ. Η φωνή του κόσμου άλλαζε ώρα την ώρα, φωνές παιδιών που παίζανε σωπάσανε. Τη συναυλία συνεχίσανε νυχτοπούλια. Κι όταν κι αυτά σώπαιναν πια, την ώρα που φως δεν υπήρχε πουθενά, μήτε στη καρδιά του μήτε στον ουρανό, ανεπαίσθητα έσφιξε στο χέρι του τη στάχτη... Κι αυτή σα μόλυνση, διαπέρασε το δέρμα του μπήκε στο αίμα... κι απλώθηκε σ΄ όλο του το είναι.. Φύσηξε αέρας και σκόρπισε.. έτσι απλά.. Και ποτέ δεν ξημέρωσε ξανά γι’ αυτόν

10/5/17

Σταυρός


Μια μελαγχολία κι ένα φυλαχτό
αμαρτωλή ιστορία ενός "σ΄ αγαπώ"..
Δάση οι κουβέντες, βλέφαρα κλειστά
να μετρούν ανέμες καμένες στη φωτιά.
Κι όμως, πάντα μένει να γυρνά κρυφά,
μία φυλαγμένη, αγκάθι στη καρδιά..
Τάζει παραμύθια, ξετυλίγει αλήθεια..

Είχα μια καρδιά, σα πουλί πάει..
πέταξε μακριά...
Είχα μια αγάπη, σύννεφο,
δύσκολα στα βλέφαρα βαστώ...
Ήρθε ο καιρός και πέρασε,
ήρθε και ξαναπέρασε,
και πάντοτε με βρίσκει εδώ.
Πάνω στο δικό σου το σταυρό..

4/5/17

Μάγια



Κοιτάς τον ουρανό κι ο ουρανός βουρκώνει.
«Ω, μου μπήκε ένα σύννεφο μικρό στο μάτι», απολογείται
κι έπειτα στέλνει το πιο όμορφο χαμόγελό του, στο φως
ως διάφανα περιστύλια ναού που αναδύονται να καούν,
παλιές αγαπημένες, που επιμένουνε μαρτυρικά να ζουν
στις  πιο σκονισμένες και σκοτεινές γωνιές του νου.

«Ποιος άφησε απεριποίητο τον κήπο της Εδέμ;», ρωτά,
το χέρι σου βαστώντας τρυφερά σκιά που σβήνει η φωνή της.
«Είναι μεγάλη η πόλη, για να βαδίζουμε χωριστά οι δυο..»
Ραγίζει μα δε σχίζεται η καρδιά, βαστώντας το ποτάμι εντός
και το ταξίδι ως τη θάλασσα εικασία.. «Κανείς άλλος δε θα πνιγεί»
αναφωνείς, κι ο ποταμός σκεπάζει τις όχθες των ματιών σου..

«Είναι μια πόλη αυτή αγαπημένη.. είναι ένα ανθρώπινο δάσος ευχών.
Η μία ρίζα πάνω στην άλλη, μπερδεύονται τα «θέλω» και τα «μπορώ»
Μία λάθος ευχή, ένα λάθος μπορώ, ένα παραπάνω φτεροκόπημα
αρκεί να γκρεμίσει ένα μέρος του δάσους… σακατεύοντάς το.
Ποιος άκαρδος αντέχει να ταξιδεύει πάνω στο πόνο των άλλων;»

Είναι μια πόλη αυτή μαγεμένη… ένα ανθρώπινο δάσος χαμένων ευχών,
«Θέλω» που δε γίνανε «μπορώ» από ενοχή και φόβο.
Η κόλαση θα είναι πάντα εκείνος ο δρόμος με τις καλύτερες προθέσεις.
Κι αν όλα αυτά τα προσθέσεις, η ζωή μικρή, τόσο μικρή, ώστε να χωρά
στο άνοιγμα που ποτέ δε δώσαμε στα φτερά μας.. και στο ποτάμι
που έγινε, μικρή σταγόνα στην άκρη των βλεφάρων μας.