Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

13/10/21

Εμμονικός

Ο ήρωας δεν ανοίγει την πόρτα, γιατί φοβάται πως αυτός που χτυπά είναι μια δύναμη ανώτερη από τον ίδιο, κι αν της ανοίξει τότε της παραχωρεί εξουσία και μέσα στον χώρο του. Η πόρτα όμως χτυπά και ξαναχτυπά, σταθερά, έντονα, σε ένα μονότονα επαναλαμβανόμενο ρυθμό. Ο ήρωας κλείνει τα αυτιά, βάζει βαμβάκι, αλλά ο χτύπος του τρυπά το μυαλό... Ωστόσο αυτός αρνείται να ανοίξει, ώσπου απελπίζεται. Ανοίγει την πόρτα, κι ότι συμβεί.... Κανείς. Κλείνει την πόρτα πίσω του κι αρχίζει σύγκορμος να τρέμει, γιατί κάποιος χτυπά την πόρτα και πάλι....

1/10/21

Σκέψεις

Εν αρχή είναι ο ήχος… ο ήχος που έχει τη δύναμη να ταξιδεύει τις μικρές μας ζωές πάνω από κάθε ρουτίνα, άγχος, φόβο. Ο ήχος που έχει τη δύναμη να γίνει δάκρυ, γέλιο τρελό, φτερούγες και χορός! Ύστερα είναι η εικόνα…. Η εικόνα που σκορπά ο δυνατός άνεμος των συναισθημάτων για να την ανασυνθέσει με το πινέλο της ψυχής…. Τελευταίος μα όχι υποδεέστερος, είναι ο γραπτός λόγος. Που έρχεται να αντιτάξει σα σπουργίτης το μικρό του κορμί απέναντι στο θεριό που ονομάζεται Εντροπία. Φανταστείτε τι φτιάχνουμε αν αρμονικά ενώσουμε τα τρία αυτά μέσα έκφρασης: Μαγεία! Ή αλλιώς, έναν ηθοποιό. Κι έναν κόσμο αυτόνομο, μοναδικό, κι ωστόσο γέννημα του κόσμου στον οποίο ανήκουμε όλοι. Εξερεύνηση κι επιστροφή μαζί. Αφού, κάθε ταξίδι, όσο κοντινό ή μακρινό είναι, έχει πάντα προορισμό τόσο το άπειρο, όσο και τον ταξιδευτή του. Κάποιοι ονοματίζουν αυτά τα ταξίδια. Άλλος τα ονομάζει έρωτα, άλλος επανάσταση, άλλος αγάπη…. Άπειρα ονόματα, έγχρωμα ή γκρίζα, λευκά ή μαύρα, από φως, σκοτάδι, στιγμές λάμψεις άστρων. Κάθε μέρα που ανοίγω την πόρτα, ή κλείνω τα μάτια να κοιμηθώ, νιώθω πως μια μεγάλη παράσταση μόλις άρχισε… με μοναδικό θεατή το φως και το σκοτάδι μέσα μου. Άλλοτε γελώ, άλλοτε δακρύζω. Η ζωή ένα βόδι που κάνει τον κύκλο της, κι οι στιγμές μέσα στη ζωή είναι όπως το άχυρο στο αλώνι. Κρατά τόσο, όσο συνθλίβεται… Μα στο διάστημα αυτό, χωράνε όλα όσα θαύματα κάνουν την Εντροπία να ντροπιάζεται από ένα σπουργίτη και το μεγαλείο που κρύβει στην καρδούλα του.

23/9/21

Φωτογραφίες.

Η ζωή είναι μία σειρά από φωτογραφίες.
Κοιτάζω αμήχανα τις πιο παλιές,
με περιφρόνηση τις τελευταίες.
Μήπως έτσι δεν σπαταλάμε τη ζωή μας
τον περισσότερο καιρό;
Περιφρονώντας αυτό που είμαστε,
αυτό που μπορούμε,
και που αγαπάμε τόσο πολύ!

15/9/21

Ο Φόνος

«Το να περπατώ ανάμεσα στην τρέλα των ανθρώπων, να τροχίζομαι στα πιστεύω τους, να ποτίζομαι κι ενίοτε να μεθώ από τα πιο υγρά όνειρα της καρδιάς τους, και να πεθαίνω όχι μια αλλά πολλές φορές, ξεγλιστρώντας αθόρυβα, αόρατος σχεδόν από την κόχη των ματιών τους. Έτσι θέλω να ζω… ανακαλύπτοντας διαρκώς αυτόν που είμαι και δεν είμαι. Γιατί την ίδια στιγμή που με ανακαλύπτω, με χάνω. Αφού κάθε διακριτή επιλογή γίνεται ρόλος, παύοντας έτσι να είναι αληθινά επιλογή. Λες και με το που ονοματίζεις στόχους κι οδούς, αυτά αποκτάνε μια άρρωστη ανελαστικότητα, γίνονται λίθινα καλούπια που μοιάζουν περισσότερο με τάφους, και η ψυχή τότε αρχίζει πάλι ν’ ασφυκτιά…»
Κανένα ελάφρωμα δεν ένιωσε στην ψυχή του καθώς έγραψε τα αποσιωπητικά. Όλα αυτά δεν αφορούσανε σκέψεις πρωτόγνωρες, αλλά ερχόντουσαν από ένα βαθύ μουχλιασμένο πηγάδι… Άλλο τα θέλητρα, κι άλλο οι πράξεις. Κι έχει την σημασία του κι ο χρόνος… Ο χρόνος που οι επιθυμίες εμφανίστηκαν, φαντάσματα του εαυτού τους, νεκρές κι ανεκπλήρωτες, στο χαρτί.. Ύστατος χαιρετισμός, ή ύστατη κραυγή αγωνίας που ζητά έστω τώρα, αυτός ο άγνωστος γνωστός να υπάρξει; Μήπως επρόκειτο για κρίση μέσης ηλικίας; Ξανάπιασε το στυλό…
«Αβεβαιότητα… φόβος… Η μη ανοχή στο λάθος πόσο εύκολο να γίνει φόνος!»,
Έσκισε το χαρτί, το τσαλάκωσε και το πέταξε.. Μαζί με αυτό, τον άγνωστο άντρα που τόσο κοντά βρέθηκε στο να τον γνωρίσει. Αν και κατά βάθος, ήδη τόσο γνωστός…

15/7/21

Σκέψεις..

Τα μικρά παιδιά, το μόνο που θέλουνε είναι να τρέξουν, να παίξουν, να ανακαλύψουνε.. να νιώσουνε πράματα που τους ηρεμούνε όπως ίσως ένα τραγούδι, ένα φως που ταξιδεύει αναπαριστώντας σχήματα στους τοίχους, ή, τον ήχο ενός τζίτζικα σε κάποιο κλαδί... Δεν αναρωτιούνται, δεν χρειάζονται κάποιο σκοπό, ή κάποια συνειδητή διαδικασία για να ταξιδέψουνε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη, χαρά ή λύπη.. Τα ζουν και τα δυο το ίδιο έντονα, περνώντας τόσο εύκολα από το ένα στο άλλο. Ένα λουλούδι μπορεί να είναι τόσο όμορφο! Φάρμακο να είναι η ομορφιά του στο τοπίο μέσα... Μα την στιγμή που, θα αρχίσει κάποιος να εξηγεί τι το κάνει τόσο σημαντικό, τόσο όμορφο.... αυτό αντί να τον φέρει εγγύτερα στην ομορφιά, αντίθετα, την αποδομεί και την εγκλωβίζει . Μπορεί να σηκωθούμε το πρωί ευτυχισμένοι, ή βαθιά στεναχωρημένοι, ή ακόμη κι απαθείς... Καμιά κατάσταση δεν χρειάζεται να αποκλείσουμε, ψηφίδες όλες κι εποχές της ζωής μας... Το σημαντικό συχνά κρύβεται μέσα σε μια παιδική λασπότουρτα, μια γκρίνια που έγινε χαμόγελο, κι ένα χαμόγελο που έγινε δάκρυ. Υποθέτω πως, η ευτυχία και η συνειδητή στόχευση, είναι περισσότερο φαντάσματα επιθυμίας, παρά πραγμάτωση. Μα ίσως, και η ζωή μας να μην είναι περισσότερο, από ένα τυχαίο παιχνίδισμα ονείρου..

11/7/21

Σκέψεις

Η ζωή είναι μοναχικό ταξίδι. Όσες χαρές κι αν ενώσεις, όση λύπη , όση μοναξιά. Είναι ένα ταξίδι στο Όνειρο. Το δικό σου, προσωπικό όνειρο, που μέσα του αποκτά υπόσταση, φως και σκοτάδι ο κόσμος. Κανείς δε θα βαδίσει με τα δικά σου βήματα, δε θα δει με τα δικά σου μάτια, κι όσο κι αν σε αγάπησε ή προτίθεται να σ’ αγαπήσει, δε θα σε νιώσει τόσο, που να σε καταλάβει. Επειδή κι αυτός βαδίζει στο δικό του όνειρο. Σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι, σημαδεύουν κι αλλάζουν ο ένας τον άλλον.. γίνονται κομμάτια, ψηφίδες... ψηφίδες για να συμπληρώσει ο καθένας την εικόνα που ταιριάζει στο όνειρό του και μέσα της να φτιάξει ζωή να τραφεί.. να χορτάσει την δίψα, την πείνα, την ανάγκη του να πατά κάπου και να μη μετεωρίζεται χωρίς προσανατολισμό στο αχανές τίποτα του σύμπαντος... Όλοι λουλούδια στον κήπο κάποιου άλλου, κι εκείνοι, λουλούδια στον κήπο μας. Κι ωστόσο παραμένουμε μόνοι. Η ζωή είναι μοίρασμα.. μεταμόρφωση... παράνοια. Μα πάνω από όλα μοναξιά. Φέρνω στο νου μου ένα μικρό παιδί... παίζει, γελά κλαίει τόσο εύκολα... και χωρίς πάντα φανερή αιτία. Ένα παιδί που παίζει ανέμελο, χωρίς έγνοια, χωρίς αναζήτηση, που απλώς χαίρεται την κίνηση, το οξυγόνο, το φως... και το μοίρασμα, είναι ο απόλυτος ορισμός της ζωής! Τα υπόλοιπα είναι γεννήματα της ανάγκης, και μάταια ο νους πασχίζει να δικαιολογήσει τ' αδικαιολόγητα και το γιατί μεγαλώνοντας απομακρυνθήκαμε από την ζωή. Σε μια οργανωμένη κοινωνία, καθοριστικός παράγοντας του προσανατολισμού της προς την ευδαιμονία, είναι το σύστημα αξιών πάνω στο οποίο χτίστηκε. Κι ενώ σαν παιδιά, η αλήθεια και οι πραγματικές αξίες υπήρξανε αυτονόητες, αρνηθήκαμε στην πορεία τις περισσότερες από αυτές, υποταγμένοι, ως κύτταρο της κοινωνίας σε ένα σύστημα αξιών χτισμένο όχι για να υπηρετεί την ζωή και τον άνθρωπο, αλλά το κέρδος. Και ανθρωπόμορφα τέρατα. Όταν η ζωή "χωρά" σε ισολογισμούς προσθέσεις και αφαιρέσεις, σημαίνει πως δεν μιλάμε πλέον για τη ζωή. Αλλά για αριθμούς. Η ζωή είναι όμορφη κι ο άνθρωπος, ένα από τα πιο όμορφα παιδιά της, όταν, μεγαλώνει μαθαίνοντας να παίρνει και να δίνει αγάπη, να είναι λεύτερος και δίκαιος. Δίκαιος στο όνομα της ζωής και της Αγάπης. Είμαστε όλοι πλασμένοι από την ίδια ύλη με τ’ άστρα... κυριολεκτικά και μεταφορικά. Κι ένα με το σύμπαν. Ένα με την αγάπη. Η απόστασή μας από το "όλο" είναι η απόστασή μας από την αγάπη. Κι αυτό εμπερικλείει μία πολύ πιο έντονη μοναξιά. Γιατί τότε, ξεκόβουμε τον εαυτό μας από το όλο, και λειτουργούμε ως καρκίνωμα. Ωστόσο η μοναξιά για την όποια μίλησα εγώ είναι διαφορετική, και μέρος του όλου.. Είναι το εσωτερικό μας σύμπαν, τα δικά μας άστρα κι αγαπημένα, οι δικοί μας θάνατοι κι οι δικές μας γεννήσεις. Είναι ο κόσμος, που, όσο κι αν το ωραίο μοίρασμα τον κάνει κοινό, όμορφο, μέσα από την δική μας, μοναδική για τον καθέναν ματιά, δε μοιάζει με τον κόσμο κανενός άλλου. καθένας μας είναι το ίδιο το σύμπαν και η ίδια η ζωή. Μοναδικός κι αναντικατάστατος. Όπως μοναδική κι αναντικατάστατη είναι η ζωή σε κάθε εκδοχή της... Κι ωστόσο αυτή η ευλογία της ζωής, μαζί με όλους τους αναπόφευκτους θανάτους που υπάρχουν προδιαγεγραμμένοι από την στιγμή που ζεις, κρύβει μέσα στην νομοτέλειά της μια βαθιά εντελώς προσωπική μοναξιά. Δεν ξέρω πως να μιλήσω γι’ αυτή την μοναξιά, γι’ αυτούς τους θανάτους που συνυπάρχουν με τη ζωή - και δε θα μπορούσε να είναι κι αλλιώς. Όπως το φως έχει την σκϊά του, έτσι και , το να μοιράζεσαι και να νιώθεις, το να βαθαίνεις τις ρίζες σου, σημαίνει, πως αντιλαμβάνεσαι όπως την χαρά και τον πόνο. Συναισθάνεσαι. Και πονάς. Η χαρά στη ζωή είναι σαν μικρά άνθη, που ανοίγουνε σε ιδανικές συνθήκες, για λίγο μόνο. Και που χρειάζεται να βαθύνουνε στο χώμα και το σκοτάδι οι ρίζες πρώτα, πριν καν χτιστεί ο βλαστός, για να φτάσουμε σ' αυτή την κορύφωση του θαύματος. Γι’ αυτή την μοναξιά μιλώ.

Σκέψη

Το αδιάφορο δεν πληγώνει... μόνο εκείνο που του το επιτρέψαμε. Πάντοτε, το φως αγαπά την γύμνια και πάντοτε, η ρίζα του φωτός, θα δυναμώνει μέσα στο σκοτάδι... Όσο βάθος, τόσο ύψος, κι αν κάποτε από το φως χρειάζεται να επιστρέψουμε στο σκοτάδι, για όσο, ας είναι αυτό για να σηκωθούμε με περισσότερη δύναμη και βεβαιότητα ακόμα ψηλότερα. Θωρακισμένοι με την γυμνή μας αλήθεια, άτρωτοι από το ελάχιστο, κι ονειροπόλοι!

ατιτλο

Ξένη είναι πάντοτε η ψυχή, στον κόσμο των ανθρώπων μέσα. Γιατί οι άνθρωποι, θυμούνται.. μα η ψυχή γνωρίζει.. Οι άνθρωποι, φοβούνται.. μα η ψυχή πέρα από το φόβο να ταξιδεύει μπορεί.. Κι έτσι πρέπει.. καθώς, ο άνθρωπος το "στιγμιαίο" είναι της ψυχής το πρόσωπο.. Που στη στιγμή του μέσα χωρά την ώρα που το σύμπαν γεννήθηκε.. Στη πρώτη λέξη, το πρώτο βήμα... το φως που γέννησε τον ήλιο στην καρδιά του λάμπει. Σαν τα φεγγάρια γίνεται έρωτας, αγάπη.. Πανσέληνος και πόθος ή μητέρα... Κι ύστερα, αρχίζει άξαφνα κι όλο θαμπώνει... κι όλο σβήνει και χάνεται... ίδια όπως μαραίνεται μια μαργαρίτα ή κιτρινίζουν τα φύλλα αφού μπει το φθινόπωρο.. Ενώ, η ψυχή, κι αν σήμερα είναι μαργαρίτα, αύριο φύλλο, σύννεφο ή φως, ποτέ δεν γερνά, δεν φθίνει... Κι έτσι, κι ακόμα και σε ένα φοβισμένο κορμί μέσα, ένα πρόσωπο σκαμμένο, φοβισμένο, εκείνη, πεταρίζει πάντοτε, όπως πρωτάκουστη λέξη, βήμα πρώτο και λαχτάρα για το επόμενο, Σελήνη και Γυναίκα. Νύχτα Άγια, που στην αγκαλιά της κοιμάται το φως, για να γεννηθεί Αυγή από τα σπλάχνα της...

Τι θα πει ήρωας; Άνθρωπος ίσως.. μα κι αυτό, ντροπή το νιώθω να το πω... Ίσως, πηλός, χώμα.. σβόλος.. αυτή είναι η επιθυμία μου.. Σβόλος να γίνω ζεστής γης.. Που έμαθε ν' αγαπά... να αντέχει το άροτρο, τον χειμώνα και το καυτό καλοκαίρι.. Κι από του Ουρανού τα δάκρυα, κι αν ακόμα ουρανό δε μπορεί να ανέβει, καρπίζοντας, στον ουρανό να κοιτά.. να σκαρφαλώνει... βαθαίνοντας τις ρίζες στην Αγάπη...

Καθώς, το χιτώνα φοράς τον βέβηλο και βαρύ, το κορμί νιώθει να πνίγεται στης ενδυμασίας του το Ωραίο... Το βλέμμα τυφλώνεται από το βελούδο, το κόκκινο που εξουσιάζει.. Και δε κοιτά πλέον το κορμί... Τα ρούχα κοιτά.. Που άλλους τους κάνει παλιάτσους.. απωθητικούς.. Κι άλλους σπουδαίους να μοιάζουνε... Αντιστρέφοντας την όψη των πραμάτων. Και τα ωραία λόγια, που τα Ωραία, φέρνουν στα αυτιά, τους λόγους σε κάνουν της ψυχής να ξεχνάς.. Παύεις να ακούς... Να κοιτάς... Να ανασαίνει η καρδιά σου... Παύεσαι... καθώς κισός, το Ωραίο, το ωραίο μέσα σου σκεπάζει αθόρυβα... και το νεκρώνει...

άτιτλο

Αφήνομαι να χαθώ, σα να βουλιάζω στο σύμπαν, στην ομίχλη των σειρήνων, που χωρίς φωνή τραγουδάνε, και χωρίς χρώμα ζωγραφίζουνε στον καμβά μονοπάτια. Κι αναρωτιέμαι. Υπάρχει άραγε τόπος καλύτερος για να χάνονται και να συναντιούνται, σχεδόν τυχαία οι άνθρωποι, από την απέραντη αγκαλιά της σιωπής; Τρόπος πιο αληθινός να ανταμώσουν και, πριν ακόμα κοιταχτούνε στα μάτια, να γνωρίζουνε τόσα ο ένας για τον άλλον;

ατιτλο

«Να γράψεις».. να γράψεις τι; Που θύελλα σηκώνονται οι λέξεις , σμήνος σκοτεινό προτού προλάβεις κοντά τους να φτάσεις.. Λέξεις… Πόση βοή καθώς σβήνουν τον ουρανό στο πέταγμά τους. Μα στάσου! Να, μία εκεί, ετοιμοθάνατη, λαβωμένη, αδύναμη! Σπαρταρά χωρίς να μπορεί να σηκώσει τα πόδια από την γη. Μοιάζει σβησμένη μολυβιά πάνω σε βρεγμένο χαρτί. Την σηκώνω με ευλάβεια στο χέρι, μόνο μη φυσήξει άνεμος και σκορπίσει το χάρτινο σώμα της… Την διαβάζω… Την συνθλίβω στο χέρι μου και την πετώ. Άρρωστος, από το ελάχιστο άγγιγμά της... Το κακό έχει ήδη γίνει. Τα πόδια μου δεν είναι πια πόδια. Είναι άροτρα δεμένα με αλυσίδες. Τα χέρια μου δεν είναι πια χέρια. Άνεμος είναι… που η θέληση δεν ορίζει. Και η καρδιά μου ένα πουλί νεκρό, χωρίς στάλα χρώμα, άσημος πρόσφυγας. Πως να τραβήξω τους νεκρούς στον πάνω κόσμο, τι να γράψω, που ο καμβάς είναι η σιωπή; Όταν η μόνη λέξη, που σε δένει με τη γη είναι «σιωπή».

σκέψη

Αν το σκεφτείς, αποτελούμαστε μόνο από πεταλούδες.. με πολύχρωμα φτερά, αλλά και διάφανα, και σκοτεινά τόσο, που συχνά δεν ξεχωρίζουνε από την πιο σκοτεινή νύχτα. Ένα σμήνος από πεταλούδες, μια για κάθε μέρα, νύχτα, ώρα της ζωής μας, που η πτήση του, ιδίως όταν στροβιλίζονται ζαλισμένες από το πολύ φως, ή την απουσία ενός λουλουδένιου φάρου, σχεδόν τυφλές, μοιάζουν με ένα ορμητικό ιπτάμενο ποτάμι. Κι ωστόσο, το μόνο που επιθυμούνε, είναι η ίδια η χαρά της πτήσης, ένα λουλούδι, κι ο χρόνος να το απολαύσουν. Κάθε πεταλούδα ένα κομμάτι της ψυχής μας... μια δική μας στιγμή... Κι όλες μαζί το πορτραίτο μας, το πορτραίτο δηλαδή ενός άγνωστου αγαπημένου.

4/7/21

Χρειάζομαι...

Χρειάζομαι ένα καλοκαίρι μεγάλο. Λευκό – ασβεστωμένο, γεμάτο φως κι αντανάκλαση. Χρειάζομαι ένα αεράκι καλοκαιρινό, να με νανουρίσει πλάι στο κύμα, που σαν γλυκό κουτάβι θα παίζει τρέχοντας και αναπηδώντας γύρω από τα γυμνά μου πόδια. Χρειάζομαι μια θάλασσα αιώνια, καθαρή, με τα σπασμένα ρολόγια να κάνουν τα πράσινα νερά της να αστράφτουν, προσκαλώντας σε, στην αιωνιότητα του να είσαι παιδί, να βουτήξεις μέσα της ολόκληρος ψάχνοντας για θησαυρούς τόσους πολλούς, τόσο σε κοινή θέα, που γίνονται θησαυροί κρυμμένοι κι αθέατοι, ο ένας μέσα στην ομορφιά του άλλου, κι όλοι μαζί, στην γαλήνη μέσα. Μια όαση να κρυφτεί η ψυχή μου, ένα νησί ερημικό, μια γωνιά στον παράδεισο. Φυσικά όλα αυτά δεν θα είχαν καμία αξία και κανένα λόγο ύπαρξης χωρίς εσένα… Χρειάζομαι το λοιπόν, πάνω από όλα, εσένα!

27/6/21

ατιτλο

Η εικόνα που έχω για τη μνήμη, είναι σαν τα ποτάμια που σκαλίζουν τη γη, άλλοτε βαθιά, ακόμα κι αν είναι καμωμένη από πέτρα, κι άλλοτε, σα της βροχής το χάδι, που αρκεί λίγος ήλιος κι αγέρας να την στεγνώσει, και σύντομα να ξεχαστεί κάτω από τα βήματα του καιρού… Είναι χαρακές που κι αν ακόμα ξεχάσεις το όνομά τους , τον τόπο που συνέβη το γεγονός, το πως ή το γιατί, άθελά καθώς το χέρι, το δικό σου ή κάποιου άγνωστου - που μπορεί να είναι ακόμα κι ο εαυτός σου, αγγίζει κάποια στιγμή την ουλή, αυτή ξυπνά τη ζωή που κρύφτηκε μέσα της, σαν σπόρος ενός λουλουδιού που ξυπνά από τον λήθαργο του χειμώνα, σαν μπόρα ξαφνική ή σα να μεσουράνησε ο ήλιος καταμεσής της νύχτας. Όσα βαθιά αγαπήσαμε, νιώσαμε, μας φόβισαν ή και μας πλήγωσαν, ακόμα και χωρίς χάρτη χρονικό ή όνομα, θα είναι πάντα εκεί. Κομμάτι του εαυτού μας. Υπάρχουν βέβαια κι αυτά που μεταφέρουν τα ποτάμια.. Και μια βαθιά αίσθηση ανακούφισης κι ελευθερίας, καθώς, όλα τους θα εκβάλουν κάποτε , και θα γίνουνε ένα με τη θάλασσα… Είναι η ίδια αίσθηση, πως, όσο κι αν διαφοροποιήσουμε τη ζωή μας, θα ανήκουμε πάντα στο όλο, και θα βρισκόμαστε κάπου αναμεταξύ του παντού και του πάντα.

6/6/21

άτιτλο

Εμπρός του πέντε πηγάδια. Πίσω του η νύχτα που τον κυνηγούσε δαιμονισμένα. «Σ’ ένα από τα πηγάδια κοιμάται το φως» του είχε πει. «Βρες το, και θα έχεις ακόμα μία ελπίδα». Έφαγε μισή ζωή, να τρέχει, κι αναζητώντας από πηγάδι σε πηγάδι το φως. Τώρα είχε πιθανότατα φτάσει στο τέρμα. Όχι γιατί δεν είχε άλλο να τρέξει - χώρος άφθονος, αλλά επειδή τα πόδια του δεν τον βαστούσανε πλέον. Η καρδιά του δεν είχε άλλη δύναμη να στείλει… Έφθασε στα πέντε αυτά πηγάδια παραπαίοντας, βαριά η ανάσα της νύχτας πάνω από το σβέρκο του. Το αρπαχτικό τον είχε σχεδόν φτάσει, κι αν το φως δεν βρισκότανε σε ένα από αυτά τα πηγάδια, σύντομα θα γευμάτιζε την ψυχή του.

5/6/21

άτιτλο

Ένα σύννεφο σε μια κλίνη, ιδρώνει, καίγεται, λιώνει. Τα μαλλιά της ένα με τα κύματα, στο βλέμμα της σπαρταρά ένα χρυσόψαρο. «Σώσε με», ουρλιάζει αμίλητη. Χώμα κι ουρανός γίνανε ένα, κλίνη, τάφος, ελπίδα, χαμός, ένα ασημένιο πτηνό φτεροκοπά δυνατά. Μες τα φτερά του συνθλίβει τον κόσμο. Τα σπασμένα γυαλιά άστρα σκορπούνε στο διηνεκές, άστρα αιχμηρά στην καρδιά μου. Στον τάφο θα μπω, στην κλίνη σου μέσα, στη μήτρα που τον πόνο γεννά θα κρυφτώ, ώσπου το χρυσόψαρο λυτρωθεί, νεκρό, μ’ ένα δάκρυ.

8/5/21

Ξίφος κι αγάπη.

_Ω χρόνε που όλα τα γυρνάς και όλα τα αλλάζεις… Χτες ακόμα ήμουνα βρέφος που θήλαζα αγάπη και στοργή από την μάνα ζωή. Χτες ακόμα, λάμπανε τα χάλκινα κατσαρόλια που στο κεφάλι φόραγα για κράνος, κρατώντας στο αριστερό χέρι το καπάκι για ασπίδα και στο δεξί την μακριά πιρούνα της αγαπημένης μου μαγείρισσας, της Ευτέρπης! Πόσο μου θύμωνε, στα ψέματα πάντα, όταν με έβλεπε με μάγουλα κόκκινα απ’ τη φωτιά της ψυχής, να εφορμώ χτυπώ αλύπητα το δράκο, που κρυμμένος κάτω από το παχύ βελούδινο τραπεζομάντηλο της στρογγυλής τραπεζαρίας των ιπποτών, θαρρούσε πως είναι τάχα, καλά κρυμμένος από τα παιδικά μου μάτια! Και μόλις χτες ήταν, που φορώντας θώρακα από λεπτό ατσάλι, με σπαθί αληθινό, κληρονομιά του πατέρα, ιππότης χρίστηκα γονατισμένος μπροστά στα γαλανά της μάτια, περήφανος και βαθιά συγκινημένος. Και μόλις χτες, ακούγοντας την καρδιά του αλόγου μου, στα μάτια της μέσα πνίγηκα σε μια λίμνη από κόκκινο αίμα… Την είδα ν’ απομακρύνεται ανάμεσα στους πολλούς έμπιστους άνδρες της φρουράς της με ασφάλεια, κι ήταν αυτό για μένα, ύστατο δώρο… Τα ρόδα έτσι πρέπει να καίγονται από τον θάνατο, στη φλόγα τους απάνω, την ώρα που το κόκκινο χρώμα και τ’ άρωμά τους, κορωμένο είναι. Στιγμή δεν το μετάνιωσα, και πάλι θα πήδαγα με τον Ατίθασό μου πάνω στις λόγχες των Σελτζούκων, να σώσω την γλυκιά μου αρχόντισσα από ατίμωση.

Το όνομά μου δεν υπάρχει πια. Κι ας γράφτηκε με τιμή πάνω στα λίθινα σοκάκια της Τενέδου, αυτά που οδηγούσανε στο ωραίο λιμάνι της, με τις μεγάλες πέτρες και τις κολώνες που είχε, να δένουνε τα πλοία. Δεν υπάρχει πια. Ούτε το λιμάνι, ούτε το καλά οχυρωμένο κάστρο του.
Αχ μάνα… πόσο δάκρυσες όταν με είδες να γίνομαι στρατιώτης… Για δάσκαλο με προόριζες, ή για παπά… Μα εγώ κοιτούσα στο εικονοστάσι και έβλεπα τον Άγιο Γεώργιο, να παίρνει την ζωή από το θεριό, κι έλεγα μέσα μου, πως αυτή είναι η ζωή που θέλω. Το θεριό να νικήσω… Την πείνα, την φτώχια, τους Τούρκους που σαν λυσσασμένη μας χτυπούσαν από παντού… Πως να γινόμουνα μάνα ιερέας; Πως δάσκαλος; Μίκραινε η χώρα κάτω από τα πόδια μας, ούτε γη να θάψουμε τους νεκρούς μας σε λίγο δεν θα έμενε.. Πως μάνα μου, πως; Και συ μου διάβαζες τους βίους των αγίων, και την αγία Γραφή, κι ακόμη Αριστοτέλη και Πλάτωνα, κάτω από το αχνό σου καντήλι. Και ολοένα το σκοτάδι γύρω απλωνότανε. Φτωχή μου μάνα, πόσο πλούσια είχες την καρδιά… Ποτέ δεν ξέχασες από που ξεκίνησες. Κι όταν ακόμα η ομορφιά σου, χωρίς προίκα καμιά, σε έφερε στον πύργο μέσα να μένεις των αρχόντων, σύζυγος τους αρχηγού της φρουράς , εσύ δεν ξέχασες… Και πάντα είχες ένα καλό να κάνεις, πάντα κρυφά. Έτρεμες την μοίρα μην έχω του πατέρα. «Γιώργο μου» μου έλεγες, «είναι γλυκό αηδόνι η ζωή, όσο κι αν ασκημίζει.. μη την χαλάς… ζήσε την.» … Γιώργο με λέγανε μάνα.. Τώρα θυμάμαι! Γι’ αυτό είχα στο δωμάτιό μου τον Άγιο.. που τόσο θαύμαζα!

Ποιος με θυμήθηκε μάνα κι επέστρεψα σήμερα από τον τάφο; Μου λείπεις μάνα. Μου λείπει το λευκό μου άλογο με την ανάγλυφη δερμάτινη σέλα, που μου έκανε δώρο η ίδια η αρχόντισσα.. Η παλάμη μου να νιώθει την καρδιά του! Μου λείπει.. Παράξενο που ζωσμένος είμαι ακόμα τ’ άρματα, πάνοπλος, και περπατώ κάτω από την σελήνη. Σα να είμαι κομμάτι της. Φως αχνό, έτσι βαδίζω ώρες τώρα ανάμεσα σε σπίτια κι ανθρώπους. Τίποτα δεν μοιάζει πια στην όμορφη Τένεδό μας στην πόλη μέσα, μόνο παράμερα η θάλασσα, η γη κι ο ουρανός. Ολόφωτος άστρα, να δείχνει τον δρόμο στους ταξιδιώτες. Πόσα καντήλια ανάμενα! Πόσοι νεκροί και πόσες ελπίδες σουλατσάρουν και συναντιούνται, συχνά ξεχνώντας ποιος είναι ποιος, ως το ξημέρωμα!

Ίσως κάποιος σκοπός μεγαλύτερος από την εφήμερη του θανάτου εξουσία με ξυπνά. Ιππότης είμαι, ταγμένος στο καθήκον και την τιμή. Ποιος να’ ναι, που να πρέπει να πάω; Όλη νύχτα βαδίζω ξετυλίγοντας σκέψεις κι αναζητώντας ένα γιατί. Αόρατος στα μάτια των ανθρώπων, χωρίς σάρκα και αίμα, ακολουθώντας τα μονοπάτια που φωτίζει το παλιό αίμα. Σε λίγο θα φέξει, κι αυτό το «γιατί» γίνεται ολοένα και πιο βαρύ, σα να σέρνω στα πόδια μου μια αλυσίδα που βαραίνει.. Το αίμα με έφερε στο πέτρινο λιμάνι που πέθανα. Γιατί;

Σχεδόν ξημέρωσε… σκορπά ο αέρας, κι ας μη μπορώ να τον νιώσω, την μορφή μου.. Όμως τώρα είναι ολοφάνερο στα μάτια μου η αιτία που ξύπνησα. Μια παλιά προσευχή, την ώρα που γλίστραγε η ψυχή από το σώμα μου, μια ευχή που άθελά μου έκανα. Να έβλεπα ακόμα μια φορά τα δικά της μάτια! Ω, πόσο όμορφη η θάλασσα αρχόντισσά μου, πόσο με τα μάτια σου ίδια, κάτω από το γαλήνιο φως της Αυγής! Τώρα ήρεμος μπορώ να σκορπίσω φως στο φως, και γαλήνιος να κοιμηθώ ώσπου η ζωή να νικήσει για πάντα τον Θάνατο, πανέμορφη μέσα στην αθωότητά της, λυτρωμένη από τα δεσμά της χάρη στην δύναμη της Αγάπης. Συγχωρέσε μου μια τελευταία ευχή αρχόντισσά μου.. αντίο ύστατο σαν αλμυρό φιλί… είθε όταν συναντηθούμε ξανά, αν είσαι πουλί να είμαι ουρανός, κι αν είσαι θάλασσα να είμαι το αλάτι μέσα σου! Κι αν είσαι όνειρο, τότε, να μην ξυπνήσω ποτέ.

29/4/21

άτιτλο

Δεν υπάρχει πιο όμορφος καμβάς για την σιωπή από τα μάτια, και πιο θεραπευτικό άγγιγμα στην μοναξιά, από το άγγιγμα που γεννιέται, ζει και ανασαίνει λεύτερο, στον καμβά αυτόν μέσα... Ούτε γαλήνη πιο όμορφη, κι από τα χρώματα όλα της γης, παρεκτός αυτής που χαρίζει η φλόγα της μοναξιάς, καθώς ξεψυχώντας μετουσιώνεται σε απλή, γκρίζα απέραντη στάχτη.... Που όσο απλώνεται, τόσο ακούγεται καθαρότερα να χτυπά μέσα της, όλο και με περισσότερη ορμή και πόθο για ζωή, νιόφυτη, η καρδιά της Άνοιξης!

10/4/21

ατιτλο

Το σώμα είναι το σχολείο της ψυχής, αλλά η ψυχή είναι κακός μαθητής. Ποτέ δεν θα προλάβει τα μαθήματά της... έτσι, είναι παρηγοριά γι' αυτήν, ελπίδα, μα περισσότερο από όλα, υποθέτω απόλαυση, να χάνεται και να επιστρέφει πάλι ξανά, στον και από τον ορίζοντα. Μερικές φορές βέβαια, αυτό το απέραντο κι αιώνιο πήγαινε-έλα την ταλανίζει, δεν της αρκεί.. Τότε με τη δύναμη της φωτιάς των άστρων μέσα της, αφού από αυτά ξεκινήσαμε κάποτε όλοι, δραπετεύει.. Και γίνεται βροχή, δάκρυ, ιδρώτας. Ταξιδεύει ένα με ψυχές άλλες, χάνει τον εαυτό της, και χάνεται... Ίσως για να γεννηθεί ακόμα μια φορά, από το μηδέν... να κάνει το ταξίδι της ύπαρξης από την αρχή. Μέχρι που οι ακτές να μείνουνε χωρίς βράχια, κι η ζωή, χωρίς θάνατο.

14/3/21

ταξίδι

Κυλά πάνω στο χαρτί καφές που έριξες επίτηδες· για δες πόσα θαυμαστά καθώς ρέει φέρνει στο νου, τα μάτια, την καρδιά! Ίσως, με λίγο μπλε του κοβαλτίου, λίγο καρμίνι και ψημένη σέπια, ώχρα και μαύρο για τ’ άγουρο της ελιάς το χρώμα, ίσως, απερίσκεπτα παίζοντας σα παιδί ολοένα βαθύτερα στο δάσος προχωρώντας, τα θαύματα γλιστρώντας από το γκρίζο στο φως παίξουν φανερωμένα μαζί σου και πάλι.

28/2/21

Άνεμος έρωτας

Χτυπά ο άνεμος την πόρτα. «Τι θέλει πάλι ;», αναρωτιέσαι – συνυπεύθυνο τον λογαριάζεις για όσα γίνανε μες την καρδιά σου. Δεν ανέχεσαι την ταραχή στην οποία έρχεται καβάλα, την σύγχυση που φέρνει. Σου φέρνει ταχυκαρδία και πονοκέφαλο. Αλλά ο άνεμος χτυπά και ξαναχτυπά, δεν έχει σκοπό να προσπεράσει αφήνοντάς σε αλώβητο. Χτυπά όλο και πιο δυνατά. Αναρωτιέσαι αν σπάσουν πρώτα τα νεύρα σου ή η πόρτα. «Σπάσαν τα νερά!» ακούς από το μέσα δωμάτιο… Μα δεν ήσουνα μόνος; Η φωνή επαναλαμβάνει…. «ήρθε η ώρα…. Γεννώ!» Τα μπατζάκια σου μούσκεμα, ως τον αστράγαλο. Το πάτωμα είναι γεμάτο νερό, δυο τρία χρυσόψαρα, κόβουνε ήδη βόλτες τριγύρω από τα πόδια του τραπεζιού… Γλιστρά το μυαλό στη σκιερή πράσινη γαλήνη, κάτω από το πέτρινο γεφύρι που κυνήγαγες καβούρια στο χωριό του πατέρα… Δεν υπάρχει πια η πηγή, πάνε χρόνια που την ήπιαν πομώνες. Ποιος χρόνος σου επιστρέφει χρέη; Τόσο απλά, τόσο σύντομα, το παρελθόν ήρθε, σχεδόν αβίαστα – παρά την ορμή του ανέμου, και ξέβαψε το σπίτι σου. Το ρολόι στον τοίχο με τους ασπρόμαυρους δείκτες του, σιγοντάρει πως ήρθε η ώρα. Όλα τώρα μοιάζουν σαθρά προσχέδια με μολύβι πάνω στις σελίδες ενός τετραδίου… Το νερό τα έχει κάνει θαμπά, έχει μουλιάσει κάθε σελίδα. Γέρνουν οι τοίχοι… Λιώνουν. Χαμογελάς. Αναρωτιέσαι, αν πρέπει να ανοίξεις την πόρτα, ή να περιμένεις το σπίτι να πέσει να σε πλακώσει. «Σιγά το βάρος!», σκέφτεσαι, «λίγο χαρτί και νερό, πόσο μπορούν να με βλάψουν;» Το μαύρο από τις σελίδες όμως, έχει άλλη άποψη… καθώς γλιστρά στο νερό, σα νερόφιδο ξετυλίγεται , κι όλο και μεγαλώνει… Τρώει ένα ένα τα χρυσά ψαράκια, τυλίγεται και ξετυλίγεται στα πόδια από τα έπιπλα, τα συνθλίβει σα χαρτοπολτό, και καταλήγει ολοένα μεγαλύτερο γύρω από τα πόδια σου. Μια μεγάλη μαύρη φθονερή τρύπα γίνεται, μια χαψιά στα μαύρα σωθικά του αν το θελήσει σε κάνει. Αντί αυτού, σκαρφαλώνει, σχεδόν νωχελικά στο δεξί σου πόδι, τυλίγεται γύρω από το λαιμό, το αριστερό σου χέρι, και βυθίζει το παγωμένο του δόντι στην καρδιά σου, κοιτώντας σε στα μάτια τρυφερά! Με τόση αγάπη, που μεταμορφώνεσαι ολάκερος σε ένα μαύρο ρόδο… Δώρο, στον άνεμο… που χωρίς σπιτικό, του Ανήκεις! Κάθε πέταλο της ψυχής σου, όμοια με τα σύννεφα και τα ώριμα φύλλα. Κορμί σου γίνεται, φωνή σου, και λυτρωμός. Σαν έρωτας στην πιο ιδανική του μορφή!

22/2/21

Άπνοια

Κοιμούνται τα δάχτυλα καθώς τα πλήκτρα αγγίζουν. Άτονα, αδύναμα, μετέωρα ξεμένουν ανάμεσα στ’ ονειρικό και το βαθιά πραγματικό. Εκεί στο ενδιάμεσο, όλες οι λέξεις λιώνουν και ξαναπλάθονται από την αρχή, έρημος σύννεφο και βροχή, φως και σκοτάδι… Καμιά επιλογή δεν είναι σωστή ή αρκετή, καμιά δεν είναι λάθος. Λέξεις φράσεις κι άναρθροι ήχοι ένα μπερδεμένο κουβάρι, θάλασσα με μύριους χρωματισμούς και διαθέσεις. Η ακινησία γίνεται ο πιο πρέπον τρόπος της μαρτυρίας αυτής… Πως να ορίσουν τόση δύναμη, ομορφιά και ασκήμια; Μια τρίχα από την πλούσια κόμη, λίγοι κόκκοι άμμου, ένα δάκρυ φωτός κι ένα μαύρο, ακόμη αγέννητο… Δώρα του τυχαίου στο Όλο. Στο βάθος ακούγεται μουσική.. στο δικό σου μετερίζι δεν ακούγεται… Τώρα. Μετά μπορεί. Ποιος ξέρει αν κάποτε οι ίδιες νότες, ο ίδιος ρυθμός, μπολιάσει και τους δυο. Κλείνεις τα μάτια κι αφήνεσαι, απολαμβάνοντας της δίνης την δύναμη. «Άχαρο την μοίρα σου να μη ορίζεις», σκέφτεσαι με το νου, μα η καρδιά σου βαστά γερά ακόμα εκείνα τα νεκρά μαλλιά, μια τούφα ξανθή από κάποιο παλιότερό σου ταξίδι που έλαβε χώρο στη συνείδηση… Αφουγκράζεσαι τη σιωπή και χορεύεις… εφήμερες οι Καρυάτιδες στη σιωπή σου μπροστά. Οι πλανήτες οδηγούν το σώμα σου, που μοιάζει άγαλμα πέτρινο… Μα κι αυτό, για λίγο μόνο, καθώς στιγμιαία όλα μεταβάλλονται. Κι ωστόσο αιώνια… Όσο ακριβώς διαρκεί δηλαδή ένα ταξίδι, από την αρχή ως την αρχή, κι από την νεότητα ως τη νεότητα. Γιατί ακόμα έχεις τα μάτια ανοιχτά και τα δάχτυλα κοιμισμένα, ονειρεύονται! Που σημαίνει πως τα πάντα μπορούνε να γίνουν, καθώς, όπως ο κόσμος αποκτά υπόσταση στο όνειρό σου, έτσι και συ, υπάρχεις κι αποκτάς υπόσταση, είτε το θες είτε όχι, μέσα στο όνειρο κάποιου άλλου. Γιατί αυτό που αποκαλούμε «ζωή», δεν είναι άλλο, από ένα απέραντο χωνευτήρι και μήτρα ψυχών. Ποιος μπορεί να πει, αν μια χούφτα θάλασσα είναι, από ποιο ποτάμι νερό, βροχή, ή ιδρώτας; Από τον κόρφο ποιανού άστρου γεννήθηκε, από πόσο σκοτάδι και φως;

29/1/21

Μυστικές ανταμώσεις

Γεννήθηκε μια νύχτα του Γενάρη υπό το φως μιας λευκής Πανσελήνου, που έσταζε ανάμεσα από τα σύννεφα σαν φρούτο ώριμο, φως στα μάτια της. Ανάμεσα από τα βλέφαρά της αναδύονταν μέσα από την αχλή της νύχτας σαν ταξιδιάρικα πτηνά εικόνες μαγικές, αναστατώνοντας και θαμπώνοντας το βλέμμα του. Έτσι τον βρήκε ο Έρωτας, καταμεσής της απέραντης νύχτας, ναυαγό κι αβοήθητο στο έλεός της. Μα Εκείνη είχε άλλα στο νου, γι’ αλλού φτερούγιζε η καρδούλα της… Γλίστρησε και χάθηκε σαν πρωινή δροσιά απ’ τά φυλλώματα, αφήνοντάς τον γυμνό, άπνοο, κορμί αδειανό. Ανάμεσα σε πολλά άδεια όστρακα κι αμμόλοφους από προσευχές πνιγμένων. Δίπλα σε ένα ανθισμένο κρινάκι της θάλασσας. Πόσο όμορφα κυμάτιζε η θάλασσα! Που ακόμα ταξίδευε την ψυχή του… «Τι όμορφη γαλάζια θάλασσα!», είπε η κοπέλα καθώς ο ήλιος αναδείκνυε πια όλη της την διαύγεια, κι όλη της την λάμψη. «Τι όμορφο σάβανο…» Έλυσε τα μακριά μαλλιά της αφήνοντας τις έγνοιες της να πέσουν στην άμμο, και αργά, με ιεροτελεστία, άφησε την θάλασσα να την αγκαλιάσει, να την σκεπάσει, ώσπου να μην υπάρχει τίποτα ως και πέρα από τον ορίζοντα, εκτός από εκείνο το κοπάδι φτερωτά… που δεν έλεγε να κοπάσει. Αυτή είναι η ιστορία των ανθρώπων, που συναντιούνται, μα δεν γνωρίζονται. Κι ωστόσο, έχουν μοίρα τόσο κοινή, σαν δυο ρόδα μεγαλωμένα και κομμένα από το ίδιο κλαδί. Κοινά εκτεθειμένα στον ήλιο, την βροχή, τον αέρα… Την ίδια επιθυμία να ζήσουν μα και το ίδιο σαράκι. Και ενώ δεν γνωρίζονται, βαθιά μέσα τους γνωρίζουν τόσο καλά ο ένας τον άλλον. Για την ιστορία μας, κανείς δεν πέθανε πραγματικά, αέναα συνέχισαν να συναντιούνται, θάλασσα αέρας ή ήλιος. Ή σε κάποια από τις φάσεις του φεγγαριού, πότε άστρο, πότε φτερωτό, και πότε στην ωχρή όψη κάποιου μοναχικού λουλουδιού. Και η μαγεία που γεννά κάθε τέτοια συνάντηση, δεν έπαψε ποτέ, από το πρώτο πέταγμά της στην πρώτη έκρηξη του κόσμου, ως τα τώρα, να αναστατώνει και να διασχίζει την ύπαρξη. Πότε φέρνοντας και πότε παίρνοντας πνοή…

24/1/21

Σκέψεις

Περισσότερο από τις λέξεις, είμαστε εικόνες . Όχι όμως από εκείνες που σχηματίζονται από την αντανάκλαση του φωτός, αλλά εκείνες, που σχηματίζει η ψυχή, εικόνες γεμάτες σύμβολα, εικόνες γεννημένες από ένα άγγιγμα, μια απουσία, από ένα τεράστιο «Θέλω» με ένα μεγάλο «Γιατί» καρφωμένο στα πλευρά του, που αιμορραγεί φως.

Χωρίς αποδέκτη

Πάει τώρα καιρός που δεν σου μιλάω. Δεν υπάρχει κάτι να ειπωθεί που να είναι πρέπον. Όλα μια μεγάλη παγίδα του νου, αν κάνεις ή κάνω το λάθος, το χάος μέσα μας θα μας καταπιεί. Και μαζί τον κόσμο που μας περιβάλλει και πατάμε. Δεν με νοιάζει για μας, άξια η πτώση μας κι ιδανική, η αναρχία κυλά ατίθαση επαναστάτρια στο αίμα μας, κάθε που τα μάτια μας είναι αντικρυστά. Αλίμονο αν μπορούσε κάποιος ν’ ακούσει την βοή στο ποτάμι που κυλά κάτω από το έδαφος. Πόσο θα τρόμαζε! Υπάρχει μια σιγή μέσα στον θόρυβο, μέσα στον χρόνο και τους ρόλους και την γκρίζα «πολύχρωμη» εναλλαγή της απόχρωσης της πόλης. Η διαρκής μετατόπιση εμποδίζει τον δείκτη να σκαλώσει παγώνοντας τον χρόνο, τις μέρες, τα χρόνια. Κι αυτό είναι όλο. Όσα έχω να πω, χωράνε σε αυτό το μικρό σύντομο προσπέρασμα του δείκτη. Ακριβώς όπως κάθε αγέννητη ιστορία. Χωρίς αποδέκτη.

12/10/20

Μέρες γεννημένες στο χθες

Μέρες γεννημένες στο χθες, απατηλές, ελπιδοφόρες, φτιαγμένες από επιθυμία και πόνο, πρώτη ύλη για ζωή και θάνατο. Μέρες που φτάσαν στο σήμερα σέρνοντας δεμένο πάνω τους με σχοινιά το κορμί. Μέρες κομματιασμένες όπως εσύ, παραμορφωμένες κι άσχημες. Προσπαθείς κοιτώντας κατάματα βαθιά μέσα τους, ν’ ανακαλύψεις στίγματα ομορφιάς, ελπίδας ανόθευτης, χαράς αφαρμάκωτης από πίκρα… Δεν αντέχεται να κοιτάς ώρα πολύ, ξεστρατίζει το βλέμμα. Πίσω από τα βλέφαρα καραδοκούν να σε πάρουν μαζί τους μονοπάτια φυγής. Φτερουγίζει η ψυχή το κάλεσμα νιώθοντας, ανατριχιάζει η καρδιά… Πίσω ο θάνατος, και μπροστά τι; Ίσως ο αληθινός θάνατος, ο χαμός όσων γνώρισες πως είσαι, μα ποτέ δεν στάθηκες σίγουρος… ήσουν; Τόσο κοντά το πέρασμα από το άγνωστο στο άγνωστο, τόσο γνώριμη μέσα σου αυτή η ψευδαίσθηση πως τα τετραθέμελα του κόσμου αν δεν αγαπάς εαυτόν θα γκρεμίσουνε, πως ακόμα τρόπος υπάρχει, αρκεί ερμήνευση ν’ αλλάξεις για να τον δεις. Το φθινόπωρο ήταν πάντοτε εποχή αλλαγών που προετοιμάζει την σιωπηλή απολογία του χειμώνα. Μόνο που σε αντίθεση με τις εποχές του χρόνου, οι ανθρώπινες εποχές δεν έχουν περιοδικότητα. Συμβαίνουν άπαξ. Όταν το συνειδητοποιήσεις αυτό τότε έχεις ανάγκη ευθύς αμέσως να το ξεχάσεις… Και πρόθυμα αφήνεσαι να χαθείς στα δαιδαλώδη μονοπάτια που σωτήρια ξετυλίγει η απελπισία. Κι όταν εντελώς χαθείς χωρίς πυξίδα πως έφθασες εκεί ή που πας, σαν το πουθενά να είναι το κέντρο του κόσμου κι εσύ η καρδιά του, τότε και μόνο τότε, έχεις μια δεύτερη ευκαρία σε αυτόν τον νεοσύστατο κόσμο που μόνος έφτιαξες, να είσαι Εσύ! Καθώς κανένα κάτοπτρο, καμιά γνώση, χαρά ή θλίψη, δεν είναι αντίλαλος άλλων… Κι όλη η μουσική, η χαρά ή θλίψη, που φωτίζει και σβήνει μέσα σου, είναι από τα δικά σου χέρια, τη δική σου καρδιά, δικό σου έργο. Είσαι εσύ, κι είναι ταυτόγχρονα, ευτυχώς, όλα και τίποτα… Ευτυχώς, γιατί μόνο στο ευλογημένο τίποτα δεν θα υπάρχει ποτέ χώρος αρκετός στο “εγώ”, μέγιστο βασανιστή του ανθρώπου και της ανθρωπότητας.

6/10/20

Θυμάσαι

Την ώρα που χτυπά ο κεραυνός
και κάνει τις καμπάνες να ραγίζουν,
τα μάτια σου ως θάλασσα μαυρίζουν
ναυάγιο σκορπώντας τον καιρό.

Το όμορφο παλάτι των ονείρων
μια κάμαρα γυμνή και θλιβερή,
γεμάτα τα συρτάρια υποχρεώσεις
δεν σού’ μεινε γωνία να σταθείς.

Περνάν και φεύγουν οι ανθρώποι
μαζί τους όλο έφευγες και συ,
απόμεινε μονάχα μια καρέκλα
κι ολόγυρα παρέα η σιωπή.

Θυμάσαι; Όχι, αρνείσαι να θυμάσαι,
τον δρόμο από την πόρτα σου κοιτάς,
το φως που όλο έρχεται και φεύγει,
χωρίς ένα χέρι την πόρτα να χτυπά.

Την ώρα που χτυπά ο κεραυνός
θυμάσαι κι ας αρνείσαι να θυμάσαι.
Δάκρυ κυλάς βουβά ως τον βυθό,
νεκρή με τους νεκρούς σου αντάμα.

5/10/20

Κουκούλι από άστρα

“Κουράστηκα” του είπε. “Άσε με να περπατήσω μαζί σου… αμίλητη σκιά, σχεδόν διάφανη, χωρίς να είμαι εμπόδιο στο φως… Άσε με να ταξιδεύω δίπλα σου κι υπόσχομαι τόσο να μην νιώθεις την ύπαρξή μου, ώστε να μη θυμάσαι κι αν υπήρξα.” “Έλα”, της έγνεψε, ή έστω έτσι ερμήνευσε τα σημάδια η ίδια, γιατί δεν ήθελε τίποτα περισσότερο από αυτό. Έλυσε τα μαλλιά της, έβγαλε τα ρούχα της, κι έβαλε φωτιά και τά’ καψε, να μην αφήσει σημάδι στο πέρασμά της από τον ορατό κόσμο στον αόρατο. Κάπου κάπου ωστόσο, κάτω από τα γυμνά πέλματα παιδιών που τρεχοβολάνε, ή την γδαρμένη σάρκα εραστών από χαλίκια και φυτά ατίθασα, επέστρεφε φλογερή βροχή στο στήθος το μέτωπο και τις παλάμες, γιατί παρά την πρόθυμη ολόψυχη υπόσχεσή της, το κουκούλι από άστρα μέσα στο οποίο τύλιξε το κορμί της, η γη ακόμα κι έτσι, μπορούσε κι αντάριαζε την ψυχή της.

21/9/20

θυμάμαι

Θυμάμαι, τα χέρια σου να ζωγραφίζουνε με τις κινήσεις τους
λέξεις στο μέτωπό μου,
τον ήχο της μελωδίας της πνοή σου να με οδηγεί
από το σκοτάδι στο φως
με έναν καθ’ όλα βάναυσο τρόπο, αφού, αντί για στάχτη
παρέμενα άκαυστος κι ολόκληρος, τόσο κοντά σου.
Τρέμοντας από πόθο και την τυφλή επιθυμία
να ζωγραφίσεις με τα μάτια σου μια γέφυρα,
ή έστω φτερά,
καθώς στην ελάχιστη τούτη ρωγμή ανάμεσά μας
χωρούσε η άβυσσος κι απελπισία του κόσμου.

11/9/20

Λάσπη

Υπάρχει ένα μέρος στον κόσμο, όπου δεν μπορεί κανένας να σε δει. Δεν αντέχει, δεν θέλει, δεν έχει τα μάτια. Κι ας είσαι παιδί, ας παίζεις και χοροπηδάς όπως τόσα άλλα παιδιά, με το ίδιο χαμόγελο στα χείλη, το ίδιο δάκρυ στα μάγουλα, τις ίδιες ανάγκες, “θέλω”, “μπορώ”. Όχι, δεν έχει καμιά σημασία. Αν ζεις σε αυτό το μέρος του κόσμου, όσα μπορείς δεν τα μπορείς, όσα θα έπρεπε δεν σου ανήκουν, ακόμα κι η ζωή σου που χτυπά σαν ατσάλινο καρφί στην καρδούλα σου ο χρόνος, δεν σου ανήκει. Άλλοι αποφασίζουν γι’ αυτήν. Πατάς βλέπεις τα βέβηλα πόδια σου στα ιερά χώματά τους. Μερικές φορές, το να μην σε βλέπουνε είναι καλό… σε προσπερνάνε. Μα άλλες πάλι, περνάνε από πάνω σου, από μέσα σου, γίνεσαι ένα με το χώμα, και τα απόνερα από την μπουγάδα τους… Πνίγεσαι, γι’ ακόμα μια φορά δεν μπορείς να πάρεις ανάσα, και τότε, σε πιάνει το παράπονο… Υπάρχει ένα μέρος στον κόσμο, όπου δεν μπορείς να είσαι παιδί, γυναίκα, έφηβος, ανθρώπινο ον. Ένα εξόριστο μέρος όπου η ανθρώπινη υπόσταση ανήκει στα παραμύθια, σε διηγήσεις ενός κόσμου αλλοτινού, κι ενός κόσμου που ακόμη δεν έχει ανατείλει. Παραμύθια ζωγραφισμένα πάνω στην στάχτη της καρδούλας σου, έρμαια των ανέμων, σκορπισμένα κάτω από βήματα σε πολυσύχναστα σταυροδρόμια. Ένα μέρος θαμμένο πίσω από τον καθρέφτη. Όλοι βλέπουν τον εαυτό τους, αλλά κανείς εσένα. Κι ενώ γελάς τόσο όμορφα, σαν όλα τα παιδιά του κόσμου, με το ουράνιο τόξο ζωγραφισμένο σε κάθε δάκρυ σου, πασχίζοντας, σαν το λουλούδι που φυτρώνει καταμεσής της ασφάλτου ν’ ανθίσεις, τεντώνοντας τα διάφανα πέταλά σου στο φως, το φως ανήκει μόνο σε όσους ζουν στην άλλη πλευρά του καθρέφτη. Και συ μαραζώνεις το τρυφερό σου κορμί, γίνεσαι ένα με την στάχτη , τον άνεμο και τ’ απόνερα. Γιατί, ό,τι και να ακούς, βαθιά μέσα σου γνωρίζεις, πως κλέφτης, έστω και φωτός, δεν ήσουν ούτε θέλησες ποτέ σου να γίνεις. Υπάρχει ένα μέρος πέρασμα σε ένα άλλο μέρος. Σ'ένα μέρος όπου ζουν μόνο άνθρωποι με καρδιά ανοιχτούς ορίζοντες, όπου το φως λάμπει στα πρόσωπα και μεταδίδεται από παλάμη σε παλάμη, ένα φως που δεν καίει, δεν δημιουργεί σκοτάδι, και μέσα του γαληνεύει από τα πάθη η ψυχή… Η ψυχή, που τόσο σε επίμονα τυραννά σ’ αυτόν τον κόσμο, κάθε χούφτα λάσπης.

7/9/20

Το κουδούνι

Κάποιος στον πάνω όροφο σέρνει έπιπλα. Η γειτόνισσα με την βροντερή φωνή από την απέναντι πολυκατοικία, μαλώνει τον μικρό της γιο που ούτε δυόμιση δεν είναι ακόμα, γιατί όπως ωρύεται, αντί να παίζει φρόνιμα όπως όλα τα παιδάκια, κάνει την πρώτη ηλιθιότητα που θα του κατέβει στο νου.. Ασχολίαστο… Κάποια τηλεόραση ενημερώνει ακατάπαυστα πως κάθε κακό προέρχεται από μας, ενώ κάθε τι καλό, από τις ευγενείς προθέσεις και τους καλούς σχεδιασμούς των αρμοδίων. Υπάρχει κάποιο συνεργείο, η βοή από τα εργαλεία τους, που τρυπάνε, κόβουν, βιδώνουν, ακούγεται συχνά πυκνά. Ο χρόνος, λένε οι νεώτερες θεωρίες, είναι επίπεδος, ένα διάνυσμα με αρχή μέση τέλος, όλα εκεί… ακίνητα, καθώς όλα έχουνε ήδη συμβεί. Και είναι η νόηση, η συνείδηση, που μας επιτρέπει να κόβουμε βόλτες πάνω στο ακίνητο σώμα του χρόνου, ζώντας κάθε στιγμή, το σημείο δηλαδή όπου η συνείδηση κάθε φορά επικεντρώνεται, σαν νιογέννητη, μοναδική, και πέρασμα από μια νοητή κατάσταση που ονομάζουμε “πριν”, σε μια κατάσταση που αποκαλούμε “μετά”. Μπορούμε να βιώσουμε την ίδια στιγμή άπειρες φορές, να την αντιληφθούμε σε πολλές διαφορετικές εκδοχές της χρησιμοποιώντας την φαντασία… Επικεντρωμένος σε αυτή την θεώρηση ο Γιώργος, επιλέγει να αγνοήσει όλο τον θόρυβο γύρω του, απολαμβάνοντας την μουσική από το youtube, σαν να ήταν μόνο αυτός εκεί, κι η μελωδία. Πάνω σ’ ένα λευκό χαρτί, στριμώχνει συναισθήματα και σκέψεις, τόσο ασφυκτικά που στο τέλος το σχίζει, το πετάει, και αρχίζοντας πάλι από την αρχή, χάνεται σαν να βυθίζεται σε ένα απέραντο ωκεανό, αναμεταξύ μουσικής και των εικόνων που προσπαθεί με τις λέξεις να φτιάξει. Το κουδούνι χτυπά… Βυθισμένος στον κόσμο του, ο Γιώργος το αγνοεί θέλοντας να συνεχίσει το το εσωτερικό του αυτό ταξίδι. Όμως, όποιος κι αν βρίσκεται πίσω από την πόρτα, χωρίς καμιά ενσυναίσθηση πόσο ταράζει τον Γιώργο, πατά επίμονα το κουδούνι ξανά. Τα μάτια του μικραίνουν, αναλογίζεται αν έχει νόημα να αγνοήσει κι άλλο τον απρόσκλητο επισκέπτη, ή μήπως είναι πιο φρόνιμο να τελειώνει με αυτόν μια και καλή, ανοίγοντας την πόρτα. Απρόθυμα σηκώνεται από την καρέκλα κι ανοίγει την πόρτα. Κοιτά δεξιά, κοιτά αριστερά, την ξανακλείνει.. “Πάει”, σκέφτεται, “όποιος κι αν ήταν δεν είναι, έφυγε ευτυχώς!” Μα το κουδούνι ξαναχτυπά, τώρα βροντούν και την πόρτα… Κοιτά από το ματάκι, κανείς! Ανοίγει την πόρτα διάπλατα, σίγουρος πως κάποιος του κάνει πλάκα, και φωνάζει αν είναι κάποιος εκεί. .. Καμιά απάντηση. Αφουγκράζεται.. κανείς δεν ακούγεται στην σκάλα… Θυμωμένος, τρέχει καθώς μένει στον πρώτο όροφο στο ισόγειο να ανακαλύψει τον φταίχτη… Κανείς! Ανεβαίνει τρέχοντας, προς τα πάνω.. Σκέφτεται πως όποιος είναι , έχει κρυφτεί στην πάνω σκάλα… ο νους του πάει πλέον, από την απλή φάρσα σε κλέφτες… Πάλι κανείς. Τώρα φοβάται, τρέμει πως, καθώς βιαστικά κατεβαίνοντας την σκάλα είχε αφήσει την πόρτα μισάνοιχτη, πως, όποιος ή όποιοι κι αν είναι, μπορεί πλέον να βρίσκονται μέσα στο σπίτι του… Ανοίγει την πόρτα ορθάνοιχτη. Κοιτά, ακούει, σκέφτεται… Παίρνει τάχα τηλέφωνο… “Έλα Κώστα, μπορείς να κατέβεις λίγο στο σπίτι , κάτι παράξενο συμβαίνει.. ναι, ελάτε μαζί…!” Κλείνει τάχα το τηλέφωνο.. Προχωρά μέσα με προσοχή… Ψάχνει σαν κομάντο σε αποστολή ένα ένα τα δωμάτια με όλες τις προφυλάξεις… κανείς…. Ξαναψάχνει, βεβαιώνεται, κλειδώνει την πόρτα. Μα η πόρτα ξαναχτυπά. Στέκεται πίσω της, παραμονεύει από το ματάκι την επόμενη φορά… Περιμένει ώρα χωρίς τίποτα να συμβαίνει, κάνει να φύγει, κι η πόρτα πάλι χτυπά. Σχεδόν κλαίει από τα νεύρα του, μα δεν ανοίγει… Το έχει πάρει απόφαση, πως, δεν θα δώσει καμιά σημασία - κάποια στιγμή θα περάσει κι αυτό όπως όλα… Κάθεται στον καναπέ, με κεφάλι σκυμμένο και περιμένει την ανακουφιστική τούτη στιγμή. Να ακούσει πάλι μουσική, ούτε λόγος… Τώρα δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο πέρα από αυτό: Να περιμένει. Καθώς περίμενε, και περίμενε, και περίμενε, κάποια στιγμή οι περίοικοι ανήσυχοι αποφασίσανε να βρούνε τον Γιώργο, να δουν αν είναι καλά, αν πέθανε ή ζει… Καθώς όποτε κι αν χτυπήσανε δεν πήραν απάντηση ζητήσανε την βοήθεια της αστυνομίας. Το σπίτι άδειο, φώτα σβηστά, μια μυρωδιά από σέπια νεκρών ρόδων… Ένας παλιός υπολογιστής σ’ ένα γραφείο, μια λιτή κρεβατοκάμαρα και μια καρέκλα, λίγα σκονισμένα βιβλία στο ράφι. Κανείς δεν ήξερε να πει κάτι, κανείς δεν έμαθε ποτέ. Αν μπορούσανε ωστόσο να δουν μέσα στα σωθικά του υπολογιστή, θα βλέπανε πως ο Γιώργος ήταν ακόμα εκεί, χωρίς ν' ακούει από καιρό μουσική, περιμένοντας... Αυτό που δεν γνώριζε ο Γιώργος, είναι πως την πόρτα του χτύπαγε η ίδια η ζωή… Που όπως όλα, έτσι κι αυτή, στο τέλος πέρασε.

3/9/20

Αγάπη και θάνατος

Φιλάς στο στόμα όπως το φίδι γλιστρά αμείλικτο με σκοπό.
Παραδεισένια οφείλω να πω, άγγελέ μου!
Γλιστράς τόσο εύκολα απ’ τό σκοτάδι στο φως,
και γω μαζί, μεταξύ ζωής και θανάτου, εκεί στο ενδιάμεσο
να σου μιλώ με ένα πόδι στον άνεμο και το άλλο στην γη
γι’ αγάπη, για πάθη, για τα σωστότερα λάθη.
Πόσο εύκολος ο θάνατος ενδίδοντας, πόσο υγιής!

Στα φανάρια των δρόμων ζωγραφίζει η πάχνη μορφές,
σώματα φτιαγμένα από υγρασία και ζέστη…
Μυρίζει αλάτι, μυρίζει λύτρωση και θάλασσα.
Ίσως να φταίει κι αυτό το κίτρινο φεγγάρι
που έγειρε πλάι μας διαπερνώντας τις λεπτές κουρτίνες,
φωτίζοντας όλα τα μονοπάτια ανάμεσα στα μάτια και την καρδιά,
το απαλό άγγιγμα και το βίαιο “θέλω”.

Ξημερώνει, κι ο θάνατος έρχεται, χαμογελώντας μας…
Μία νέα μέρα αρχίζει που πρέπει να την διαβούμε
με την ψυχή χωριστά από το σώμα. Και να αντέξουμε.
Ως την επόμενη πρόσκληση της νύχτας μέσα μας,
ώσπου τα φωτεινά σου άστρα ν' αγγίξουν πάλι τον ουρανό
δημιουργώντας μέσα στα μάτια σου, όνειρό μου, την γη.

27/8/20

ατιτλο

Κύλησε κι απόψε το ποτάμι
στην ίδια όχθη που κύλαγε εχθές.
Στις εκβολές του σωριάζονται πνιγμένοι
ανάμεσα σε φύλλα κι ενοχές.

Ποιος έχοντας την θάλασσα εμπρός του
θα σκύψει και θα σκάψει να τους βρει;
Ποιήματα σκορπισμένα ο λογισμός τους
που όποιος πνίγεται μπορεί μόνο να δει.

25/8/20

Καύση

 

Είμαστε στάχτη και καπνός
δάσος ριγμένο στη φλόγα του χρόνου.
Ο χρόνος είναι αιχμάλωτός μας.
Χωρίς εμάς ούτε μια μικρή σπίθα
δεν θα λευτερωνόταν στο στερέωμα,
ούτε ένα άστρο αναμμένο
χωρίς εσένα και μένα.
Χωρίς τον θάνατο να κανακεύει την αγάπη
και χωρίς μοιραία αγάπη, ως θάνατος.

16/8/20

Άπνοια

 

Δεμένοι μ`αόρατα σχοινιά
ελεύθεροι τάχα τριγυρνάνε.

Πέφτει το ένα σχοινί πάνω στο άλλο,
συχνά μπερδεύονται, σπάνε
την καρδιά τους, τραβώντας
όσο αντέχει η ψυχή, πονάνε!
Καθώς ανακαλύπτουνε το εύρος
της ζωής τους.
Και πόσο τα όριά τους εξαρτώνται
από τα σχοινιά που τους δένουν με άλλους.

Έχουν από γεννησιμιού μάθει
να υποτάσσονται στο “κοινό καλό”
που σαν μύλος αλέθει κάθε καλό.
Φοβούνται το “αχ πονώ”,
“με πρόδωσες”, τη μοίρα των παιδιών
“που καταστρέφουν”,
αν υποτακτικοί δεν μείνουνε
στα πρέπει και τα θέλω άλλων.

Τα ρόδινα χέρια τους,
που τόσο όμορφα φτιαγμένα είναι
για να στρέφονται προς τον ήλιο
και ν`αγγίζουν το φως,
πένθιμα και χλωμά μαραζώνουν,
διψασμένα έρωτα.

Έρωτα μελωδό, δημιουργό,
έρωτα που λευτερώνει στο φως
σαν πεταλούδα την κάμπια
και συνοψίζει την δύναμη του σύμπαντος
στο τώρα!

Αντί αυτού φτιάχνουν θλιβερές ιστορίες,
στολίζουν τον χώρο τους
ελπίδες δεμένες σε βαρίδια,
να μη δραπετεύσουν στ' άστρα
χωρίς αυτούς.
Και η ζωή περνά.
Την κοιτούν ονειρευόμενοι
να προσπερνά ξανά και πάλι,
ολοένα πιο άχρωμη, πιο σκοτεινή,
πιο σκιά…
Ώσπου η ζωή περνά,
αθόρυβα πατώντας και διάφανη,
ως άπνοια.

15/6/20

Δρυοκολάπτης

Τα μάτια της που ήτανε γαλάζια
τώρα θαμπά, μοιάζουν με τυλιγμένη κάμπια
που στο κουκούλι της επέστρεψε ξανά.
Πέρα, πάνω στα πεσμένα της φτερά
χορεύοντας ο άνεμος
χτίζει σωρούς τα σπασμένα φύλλα,
τύμβους στιγμών κι ελπίδας.
Τα άδεια χέρια, πόσο πιο ελαφρά!

Τα ενδύματα που η γνώση είχε υφάνει
γύρω στο κορμί της να φορά,
ξηλώθηκαν σε νήματα και πάλι
που έκαψε των άστρων η φωτιά.

Στις φτέρνες της καρφωμένα αγκάθια
- που βάδιζε γυμνή ως το πρωί;-
Τα γόνατα στο στήθος διπλωμένα,
κι αθώα σαν αγέννητο παιδί!

Στην άκρη του κρεβατιού της ένα δάσος
κι ένας δρυοκολάπτης, τον άκουγε συχνά
την Νύχτα να πασχίζει να τρυπήσει
κατάστηθα.. ίσως για φωλιά…

“Παράξενο”, είπαν γνωστοί και φίλοι
κοιτώντας των πελμάτων την πληγή…
“πως γίνεται να έχει περπατήσει
αφού αδύνατον στα πόδια να σταθεί;”

1/6/20

Σκέψη

Κάποια μέρα συνάντησε μια γαλήνια λίμνη, και η λίμνη την κοίταξε στα μάτια, με τα δικά της μάτια... Τότε αυτή, άρπαξε μια χούφτα βότσαλα και με μανία βάλθηκε να την πετροβολά. Κυμάτιζε η λίμνη κάνοντας πολλούς ομόκεντρους κύκλους, που σπάγαν ο ένας πάνω στον άλλον, μα δεν σταμάτησε στιγμή να την κοιτά, και σαν κόπιασε τόσο που τα χέρια της δεν άντεξαν να σηκώσουνε άλλο βότσαλο, της είπε: "Μπες μέσα μου και κολύμπα.... αύριο ίσως να μην υπάρχει αύριο, κι ούτε να με ξέρεις ούτε να σε ξέρω.. Θα κρατήσω όλα όσα σε βαραίνουνε μέσα μου. Και καθώς θα γνωριζόμαστε πλέον τόσο καλά, σου υπόσχομαι, πως, όταν κοιταχτούμε πάλι στα μάτια, θα καταλάβεις πόσο πολύτιμη ήσουν και είμαι. Κι ύστερα, θα σε βγάλω απαλά στην όχθη... σε ένα μικρό αγριολούλουδο θα κρύψω τον κόσμο σου. Και θα το κρύψω κι αυτό, γιατί, η ομορφιά σαν φανερωθεί, είναι πολλοί που θα ζητήσουν τον θερισμό της.

28/5/20

Σκέψεις

Ο αντικομφορμισμός ως στάση ζωής με σκοπό να καταγγείλει την υποκρισία, είναι ένα φαινόμενο που διαρκώς επανέρχεται συχνά μεταβαλλόμενο, καθώς υπάρχει η τάση το διαφορετικό να ενσωματώνεται μετά από κάποιο διάστημα στο σύστημα. Είναι θεωρώ ένα αντανακλαστικό φαινόμενο, που βασίζεται στο νόμο της φυσικής "δράση-αντίδραση". Αν δεχτούμε ότι ακούσια ή εκούσια, οι άλλοι με τις πράξεις τους, καθορίζουν εμάς, αυτό τι μας κάνει; Προσωπικά πιστεύω πως, οφείλουμε στον εαυτό μας να κοιτά την μεγάλη εικόνα από ψηλά, αποφεύγοντας να αντιδρά ως μια μηχανή, στην οποία μπορεί κάποιος ενεργοποιώντας την α ή β ή γ δράση πατώντας ένα κουμπί, να παράγει μέσω εμάς την α, β γ, αντίδραση, που μπορεί να είναι θυμός, αηδία, χαμόγελο, λύπη ή ότι άλλο... Ζούμε μέσα σε μια συνάρτηση καταστάσεων, κι έχουμε την τιμή ενός άγνωστου Χ με καθορισμένο πεδίο τιμών αν το δεχτούμε αυτό. Όμως είμαστε πολλά περισσότερα... Όταν ορίζουμε εσωτερικά, και χωρίς να επηρεαζόμαστε από το εφήμερο και τυχαίο, το γίγνεσθαί μας, παραμένοντας στο σπουδαίο και ουσιαστικό, μην επιτρέποντας στο καθημερινό άγχος, την κούραση, την τριβή της επιβίωσης, να μας κάνει κάτι πιο λίγο, από αυτό...

26/5/20

Η βροχή

Στον τοίχο του κρεμασμένα δέρματα ζώων π’ αγάπησε
τόσο πολύ, που θέλησε να κρατήσει για πάντα.
Συχνά αγγίζοντάς τα, παραδεχόταν μ
έσα στη θλίψη
μιας βραδινής βροχής
το μάταιο της επιδίωξής του.
Το προτιμούσε ωστόσο από το να φυλά γράμματα,
εικόνα ψηφιοποιημένη, ή κάποιο ρούχο…
Τα δέρματα, προσεχτικά συντηρημένα
και τοποθετημένα όπως στην ψυχή του με τάξη
τον κάνουν να κοιμάται ήσυχ
α τα βράδια,
πλέοντας πάνω στην στοργική σιωπή των νεκρών.
Η αγάπη δεν χρειάζεται λέξεις, κι η σκιά της αρκεί.
Πάνω στον τοίχο του, παίζουν τρέχοντας σκιές αγαπημένων,
τα χέρια τους βαστούν ως υψωμένα κύματα τα όνειρά του.
Ταξίδι χωρίς κενές υποσχέσεις ή ψέματα, μόνο αλήθεια.
Απ’ όλες τις αλήθειες μόνη αδιαμφισβήτητη ο θάνατος.

Συχνά χαράζει όπως ο μουσικός τις νότες στο χαρτί, λέξεις τους.
Άηχες, θολές, ταραγμένες και γεμάτες χρώματα… ποτέ ασπρόμαυρες.
Λέξεις που ζωγραφίζουν εικόνες, όπως το πέταγμα ενός πτηνού,
ένα πολύ φωτεινό άστρο, ή άνθη μιας μυγδαλιάς, που πέφτουν…
Γιατί, κοιτώντας από απόσταση, μπορεί κάποιος να διακρίνει σωστότερα
ποιο υπήρξε σημαντικότερο στο πέρασμά του. Αλλά δεν έχουν φωνή.
Δεν έχουνε χέρια, πόδια, ανάσα…. Ούτε καν μάτια…
Όσα περιγράφουν είναι τα ελάχιστα από όσα ζήσανε, ούτε ευχή, ούτε κατάρα.
Κρατά τα ελάχιστα που ζήσαν εκείνοι, τα πολύτιμα, σαν χρυσόψαρο στη
ν γυάλα,
γιατί οι σκιές ούτε πληγώνουν,
ούτε απογοητεύουν….
Το δέρμα των ποδιών του λιώνει περπατώντας από τοίχο σε τοίχο,
γνωρίζει κατά βάθος, πως όλο αυτό σύντομα φτάνει στο τέλος του.
Σύντομα τα χέρια του θα είναι κύματα, και η βροχή αθόρυβη,
μια πολύχρωμη πινελιά στο ουράνιο τόξο.

24/5/20

Διαλογή

Ο τόπος σου δεν είναι τόπος σου.
Και η ζωή σου δεν είναι αθώα.
Χρεωμένος γεννιέσαι, χρεωμένος πεθαίνεις.
Η ζωή σου ανήκει μόνο αν σου ανήκουν οι ζωές των άλλων.
Και οι ζωές των άλλων σου ανήκουν μόνο
αν αυτοί είναι φτωχοί, εξαθλιωμένοι, ανυπεράσπιστοι
ενώ εσύ ψεύτης, αδίστακτος κι άπληστος
και γι’ αυτό βαστάς και το καρπούζι και το μαχαίρι.
Με μια φλούδα τότε μπορείς να εξαγοράσεις όσα χρειάζεσαι.
Εξουσία, νόμους, αλυσίδες και φύλακες.
Και τότε μπορείς να τους πεις με όλη σου την περιφρόνηση.
“Εσύ είσαι ένοικος, εγώ είμαι ιδιοκτήτης.
Η γη σου δεν σου ανήκει, γιατί έχει μέσα χρυσό.
Τα βουνά σου δεν σου ανήκουν, γιατί φυσάει πολύτιμος άνεμος.
Τα αρχαία σου και τα δάση σου, τα έχω αγοράσει,
οι παραλίες γύρω τους, όλα αυτά μου ανήκουν…
Κι εσύ ως ένοικος, ή πληρώνεις όλα όσα οφείλεις και σιωπάς,
κι ίσως αν είσαι τυχερός κερδίσεις μια φλούδα υπόσχεσης,
ή φωνάζω τους φύλακες κι αλυσοδεμένο σε σέρνουν εκτός.”

Ο τόπος σου δεν είναι είναι τόπος σου, είναι λημέρι ληστών.
Η ζωή σου δεν είναι ζωή σου, είναι μέρος της περιουσία τους
και μόνο ως τέτοια αποκτά μια κάποια σχετική αξία.
Η τιμή σου δεν είναι τιμή, είναι όνειδος, εχθρός της κανονικότητας.
Θυσιάσου στρατιώτη, θυσιάσου πολίτη, βίασε τα όνειρά σου.
Άλλωστε δεν έχεις επιλογή – η ζωή είναι το κτήμα τους.
Τους ανήκει το νερό, ο αέρας, η γη, ο ήλιος, η σκέψη σου…
Πρόσεχε τι σκέφτεσαι, και πολύ περισσότερο τι λες…
Η διαλογή έχει ξεκινήσει...

20/5/20

σκεψεις

Υπάρχει μια παγίδα από καθρέφτες, καθώς προχωράς βαθύτερα στον κόσμο που κάθε παραμύθι θέλει για τον εαυτό του. Καθρέφτες παραμορφωτικούς, που διαστρεβλώνουν όχι μόνο την φόρμα αλλά και την πηγή του φωτός... και σκοπό έχουν, να σε κρατήσουν για πάντοτε, για τον εαυτό τους, μέσα στο παραμύθι που τους γέννησε. Ο φόβος κέρβερός τους. Το μυστικό, είναι να κοιτάς πίσω από τον ψεύτικο κόσμο τους, να μη ξεχνάς το όραμα που ζητάς, τα θέλω σου και ποιος είσαι... Κι αγνοώντας τον φόβο λεύτερος να συνεχίζεις να ζεις. και παρά τις πληγές λεύτερος. Μόνο έτσι, οι καθρέφτες μπορούνε να σπάσουνε σε τόσα κομμάτια σαν να μην υπήρξαν ποτέ.. Κάνοντας τις πληγές λίπασμα για την Άνοιξη.

2/5/20

Σιωπή

Η σιωπή είναι μια γέφυρα γεμάτη αρετή.
Δεν πάει πουθενά,
γυροβολά από το εδώ ως το εκεί
και πάλι επιστρέφει. Η σιωπή είναι γκαρσόνα
- εργαζόμενο κορίτσι δίχως άλλο-
που το πρωί χωρίς να θυμάσαι τ’ ονομά της
επιστρέφει στον τόπο της εργασίας της.
Κι ωστόσο, στα βήματα που πάτησε
όταν ήρθε, μα περισσότερο σαν έφυγε,
άνθισε μουσική… χωρίς την υποψία μιας λέξης.

Χαράζει κύκλους παγιδεύοντας σκέψεις
και συναισθήματα πάνω στο θολό είδωλό σου.
Η σιωπή αγαπά την ησυχία, την τάξη, την μελαγχολία.
Περισσότερο απ’ όλα την πίστη στο ανέφικτο.
Μετατρέπει ένα ποτάμι σε σταγόνες βροχής
και τον ωκεανό σε απέραντη λίμνη,
ο χρόνος μέσα της είναι βαρκούλα χωρίς πανί.
Σαν μωρουδίστικη κούνια που στέκει ακίνητη.

Αγαπά τις υποσημειώσεις, μα είναι τόσες πολλές,
που ποτέ δεν βρίσκει εκείνην που ψάχνει.
Χορεύοντας τότε με τον εαυτό της, και τα ψέματα.
Έχει χίλιες μορφές - πίσω από τις μορφές, χίλιες αιτίες…
Χωρίς
καμία απάντηση, ένα “ίσως”, ή “αν”.
Είναι ένα
απατημένο κάτοπτρο χωρίς αγαπημένο.
Δεν ρωτά, δεν ενδιαφέρεται, μόνο ζυγίζει
και διεκπεραιώνει… θολή όπως το είδωλό της.

9/3/20

Ατιτλο


Βγάλε από τη ζωή σου τον χάρτη που σου δώσανε,
φωτιά βάλε και κάψτον.
Σβήσε τα ονόματα κι όσα γι’ αυτά γνωρίζεις,
γδάρε το δέρμα  του φόβου από την σκέψη σου
και μ’ οδηγό την καρδιά, πράξε, άνθρωπος λεύτερος.

Στον κόσμο αυτό ήρθαμε για ν’ αγαπηθούμε,
και άλλο νόημα η ζωή από αυτό
ούτε ζητά ούτε θα βρει.