Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

16/11/17

Ψαράκια

Τα όνειρα τα πήρε το ποτάμι.
Τα χρόνια  και τ’ άνθη της στη λάσπη βουλιαγμένα.
Ολόγυρα ανέμελα ψαράκια κολυμπούνε,
και τα παιδάκια στην ακτή τα χέρια πλατσουρίζουν.
Ανέφελος ο ουρανός, ξασπρίζουν μόνο οι γλάροι.
 
Εκείνος ένας στους πολλούς, ψηφίδα στην εικόνα.
Η λύπη ποτέ της δεν αρκεί τον κόσμο να γκρεμίσει.
Ξεμένει πίσω, αρνείται τον τροχό ν' ακολουθήσει,
ο χρόνος του περνά, η ζωή τον προσπερνά,
μα του είναι αδύνατο να τη λησμονήσει.

Ποτάμι φοβερό ο χρόνος, φοβερότερο η ζωή.
Κάτω από την όμορφη ελπίδα, τα όνειρα, την επιφάνεια,
πλανούνται τα στοιχειά· εκείνοι που απέμεινε η σκιά τους.
Αόρατοι!  Ποιος o τρελός που θα σκάψει να τους δει,
αφού αρέσκονται οι ζωντανοί να κυνηγούν το φως;

Κάτω από την ολοστρόγγυλη σελήνη, ή κάποιο απόγευμα
νωχελικό που θα χύνεται το φως και με γαλήνη,
κάποια από τις τόσες ιστορίες που θα έχουνε ξεμείνει
σαν παραμύθι, γλυκά θα συγκινήσει.. Ίσως κάποιος ριγήσει…
Μα σαν ψαράκι στη στιγμή, πάλι θα κολυμπήσει.

7/11/17

Ο γκρι γάτος

Σαν ψιλό ένδυμα η ψυχή του δε τον προστάτευε τώρα που ο καιρός πάγωσε, αρκετά. Ο ανόητος, δε φαντάστηκε ξεκινώντας το πρωί τέτοια μεταβολή στον καιρό κι αμέλησε να πάρει μαζί του πανωφόρι. Νόμιζε ότι μ’ ελαφρύ το κορμί κι άδεια τα χέρια, θα μπορούσε να κινείται πιο ανέμελα, πιο άνετα… Μα τώρα τουρτούριζε, τάχαινε το βήμα του να ζεσταθεί προσπερνώντας πόσα όμορφα, που γι’ αυτά άφησε πίσω του τη θαλπωρή της ασφάλειας του σπιτιού του… Άλλαξε η εποχή σε λίγες ώρες μέσα.. Το πρωί ήτανε καλοκαίρι, και τώρα καταμεσήμερο, χειμώνας γδάρτης…
  Νιώθοντας ανήμπορος να βρει το δρόμο της επιστροφής, αφού βάδισε αρκετά κι είδε το φως να φθίνει, άρχισε να ψάχνει καταφύγιο να περάσει την επερχόμενη νύχτα. Ένα παλιό μεγάλο χαρτοκιβώτιο, του πρόσφερε τη λύση. Έστρωσε κατάχαμα την αξιοπρέπειά του, γώνιασε καλά τις άκρες της για να κόβει το κρύο, μπήκε μέσα, και τράβηξε τα φύλλα της κούτας να κλείσει. Σύντομα η κούραση βάρυνε τα βλέφαρά του και κλείσανε. Κι ήτανε ο ύπνος του ένας σύντομος θάνατος.. χωρίς σκέψεις, πριν ή μετά.. Χωρίς τίποτα. Αφημένος στο μεγάλο κενό, αόρατος, σχεδόν ανύπαρκτος.
  Το θάνατό διέκοψε ένας θόρυβος, ένα σύρσιμο στη χαρτόκουτα… Θολωμένα τα μάτια από το σκοτάδι, έχοντας την εντύπωση πως, η κούτα είναι όνειρο που μετεωρίζεται πάνω από το σπιτικό του κρεβάτι, κι ακόμα ψηλότερα, ανάμεσα στα σύννεφα, με δυσκολία εστίασε στο άνοιγμα της κούτας… μία γκρι μικροκαμωμένη σκιά χύθηκε πάνω του, την ένιωσε με ανακούφιση να τρίβεται στο κορμί του, κι ήρθε και κούρνιασε κατάστηθα, πάνω στην καρδιά του, λες και γνωριζόντουσαν χρόνια. Την αγκάλιασε με το χέρι του, κι εκείνη, ρουθούνισε γλυκά, διώχνοντας το κρύο από την ψυχή του…
 Τα χρόνια που ήτανε παιδί, είχε βρει ανάμεσα σε ξερόκλαδα ένα μικρό καλικάντζαρο, μια τριχόμπαλα από λάσπη… Νιαούριζε τρομαγμένη, και χώραγε ολόκληρη μέσα στη χούφτα του ενός χεριού. Ξεσχίστηκε μέχρι να την πιάσει.. Πόσος φόβος στα γουρλωμένα μάτια του.. έτρεμε το μικρό κορμάκι… Το έκανε μπάνιο με χλιαρό νερό, και διαπίστωσε έκπληκτος πόσο απαλό κι όμορφο γκρι τρίχωμα είχε… Του έβαλε να πιει γάλα, και κείνο, έπινε χωρίς στιγμή να πάψει τ’ αναφιλητά..  Είχανε προσπαθήσει να το πνίξουνε κάποια παιδιά του χωριού, λες κι έτσι θα καταλαβαίνανε καλύτερα τι είναι ζωή τι θάνατος, τα όρια και τις αντοχές του αθώου πλάσματος.. έχοντας χάσει ήδη τα δικά τους όρια, αντοχές, κι αθωότητα. Αν και αρσενικός γάτος, ποτέ δεν απομακρύνθηκε από το σπίτι.. όλη του τη ζωή, την πέρασε μέσα και γύρω από αυτό. Ο ίδιος, έλειπε όταν η λασπωμένη κάποτε τριχόμπαλα, γέρικος γάτος πια, βρίσκοντας το πιο απόμακρο στην αυλή σημείο, ξάπλωσε και δεν ξαναξύπνησε ποτέ. Πόσο τον είχε πειράξει που δεν ήτανε εκεί, όταν συνέβη αυτό.. Πόσα δάκρυα κι ενοχές!
 Καθώς τα μάτια ξεθαμπώνανε από το θάνατο, πίστεψε πως έβλεπε τον ίδιο γκρι γάτο των παιδικών του εκείνων χρόνων. Άραγε, είχε ο γάτος μπει στο δικό του όνειρο ή εκείνος στον μεγάλο ύπνο του γάτου του; Τα δάκρυα πλημυρίσανε τα μάτια και δε χόρταινε να νιώθει ανάμεσα στα δάχτυλά του το ζεστό τρίχωμα του γάτου.

 Στις πόλεις οι άνθρωποι μοιάζουνε με ποτάμια που ορίζονται από το χρόνο και την ανάγκη.. Όσο πιο πολύ η ανάγκη, τόσο λιγότερος χρόνος.. Πέφτουν ολόκληροι άνθρωποι στο ποτάμι, για να καταλήξουνε κάποια στιγμή, στην όχθη, ό,τι απόμεινε από αυτούς… Ένα χέρι που ζητά ένα άλλο χέρι, μισό πόδι, λίγη ψυχή από δω, λίγη από κει.. Μισή καρδιά, μισή πνοή.. Κι όλοι ζητάνε στον ελάχιστο αυτόν χρόνο, πριν το ποτάμι τους τραβήξει ξανά στα σωθικά του και τους στροβιλίσει στα έντερά του, να νιώσουνε πάλι ολόκληροι. Πιάνονται από τα σπασμένα όνειρά τους και προσπαθούνε να βάλουνε τα θρύψαλα  που ακόμη κατέχουνε, σε σειρά.. Σα σμίγουνε δυο κομμάτια καρδιάς, ενώνουνε ανέλπιστα ευτυχισμένοι τα θρύψαλά τους, νιώθοντας σα να ενώσανε ουρανό και γη… Κι ωστόσο, πόσο εύκολα προσπερνάνε, κλωτσάνε -συνήθως άθελά τους, από αβλεψία – τα θραύσματα από τα όνειρα των συνανθρώπων τους.
  Δυο μέρες η κούτα ήτανε αόρατη στα μάτια των περαστικών.. έμπαινε κι έβγαινε εκεί μέσα το γκρίζο γατί, κι ήτανε αυτή η εικόνα, που έκανε πάλι φανερή σε όλους την κούτα. Επειδή δεν αγαπάνε όλοι το ίδιο τ΄ αδέσποτα, και κάποιοι νιώθουνε φρικτά στην ιδέα, πως ένα αδέσποτο έφτιαξε τη φωλιά του κοντά στο δικό τους αόρατο σπίτι..  Ίσως γιατί νιώθουνε πιο αόρατοι.. Ίσως επειδή ψάχνουνε αφορμή να   φωνάξουνε, να διαμαρτυρηθούνε για να υποδηλώσουνε με αυτό τον τρόπο την παρουσία τους, καθώς η προσοχή των ενοχλημένων από τις φωνές είναι και για τους ίδιους επιβεβαίωση πως υπάρχουνε. Ποιος ξέρει τι θα κουβαλούσε αυτός ο γάτος μέσα στη κούτα για τροφή, ποια υπολείμματα τρωκτικού υπήρχανε ίσως… Γεγονός είναι πως, η κούτα μύριζε δυσάρεστα.

Η αστυνομία έφθασε πρώτη.. στη συνέχεια το ΕΚΑΒ που δεν είχε πολλά να κάνει, και στο τέλος οι άνθρωποι του δήμου. Η λέξη «άστεγος» όσο θλιβερή κι αν ακούγεται, αφαιρούσε το όποιο μυστήριο κι ενδιαφέρον από την ανακάλυψη της σωρού..  Η απολύμανση του χώρου φάνηκε να ενδιαφέρει πιο πολύ τους μαγαζάτορες και τους γείτονες, από την ιστορία του συνανθρώπου τους. Μάθανε μόνο, πως, ζούσε εδώ κι εκεί, τα τελευταία δύο χρόνια, πως ήτανε σαλεμένος.. κι αυτό τους φάνηκε αρκετό. Σε κάποιους κι ανακουφιστικό.

Χαϊδεύοντας το γάτο του κατάστηθα, συλλογίστηκε: «Τι σημασία έχει ποιος μπήκε στο όνειρο του άλλου, αφού είμαστε πάλι μαζί;»

6/11/17

Όλοι οι άντρες είναι γουρούνια

_Το μόνο εμπόδιο οι φόβοι μας.. αντί να κατηγορείς όλους τους άλλους, παραδέξου, πως για ό,τι σου έχει τύχει εσύ φταις. Οι αναστολές, η δειλία σου. Ο κόσμος γλυκιά μου, δεν υπήρξε ποτέ τέλειος. Ένα θηρίο δεν επέλεξε να είναι στη ζούγκλα.. αν του έδινες χώρο, ένα καναπέ να ξαπλώσει, τροφή νερό κι ένα σύντροφο θα ήτανε παιχνιδιάρικο κι άκακο σαν ένα γατάκι.. Ο κόσμος είναι αυτός που είναι και στο να επιλέξει κανείς να είναι κυνηγός αντί  θήραμα δε χωρά καμιά ενοχή.
_Εμείς δεν είμαστε ο κόσμος..
_Νομίζεις!.. είμαστε μία μικρότερη εκδοχή της μεγάλης εικόνας. Απόδειξη, κλαις, λυπάσαι.. και για ποιο λόγο; Επειδή δεν μπορείς να βαλσαμώσεις το χρόνο!; Θα έπρεπε να να είσαι χαρούμενη με όσα μοιραστήκαμε και ζήσαμε..  που τα ζήσαμε!
_Ήταν όλα ένα ψέμα… τα λόγια σου, τα αισθήματα που έλεγες πως είχες…
_Ψέμα;.. σε ήθελα, αυτό ήτανε αλήθεια.. ένιωθα όμορφα μαζί σου..
_Μα γιατί;; Γιατί;; τι άλλαξε;;
_Έγινες βαρετή.. κρύφτηκες ολάκερη πίσω από την παγίδα που αποκαλείς θυσία.. Παραδέξου το.. Όσα έκανες δεν τα έκανες από τη καλή σου καρδιά, αλλά για να με δέσεις… Για να πεις: «Κοίτα πόσα έκανα εγώ για σένα, απαρνήθηκα μέχρι και τον ίδιο μου τον εαυτό!» Παραδέξου το! Παραδέξου το, όχι σε μένα, αλλά σε σένα.. Και πάψε να κλαις!.. Αυτό ακριβώς εννοώ… όταν λέω δεν σε αντέχω άλλο… Αυτό άλλαξε. Βρίσκεις ένα όμορφο αγριολούλουδο, το κόβεις, το βάζεις στο βάζο, και μετά ρωτάς τι άλλαξε; Τόσο περιστρέφεις τον κόσμο γύρω από σένα που δεν μπορείς να δεις;
Τα πάντα αλλάξανε και τα πάντα αλλάζουνε συνέχεια.. νόμος της φύσης! Ή το αποδέχεσαι και προχωράς, ή φθείρεσαι πιασμένη στη παγίδα που η ίδια έστησες. Σε παρακαλώ, μη πάρεις τηλέφωνο… δε θα απαντήσω.
_ Ώστε γι’  αυτό με έφερες εδώ την ερημιά; Φοβήθηκες μη κάνω σκηνή;
_Έλπιζα πως θα γινότανε όλο αυτό πιο απλά, πιο συγκαταβατικά, πιο ήρεμα.. Πως στο τέλος θα μοιραζόμασταν ένα «ευχαριστώ».. για όσα ζήσαμε. Δεν φοβήθηκα, ήμουνα σίγουρος πως θα κάνεις σκηνή, όπως κι έκανες! Δεν αντέχω τα κλάματα, τα δράματα, τις υπερβολές σου! Δεν είναι σκηνή από ταινία, ούτε τελειώνει εδώ η ζωή..
_Η δική σου!
_Να λοιπόν γιατί! .. Μου επιτρέπεις να σε φιλήσω για τελευταία φορά;
_Απλά φύγε… άσε με και φύγε…

Τον είδε να γυρνά την πλάτη και να απομακρύνεται ήρεμα, ξαλαφρωμένος…  έψαξε στη τσάντα της ένα χαρτομάντηλο… Την είπε εγωίστρια!.. αυτό έβλεπε λοιπόν σε κείνη; Τίποτα άλλο; Έφερε στο νου της την αρχή, τα χαμόγελα, τον αυθορμητισμό της φωτιάς.. Τόση χημεία… και τέτοια αλλαγή. Δεν είναι η πρώτη φορά.. Τόσο αρπαχτικά είναι οι άντρες;
Σκούπισε τα μάτια, τη μύτη της… Πόσο αχάριστος, δεν εκτίμησε τίποτα από όσα του πρόσφερε. Σκέφτηκε να γράψει ένα γράμμα και να κάνει κακό στον εαυτό της. Να τον τιμωρήσει.. σιγά όμως μη τον νοιάξει! Όχι, σιγά μη χαλαστεί γι’ αυτόν! Θα έρθει η ώρα, σκέφτηκε, που θα το μετανιώσει.. αλλά τότε θα είναι αργά… «Έχει μέσα μου πεθάνει» ψέλλισε, «.. τόσο που με πέθανε μέσα μου!..» Η λύπη μέσα της έγινε οργή, καθώς αναλογιζότανε το ύφος του όταν μιλούσε, την απάθειά του μπροστά στο πόνο της! Παλιότερα θα αναρωτιότανε αν φταίει η ίδια.. Όμως είναι πεπεισμένη πλέον, πως όλοι οι άντρες είναι γουρούνια, χωρίς εξαίρεση..
Τουλάχιστον ως την επόμενη φορά που θα ερωτευθεί!

1/11/17

Σιωπή


Ο κόσμος γύρω του γκρεμιζότανε.. του φωνάζανε: «Κατέβα πιο χαμηλά, άμα πέσει το γεφύρι, χάθηκες». Του κάκου. Η σιωπή μέσα του κάλυπτε τις φωνές τους, δεν τον αγγίξανε.. δεν τις άκουσε.. Περιβεβλημένος το μανδύα της μοναξιάς, που πότε γινότανε κόκκινος όπως πυρωμένο κάρβουνο, πότε λευκός πάγος, πλησίασε όσο πιο κοντά γινότανε στην άκρη του γκρεμισμένου γεφυριού. Από κάτω απλωνότανε γκρίζα ουδέτερη και θολή η ματαιοδοξία αυτού του κόσμου, έμοιαζε από κει ψηλά όλα να έχουνε ήδη χαθεί. Κρεμασμένος πάνω από το χάος, μοναδικό στίγμα της ύπαρξης, ερωτοτροπούσε με την ανυπαρξία.. «Η μόνη αταξία στο χάος, η ύπαρξη», σκέφτηκε… «Τόσος κόπος, τόση συνθλιμένη χαρά, τόσος πόνος, για να διαπιστώσουμε πως, μόνο στο πουθενά και το τίποτα κατοικεί η γαλήνη»
Τα πόδια του γινόντουσαν όλο και πιο αόρατα καθώς ηρεμούσανε μέσα του οι δράκοι, ένα σμήνος πουλιά λευτερώθηκε σα φως κι έσβησε στην ομίχλη. «Πόσο όμορφη μουσική η σιωπή, καθώς απλώνεται παντού και γίνεται τα πάντα, λυτρώνοντας φωτιά και πάγο!»

Η φιγούρα στη γέφυρα χάθηκε, ίσως και να μην υπήρχε ποτέ. Ο κόσμος είναι γεμάτος από φοβίες και την προβολή τους, καθώς οι καθρέφτες θαμπωμένοι από το διασπαστικότατο  «εγώ» περισσότερα κρύβουνε παρά φανερώνουν..  Ο λίγος κόσμος που είχε μαζευτεί κάτω από τη γέφυρα σκόρπισε μέσα στις υποψίες του και τον πολύ ανυποψίαστο κόσμο. Και καθώς κανείς δεν ήτανε σίγουρος τι συνέβη, τι είχε δει, απέφυγε να μιλήσει ο ένας στον άλλον και σύντομα η ιστορία ξεθώριασε τελείως, καθώς η πραγματικότητα για μια ακόμα φορά έγινε ο αδιαφιλονίκητος νικητής.

17/10/17

υποσημείωση

«Φοβάμαι», του είπε..
 Κατάματα τον κοιτούσε, σωπαίνοντας.

 «Φοβάμαι να φύγω… μακάρι να ήτανε τα πράματα αλλιώς… μα… Δεν έχω επιλογή, έτσι δεν είναι;» ..
 Κούνησε το κεφάλι με νόημα δεξιά κι αριστερά «Κανείς δεν έχει επιλογή», του είπε στο τέλος.

«Και πως θα φύγουμε;»

«Όχι εμείς… οι άλλοι θα φύγουνε… Θα περάσουνε εποχές, μέρες, νύχτες… κι όλοι όσοι γνώρισες αλυσοδεμένοι μαζί τους, στην αρχή βίαια κι ύστερα αδιαμαρτύρητα κι ήσυχα σαν πρόβατα που ακολουθούνε το βοσκό, θα συρθούνε μακριά. Η ζωή δεν περιμένει κανένα, αν κάποιος ξεμείνει, η ζωή τον ξεχνά…  κι εκείνος ξεχνά τη ζωή. Αβάσταχτη τέτοια κατάρα, να πεθαίνει κάποιος, ενώ ζει..»

28/9/17

Από τη θέση του ζιζάνιου

Άνθρωποι όμορφοι, άνθρωποι άσκημοι, άνθρωποι χαραγμένοι βαθιά με το σκληρό διαμάντι της πραγματικότητας. Πόσοι γνωρίζουνε πως το διαμάντι αν και είναι το σκληρότερο ορυκτό, μπορεί να συνθλιβεί; Πως, ως καθαρός άνθρακας που είναι καίγεται εντελώς και χωρίς ν’ αφήσει πίσω του στάχτη; Τίποτα δεν είναι αρκετά δεδομένο ώστε να είναι δεδομένο για πάντα.
Τους παρατηρούσε, να μπαίνουνε στο μετρό, να προσπερνάνε βιαστικά στο δρόμο, να στέκονται γεμάτοι αναμονή ή απλά γι’ ανάπαυλα σε κάποιο παγκάκι, να γελάνε, να κλαίνε μυστικά. Πρόσωπα γεμάτα φόβο, ελπίδα, απογοήτευση, έρωτα, ανησυχία, με ή χωρίς προσμονή… άλλα γεμάτα φως κι άλλα γεμάτα σκοτάδι, κι άλλα τόσο μουντά κι αδιάφορα, που γίνονται σχεδόν αόρατα. Η ασημαντότητα των ανθρώπων κι η σημαντικότητα δυο νέφη μπερδεμένα στο μυαλό του· μουντός κι αόρατος ο ίδιος από καιρό, καθώς παρατηρούσε τον καιρό και τους ανθρώπους αδιάφορα να προσπερνούν, αντιλαμβανότανε όλο και πιο πολύ την έκταση της ασημαντότητάς του. Ιδίως στα μάτια εκείνων που τα ρούχα και η πολυτέλεια αποτελούνε ταυτότητα της ύπαρξής τους. Άνεργος, απογοητευμένος και μόνος, παρατηρούσε τα δίποδα ανθρωπόμορφα να υπολογίζουνε την ανθρώπινη αδυναμία, ανάγκη κι απελπισία, ως ευκαιρίες  να μεγιστοποιήσουνε το κέρδος: οι σύγχρονοι μαυραγορίτες.
Θα ήθελε να πιστεύει στη βία, να μπορούσε να την ασκήσει σε όσους την ασκούνε, προκαλυμμένοι πίσω από νομικά παραθυράκια, διασυνδέσεις, ισχύ. Σε όλους όσους θεωρούνε τον εαυτό τους κέντρο του κόσμου, πως ο παράδεισος τους ανήκει γιατί είναι πιο πονηροί, πιο μάγκες, ισχυρότεροι και πως αυτό τους δίνει δικαίωμα να αποφασίζουνε για τους άλλους, με τον ίδιο τρόπο που αποφασίζει ένας κηπουρός να ξεριζώσει όσα φυτά δε θεωρεί όμορφα ή χρήσιμα, ή που ένας βοσκός, επιλέγει να σφάξει τα νεαρά τραγιά και τις γηραιές προβατίνες, που δεν δίνουνε πλέον γάλα..  Μα αόρατες ηθικές αλυσίδες, δένουνε τα χέρια του...  γιατί όσο κι αν κατανοεί πως επειδή κάποιοι μοιάζουνε με ανθρώπους δε σημαίνει και πως είναι, δε μπορεί να βγάλει από το νου την εικόνα μιας μάνας που κλαίει ευτυχισμένη για το παιδί που έφερε στο κόσμο, την χαρά της και την αγωνία της καθώς τ’ αναθρέφει, και το θρήνο για το παιδί που έχασε. Όχι, δεν είναι δολοφόνος, δεν αντέχει την ιδέα να είναι…  κι ωστόσο είναι φορές που πιάνει τον εαυτό του ν’ αναλογίζεται πόσο πραγματικά τρομακτική είναι μία τέτοια πράξη, ή αν ο φόβος της πράξης είναι απλώς μία ιδέα, ένα ορόσημο, που όταν το ξεπεράσει κάποιος αντί να βασανίζεται από ενοχές, γελά λυτρωμένος, απαλλαγμένος από το βάρος των αναστολών που του δίδαξε μια κοινωνία που φθίνει βυθισμένη στην αναλγητική ανεπάρκειά της.  Η αυτοκαταστροφικότητα που τον σαπίζει κάθε μέρα που νιώθει αχρησιμοποίητος, παροπλισμένος κι άχρηστος, είναι ένα σχοινί κι αυτός ακροβάτης ανάμεσα στα θέλω , τα πρέπει, την ανοχή, τις ηθικές του αξίες.
Προχωρά αργά πάνω στο σχοινί, σχεδόν ακίνητος, σχεδόν αόρατος..  Για κάποιους αόρατος.
Μία βόμβα που το φυτίλι της έχει ήδη ξεπεράσει τις αντοχές.

24/9/17

Διπλωμένα άστρα


Μέσα στα κάστρα δίπλωνα άστρα,
χάρτινα άστρα γεμάτα φως· ρωτάς πως;
Εσύ, στα μάτια σου που κουβαλάς το φως;
Που στα μαλλιά σου σκαλωμένες πεταλούδες
ανοιγοκλείνουνε τα φτερά·
σα χάδι ανοίγουνε σα το φιλί σφραγίζουν..
Το τρόπο που προστάζεις, - δούλος σου ο πόθος
ικέτης στην αθωότητά σου εμπρός, γονατιστός
μα πάνοπλος και δόλιος, - πως τον απέκτησες;
Στην πιο ψηλή πολεμίστρα σου σκαλί σκαλί θ’ ανέβω
είτε να πέσω, είτε να υποταχτώ στα κάλλη σου
και να τα υποτάξω, λευτερώνοντας τ’ άστρα
πίσω στον ουρανό που τα γέννησε κι ανήκουν.
Και καθώς ο κόσμος σβήνει, τα κάστρα πέφτουνε,
πεταλούδες φωτιάς π’ ανοιγοκλείνουνε τα φτερά τους
θα γίνουνε πνοή κι εκπνοή μας, καθώς
πεθαίνοντας στον παλιό κόσμο
θα γεννιόμαστε μέσα από τη φωτιά, στο δικό μας!

Μα ίσως πάλι μείνουνε τ’ άστρα τυφλά
ανάμεσα σε σεντόνια και μαξιλαροθήκες
ατσαλάκωτα, αταξίδευτα, κι άκαυστα·
Ο λυτρωτής πόθος δεσμοφύλακας και φυλακισμένος,
και συ μια τρελή που την τρέλα της ξέχασε.
Παρέσυρε ο άνεμος τις πεταλούδες της φωτιάς
αφήνοντας μονάχα μία κατάστηθα,
να χτυπά απαλά κι αθόρυβα τα φτερά της.
Θα επιζήσεις, μα όπου κι αν πας
οι δρόμοι σου σπαρμένοι νεκρές πεταλούδες.
Κι η καρδιά σου απαλά, αθόρυβα, να θρηνεί
όχι το θάνατό τους
μα που δε μπόρεσε να πεθάνει μαζί τους