Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

11/1/18

Η ζωή είναι μια σκύλα


“Κοίτα” της είπε με τη γλώσσα του σώματος. “Μπορώ να κρατήσω το μπαλόνι χωρίς να το σκάσω.. κοίτα πως το γυρνώ με τη μύτη απαλά για να το πιάσω από το δέσιμό του”
Την κοίταξε έκπληκτη... η έκπληξη έγινε ενθουσιασμός!
“Μα πως το κάνεις αυτό; Πως το σκέφτηκες; Είσαι πανέξυπνη!!!” Της είπε και τη χάιδεψε απαλά στο κεφάλι... Εκείνη, άλλο που δεν ήθελε.. έπεσε αμέσως μπρούμυτα, με τα πόδια ψηλά και τη κοιλιά εκτεθειμένη, προκαλώντας για ακόμα περισσότερα χάδια!
Ο σύζυγος που παρακολουθούσε, είπε “ Όλο κόλπα είναι η Ζωή... θα πρέπει να έχουμε ανοιχτό μυαλό και να μαθαίνουμε από αυτήν...” Και χάιδεψε τρυφερά το κεφάλι της συζύγου του.
_“Θα προτιμούσες να είμαι σκύλα;”
_ “Κάποιες φορές, δε θα με χάλαγε καθόλου”
_ “Αφού έχεις αδυναμία στις σκύλες, να τη βγάζεις κι έξω καμιά φορά.. Το να έχεις σκυλί είναι ευθύνη, δεν είναι μόνο για χάδια, όποτε έχεις διάθεση!”
Χαμογέλασε ενοχλημένος.. η συζήτηση θα μπορούσε να πάρει επικίνδυνη τροπή.. Κοίταξε το ρολόι.. Ήτανε η ώρα που συνήθως βγαίνει βόλτα η Ζωή. Αντί απάντηση έφερε το λουρί και το φόρεσε στο σκύλο, έβαλε στη τσέπη δυο σακουλάκια, και σε λίγο βρέθηκε στο δρόμο με τη Ζωή να τον τραβά. “Η ζωή είναι μια σκύλα”, σκέφτηκε.

Χρώματα...


Κάθε άνθρωπος ένα χρώμα.. κάθε χρώμα μια μουσική.. γεννάνε ρυθμό, παλμό, ζωή... Ρυθμοί που συμπληρώνουνε ο ένας τον άλλον, βήματα που σβήνουνε το ένα μέσα στο άλλο... μέχρι που και οι δυο είτε γίνονται κανείς, ή που φτάνουνε πιο πέρα από κάθε προσδοκία. Και ρυθμοί αταίριαστοι, κόσμοι με τέτοιο τρόπο διαφορετικοί, ή τόσο όμοιοι που απωθούνται. Μα οι άνθρωποι έχουνε μεγάλη φαντασία, κι ωστόσο κοινότυπη ως προς αυτό: να προβάλλουν και να βλέπουν έτσι στον άλλον, εκείνο που ψάχνουνε. Τα δικά τους θέλω, πιστεύω, ανάγκες, τα δικά τους βιώματα, το δικό τους χαρακτήρα. Μα καθώς ο χρόνος φθείρει στα δόντια του κάθε απάτη, έρχεται η ώρα που φτύνουνε αηδιασμένοι την επίπλαστη αυτή εικόνα που οι ίδιοι δημιουργήσανε και συντηρούσαν με κόστος ψυχής. Γεμάτοι απογοήτευση, κουρασμένοι, οργισμένοι, συχνά νιώθοντας ανήμποροι να ξεκινήσουνε πάλι από την αρχή χωρίς το λάβαρο μιας άλλης αυταπάτης, καίνε όλη τη δύναμη και την ομορφιά που έχει η ζωή μέσα τους, λιβανίζοντας κι εξορκίζοντας όχι τις αιτίες του κακού και τη δυστυχία τους όπως θα θέλανε, μα, άθελά τους, τη ζωή. Κατηγορούνε όσους τολμούνε να ζήσουν όπως δεν ζήσανε, σκαρφίζονται ηθικές δικαιολογίες για τη δειλή υποταγή τους, προτάσσουν τη στρεβλή λογική τους ως ασπίδα στο συναίσθημα, τα θέλω, την αποδοχή της ύπαρξής τους ως φύση λεύτερη, προορισμένη πάνω απ’ όλα για να ζήσει.. Την αγάπη, τον έρωτα, το φως που προκύπτει από τη συνύπαρξη αυτών των δυο, να δημιουργήσουνε και να μοιραστούνε τις χαρές και τις λύπες... και με τόσο φως μέσα τους εγκλωβισμένο σε ένα σπόρο που χρειάζεται πίστη κι αγάπη για ν’ ανοίξει και να βγάλει ανθό, τριγυρίζουν ως σκιές, παγίδες του φωτός, καταστρέφοντας ό,τι αυθόρμητο, αθώο μες τη νεότητά του, όμορφο στην αθωότητά του. Κοιτώντας φυλακισμένοι το κόσμο, μάθανε να μην ανέχονται την ιδέα πως μπορεί να υπάρχει κάποιος κόσμος έξω από τη φυλακή τους αυτή. Γιατί τότε θα έπρεπε να δεχτούνε πως, ζούνε φυλακισμένοι.
Στρέφουν λοιπόν τα βέλη τους για όσα ζήσανε, όσα δεν γίνανε ή γίνανε με λάθος τρόπο, όχι στις επιλογές τις δικές τους, αλλά στον καθρέφτη που τοποθετούσανε στα πρόσωπα των άλλων κάθε που κάνανε τις επιλογές τους. Ο απατεώνας δεν είναι στα μάτια τους οι ίδιοι, αλλά ο άλλος, ή οι άλλοι... και μοιάζουνε τότε, έχοντας τη σκιά τους σα σάβανο τυλιγμένο στη ψυχή τους, έρμαιο μιας ατέρμονης πτώσης στο πηγάδι της ζωής, μέχρις ότου, κάποιος να το σκεπάσει και να χαράξει πάνω του το όνομά τους και κάποιες χρονολογίες εξαιρετικά ασήμαντες...
Μα υπάρχουν κι εκείνοι, ευτυχώς, που βρίσκουν την δύναμη της αποδοχής του εαυτού τους. Που από σκοτεινή πέτρα που πέφτει, γίνονται πτηνό και δραπετεύουν. Με όλο το κόστος της συνειδητοποίησης, τον θρήνο, τον πόνο του να γεννιέσαι ξανά σε ένα κόσμο γεμάτο ανισότητες κι αντιθέσεις, όπου ούτε το όνειρο χαρίζεται, ούτε η ελευθερία είναι δεδομένη μόνο και μόνο επειδή ο καθένας έχει δικαίωμα σε αυτή... Κι όπου όλα χτίζονται με μόχθο, γκρεμίσματα, πισωγυρίσματα κι αναθεωρήσεις. Και δεν έχει σημασία αν έχει βάλει κάποιος μόνο μια πέτρα πάνω στην άλλη, ή αν ύψωσε γεφύρι ολόκληρο, αλλά με πόση αγάπη έβαλε αυτή τη πέτρα ή έχτισε το γεφύρι. Και με ποιους, και γιατί, το μοιράστηκε... και πως ποτέ δεν είναι αργά, να αγαπήσει κανείς τον εαυτό του και μέσα από αυτόν τη ζωή, τους άλλους, τον ατελή κόσμο μας..

9/1/18

Γραμμή της ζωής


Όλα αρχίσανε σαν ένα αστείο.. ένα πείραγμα χωρίς πρόθεση να εξελιχθεί σε οτιδήποτε άλλο... τα χαμόγελα.. το άγγιγμα στη παλάμη για να ταξιδέψει το δάχτυλο πάνω στη γραμμή τη ζωής, προτού ακούσια καταλήξει να φτιάχνει ομόκεντρους κύκλους στο όρος της Αφροδίτης... Το χέρι δεν αποτραβήχτηκε, το βλέμμα αμήχανα δειλό.. Ο χρόνος μίκρυνε, το γρήγορο τικ τακ της καρδιάς τους δεν άφησε χρόνο αρκετό στο νου να υπολογίσει πόσο το λάθος, πόσο το σωστό...
Το σούρουπο τους βρήκε και τους δυο να κοιτάνε τη γη από τη κορυφή του όρους, σφιχτά αγκαλιασμένοι, με το κορμί να πονά γιατί ακόμα κι αυτή η μικρή απόσταση ανάμεσά τους, να ζει ο καθένας στο δικό του σώμα, υπήρξε ανυπόφορα οδυνηρό.
Όχι οι ίδιοι, μα κάποιοι άλλοι που γεννηθήκανε από αυτούς τους ίδιους, οδηγημένοι από το πόνο, ταξιδέψανε προς τη λύτρωση.. Κάτω από τα άστρα, με καράβι την επιθυμία, ο κόσμος έμοιαζε τέλειος παρ’ όλες τις ατέλειές του, την αδικία και τον φόβο που τον ορίζει.. Γυρίσανε τον κόσμο τρεις φορές. Τόσες μόνο.
Κάθε φορά που μετά χωρίζανε, με την ψυχή λαχανιασμένη κι ήμερη απ’ τα τόσα άστρα, και την καρδιά να χτυπά αργόσυρτα, αρνούμενη να ξυπνήσει από την ευτυχία του να αποκοιμιέται η μια πάνω στην άλλη, έβρισκε το χρόνο να τρυπώσει ανεπαίσθητα - κυρίως σ’ εκείνη - ο φόβος πως όσα γίνονται μαζί σε λίγο δε θα είναι, για όσο, και πως ο καθένας τους θα πρέπει να επιστρέψει στους δικούς του ρυθμούς, τους δικούς του ανθρώπους, τη διαφορετική τους ρουτίνα.
“Δεν αντέχω να μοιράζομαι όταν αγαπώ..” του είπε.
Ήθελε να της απαντήσει “ούτε και γω.. κι αν η ζωή είναι άγραφο χαρτί, ποιος μπορεί να ξέρει από πριν, που μπορεί να καταλήξει ένα ταξίδι κάτω από τα άστρα.” Μα αντί αυτού, προτίμησε να τη διαφυλάξει από το δηλητήριο που κρύβει κάτω από το χάδι της, η ελπίδα.. Της είπε λοιπόν, πως αυτό δε θα μπορούσε να συμβεί. Πως δεν έχει πρόθεση να επιτρέψει στον εγωισμό του να πληγώσει τους ανθρώπους που νοιάζεται κι αγαπά. Και πως ο ίδιος, δεν έχει κανένα πρόβλημα να μοιράζεται. “Η καρδιά δεν φτωχαίνει αν την κόψεις σε πολλά κομμάτια” κατέληξε, και την ίδια στιγμή μετάνιωσε που της είπε κάτι που τόσο την απογοήτευσε και που ούτε ο ίδιος πιστεύει.
Κι έτσι εκείνη γέμισε τύψεις, ο φόβος κι η αξιοπρέπεια την ωθήσανε να κρατά απόσταση. Κάθε φορά, βρισκόντουσαν όλο και πιο σπάνια, κυρίως επειδή εκείνος επέμενε.. Και κάθε φορά η απόσταση ήτανε μεγαλύτερη. Ώσπου κι εκείνος, σταμάτησε να της το ζητά.. Κι απ’ όλο αυτό έμεινε μονάχα ένα όνειρο.. Ένα όνειρο που ξέρεις πως το έζησες, αλλά γνωρίζεις και πως, δεν έχει θέση σε αυτόν τον κόσμο. Ένα όνειρο μακρινό, όπως τ’ αστέρια το κατακαλόκαιρο, τόσο παρών, τόσο μακριά, όπου ταξιδεύει φορές φορές ολομόναχη η ψυχή τις νύχτες, να γεμίσει φως και να ξεκουραστεί αφημένη – για όσο – στις φτερούγες τ’ ονείρου.
“Μη με ξεχάσεις..” , θα ήθελε να της πει... “δε σε ξέχασα.. είσαι πάντα εδώ...” . Μα η καλύτερη παρέα στις μοναχικές πορείες τη νύχτα, τις πορείες που οδηγούν έξω απ’ τα σύνορα του ανέφικτου και το πεπερασμένο αυτού του κόσμου, είναι η σιωπή.

25/11/17

Νιφάδα φωτιάς

Ατέλειωτα χιλιόμετρα θολά, σκεπασμένα με κρύο, αίσθηση αποπροσανατολισμού, ανησυχίες. Στο τέλος βρέθηκε στο σωστό δρόμο, το δρόμο που ανταμώσανε. Ήτανε σύμπτωση, η σωστή στιγμή ανάμεσα σε τόσα λάθος μέρη... Δόθηκε ολόκληρη στη φωτιά του τυχαίου, έριξε στις φλόγες τις αμφιβολίες της, το νυφικό της, άφησε να καεί ως και τις ρίζες μετατρέποντας όλη τη προηγούμενη ζωή της σε μια μικρή αιωρούμενη καύτρα που χορεύει καταπώς λικνίζεται η φωτιά. Ο παλιός της εαυτός δε θα επέτρεπε ποτέ να προξενήσει τόσο κακό, σε εκείνους που οι ρίζες τους μεγαλώνανε τυλιγμένες στις δικές της. Ο παλιός της εαυτός θα χρησιμοποιούσε τη λογική και το συναίσθημα για να τη χαλιναγωγήσει, θα γινότανε ακόμα μια φορά θυσία για το καλύτερο για όλους. Ωστόσο αυτό το «όλοι καλά», εξαιρούσε διαρκώς τον δικό της εαυτό, ψάχνοντας την ευτυχία στον συμψηφισμό.. εκείνη και οι άλλοι, θα πει «όλοι»… «Όλοι μαζί ευτυχισμένοι» , στο βαθμό του δυνατού να αγγίξει κανείς την ευτυχία.. Κι όλοι μαζί, υποκριτές! Ούτε η λογική ούτε τα συναισθήματα τα οποία επικαλούνταν ως δικά της, υπήρξανε ποτέ δικά της. Ήταν συναισθήματα ενός γκρι, άμορφου σα ζύμη μες την ομοιογένειά του, «όλου».
Τώρα χόρευε σα τη φλόγα, πανίσχυρη μέσα στην άγνοιά της, ποια σχέδια κάνει η ζωή για εκείνη, για όταν η φλόγα κοπάσει, και εκείνη στάχτη πια, αρχίσει να πέφτει από το όμορφο συννεφάκι της στη σκεπασμένη από στάχτη γη…  «Γιατί να υπάρχουνε παντού δύο άκρες;» της έλεγε όχι η λογική, μα η καρδιά της… η ζωή κρατά όσο κρατά η φωτιά… «το μυστικό είναι να μη σβήνεις ποτέ τη φωτιά… αλλά να σβήνεις με τη φωτιά… μαζί της.» Και συνέχισε να χορεύει νιφάδα φωτιάς, πολύ ψηλότερα πάνω από το ελάχιστο και το γκρι του τίποτα.

22/11/17

Ονειροπαγίδα

Η σιωπή του σκάλισε τα χείλη..
"Τι όμορφα χείλη" θαυμάζανε με αφέλεια,
τι όμορφα φιλούνε και πόσα λένε με τη σιωπή.."
Η φαντασία τους υπήρξε η δύναμή του.
Η σιωπή το μαγικό πέπλο που τον μεταμόρφωνε
σ' εκείνο που περισσότερο είχανε ανάγκη.
Για τον ίδιο, η σιωπή ήτανε το δηλητήριό του.
Γλυκά τις νάρκωνε με όλα όσα δεν έλεγε,
με όλα όσα δεν αρνήθηκε ποτέ του..
Μεθούσε καθώς τις μεθούσε,
πεταλούδες ζαλισμένες, που ο πόθος
ανοιγόκλεινε τα λεπτεπίλεπτα φτερά τους!
Πετούσε μαζί τους γύρω απ' το φως ώσπου η φωτιά
να τους γκρεμίσει τυφλούς στο πάτωμα.

Τ' αντίο του αθόρυβα, σιωπηλά σα το δηλητήριο
στα χείλη του. Το χιόνι μέσα του...
Χωρίς να σκοτώνει τίποτα δηλητηρίαζε τα πάντα..
Μία τεράστια αράχνη - το όνομά της "Αναμονή"
τύλιγε τα θύματά του στο κουκούλι
προσφέροντάς του ένα  εύκολο δείπνο
στις ατέλειωτες πορείες του στην έρημο.
Παιδί της νύχτας, με μάτια αστέρια μακρινά
να χαράζουνε όνειρα στη μέση του πουθενά,
όνειρα που δεν του ανήκουν.
Κάθε κοκκινοσκουφίτσα τον προσκαλεί
στις κρυμμένες κι από την ίδια προσευχές της
να νιώσει τα δόντια του στο λαιμό της.
Κι όχι γιατί αγάπησε τον λύκο - τον μισεί όσο τον φοβάται.
Αλλά γιατί δεν αντέχει να μη τον γνωρίσει.

Γιατί η φαντασία έχει τα δικά της δόντια
κρυμμένα στους πιο μύχιους φόβους και πόθους·
αντίθετο κάτοπτρο της όψης μιας ιδανικής ζωής.

20/11/17

Σκορπάς

Σκορπάς, υδράργυρος από θερμόμετρο που έσπασε.
Τα κομμάτια μπίλιες, που κανείς δε θα παίξει μαζί τους.
Δεν είναι πως γερνάς, μα να, η κατάσταση είναι τέτοια
ξεμακραίνουν οι φίλοι, παλίρροια η σιωπή τους σκεπάζει.
Ποιος θέλει να μιλά και ποιος ν΄ ακούει τη μιζέρια.
Η αδιέξοδη επανάληψη από τοίχο σε τοίχο εξαντλεί.
Κι ύστερα είναι τα όνειρα..  Άμοιρα φτερωτά!
Ακροπατάς μη τρίξει στον ύπνο τους, γλυκοκοιμούνται!

Μοσχοβολά ο δυόσμος από τη γλάστρα στη βεράντα,  
ποιος άνεμος τάραξε τη λήθη και πλημύρισε άρωμα!
Σκορπάς, ακόμη μια φορά στις μνήμες… ριπές και τρύπες·
Κλείνεις τη πόρτα, η ύπαρξή σου διαμέρισμα μικρό.
Χώρο δεν έχει να φαντάζεσαι ταξίδια, εκτός ίσως..
το πληκτρολόγιο κι ένα χαρτί ψηφιακό, λευκό…
Μεθάς τις λέξεις μουσική για να τις πιάσεις,
τις ψαλιδίζεις, τις κονταίνεις να χωρέσουν δίπλα δίπλα,
κι ύστερα μέσα σου τις καις..  Κανένα μεγάλο ταξίδι
δεν αντέχεται και δεν  γίνεται από έναν μόνο…

19/11/17

Τρέμω

Τρέμω, μήπως φανείς
Τρέμω, φύλλο φθινοπωρινό
που άγγιξε η ανάσα του χειμώνα,
κι ακόμα βαστά
χωρίς να γνωρίζει "γιατί".

Ο καιρός πέρασε, και τρέμω
τώρα που είναι τόσο αργά
και συνήθισα στην ιδέα,
μη τυχόν φανείς...