Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

16/11/18

Κρεσέντο


Σήμερα είναι η επέτειος Α,
αύριο είναι η επέτειος Β.
Μάθετε να σκέφτεστε επετειακά,
βοηθάει στην οργάνωση της πληροφορίας,
στην κατάταξη εντός κι εκτός
και στην αρμονία του χρόνου.
Χρόνος για πόλεμο και χρόνος για ειρήνη.
Χρόνος να ματώνει η μνήμη και χρόνος κενός.
Προφυλάσσει από μεγάλων διαστάσεων σχέδια.
Σήμερα θα σε βρίσω και συ θα οργιστείς.
Σήμερα θα σε χτυπήσω, και συ θα γεμίσεις φόβο.
Σήμερα θα σου πω  παραμύθι στ' αυτί,  θα κλείσεις τα μάτια
και θ' αφεθείς στην οδό του ονείρου, χαμογελώντας.
Κι αύριο, αν θελήσω, θα σου πω μια ιστορία άλλη, ηρωική,
να πολεμήσεις οικειοθελώς στο όνομα της ανεξαρτησίας
και να πεθάνεις αν χρειαστεί, ευτυχισμένος,
με τιμή και δόξα για τα δικά μου χρήματα, πετρέλαιο, ευημερία.
Θα πεθάνεις φτωχός μα τιμημένος. Παραδειγματικά ηρωικά.
Κρατώ στα χέρια μου ένα κύμβαλο , στον κάθε του χτύπο ένα συναίσθημα
μι'  αντίδραση. Χορεύεις όπως χτυπώ έχοντας άγνοια της άγνοιάς σου.
Τίποτα πιο συστηματικό από την οργάνωση της πληροφορίας,
τίποτα πιο αρμονικό από το να πιστεύεις πως είσαι κύριος του εαυτού σου
και την ίδια στιγμή, να θάβεις τον εαυτό σου περισσότερες φορές απ' τούς νεκρούς.
Η οργάνωση της μνήμης είναι αγκάθι στο μάτι της ανθρωπότητας.
Αν γκρεμιζόντουσαν μια μέρα τα μνημεία μας όλα, οι τίτλοι στους τάφους,
αν καιγότανε η ιστορία στη λήθη, τότε ίσως και να έβλεπες αληθινά,
πως πίσω από κάθε τιμή, υπάρχει ένα μεγάλο τίμημα .

Έτσι μίλησε καθώς φοβότανε την επανάσταση, ο ηγέτης των ηγετών
στους άθλιους που στεκόντουσαν μπροστά του με τη δάδα αναμμένη, έτοιμοι
να κάψουνε κι αυτόν και τα πετρέλαιά του, ν' απαλλαγούν από το φόρο του αίματος.
Ένα τέλειο κρεσέντο σε πλήρη ανάπτυξη. Κι ως συνήθως, η δάδα έπεσε,
οι άθλιοι αγκαλιάσανε ο ένας τον άλλον, μαζί και τον ηγέτη και τους ηγέτες.
Φάγανε, ήπιανε, δακρύσανε, χορέψανε, μέθυσαν από χαρά κι αποκοιμηθήκανε.
Η επόμενη μέρα τους βρήκε δέσμιους στην ίδια  συνήθη καθημερινότητα,
να μην είναι άλλο από αριθμούς, τυπωμένοι σε χαρτονομίσματα.
Κι αυτό στην καλή περίπτωση...  στη χειρότερη απλώς αριθμοί.

8/10/18

Ο κύκλος


Τα μάτια της  υψωθήκανε  στον ουρανό, διψασμένα για φως κι ορίζοντα..  Ένιωσε το απαλό γαλάζιο μαντήλι ν’ απορροφά τα δάκρυά της, ένιωσε λεύτερη και γαλήνια. Αμέτοχη στους  πόνους της σάρκας, ανέγγιχτη , αγνή κι αθώα. Ένα τρεχαντήρι σύννεφο έγινε η ψυχή της, που έσταξε στο καμβά…  Που όπως γρήγορα φάνηκε, έτσι σύντομα χάθηκε αφήνοντας άδειο το κορμί της, κενοτάφιο χωρίς όνομα. Κι ολόγυρα από τον  τάφο πρόσωπα, να μιλάνε, να γνέθουν, να κλαίνε κοιτώντας το κενό…  Ο θρήνος  ράγισε τη μεγάλη εικόνα, ο ορίζοντας καμπύλωσε στο σπάραγμα  των  δυο της παιδιών, μίκρυνε, κύκλος έγινε, ολόγυρα οι πενθούντες κι εκείνη στη μέση να ίπταται  πάνω απ’ το κενό της κορμί. Χωρίς πόδια, χέρια, κορμό ή πρόσωπο… μόνο μια υποψία φωτός, που μέσα από τα δάκρυα κανείς δεν μπόρεσε να δει. Μετά φύγανε όλοι κι απέμεινε μόνη, να φέγγει σαν  ένα καντήλι καταμεσής του πουθενά. Τόση ακινησία υπήρξε τότε, τόση σιωπή, που η αχνή φλόγα του καντηλιού έμοιαζε σκαλισμένο πέτρωμα, κι ολόγυρα αντανάκλαση καμία. «Παγιδεύτηκα», σκέφτηκε, «ακόμα μια φορά παγιδεύτηκα από αγάπη». Ο κύκλος γύρω της αδιαπέραστος, αδύνατο να βρει την άκρη να ξεδιπλώσει πάλι τον ορίζοντα. Αδύνατο να βρει μορφή, υπόσταση, έστω την πιο μικρή επιθυμία. «Είμαι μάνα, και μάνα θα πει θυσία!» Φύσηξε τότε τη μαρμάρινη φλόγα, κι η φλόγα έσβησε…  Έκπληκτη έφερε το χέρι στο στόμα, ανακαλύπτοντας πως έχει πάλι χείλη, πάλι χέρια, πάλι δάκρυα. Πάλι μάτια και γύρω της φως…. Κι ολόγυρά της μάτια αγαπημένων, πρόσωπα γνώριμα, να την κοιτάζουνε αλαφιασμένα, να την τραντάζουνε, να της μιλάνε μ’ αναφιλητά, με τρόμο αλλά κι ανακούφιση που βρισκότανε πάλι εκεί, μαζί τους! Τόσοι άνθρωποι δεμένοι πάνω της!
Έκλεισε ξανά τα μάτια, να μη βλέπουνε πόσο πονά… τη ντροπή της που αρνήθηκε τον ιερό της ρόλο…  Μα πιο πολύ κι από αυτό, τη ντροπή και τη θλίψη της για όσα για τον ρόλο αυτόν αρνήθηκε… ανίσχυρη όσο  ποτέ πριν, να δραπετεύσει ξανά από τον κύκλο.


15/9/18

Ατιτλο

Με δηλητήριο τα χείλη μου θα βάψω
να σου δοθώ, να σε ανάψω
και να σε δω να σβήνεις σαν κερί.
Χίλιοι Θεοί τη σάρκα σου θα καίνε
στο σπαρτάρισμά σου να χρίζομαι Θεός.

Κι όταν πνοή μου τη πνοή μου παραδώσεις,
μ' ένα φιλί θα σου χαρίσω τη ζωή...
Μέσα απ' τή στάχτη πλασμένη όπως θέλω
Φωτιά, Αγέρας και Ζωή, μέλη από Θάνατο.

Μωβ

Τα δάχτυλά του μικρές μωβ σιωπές
που σκέπασε επιμελώς
μ' ένα μαντήλι στο λαιμό, μωβ,
το μωβ να κρύψει της ζωής της.
Ακροπατούν οι μέρες, δραπετεύουν,
γλιστρούνε πάνω στα μαύρα της γυαλιά
και χάνονται στο πουθενά,
εκεί που το βλέμμα της κοιτά
μη βλέπει, μη νιώθει, μη πονά...
Μη τη ρωτούνε, μη τη λυπούνται,
αόρατη όσο γίνεται να είναι
γιατί όταν αυτός θυμώνει αλλάζει όψη,
τα χέρια του δυο σαδιστές διαβόλοι
που αδυνατεί κι ο ίδιος να ορίσει.

Ένας μεγάλος ουρανός πλατύς
είναι το ποτάμι της ζωής της,
Αχ πόσα άστρα, πόσα πετούμενα, πλοία
σκεπάζουνε τα κρύσταλλα νερά, τα κρύα.
Στην όχθη στέκεται το λυτρωμό κοιτώντας,
τα ψαλιδισμένα της μαλλιά στα γυμνά της πόδια
και το κορμί λευκό, ανέγγιχτο, γυμνό,
να επιπλέει στον σκοτεινό ουρανό.
Ψαράκια οι ευχές αγαπημένων
τον πόνο της ας κάνουνε τροφή,
αφήνοντας για το τέλος μόνο
το φως μιας ελεύθερης ψυχής!



9/9/18

Κόκκινα ρόδα

Ο θάνατος κι ο έρωτας στήσαν χορό μαζί,
στο σφριγηλό της δροσερό, νεανικό κορμί.
Τα χέρια της σα χάρτινα, βελούδο απαλό
που συναντάς στα πέταλα άγριων λουλουδιών,
δίνουν φωνή στα πένθιμα και χλομιασμένα χείλη
με πίδακες ζωγραφίζοντας τα ρόδα ποιητών.
Πόσο στο σκότος φωτεινή λαμποκοπά η καρδιά της
καθώς στ’ άστρα μοιράζεται η αθέριστη χαρά!

Ο θάνατος κι ο έρωτας την φίλησαν στα χείλη
ξέπνοο αφήνοντας τον πόθο για ζωή,
αφού αδύνατον στους δυο να ξεχωρίσει έναν,
μες το χορό τον ζοφερό που σμίξανε οι τρεις.










25/1/18

Χειμώνας

Να πω “φοβάμαι..” ή να μη το πω; Και σε ποιον να το πω; Ποιος έχει όρεξη να ακούει παράπονα σ’ έναν ήδη αρκετά  σκοτεινό κόσμο; Να πω “κρυώνω”; Καλύτερα μη το πω, μη γίνω μέρος της απέραντης αυτής γραφικότητας, μία φωνή, μία κραυγή ακόμα ανάμεσα στις τόσες που είναι θαμμένες στο απέραντο νεκροταφείο των συνειδήσεων. Πάντα αγρίμι ήταν ο άνθρωπος, αγρίμι που όσο του χαϊδεύεις το κεφάλι τόσο σου δαγκώνει το χέρι. Μετρά τις ανάγκες του αδύναμου και υπολογίζει πως μπορεί να τις κάνει κέρδος.  Και να ήτανε μήπως και κέρδος αληθινό; Άνθρακας ο θησαυρός! Όσο τον μαζεύει τόσο καρβουνιάζει η ψυχή του. Γίνεται δαίμονας. Κι αρχίζει να καταστρέφει όσο μπορεί ψυχές άλλων... γίνεται αυτό η χαρά του, το γέλιο του δηλητήριο, απολαμβάνει να νιώθει ισχυρότερος, πανούργος, να ορίζει ανθρώπους που δεν έχουνε πια φωνή. Και θυμώνει.. θυμώνει πολύ όταν βρεθεί κάποιος να του θυμίσει πόσο επίπλαστη η εξουσία του, και πόσο γελοιώδες το συναίσθημα της ανωτερότητας που απορρέει απ’ αυτήν.
Φιγούρες σκυφτές, ταπεινωμένες,  απόκοσμες άχρωμες σκιές χωρίς όνειρα, μετράνε σε πόσα κομμάτια να χωρίσουνε το “τίποτα” για να βγει ο μήνας, η εβδομάδα, η μέρα. Φαντάσματα και Δαίμονες η μορφή του κόσμου, που μέσα του νιώθουνε εξόριστοι εκείνοι που δεν νέκρωσε τις αισθήσεις τους η παγωνιά. Στην καρδιά τους φωλιάζει ένα μικρό χελιδόνι, γνωρίζει πως η Άνοιξη δεν κατοικεί πλέον εδώ, και τίποτα δεν επιθυμεί περισσότερο απ’ τό να φτερουγίσει μακριά από τον λευκό χειμώνα... Τα μικρά του φτερά έχουνε αρκετή δύναμη για να ταξιδεύει μέχρι να χαθεί.. Μα το δένει μια κόκκινη κλωστή με το κορμί που κουβαλά, με όλους εκείνους , εκείνες, που είναι δεμένοι με το κορμί αυτό, κλωστή με κλωστή, καρδιά με καρδιά, και γνωρίζει καλά πόσο εύκολα μπορεί να ξηλώσει αυτή η κόκκινη γραμμή της ζωής, αν η κλωστή σπάσει. Αντέχει ο ένας για τον άλλον, και κάποτε, θυμούνται να αντέχουνε και για τους ίδιους.

23/1/18

...

...είναι μερικά ταξίδια, που ενθουσιάζουνε εκείνους που τα κοιτάνε απ' έξω, βρέχοντας με τη φαντασία τους τα δάχτυλα μόλις των ποδιών τους,,, Ζωές που γεμίζουνε άλλες ζωές όνειρα, συγκίνηση, χτυποκάρδι, αγωνία. Μα όλα αυτά από την ασφάλεια της απόστασης που προσφέρει το να ονειρεύεται κάποιος, κι όχι αληθινά να βιώνει. Την μια στιγμή να πατά , με την ασφάλεια πως την επόμενη στιγμή θα πατά στην ασφάλεια της κλειδωμένης ζωής του, στον κάτω κόσμο και την κόλαση, και ύστερα ξεχνιέται κάπου αλλού.
Αυτά είναι συνήθως τα πιο μεγάλα και συνάμα πιο μοναχικά ταξίδια.