Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

24/9/17

Διπλωμένα άστρα


Μέσα στα κάστρα δίπλωνα άστρα,
χάρτινα άστρα γεμάτα φως· ρωτάς πως;
Εσύ, στα μάτια σου που κουβαλάς το φως;
Που στα μαλλιά σου σκαλωμένες πεταλούδες
ανοιγοκλείνουνε τα φτερά·
σα χάδι ανοίγουνε σα το φιλί σφραγίζουν..
Το τρόπο που προστάζεις, - δούλος σου ο πόθος
ικέτης στην αθωότητά σου εμπρός, γονατιστός
μα πάνοπλος και δόλιος, - πως τον απέκτησες;
Στην πιο ψηλή πολεμίστρα σου σκαλί σκαλί θ’ ανέβω
είτε να πέσω, είτε να υποταχτώ στα κάλλη σου
και να τα υποτάξω, λευτερώνοντας τ’ άστρα
πίσω στον ουρανό που τα γέννησε κι ανήκουν.
Και καθώς ο κόσμος σβήνει, τα κάστρα πέφτουνε,
πεταλούδες φωτιάς π’ ανοιγοκλείνουνε τα φτερά τους
θα γίνουνε πνοή κι εκπνοή μας, καθώς
πεθαίνοντας στον παλιό κόσμο
θα γεννιόμαστε μέσα από τη φωτιά, στο δικό μας!

Μα ίσως πάλι μείνουνε τ’ άστρα τυφλά
ανάμεσα σε σεντόνια και μαξιλαροθήκες
ατσαλάκωτα, αταξίδευτα, κι άκαυστα·
Ο λυτρωτής πόθος δεσμοφύλακας και φυλακισμένος,
και συ μια τρελή που την τρέλα της ξέχασε.
Παρέσυρε ο άνεμος τις πεταλούδες της φωτιάς
αφήνοντας μονάχα μία κατάστηθα,
να χτυπά απαλά κι αθόρυβα τα φτερά της.
Θα επιζήσεις, μα όπου κι αν πας
οι δρόμοι σου σπαρμένοι νεκρές πεταλούδες.
Κι η καρδιά σου απαλά, αθόρυβα, να θρηνεί
όχι το θάνατό τους
μα που δε μπόρεσε να πεθάνει μαζί τους

30/8/17

Λύτρωση

Μία λέξη
κυρτώνει το κεφάλι.
Είναι ο λαιμός της μίσχος.
Η ρίζα απ’ τη καρδιά
στα χέρια έχει απλώσει,
τυλίγει το κορμό
σα παγωμένη απελπισία.

Μια λέξη αρκεί
στα δυο να κοπεί.

Τα πόδια ν’ αγγίζουν το ταβάνι
ανάποδα τις μέρες να μετρά,
με την ψυχή τον ουρανό να δίνει
για να χωθεί στη γη βαθιά.

Μια λέξη να χαθεί, μια να τη σώσει.
Ω, είναι οπωσδήποτε Θεός.. !
μα αν θέλει το ναό του να γλυτώσει,
καλύτερα να μείνει γι’ αυτή φως..

Μα θα’ ναι ψέμα, θα είναι ένας ψεύτης
κι εκείνη μες το ψέμα του θα ζει.
Καλύτερα λοιπόν να τη σκοτώσει,
γιατί της αξίζει, λεύτερη να ζει!

27/8/17

όνειρα κανενός

Και χάθηκες… και χάθηκα…
Σύννεφα από σκόνη, μας πήρε ο άνεμος.
Έπρεπε να είχαμε αλλάξει τις παλιές συνήθειες
προτού  γίνουνε παλιές. Πριν γίνουμε
σκόνη πάνω σ’ έπιπλα που παλιώσανε…
Το να ζωγραφίζουμε όνειρα με το δάχτυλο
δε στάθηκε αρκετό, για όταν φύσηξε…
Τώρα μπερδευτήκανε τα όνειρά μας
- γίνανε όνειρα κανενός.
Ζει ο ένας στο όνειρο του άλλου
και κανείς στ’ όνειρό του.

19/8/17

νότα

Θα’ θελα να ήμουνα νότα στη μουσική σου,
κάθε που τραγουδάς ν’ ανασταίνομαι
μέσα απ’ τα στήθη σου, να κορώνεται η ζωή μου
καθώς  μ’ εκπνέουν τα χείλη σου…  Κι ας χαθώ,
στα ονειροδρόμια των ανέμων και τις ερήμους
που ολάνθιστες είναι άστρα, από τα βήματα
όσων υπήρξανε και πέθαναν από Αγάπη!

18/8/17

Η δική του αλήθεια

Πόσες μέρες και πόσες νύχτες λευκές
χωρέσανε μέσα του… ασήκωτο φορτίο
το άγραφο κι αλέκιαστο όταν ζεις..
Ο θάνατος καθισμένος δίπλα του
στο σεντόνι που σκέπαζε το καναπέ
να μη σκονίζεται… Ξαπλωμένος δίπλα του
όταν ανάσκελα στο κρεβάτι τρυπά το ταβάνι
και τολμά κι ονειρεύεται ασπρόμαυρα όνειρα.
Τρώει μαζί του στο τραπέζι, τον κοιτά στα μάτια
στωικά αμίλητος  και πίνει μαζί του δηλητήριο·
πολυκαιρισμένο απόσταγμα από μνήμες.

Μέρες, νύχτες, χρόνια… έπαψε να μετρά,
έπαψε ν’ αγαπά
το πρόσωπό του στο καθρέφτη..

Κι όσο ξεχνά τόσο βυθίζεται
στο μαγκανοπήγαδο που έχει για δωμάτιο…
Από το στόμιο του πηγαδιού
του πετάνε ξεροκόμματα να επιβιώνει
αρκεί να λέει ευχαριστώ που έχει δουλειά,
να λέει ευχαριστώ που έχει έστω αυτή τη βαθιά τρύπα,
τα φθαρμένα ρούχα του, ένα κρεβάτι κι ένα τραπέζι
να μοιράζεται με τον Θάνατο.

Όποτε χωρά ολάκερο το φεγγάρι να κοιτάξει
ως το πάτο της τρύπας που κατοικεί
ασημένιες πηγές ξυπνούνε στα μάτια του,
και χύνονται προσευχές ως τα άστρα…
Αφήνεται ο έρημος μέσα τους να πνιγεί,
να τον πάρουνε μαζί, να γίνει σύννεφο…
Μα η ζωή είναι πεζή…
Τέτοια όνειρα τα καίει στην αλήθεια.

Ως τη στιγμή που θα βάλει φωτιά
και θα κάψει τη ζωή στη δική του αλήθεια.

17/8/17

κόκκινη κλωστή

Ράβει με  λέξεις τη σιωπή
στάζει η βελόνα αίμα.
Κόκκινο νήμα η ζωή
στ’ άσπρο υφάδι της σιωπής.

Ποιος το αντέχει να φορεί
όσο κι αν το κεντήσει
το ένδυμα τούτο της σιωπής
χωρίς ν’ αγανακτήσει;

Ποιος αρκετά την αγαπά
στους στίχους της να ζήσει;
Πονάνε οι λέξεις σα μιλούν
πιότερο σα σωπαίνουν..

Ράβει φεγγάρι και καρδιά
τα μάτια με τα άστρα….
Σύννεφα στα δάχτυλα,
μα έρημο στα χείλη…

Τις νύχτες δε κοιμάται πια,
όνειρο έχει γίνει..
Όσο βαστάει η κλωστή
εκείνη θα ελπίζει…  

14/8/17

Τρεις γυναίκες

«Εγώ δεν έχω μία γυναίκα, αλλά δυο.. ενίοτε τρεις. Οι δυο γνωρίζονται μεταξύ τους, προσπαθούνε να τα βρούνε.. αλλά η Τρίτη, πότε αμίλητη και πότε υστερική, αγνοεί για τις άλλες δυο. Όποτε έρχεται οι άλλες δυο, που στην ουσία δεν είναι δυο αλλά μία, κρύβονται..  και όχι από φόβο… δεν έχουνε ποτέ συναντηθεί· απλώς δεν βρίσκονται εκεί.. συνήθως δε μιλάω γι’ αυτές. Είναι όλες τους αγαπημένες μου, μοναδικές, γεμάτες χαρίσματα κι ανάγκες.. Ένας απύθμενος κόσμος εξερεύνησης, αρκεί να αγαπάς αρκετά ώστε ν’ αντέξεις… Γεννήθηκα για να τις αγαπώ… γεννηθήκανε για να είναι η μοίρα μου…»

.. Ο σκυθρωπός άντρας κούνησε το κεφάλι καθώς διάβαζε τα γραμμένα λόγια στο  ταλαιπωρημένο τετραδίο… γύρισε ακόμα μια σελίδα στη τύχη…

«Δεν αντέχω να νιώθω το βουβό θρήνο της.. Θυμώνει όταν της λέω πως όλα θα πάνε καλά, όλα θα φτιάξουνε, η πίστη της έχει φθαρεί… Φοβάται, πως η άλλη θα τη σκϊάσει εντελώς. Πως θα γίνει διάφανη, αόρατη, ανυπόστατη, δίχως θέληση, χωρίς τίποτα πάνω της να με έλκει όπως πρώτα... Σκαλίζει τα πρώτα μας γράμματα, κοιτά παλιές μας φωτογραφίες.. Βλέπει λέει πάνω της την αλλαγή – την τρομοκρατεί που αλλάζει. Είναι φορές που σκοτεινιάζει αφόρητα, γίνεται σύννεφα μολυβένια, χωρίς ωστόσο να επιτρέψει ούτε σ’ ένα δάκρυ να δραπετεύσει από το βαρύ μολύβι μέσα της…
Όχι δε το αντέχω, νιώθω αδύναμος χωρίς καθόλου φως στα χείλη της.. Τρεις μέρες χωρίς να πει τ’ όνομά μου, χωρίς να με κοιτάξει χωρίς απόγνωση! Ποτέ πριν δεν βάσταξε τόσο καιρό η συννεφιά της. Μου έχει λείψει το φωτεινό της χαμόγελο, η τρυφερότητα με την οποία ανοιγοκλείνουνε τα βλέφαρά της σαν θέλει κάτι πολύ, τα δάση στα μελιά της μάτια… Μου έχει λείψει…  Φοβάται κι όσο φοβάται γίνεται αυτό ακριβώς που φοβάται: αδύναμη και αόρατη»

Γυρνά ακόμα μία σελίδα, γρήγορος βηματισμός μέσα στο χρόνο.. Δεν μπορεί να αφήσει από τα χέρια του το τετράδιο…

«Σήμερα βγήκε στην αυλή.. ο ήλιος έλαμπε κι αυτή ήτανε ευτυχισμένη…. Γέλαγε, έκλαιγε, ένιωσε αρκετά δυνατή να κάνει σχέδια! … Σχέδια μόνο για μας, χωρίς καθόλου την άλλη… Θα ήθελα να πιστέψω πως αυτό είναι εφικτό.. από την άλλη.. δεν ξέρω ποια αγαπώ πλέον περισσότερο… Θα μπορούσα μετά τόσο καρό, άραγε, να ζήσω μόνο με την μία;… Ευτυχώς, δεν ξέρει καμιά τους, ούτε εκείνη ούτε η άλλη την ύπαρξη εκείνης… Ούτε εκείνη γι΄ αυτές..»

… ακόμα μια σελίδα…

«Όσο κι αν τις αγαπώ, οφείλω να παραδεχτώ πως αυτό το αγρίμι, το γατίσιο ερπετό, είναι ο λόγος που αντέχω… Γλύφει τις πληγές μου, ερεθίζει με τη φιδίσια γλώσσα του τον ουρανίσκο μου, μεθά το μυαλό μου… Είναι το ναρκωτικό μου, ο κρυφός μου κήπος, πηγή ζωής και δύναμης! Είναι λυτρωτικό όταν αφήνω τις ανθρώπινες αδυναμίες μου όλες εκτεθειμένες, όταν δε χρειάζεται ούτε να καθοδηγώ ούτε να παρηγορώ, παρά μόνο να είμαι.. Να είμαι Εκεί!... και με όλη την ένταση της τρέλας να ΖΩ! Φαντάζομαι πως αυτό, δε με κατατάσσει στους ισορροπημένους ανθρώπους.. Αδιαφορώ. Μου χαρίστηκε μια χαραμάδα να τρυπώνω στο παράδεισο, για όσο… και θα το ζω!»
………
«Γιατί καρδιά μου, γιατί; γιατί προσπάθησες να κάνεις κακό στον εαυτό σου; Γεννιόμαστε με τη φύση μας, πρέπει να το αποδεχόμαστε αυτό, ούτε όλοι ίδιοι είμαστε, ούτε αυτό είναι, επειδή έτσι μάθαμε, λάθος… Εγώ σας αγαπώ, και τις δυο.. και τις τρεις…  Ίσως δεν έπρεπε να σου μιλήσω για εκείνη, την πιο αγαπημένη μου… Ίσως θεώρησες  πως αγαπώ λιγότερο εσένα ή την άλλη.. Νόμιζα πως η αλήθεια θα μπορούσε να γίνει λυτρωτική.. αν , γνωριστείτε οι τρεις σας! … Τόσο σας αγαπώ, που δεν αντέχω να κρύβομαι από καμιά σας και να σας έχω χώρια… Πόσο ήθελα να σμίξετε, να γνωρίζεται η μια την άλλη…. Λάθος μου. Δεν πρέπει να τα έχει όλα κανείς σε αυτό τον κόσμο… Άλλο τι θέλω, άλλο τι μπορώ…»

Κράτησε το τετράδιο σε μια απόσταση, κοιτώντας προσεκτικά το γραφικό χαρακτήρα… το ακούμπησε πάνω στο τραπέζι, που υπήρχε καταμεσής του μικρού ημισκότεινου δωματίου… Ένα παλιό ημιυπόγειο που είχε έντονη τη δυσάρεστη οσμή της μούχλας… Ξεφύλλισε ως τη τελευταία γραμμένη σελίδα…

«…επτά μήνες κι επτά μέρες… την είδα χτες, δε μου μίλησε καμία τους…. Οι γιατροί δεν έχουνε σκοπό να της επιτρέψουνε ξανά να βγει. Το ηλίθιο μυαλό τους, αδυνατεί να αποδεχτεί το μεγαλείο του να ζεις τρεις ζωές, τρεις υπέροχες γυναικείες ψυχές,  τόσο διαφορετικές, τόσο εξίσου όμορφες, τόσο μοναδικές… Μου λείπει.. Η σκοτεινή μου, η φωτεινή μου, η τρελή μου, μου λείπουνε και οι τρεις τους… Έπρεπε να τις είχα προστατέψει με τη ζωή μου..  να τις πάρω και να φύγουμε όσο ήτανε ακόμα καιρός.. Φάνηκα μικρός, λίγος, στο δώρο που μου δόθηκε… δεν μου αξίζει να ζω.-

_ «Ποιος να το φανταζότανε!», είπε ο σκυθρωπός άνθρωπος. Έκλεισε το τετράδιο και το πήρε μαζί του. Βγήκε από το σπίτι, κι έδωσε την εντολή: «σφραγίστε το!»