Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

7/3/17

Διάδρομος


Τελευταία φορά που κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, ήτανε σαράντα πέντε χρονών. Από τότε πέρασε τόσος καιρός που ξέχασε πως μοιάζει το πρόσωπό του. Οι μνήμες του γινόντουσαν ολοένα πιο θολές. Ελάχιστα πρόσωπα θυμότανε ακόμα, κι αυτά όχι ολόκληρα, μα κάποιες σημαντικές για εκείνον λεπτομέρειες.. αν τα συναντούσε τυχαία, σε κάποιο τόπο έξω από τον αναμενόμενο, εκεί που λάβανε χώρο οι μνήμες του, το πιθανότερο θα του ήτανε άγνωστα.
Ζούσε παρακμιακά, μαζεύοντας σκουπίδια του πολιτισμού και μετατρέποντάς τα σε ψωμί, ένδυμα, ακόμα και μικρούς πολύτιμους θησαυρούς. Ένα κουτάκι αλουμίνιο, ο χαλκός από ένα πεταμένο καλώδιο, ένα μπουκάλι , μια χαρτόκουτα, σήμαινε γι’ αυτόν εργασία. Ο χρόνος του είχε συντηχθεί στο σήμερα, ούτε το πριν ούτε το αύριο είχανε εξουσία να κάνουνε τη καρδιά του να ποθήσει ν’ αλλάξει τη ρουτίνα του. Το σπίτι του ένα μικροσκοπικό δωμάτιο που δεν έκανε ούτε γι’ αποθήκη, χωρίς παράθυρα. Αν και χαμηλό το αντίτιμο που πλήρωνε ανεπίσημα στον ιδιοκτήτη, ήταν από κάθε άποψη πολύ ακριβό γι’ αυτό το υγρό και σκοτεινό δωμάτιο. Αυτό όμως δε φαινότανε να τον απασχολεί, καθώς, είχε μια στέγη πάνω από το κεφάλι κι ένα χώρο κατάδικο του, όπου δεν τον είχε ενοχλήσει ποτέ κανείς.. Τα βράδια πριν κοιμηθεί, αράδιαζε γύρω του πολύχρωμα χαρτιά από καραμέλες, ετικέτες, αφίσες, περιοδικά κι εφημερίδες που μάζευε…. Τα ψαλίδιζε αλλάζοντάς τους σχήμα κι υπόσταση, και σύνθετε με αυτά στον τοίχο ανεκπλήρωτες διηγήσεις. Προτού η κάθε ιστορία ολοκληρωθεί είχε ήδη ξεκινήσει να σκεπάζεται από μια άλλη. Μόνο το ταβάνι έχασκε γυμνό από αυτές τις διηγήσεις, μουντό από το γκρίζο της υγρασίας. Σαν ξάπλωνε, υπήρχανε φορές που το ταβάνι μετατρεπότανε σε διάδρομο νοσοκομείου… κι εκείνος επάνω σε φορείο που κυλά, να βυθίζεται σε δίνη, διασχίζοντας τον ατέρμονο διάδρομο παραδομένος σε κάθε τι καλό ή κακό έλθει. Αδύναμος κι αδιάφορος για να το επεξεργαστεί… Ίσως μάλιστα ευχότανε μερικές φορές, κρυφά μέσα του, να κοιμηθεί τόσο βαθιά, που οι τοίχοι, ο διάδρομος, αν είναι πρωί ή αν είναι νύχτα, όλα αυτά, να πάψουνε να υπάρχουνε. Να κοιμηθεί τόσο βαθιά, που επιτέλους να ξαποστάσει η ψυχή του.

Σκέψεις



Η σκέψη που ορίζει ο φόβος και όχι η καρδιά, το άγγιγμα που είναι τυλιγμένο με συρματόπλεγμα και "πρέπει", η ανησυχία της αποδοχής και της υστεροθυμίας, καταδικάζουνε τις λιακάδες να είναι σπιρτόξυλα σε μικρά διαμερίσματα της ψυχής... Διαμερίσματα που αν δεν είχανε ένα μικρό παράθυρο να ατενίζει η ψυχή κάπου κάπου, θα ήτανε απαράλλαχτα τάφοι. Η αποστροφή για ό,τι "καταραμένο" κι αληθινά λεύτερο, είναι η πιο δυνατή μορφή κατάρας. Να ζεις "προστατεύοντας" την ύπαρξή σου από τη ζωή.... Ο φόβος, πως ό,τι κάνουμε, έχει επίδραση πάνω στους άλλους, οι ρίζες που δένουνε τον ένα άνθρωπο με τον άλλο, και ο τρόμος, μήπως σπάζοντας τις ρίζες μας, πονέσουνε.... είναι η πιο δυνατή μορφή κατάρας. Να νιώθεις όλα όσα είσαι, και να μην είσαι.

6/3/17

Το δάσος

"Ποτέ", σου έλεγε η γιαγιά σου, "μη περπατάς μόνη στο δάσος"... "Μη ξεχνάς τον εαυτό σου" , ήθελε να σου πει.. "μη μπερδευτείς ανάμεσα στα πολλά δέντρα, μα να κοιτάς το κάθε ένα χωριστά."
Θυμάσαι το κόκκινο πέπλο, καθώς σερνότανε ανάμεσα σε θάμνους.. Θυμάσαι; Σκιρτούσε το Δάσος, ζωντάνευε στο πέρασμά σου.. Θέλανε να σε κρατήσουνε δική τους τα κλαριά.. Η Σελήνη, μόλις που φώτιζε το πρόσωπό σου, καθώς το φύλλωμα ήτανε πυκνό.. Κι ήταν από το σκοτάδι φοβερότερο το ουρλιαχτό της σιωπής. Τόσο, που στο αλύχτισμα του λύκου, γέλασες ανασαίνοντας βαθιά…
Μα εσύ φύλαγες τον παράδεισο στα χαρτιά που έκρυβες σ' ένα μικρό συρτάρι.... Εκεί, πάνω στις αλήθειες σου, ύπουλη σπορά, σε κάθε λέξη δική σου, ο φόβος.

   Τους έκρυβες πως ήσουνα παιδί, τους μπέρδευε να καταλάβουν πως πίσω από το μπόι που έριξες απότομα, τα δυο σφιχτά καλοσχηματισμένα στήθη σου, πίσω απ' όλα όσα κάνουνε τους άλλους να σε ποθούνε στο δικό τους κόσμο, ήσουνα πάντα παιδί.
Δε φοβήθηκες στιγμή το λύκο, το δράκο, τις φωνές που σε δένανε με μαγεμένες κορδέλες σε μια πραγματικότητα άγνωστη στα παιδικά σου μάτια.. Μα τον κυνηγό τον έτρεμες. Από την πρώτη στιγμή, στο ωραίο του καλωσόρισμα, την προθυμία του να σε λυτρώσει... το ένιωσες! Δεν ήθελε να σκοτώσει το λύκο ο κυνηγός ... εσένα ζητούσε.. Τον παιδικό σου κόσμο... τις ροζ ρόγες και τα τρυφερά σου χείλη... Τι αξία είχε η ψυχή σου για εκείνον; «Αγάπη» σου έταξε... Μα η δική του «αγάπη» δε χωρά τίποτα που να μη του ανήκει.

   Μιλά ο καθρέφτης και ακούς βουβά... ποιος έκλεισε πίσω από το ψέμα την εικόνα σου; Γιατί τους άφησες; Είναι αργά;.. χάθηκαν όλα ή υπάρχει ακόμη χρόνος; Αργογλυστράνε οι μνήμες κρυστάλλινες, σε λίμνη έρημη.. Τι με κοιτάς στα μάτια και δε με βλέπεις; Τι με κοιτάς… αν δε με βλέπεις...
Πόσο όμορφο απόψε το Φεγγάρι... Πως ξεγλιστρά από τ’ ατσάλι του φόβου!...

3/3/17

Άρνηση

Κοιμάται, και ξυπνά με ανοιχτά μάτια.
Φοβάται τα βλέφαρα να κλείσει, ανασαίνει βαριά.
Κοιμάται σε μια θάλασσα από έγνοιες και φτερωτά,
χωρίς βυθό · η αίσθηση του πνιγμού δε προσγειώνεται.
Τυλίγει το ένα της χέρι πάνω στο άλλο, κρυώνει…
Είναι τα πτερωτά που τόσο θόρυβο κάνουνε,
ή φωνές που ξεθωριάσανε, σα σκουριά, στη βροχή;

Σκιάχτρο του εαυτού της το βλέμμα της.
Πως δεν έχει δικαίωμα στο φόβο φοβάται…
Ν’ αντέχει το πόνο δε φοβάται.. να μην είναι δε φοβάται…
Φοβάται να θυμάται, να είναι, τα όρια της αντοχής της.
Τη γεύση της σκουριάς στο στόμα της φοβάται,
από όλους τους άγνωστους που δε γνώρισε.
Φτερούγες ξεσχίζουνε τα σωθικά της.
Σχοινί από όνειρα ματωμένο τ’ άντερά της ξετυλίγονται
σαν κάπου στην άκρη του να το τραβά χαρταετός.
Δεν τολμά να πιαστεί, δεν τολμά να κοιτάξει ψηλά
· κι αυτό είναι το χείριστο μαρτύριο της από όλα.

2/3/17

Μάτια γεωγραφία

Μάτια γεωγραφία....Τόποι γνωστοί και άγνωστοι, εκείνοι που ξέρεις που οδηγούνε, κι οι άλλοι.. που δε γνωρίζεις που θα σε βγάλουνε.. Κοινός παρανομαστής το δάκρυ... όταν πνιγμένο στην αλήθεια του, ξαφνιάζει συνειδήσεις.. και στρέφονται τα μάτια απορρημένα στον ουρανό, να αναζητήσουν σύννεφα ευθύνης. Μα σχεδόν πάντα, το δάκρυ αυτό, φωτιά υγρή, γεννιέται στην καρδιά ενός Ήλιου, ή μιας Πανσέληνου...

Θέλω...

Δεν Θέλω ψωμί.. το σώμα σου Θέλω..
δεν Θέλω κρασί.. τα χείλη σου Θέλω..
Ωκεανούς απέραντους ταξιδέψαμε..
Μόνο εκείνος ο γλάρος που σκούζει
πάνω στο κατάρτι με φτερούγα σπασμένη..
Σχίζει την ψυχή μου..
Δυο λουρίδες λευκό μετάξι..
Να σου χαρίσω ήθελα τη μια
στα μαλλιά να δέσεις..
Να δέσω την άλλη στην καρδιά μου.
Να μη νιώθω κάθε π' αποχωριζόμαστε.

Κορδέλες λευκές..
όταν φυσήξει δυνατά αν σκορπίσουν..
απαρατήρητες να περάσουν πάνω απ' τά πλήθη
που έχουν μάθει το γαλάζιο και κόκκινο
ν'αναγνωρίζουν.Να μη σε βρουν
στα μάτια μου έτσι γυμνή κι όμορφη..
Μη δουν τα μάτια σου και καταλάβουν
πως η νύχτα γέννημα είναι του πόθου
για Σένα..

Πόσο σκληρό να έχω μάτια μόνο να σε δω,
να κοιτώ μα να μην είσαι..
Κι αδιάφορα να βαδίζω μέχρι
το σκοτάδι να μας σκεπάσει ξανά..

Λύπη

Περιρέουσα λύπη... σκέπασε σα μια λίμνη που απλώνεται πρόσωπα, κορμιά , χειρονομίες... κι άφησε μόνο το φεγγάρι, στη χάση του, μια μικρή λεπτή γραμμή ζωής να λάμπει στα σκοτεινά νερά της... Δεν ακούς τίποτα.... γιατί στο βουβό άγγιγμα βουβά απάντησε ο πόνος. Μα το τραγούδι σου έφτασε από τα πιο σκοτεινά βάθη.. ως το φεγγάρι... και τα μάτια που το κοιτούν με τον ίδιο τρόπο..