Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

3/12/15

Ένα ποτήρι κόκκινο κρασί



  

  Η πιο όμορφη ώρα ήταν αυτή, που έχοντας οι σκέψεις γευματίσει τις πιο δυνατές τους ανησυχίες, αποκαμωμένες, αφήνονται στο νανούρισμα της γοητείας από τα απαλά φώτα της πόλης, καθώς ένα ποτάμι άλλο, πολύχρωμο, λιγότερο βοερό από εκείνο που έτρεχε πάνω κάτω όλη μέρα, ξεχύνεται στα στενά  του Θησείου. Ουράνια τόξα από ματιές σε ματιές, λαμπερά νιογέννητα άστρα και άλλα, χαμένα εντελώς μες το ταξίδι τους, το γέλιο, την ζεστή αγκαλιά κάποιου παράπονου.
   Το δικό της παράπονο ήταν αυτός, η δική του παρηγοριά εκείνη… Παρηγοριά όπως  ένα ποτήρι κόκκινο κρασί υπό την νωχελική έξαψη της μουσικής, που πάνω του ζωγραφίζονται με αντανακλάσεις και λάμψεις τα κορμιά ολόγυρα, των χορευτών..  Ένα ποτήρι κρασί που μπορούσε να κρατήσει έναν ή περισσότερους χορούς, αφήνοντας γλυκόν οίστρο στην ψυχή, για όσο βαστά το ρόδισμα στα μάγουλα…  κι ύστερα από αυτό ελαφρύ ύπνο, χωρίς την ανάγκη για όνειρα άλλα.
  Τον ύπνο της στοιχειώνανε τα όνειρα που εκείνος δεν έβλεπε. Φαρμάκωνε ο χορός, η μουσική, το φιλί, τις αισθήσεις της, μίκραινε το «εγώ της» για να χωρέσει τις ανάγκες της στις ανάγκες του, κάνοντας την να πετάγεται από το κρεβάτι τις νύχτες στην προσπαθειά της να πάρει ανάσα..
   Εκείνο το βράδυ περπάτησε μόνη όλα τα στενά, έφθασε πρώτη στο αγαπημένο τους στέκι αποφασισμένη να μεθύσει  για τα καλά προτού ανταμώσουνε. Κάθισε στην άκρη του μπαρ, έτσι ώστε να βλέπει όλο το μαγαζί, να τον δει πριν την δει. Μάζευε όλη της την δύναμη προσπαθώντας να βάλει χρόνους και παγίδες σε μια σειρά, προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό της πόσο καλύτερα ήτανε πριν τον γνωρίσει… ήταν; Αδυνατούσε να θυμηθεί τον εαυτό της. Αμίλητη στεκότανε , ξέχασε ως και να παραγγείλει, κανείς δεν την πλησίασε να την ρωτήσει τι θέλει. Κανείς, αν και μόνη, δεν την γύρεψε σε χορό, το προσηλωμένο στην είσοδο  σκοτεινό βλέμμα της μάλλον ήταν αποθαρρυντικό. Και καλύτερα.. δεν είχε καμία διάθεση ούτε να χορέψει με άλλον, ούτε να χρειάζεται να δικαιολογηθεί. Κοιτούσε την πόρτα και βυθιζόταν όλο και βαθύτερα στις σκέψεις της… μέχρι που δεν υπήρχε γύρω της τίποτε άλλο πέρα από αυτές.  Η μουσική κάποτε τελείωσε, τα φώτα έσβησαν, οι πόρτες κλείσανε. Έντρομη συνειδητοποίησε, πως όχι μόνο εκείνος δεν φάνηκε, μα και την κλειδώσανε μέσα…
_ «Αν είναι δυνατόν!» ψέλλισε κι έβαλε τα κλάματα…  «πως γίνεται να μου συμβαίνει κι αυτό;»..  
_ «Τι άλλο σου συνέβη;»
  Η βραχνή φωνή που ακούστηκε από το βάθος του μαγαζιού, δεν ήξερε αν έπρεπε να την καθησυχάσει ή αν την τρόμαζε ακόμα περισσότερο..  Η σιλουέτα ενός άνδρα ξέκοψε από το σκοτάδι και αργά αργά την πλησίασε.. μες το σκοτάδι, αδύνατο να διακρίνει κάποια χαρακτηριστικά, πέρα από το ό,τι είχε την ανάλαφρη σιλουέτα ενός χορευτή. Όλο της το σώμα πάγωσε δεν κατάφερε να βγάλει άχνα από  έκπληξη και φόβο.  Στάθηκε μπροστά της κι έβγαλε ν’ ανάψει τσιγάρο. Η φλόγα του σπίρτου φώτισε δυο σμαραγδένια μάτια που ήταν στραμμένα πάνω της, ανατριχιαστικά όμορφα, ανατριχιαστικά ακατέργαστα! Η ανάσα της επανήλθε… το ίδιο και η φωνή της: «Συγνώμη, ήμουν αφηρημένη και δεν κατάλαβα πως έκλεισε το μαγαζί…  ευτυχώς που είναι κάποιος ακόμα εδώ.»
_ «Όταν έσβησε η μουσική και τα φώτα, η αλήθεια είναι πως γνώριζα πως είσαι εδώ. Σε παρακολουθώ από την ώρα που έφθασε το τραίνο… σε κοιτούσα να περπατάς, φως εσύ κι όλοι ολόγυρα σκιές, μόνη, όλο τον δρόμο ως εδώ.. Κι ύστερα να κάθεσαι, χαμένη κι αόρατη στον κόσμο σου. Κι όλο το μαγαζί άδειο, μόνο εσύ! Τι άλλο σου συνέβη;»
_ «Δεν θυμάμαι… Μα ποιος έβαλε πάλι μουσική;»
_ «Περίμενα όλο το βράδυ, στωικά, την σωστή στιγμή να σου ζητήσω να χορέψουμε μαζί.»
  Τα μάτια του είχανε κάτι από έναστρο ουρανό… όσο μιλούσαν, τόσο φωτίζονταν κι αραίωνε το σκοτάδι… δεν το σκέφτηκε καν να αρνηθεί… Εμπιστεύθηκε στο χέρι του το δικό της, κι άρχισαν να στροβιλίζονται κι οι δυο μέσα στα άστρα.. ώσπου στο «έλα» της αυγής, να μην έχει μείνει τίποτε άλλο, πέρα από ένα όνειρο..  Ένα όνειρο που έζησε κι έσβησε όπως η φλόγα ενός κεριού, λιώνοντας το κερί ως το τέλος.
  
    Δεν ξαναπέρασε από το «στέκι τους»…  Το κόκκινο κρασί της, φαρμάκωσε τα όνειρά του..  Μια τρέλα απόσταση ο παράδεισος από την κόλαση.  Την είδε να ξεγλίστρα από τις πόρτες του θηρίου, να ανεβαίνει την γέφυρα, να την κατεβαίνει.. να περπατά νευρικά πάνω κάτω για ώρα στην αποβάθρα… πότε ολάνθιστη σαν μπουκέτο της άνοιξης, και πότε, συχνότερα, σκυθρωπή, άρρωστη από πόνο, χλωμή με μάτια σκοτεινιασμένα…. Δεν της μίλησε… την κοιτούσε από μακριά και αναρωτιότανε αν όλη τούτη η εξουσία που είχε πάνω της είναι ευλογία ή κατάρα, αν έπρεπε να δώσει ένα τέλος σε όλο αυτό. Μα το τέλος το έδωσε κείνη, καθώς το επόμενο τραίνο που πέρασε, το τάισε με την ψυχή της. και χωρίς να το ξέρει, με ένα κομμάτι από την δική του ψυχή. Το πιο τρυφερό, και μέσα από την άρνησή του να αποδεχτεί τόση τρυφερότητα, την ανάγκη του για εκείνη, το πιο σκληρό. Ένα κομμάτι που έχασε οριστικά και αμετάκλητα.  Ποτέ δεν ήπιε πάλι κόκκινο κρασί ακούγοντας ταγκό, ούτε  χόρεψε ξανά στη ζωή του… ποτέ!

30/11/15

Χωρίς αύριο




   Γύρω από το πρόσωπό του στροβιλιζότανε λευκός καπνός,  έμοιαζαν τα μάτια του φάροι που τους σκέπαζε πυκνή ομίχλη. Έρποντας από τα βάθη ξεχασμένου πηγαδιού, η φωνή του σταθερά και αργά ολοένα την πλησίαζε, με τρόπο που όταν αυτός γυμνός στάθηκε ένα χνώτο απόσταση από το χνώτο της, εκείνη βυθισμένη στην δίνη του ονείρου της, άπλωσε αβοήθητη τα χέρια της σε αυτόν, υποταγμένη στη θέληση της φωνής, ξεχνώντας ποια είναι και τι γύρευε φθάνοντας ως εκεί: ένα βήμα πέρα από την άκρη των φόβων της.
Πολλές εικασίες θα μπορούσανε να ειπωθούν γι’ αυτό το ένα και μόνο βήμα.. γι’ αυτά τα όρια που έχτιζε άσκοπα χρόνια, αφού στο τέλος το μόνο όριο, η μόνη αλήθεια, είναι εκεί που πατάμε. Και για όσο.

   «Τα χρυσά κλουβιά», της λέγανε και κείνη το πίστευε, γιατί εμπιστευότανε εκείνους που το λέγανε, «δεν σκουριάζουν». Μα σαν πλημυρίσουν τα μάτια και η καρδιά, όπως αποδείχτηκε, τα πιο τέλεια κλουβιά είναι τα πρώτα που σκουριάζουν. Μα μόνο τα μάτια που πλημυρίσανε μπορούν να νιώσουν και να το δουν. Είναι η στιγμή που η εικόνα δεν είναι απλώς μία εικόνα, αλλά ένα αραχνοΰφαντο που αδυνατεί να εμποδίσει όσα πέρα από αυτήν, να καταφθάσουν ή να δραπετεύσουνε.. Είναι η στιγμή που η πόρτα στο χρυσό κλουβί καίγεται σαν ψάθινη μην αντέχοντας ως ψέμα το φλογερό φως της αλήθειας, που ξύπνησε κι αρνείται πάλι να κοιμηθεί…
   Ούτε η μουσική ούτε τα ονόματα, ούτε ο χρόνος έχουν αξία μεγαλύτερη από την γυμνή τούτη φλόγα. Ούτε τα πρόσωπα, καθώς τα σκηνικά καίγονται μαζί με αυτά, κι ο άνεμος, η έρημος, η στάχτη, είναι τα μόνα που απομένουν να διηγηθούνε την ιστορία.
   «Έλα!» της είπε η φωνή και το χνώτο του καψάλισε τα χείλη της… «Άργησες, χάθηκες φαίνεται στον δρόμο, μα τώρα ήρθες – τώρα είσαι εδώ.» Έριξε μια κοριτσίστικη ντροπαλή ματιά στο δικό της γυμνό κορμί, μα το χέρι του της ίσωσε το πηγούνι. Ω ναι! Τα μάτια του τώρα τα έβλεπε πεντακάθαρα, δυο φωτεινές πηγές που κατακρημνίζονται από βράχια άγρια και ψηλά, που  χάνονται λες στα ουράνια. Χρόνος άχρονος! «Μη! … απλά έλα! Όσο κι αν άργησες είσαι τώρα εδώ, και το τώρα είμαστε εμείς. Χωρίς ψέματα, χωρίς δικαιολογίες, χωρίς σωστό ή λάθος. Και χωρίς το δρεπάνι του αύριο…»

29/11/15

Δάση



Οι άνθρωποι χτίζουνε τα δικά τους δάση. Τα σκιερά μυστικά τους  υψώνουν ορόφους πάνω από την αλήθεια, πανύψηλα δέντρα για να κρύψουνε και να κρυφτούνε. Κι όπως σε όλα τα δάση, δίπλα στην ομορφιά της άπλετης σιωπής των μικρών ψιθύρων - αυτών που νανουρίζουνε την ψυχή σαν αλλοτινό τραγούδι των παιδικών χρόνων - κοιμούνται ξυπνάνε και κυνηγάνε, οι φόβοι· με μορφές τόσες όσοι οι απόηχοι του ονόματός τους στη φωνή του ανέμου.  Χτίζουνε δέντρα γυρεύοντας φως σκεπάζοντας το φως του διπλανού τους αναγκάζοντάς τον, σύντομα, αυτόν ή κάποιον άλλον να σηκώσει δέντρο ψηλότερο, ζώντας στο τέλος σε σκιά βαθύτερη, τόση, που στο τέλος γίνονται οι ίδιοι σκιές.

Που και που κάποιο τρωκτικό ξυπνάει μνήμες τραγανίζοντας με τα δοντάκια του τις ωραίες ψεύτικες υπερβάσεις, ανοίγοντας τρύπες στα ψηλά κούφια δέντρα, τρύπες που κάνουν λησμονημένα όνειρα , επιθυμίες, καρδιές, να χάσκουν - τρομοκρατώντας τους. Και τότε σκαρφαλώνουν όλο και πιο ψηλά, όλο και πιο μακριά, γυρεύοντας ξανά φως… ή που αρχίζει να βρέχει, αργά, σταθερά, μονότονα, μουσκεύοντας το νου ως το μεδούλι, μεταμορφώνοντας στο τέλος τους ανθρώπους σε μικρά τρωκτικά, που πασχίζουνε να ξεγλιστρήσουνε μέσα από τα ξύλινα δόντια του εφιάλτη τους.