Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

10/12/11

Ύπαρξη

Συνάντησα ένα ναυτικό
που δεν ταξίδεψε ποτέ του..
Κάθε πρωί ως τη δύση
στεκότανε στο λιμάνι
δίπλα από εκεί που δένουνε τα πλοία..
Και κοίταζε πέρα μακριά τον καιρό...
Τον ορίζοντα κοίταγε..
Τον πλησιασα μια μέρα
και είδα στο βυθισμένο του πρόσωπο
άξαφνα να λάμπει ένα διαυγές χαμόγελο...
Αλλάξανε χρώμα τα μάτια του..
Δεν άντεξα.. ρώτησα.
αν και μου το είχανε πει στο νησί...
Είναι τρελλός... να του μιλάς από απόσταση..
"Τι βλέπεις;"...
Ασάλευτος, αποκρίθηκε..
το προσωπό του έγινε πιο βαθύ,
φώτισε το χαμογελό του..
αφρισμένο κύμα
που σκορπίζεται στη σαγήνη του ήλιου..
"Βλέπω δυο γαλάζιους Ερωδιούς
με κόκκινο λαιμό
να πετάνε δίπλα δίπλα..."
Σώπασε.. σκοτείνιασε... ανησύχησα...
"Τι βλέπεις;"ξαναρώτησα...
"Βλέπω την καραβέλα του Χριστόφορου Κολόμβου...
Νομίζει πως στην Πορτογαλία γυρνά..
μα σκοτάδι την έχει τυλίξει..
Πόσο ωραία τα νερά των Αζορών..
τα πρόσωπα των Τάινος δε γνωρίζουν
πως η συμφορά με το πρόσωπο της χαράς ήρθε..."
Το χείλος του έτρεμε... το σώμα του έτρεμε..
μα ρώτησα...
"Γιατί δεν ταξιδεύεις;"
..
"Ταξιδεύω όλη την ώρα...
γεννήθηκα πάνω σε ένα χάρτη..
Τον διάβασα τον έσκισα κι έφτιαξα έναν άλλον..
Στο λευκό χαρτί μια κουκίδα έβαλα μόνο...
εμένα..."

Συνάντησα κάποτε ένα κυνηγό...
Κάθε απόγευμα ντυνότανε στρατιωτικά ρούχα
και γύριζε τις ωρες που μεσουρανούσε ο ήλιος..
Κάθε απόγευμα, φορώντας τα στρατιωτικά
χανότανε σε ποτάμια από φώτα και κόσμο
ανάμεσα από πανύψηλα κτίρια
ώσπου το φως έσβηνε... ερημώνανε οι δρόμοι..
και τα κτίρια τα ψηλά γυμνά μοιάζανε
έτσι εκτεθιμένα στον αέρα και την βροχή
στα χαμόσπιτα δίπλα...
Εκείνα είχαν ψυχή να τα ζεστάνει...
Μα εκείνος ψηλά κοιτούσε... στα παραθύρια...
Κάποτε στεκότανε κάτω από το ίδιο παράθυρο
κοντά χρόνο.. πάντοτε την ίδια ώρα...
Γύρω μετά τις μία, μόλις σβήναν τα φώτα
μία σκιά στεκότανε μπροστά στο πράθυρο συλλογισμένη..
Ίσωςγυναικεία φιγούρα - δεν ήταν σίγουρος...
Ύστερα από λίγο το παράθυρο έκλεινε
Τότε ψιθύριζε "καληνύχτα" .. κι έφευγε...
Ύστερα το παράθυρο δεν ξανάνοιξε...
Κι έπαψε να περνά από αυτό τον δρόμο.

Συνάντησα κάποτε ένα κυνηγό.
Που δεν έφερε λάφυρο.. δεν είχε όπλο..
φορούσε μόνο τα στρατιωτικά του ρούχα...
και έλεγε .. "είμαι κυνηγός".

Όταν πέθανε βρήκαν στη τσέπη του ένα μολύβι...
κι ένα χαρτί πάνω στο τραπέζι του...
Έγραφε ψηλά..
"Τα πιο όμορφα άστρα...τα ξεχασμένα από τον κόσμο
άστρα αόρατα..  πρέπει παιδί να γίνεις για να τα βρεις..
Μα φυλάξου.. αν μάθουν πως είσαι παιδί... θα σε τιμωρήσουν..."
Κι από κάτω... έγραφε ονόματα οδών που δεν υπήρχαν....
και πάνω τους σχεδιασμένα μικρά μικρά αστέρια...
Τα περισσότερα ήτανε στην οδό Απελπισίας...
Κάποια στην οδό Ονείρου..
Άλλα στην οδό Έρωτος, και λίγα.. στην οδό Αγάπης.
Υπήρχε και η οδός Τρέλλας,
η οδός των Παιδιών και η οδός των Χαμένων Παιδιών..
Λίστα ολόκληρη γεμάτη ονόματα οδών κι αστέρια...

Συνάντησα ένα κυνηγό αστεριών
και δεν έμαθα το όνομά του...
Τον πρόσεξα όταν τον είδα να με παρατηρεί..
Από φόβο τον πρόσεξα.. κι ας μέναμε δίπλα..
Αντικρυστά διαμερίσματα του ίδιου ορόφου...

Τον είπανε τρελλό, όπως τον ναυτικό.

Περάσαν χρόνια, δίχως οι μέρες ν' αλλάζουν...
Μόνο το προσωπό μου μπροστά στο καθρέφτη
κι η ψυχή μου που μύριζε μαυσωλείο επιθυμιών.
Ζήλεψα τον χάρτη του ναυτικού...τ΄άστρα του κυνηγού...
Την κάθε μέρα με το δικό της νόημα.. το δικό της ταξίδι....
 Αρχή χωρίς τέλος...

Μη λες λοιπόν μάταιο τον ερωτά μου για σένα...
Επειδή δεν έχω πλοίο να ταξιδέψω...
ή απόχη να μαζέψω τα άστρα...
Μόνο ένα χαρτί... κι ένα μολύβι... και λίγους στίχους...
Να με κάνουν να υπάρχω...

Δεν υπάρχουν σχόλια: