Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

10/4/19

Ατιτλο

Αντιπαλεύει η σιωπή το σκοτάδι.
ποιος θα νικήσει αδιάφορο,
οι νικητές έχουν τον τρόπο τους
να εξαφανίζουν στ’ όνομα κάποιας δοξασίας,
όσους αγωνίστηκαν με σάρκα και πνεύμα
για τον σκοπό τους.
Το φως και το σκοτάδι ήταν και είναι
απλώς η κορνίζα εκείνη, που χαρακτηρίζει
κι αποκρύβει το περιεχόμενο.

Δεν έχει νόημα να φοβάσαι.
Δεν υπάρχει αιτία για ενοχές.
Ο κόσμος υπάρχει μέσα μας
και πέρα από τον κόσμο.
Είναι το ίδιο αόρατος μ’ εσένα
το ίδιο φανταστικός,
απίστευτα δυνητικός, τρελά όμορφος
σαν υπόσχεση στα λόγια ερωτευμένου.
Θα γίνεις το ίδιο τρελός αν τον πιστέψεις,
το ίδιο καταραμένος τρελός, αν αρνηθείς.
Στο τέλος του δρόμου
περιμένει να σε κρατήσει αγκαλιά
η ίδια λύπη,
η ίδια σιωπή, το ίδιο σκοτάδι.

.


Υπάρχει μία κίνηση μες την ακινησία. Κραυγή ενδεδυμένη σιωπή.  
Ένα απέραντο κοίτασμα φωτός σκεπασμένο σκοτάδι.
Μία απέραντη θάλασσα βυθισμένη σε μια τελεία,
που δεν είναι ούτε αρχή ούτε τέλος.
Πάνω στην τελεία αυτή, το σπίτι σου.

Ν.Π.


4/3/19


Τα χείλη της χλωμά, αντλούσε δύναμη να προφέρει τις λέξεις από το θάνατο, η φωνή της πιο σιγανή κι από τους χτύπους της καρδιάς της: «Θέλω την αλήθεια!»
Μα ποια αλήθεια να της πει, έτσι μισοσβησμένη που στεκότανε στο πρωινό φως, έρμαιο στον άνεμο; Λίγο πιο δυνατά αν φυσούσε, δεν θα έμενε τίποτα από εκείνη. Σα να μην υπήρξε ποτέ..

Έτσι λοιπόν, επέλεξε να της πει ένα παραμύθι. Ένα παραμύθι από εκείνα που ξετυλίγουνε τις αλήθειες σαν κουβάρι, μα που κοιτώντας το καθώς κυλά , ξεχνάς τις ξετυλιγμένες αλήθειες κοιτώντας μόνο το κουβάρι,παρασυρμένος από τη γοητεία του παραμυθιού, ώσπου μικραίνει τόσο, που χάνεται.. Και μαζί μ’ αυτό, η ανάγκη να ειπωθεί οτιδήποτε άλλο.

17/1/19

Ψευδαίσθηση


Ο άνθρωπος αποκηρύσσει το κορμί του,
αποκηρύσσει τις σκέψεις του -  τις αποκαλεί
κατώτερα ένστικτα, θράσος, ντροπή.
Αμίλητος χαμηλώνει το βλέμμα, κοιτά αλλού,
είτε για να μην τον δούνε, είτε να μη δει.
Περπατά σχεδόν τυφλός,
χωρίς φωνή, χωρίς άκρα, χωρίς πνοή…
Γελά με τα τραγούδια του Διόνυσου,
μα τραβώντας τις κουρτίνες, μόνος,
αναμετριέται με τον βαλσαμωμένο του χρόνο.
Σταλάζει τη θλίψη του σε σελιδοδείκτες βιβλίων,
πάει σινεμά, θέατρο, συναυλίες, να μοιραστεί,
να ζήσει τη ζωή που δεν ζει, κι άλλες τόσες.
Χτίζει μια εικόνα αντί της δικής του εικόνας,
να μπορεί να κυκλοφορά  χωρίς ντροπή
για την ντροπή που νιώθει στο κορμί του
για όλες εκείνες τις φορές που δεν μίλησε,
όλα εκείνα τα χάδια που αρνήθηκε,
 τις πνοές που αταξίδευτες, στέρεψαν.

Κάθε του σκέψη έχει μια δεύτερη σκέψη, δεσμοφύλακας.
Η αποδοχή γίνεται σημαντικότερη από την άρνηση του εαυτού του.
Κλειδωμένες οι μέρες προσπερνούνε την ανοησία του
ώσπου να γίνουνε όλα  χώμα και άνεμος, σκορπώντας
την ψευδαίσθηση της ύπαρξης, εκείνου  που δεν υπήρξε.