Πικρή λέξη, στα χείλη δεν θα φτάσεις.
Στο ποταμό της σιωπής, βότσαλο σε πετώ.
Όμορφα να ταξιδεύει θέλω η αγάπη,
απ' τά στενά του νου, ως τον πλατύ γιαλό.
Με άστρα τα φτερά, καρδιά μου, θα κεντρώσω,
να φτάσουνε τα όνειρα στου ουρανού την τάξη.
Όμορφα να ταράζονται στο πέταγμά σου αγγέλοι,
και με κλειστά τα μάτια, Ζωή, να σε κοιτώ...
Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
31/3/09
χρόνος και ψυχή...
Στον ουρανό, καρφίτσωνα, χρόνια παλιά, αστέρια,
πίστευα βλέπεις σα παιδί, στα δύο μικρά μου χέρια...
Γέρο τρελλέ και παλαβέ, που μες το νου φωλιάζεις,
τ΄άστρα μου σήκωσες ψηλά, και με στη γη με βάζεις.
Θαρείς και σε λογίζεται για τούτα σου τα σκέρτσα
το σύννεφο και η βρόχη, ο ήλιος και τ΄αστέρι,
που μες τα στήθη κρύβονται, σαν άσπρο περιστέρι,
στου αγοριού το σ΄αγαπώ, στου κοριτσιού το έλα.
πίστευα βλέπεις σα παιδί, στα δύο μικρά μου χέρια...
Γέρο τρελλέ και παλαβέ, που μες το νου φωλιάζεις,
τ΄άστρα μου σήκωσες ψηλά, και με στη γη με βάζεις.
Θαρείς και σε λογίζεται για τούτα σου τα σκέρτσα
το σύννεφο και η βρόχη, ο ήλιος και τ΄αστέρι,
που μες τα στήθη κρύβονται, σαν άσπρο περιστέρι,
στου αγοριού το σ΄αγαπώ, στου κοριτσιού το έλα.
30/3/09
Έρημη αγκαλιά
Έρημη, σαν άδεια παραλία,
που καρτερά τη θάλασσα,
να φέρει ευτυχία,
έτσι θωρώ την αγκαλιά
που η αγάπη τάζει,
βαστά ζεστό το όνειρο,
μα μοναξιά φωλιαζει...
Κι είναι η νύχτα η απαλή
παρηγοριά και πόνος,
σα ανάβει όλα τα κεριά
ελπίδα μα και φόβος.
Κι όσο χαράζει, μα πανί
κανένα να μη φτάνει,
θανάτου βέλη γίνεται
του ήλιου το στεφάνι.
Και μες του κόσμου τη χαρά
γλυκιά σα τη σελήνη,
ίδιο λευκό το πρόσωπο
η θλίψη τηνε ντύνει...
Και σα όμορφη νεκρή
που μοιάζει να κοιμάται,
σάβανο γίνεται το φως,
που καιει ότι θυμάται...
που καρτερά τη θάλασσα,
να φέρει ευτυχία,
έτσι θωρώ την αγκαλιά
που η αγάπη τάζει,
βαστά ζεστό το όνειρο,
μα μοναξιά φωλιαζει...
Κι είναι η νύχτα η απαλή
παρηγοριά και πόνος,
σα ανάβει όλα τα κεριά
ελπίδα μα και φόβος.
Κι όσο χαράζει, μα πανί
κανένα να μη φτάνει,
θανάτου βέλη γίνεται
του ήλιου το στεφάνι.
Και μες του κόσμου τη χαρά
γλυκιά σα τη σελήνη,
ίδιο λευκό το πρόσωπο
η θλίψη τηνε ντύνει...
Και σα όμορφη νεκρή
που μοιάζει να κοιμάται,
σάβανο γίνεται το φως,
που καιει ότι θυμάται...
27/3/09
Η αγάπη κατοικεί μόνη
Μέσα στα χέρια σου η άνοιξη θερίζει
κάθε χειμώνα που έσπειρε η ζωή,
ένα χαμόγελο που στόλισε η θλίψη
και μια αγάπη που μόνη κατοικεί.
Της πόλης τα φωτισμένα μονοπάτια
σβήνουν στων βλεφάρων σου τα δάση,
κι όσα πίστεψα πως είχα πια χάσει,
μου τα φανέρωσες σε μία σου ματιά.
Μα γω ανατολή και συ στη δύση,
κι ένα φεγγάρι που καίει η προσευχή.
Δώρα που κανείς μας δε θ΄ανοίξει
και μια υπόσχεση που φαίνεται μικρή..
κάθε χειμώνα που έσπειρε η ζωή,
ένα χαμόγελο που στόλισε η θλίψη
και μια αγάπη που μόνη κατοικεί.
Της πόλης τα φωτισμένα μονοπάτια
σβήνουν στων βλεφάρων σου τα δάση,
κι όσα πίστεψα πως είχα πια χάσει,
μου τα φανέρωσες σε μία σου ματιά.
Μα γω ανατολή και συ στη δύση,
κι ένα φεγγάρι που καίει η προσευχή.
Δώρα που κανείς μας δε θ΄ανοίξει
και μια υπόσχεση που φαίνεται μικρή..
21/3/09
άτιτλο
Ενα δεντρο.......μοναχικο........
Ατενιζει την θαλασσα......
Καποτε ηρεμη και γλυκεια....ποσο θα ηθελε να αφεθει στην αγκαλια της......
μα ειναι φορες που τα κυματα της ερχονται μεχρι τις ριζες του και το κτυπανε.......
ΕΙναι ψιλα πολυ για να μπορεσει να γευτει τα φιλια της.....
μα καποτε θα τα κατεφερει......
αν φανει τυχερο......καποιο σκαρι θα φτιαξουν απ'τα κλαδια του.....
και τοτε ναι.......θα αφεθη στην αγκαλια της, θα γευτει τα φιλια της.....θα ζησει τον ερωτα της......
Ζει τωρα για εκεινη την στιγμη.......
Ζει τωρα για το ονειρο εκεινο που θα του φερει την ευτιχια......
Γεωργία Νεφέλη...
Παράξενη λέξη ο «συμβιβασμός».. τι είναι «συμβιβασμός», πως να εξηγήσεις μια τέτοια λέξη; «Είναι η συνήθεια», ψέλλισε ο άγριος άνεμος. «Οι άνθρωποι δε πετάνε σα τα φύλλα, δεν αλλάζουν ψυχή ανάλογα την εποχή, γιατί η συνήθεια έχει σκεπάσει τα θέλω και τα φτερά τους».... Μια παπαρούνα που άκουσε τον άνεμο κούνησε μελαγχολικά το κεφάλι. Τα λόγια φτάσανε ως τη θάλασσα και σηκώθηκε κύμα, χρυσό από αλάτι και νερό, που έκανε το κατάστρωμα από το παλιό σκαρί ν ’αστράφτει κάτω απ’ τον μεσημεριάτικο ήλιο. Ανυποψίαστο έπλεε μεσοπέλαγα κι ατάραχα, Μα άξαφνα μάβιασε η θάλασσα, ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από βαριά σύννεφα, κι ο ουρανός άρχισε ν βροντά άγρια σα να του ξέσκιζαν τα στήθη. Τα κύματα πάψανε να χαϊδεύουν αθώα το πλοίο. Τώρα το σηκώνανε ψηλά ως τα μολυβένια σύννεφα κι ευθύς το γκρεμίζανε στον Άδη…
«Ξέρεις», είπε ο καπετάνιος στο τρομαγμένο ναύτη που ήταν δεν ήτανε δώδεκα χρονών, «Παλιά πίστευα εσφαλμένα πως η συνήθεια είναι αποτέλεσμα της επιδίωξης για ασφάλεια.. Απλά καθημερινά πράγματα, που στο τέλος γίνονται μηχανικά. Μια τέτοια σκοτεινή μέρα, η ασφάλεια τούτη, για μένα θα ήταν ανακούφιση.. Εκείνο που μίσησα σαν παιδί, η ρουτίνα του σχολείου ας πούμε, τώρα μοιάζει υπέροχη! Σαν ένα λιμάνι που κοιτάζει στον ωκεανό είναι η συνήθεια... Όταν ο καιρός χαλά, το έχεις ανάγκη.. μα όχι για πολύ.»
Ο Μικρός ναύτης έντρομος, άκουσε σαν σε παραμύθι τα λόγια του καπετάνιου.. Ο φόβος δημιουργούσε αλληλουχία από εικόνες στα μάτια του... Κάθε που κοίταγε τα κύματα και το πλοίο, έβλεπε αγγέλους και δαιμόνους να παλεύουν για τη ζωή του... Αγαπημένα πρόσωπα, τούτη την ώρα, μαλάκωναν το θόρυβο του ανέμου στ’ αυτιά του, μα και βοή από φωνές αιχμαλώτων που βάστηξε αιώνια η θάλασσα, τον αναστάτωναν. Κάθε που έκλεινε τα βλέφαρα ν’ αποφύγει το αλμυρό νερό, οι παραστάσεις αλλάζανε, μνήμες από χρόνια παιδικά, φτάνανε αλλοπρόσαλλές στο νου... Εικόνες που δεν είχαν θέση καταμεσής μιας τρομερής καταιγίδας... Βρίσκανε αφορμή τώρα, που τη λογική παρέλυε ο φόβος, να δραπετεύσουν από τα δαιδαλώδη μονοπάτια της μνήμης. Τα ονόματα κάποιων σ’ αυτές τις εικόνες ξεχασμένα, άγνωστα.. Η αίσθηση όμως γνωστή.. καυτός ήλιος πόναγε τα πέλματά του, κι οι παλάμες του για λίγο, δεν είχαν να κάνουν με τα τραχιά σχοινιά μα με τη ζέστη μιας παλάμης άλλης, στοργικής, που μέσα της άφηνε μ’ εμπιστοσύνη τη ζωή του όλη...
Αναλογίστηκε, για λίγο, πως όλη η ζωή του ανθρώπου είναι ένα παιδί... Ένα φοβισμένο ή χαρούμενο παιδί... Το δίχως άλλο, ακόμα και την καρδιά του καπετάνιου, αυτό το παιδί την ορίζει... με φόβο ή με χαμόγελο...
Σκέφτηκε τα λόγια του καπετάνιου για το λιμάνι... Ισχύουν άραγε, για κάθε καρδιά; Όλοι οι καπετανέοι δεν είναι το ίδιο.. μα πάλι.. ο ίδιος καπετάνιος, σε ένα σκαρί ταλαιπωρημένο, και σε ένα σκαρί γερό, θα έπαιρνε τις ίδιες αποφάσεις; Θα τολμούσε το ίδιο εύκολα να ανοιχτεί στην απέραντη θάλασσα; Οι άνθρωποι μισούνε τα λιμάνια, όταν δένουνε σε αυτά όχι από αγάπη μα από ανάγκη; Ή μισούν πιο πολύ τη θάλασσα;... Αναλογίστηκε καλύτερα τα λόγια του καπετάνιου... «ανακούφιση».... «Κι οι άνθρωποι, είναι λιμάνια για κάποιους άλλους..» σκέφτηκε, κι απόρησε γι’ αυτή τη σκέψη του... μα γρήγορα την έδιωξε, καθώς το πλοίο του, είχε πλέον για ουρανό τη θάλασσα και μαύρα σύννεφα τυλιχτήκανε γύρω του και τον φιλήσανε στο στόμα... έφερε στο νου του τους θαλασσοπόρους του Κολόμβου, που ξημεροβραδιάζονταν κοιτώντας την απεραντοσύνη του ορίζοντα... κι ένιωσε πόσο στενή φυλακή μπορεί να γίνει το απέραντο της θάλασσας. Στενή, πιο στενή κι από τάφο ακόμη... Εκείνη την ώρα, παρόλα τα νιάτα του, πόσο θέλησε την θαλπωρή μιας πολύ - πολύ συνηθισμένης ημέρας!..
Μερικές φορές, πρέπει να πεθάνεις για να ζήσεις. Να γκρεμιστεί και το τελευταίο ίχνος του παλιού κόσμου προτού γεννηθεί ένας καινούργιος. Κάθε φόβος, κάθε δισταγμός, να’ ναι νεκρός. Όπως και κάθε ελπίδα... Κι ύστερα εκείνο το ευεργετικό φως, η αίσθηση πως ζεις και τίποτα δε τελείωσε, και ο απαλός ήχος από τις πατούσες παιδιού που τρέχει και γελά πάνω στην άμμο.. Έτσι κι ο νέος, σαν άνοιξε τα μάτια με απορία είδε ότι του είχε χαριστεί η ζωή.. Ξαπλωμένος στη ρίζα ενός δέντρου, ανάμεσα από τα πράσινα φύλλα του, είδε το φως της καινούργιας του ζωής. Έκλεισε τα μάτια ξανά, κι αποκοιμήθηκε.
Ήταν ένα έρημο νησί. Η θάλασσα το όργωνε από παντού και στη μέση του ένα μόνο δέντρο... Τα κλαριά του παράξενα λυγισμένα, σχεδόν αγκάλιαζαν το κεφάλι του νεκρού αγοριού... «Να κάποιος που είναι τόσο μόνος όσο κι εγώ».. συλλογίστηκε το δέντρο, και καθώς νύχτωνε, σκέπασε σα νά’ ριχνε δάκρυα, το χλωμό αγόρι με τα φύλλα του…
Το αγόρι κοιμήθηκε αιώνες.. ο χρόνος, η αγωνία, το όνομά του, όλα σβήσανε σα να ήτανε παιχνίδια της άμμου… Ξανάνοιξε τα μάτια, και είδε καλύτερα.. μια όμορφη κοπέλα, να τον κοιτά και να τον βαστά αγκαλιά... Χαμογέλασε, κι εκείνη, με δάκρυα που δε μπορούσε να κατανοήσει το γιατί, τον σκέπασε με τα μαλλιά και τον έσφιξε δυνατά στην αγκαλιά της... «Σ’ αγαπώ», του είπε, «πάντα σε περίμενα, πάντα έλπιζα πως θά έρθεις.. Και τώρα που είσαι εδώ, πονάω... Πόσο οδυνηρό ν’ αγαπάς κάποιον που δε μπορείς να έχεις!»... Το αγόρι, δεν κατάλαβε τίποτα απ’ όσα άκουσε... Μόνο ένιωσε βαθιά ανάγκη ν’ ανταποδώσει την αγκαλιά, και να πάρει πνοή απ’ τό φιλί της.. «Δεν ξέρω γιατί, μα κι εγώ σ’ αγαπώ.. Και δε θα μπορούσα να είμαι πουθενά αλλού...» Κι έσφιξε την νεαρή, φανερά απελπισμένη κοπέλα στην αγκαλιά του! Και τότε, γι’ άλλη μια φορά, τα πάντα γύρω του άλλαξαν, ο χρόνος άρχισε πάλι να μετρά, αντίστροφα, οι μέρες, τα χρόνια, οι εποχές, σβήσανε και γραφτήκανε πάλι... Κι αυτός μ’ εκείνη, βρεθήκανε να περπατούνε πάνω από τα σύννεφα, πιο ψηλότερα από όσα φτάνουν καταιγίδες και μάτια ανθρώπου... Χέρι με χέρι! Ο κόσμος όλος, γεννημένος ξανά, και στο πλάι, πέρα από τις άκρες του ουρανού, η θάλασσα, αυτή που φτιάχτηκε από πάθη και καημούς των ανθρώπων, εκεί που χάθηκαν τα συντρίμμια της παλιάς τους ζωής, τραγούδαγε ένα γνώριμο, συνηθισμένο σκοπό...
Στην προκυμαία ενός πλοίου, πρωτοταξίδευτος ναύτης νόμισε πως άκουσε τα κύματα να τραγουδούν υποσχέσεις γι’ αγάπη παντοτινή.
Νικόλας Παπανικολόπουλος
Ατενιζει την θαλασσα......
Καποτε ηρεμη και γλυκεια....ποσο θα ηθελε να αφεθει στην αγκαλια της......
μα ειναι φορες που τα κυματα της ερχονται μεχρι τις ριζες του και το κτυπανε.......
ΕΙναι ψιλα πολυ για να μπορεσει να γευτει τα φιλια της.....
μα καποτε θα τα κατεφερει......
αν φανει τυχερο......καποιο σκαρι θα φτιαξουν απ'τα κλαδια του.....
και τοτε ναι.......θα αφεθη στην αγκαλια της, θα γευτει τα φιλια της.....θα ζησει τον ερωτα της......
Ζει τωρα για εκεινη την στιγμη.......
Ζει τωρα για το ονειρο εκεινο που θα του φερει την ευτιχια......
Γεωργία Νεφέλη...
Παράξενη λέξη ο «συμβιβασμός».. τι είναι «συμβιβασμός», πως να εξηγήσεις μια τέτοια λέξη; «Είναι η συνήθεια», ψέλλισε ο άγριος άνεμος. «Οι άνθρωποι δε πετάνε σα τα φύλλα, δεν αλλάζουν ψυχή ανάλογα την εποχή, γιατί η συνήθεια έχει σκεπάσει τα θέλω και τα φτερά τους».... Μια παπαρούνα που άκουσε τον άνεμο κούνησε μελαγχολικά το κεφάλι. Τα λόγια φτάσανε ως τη θάλασσα και σηκώθηκε κύμα, χρυσό από αλάτι και νερό, που έκανε το κατάστρωμα από το παλιό σκαρί ν ’αστράφτει κάτω απ’ τον μεσημεριάτικο ήλιο. Ανυποψίαστο έπλεε μεσοπέλαγα κι ατάραχα, Μα άξαφνα μάβιασε η θάλασσα, ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από βαριά σύννεφα, κι ο ουρανός άρχισε ν βροντά άγρια σα να του ξέσκιζαν τα στήθη. Τα κύματα πάψανε να χαϊδεύουν αθώα το πλοίο. Τώρα το σηκώνανε ψηλά ως τα μολυβένια σύννεφα κι ευθύς το γκρεμίζανε στον Άδη…
«Ξέρεις», είπε ο καπετάνιος στο τρομαγμένο ναύτη που ήταν δεν ήτανε δώδεκα χρονών, «Παλιά πίστευα εσφαλμένα πως η συνήθεια είναι αποτέλεσμα της επιδίωξης για ασφάλεια.. Απλά καθημερινά πράγματα, που στο τέλος γίνονται μηχανικά. Μια τέτοια σκοτεινή μέρα, η ασφάλεια τούτη, για μένα θα ήταν ανακούφιση.. Εκείνο που μίσησα σαν παιδί, η ρουτίνα του σχολείου ας πούμε, τώρα μοιάζει υπέροχη! Σαν ένα λιμάνι που κοιτάζει στον ωκεανό είναι η συνήθεια... Όταν ο καιρός χαλά, το έχεις ανάγκη.. μα όχι για πολύ.»
Ο Μικρός ναύτης έντρομος, άκουσε σαν σε παραμύθι τα λόγια του καπετάνιου.. Ο φόβος δημιουργούσε αλληλουχία από εικόνες στα μάτια του... Κάθε που κοίταγε τα κύματα και το πλοίο, έβλεπε αγγέλους και δαιμόνους να παλεύουν για τη ζωή του... Αγαπημένα πρόσωπα, τούτη την ώρα, μαλάκωναν το θόρυβο του ανέμου στ’ αυτιά του, μα και βοή από φωνές αιχμαλώτων που βάστηξε αιώνια η θάλασσα, τον αναστάτωναν. Κάθε που έκλεινε τα βλέφαρα ν’ αποφύγει το αλμυρό νερό, οι παραστάσεις αλλάζανε, μνήμες από χρόνια παιδικά, φτάνανε αλλοπρόσαλλές στο νου... Εικόνες που δεν είχαν θέση καταμεσής μιας τρομερής καταιγίδας... Βρίσκανε αφορμή τώρα, που τη λογική παρέλυε ο φόβος, να δραπετεύσουν από τα δαιδαλώδη μονοπάτια της μνήμης. Τα ονόματα κάποιων σ’ αυτές τις εικόνες ξεχασμένα, άγνωστα.. Η αίσθηση όμως γνωστή.. καυτός ήλιος πόναγε τα πέλματά του, κι οι παλάμες του για λίγο, δεν είχαν να κάνουν με τα τραχιά σχοινιά μα με τη ζέστη μιας παλάμης άλλης, στοργικής, που μέσα της άφηνε μ’ εμπιστοσύνη τη ζωή του όλη...
Αναλογίστηκε, για λίγο, πως όλη η ζωή του ανθρώπου είναι ένα παιδί... Ένα φοβισμένο ή χαρούμενο παιδί... Το δίχως άλλο, ακόμα και την καρδιά του καπετάνιου, αυτό το παιδί την ορίζει... με φόβο ή με χαμόγελο...
Σκέφτηκε τα λόγια του καπετάνιου για το λιμάνι... Ισχύουν άραγε, για κάθε καρδιά; Όλοι οι καπετανέοι δεν είναι το ίδιο.. μα πάλι.. ο ίδιος καπετάνιος, σε ένα σκαρί ταλαιπωρημένο, και σε ένα σκαρί γερό, θα έπαιρνε τις ίδιες αποφάσεις; Θα τολμούσε το ίδιο εύκολα να ανοιχτεί στην απέραντη θάλασσα; Οι άνθρωποι μισούνε τα λιμάνια, όταν δένουνε σε αυτά όχι από αγάπη μα από ανάγκη; Ή μισούν πιο πολύ τη θάλασσα;... Αναλογίστηκε καλύτερα τα λόγια του καπετάνιου... «ανακούφιση».... «Κι οι άνθρωποι, είναι λιμάνια για κάποιους άλλους..» σκέφτηκε, κι απόρησε γι’ αυτή τη σκέψη του... μα γρήγορα την έδιωξε, καθώς το πλοίο του, είχε πλέον για ουρανό τη θάλασσα και μαύρα σύννεφα τυλιχτήκανε γύρω του και τον φιλήσανε στο στόμα... έφερε στο νου του τους θαλασσοπόρους του Κολόμβου, που ξημεροβραδιάζονταν κοιτώντας την απεραντοσύνη του ορίζοντα... κι ένιωσε πόσο στενή φυλακή μπορεί να γίνει το απέραντο της θάλασσας. Στενή, πιο στενή κι από τάφο ακόμη... Εκείνη την ώρα, παρόλα τα νιάτα του, πόσο θέλησε την θαλπωρή μιας πολύ - πολύ συνηθισμένης ημέρας!..
Μερικές φορές, πρέπει να πεθάνεις για να ζήσεις. Να γκρεμιστεί και το τελευταίο ίχνος του παλιού κόσμου προτού γεννηθεί ένας καινούργιος. Κάθε φόβος, κάθε δισταγμός, να’ ναι νεκρός. Όπως και κάθε ελπίδα... Κι ύστερα εκείνο το ευεργετικό φως, η αίσθηση πως ζεις και τίποτα δε τελείωσε, και ο απαλός ήχος από τις πατούσες παιδιού που τρέχει και γελά πάνω στην άμμο.. Έτσι κι ο νέος, σαν άνοιξε τα μάτια με απορία είδε ότι του είχε χαριστεί η ζωή.. Ξαπλωμένος στη ρίζα ενός δέντρου, ανάμεσα από τα πράσινα φύλλα του, είδε το φως της καινούργιας του ζωής. Έκλεισε τα μάτια ξανά, κι αποκοιμήθηκε.
Ήταν ένα έρημο νησί. Η θάλασσα το όργωνε από παντού και στη μέση του ένα μόνο δέντρο... Τα κλαριά του παράξενα λυγισμένα, σχεδόν αγκάλιαζαν το κεφάλι του νεκρού αγοριού... «Να κάποιος που είναι τόσο μόνος όσο κι εγώ».. συλλογίστηκε το δέντρο, και καθώς νύχτωνε, σκέπασε σα νά’ ριχνε δάκρυα, το χλωμό αγόρι με τα φύλλα του…
Το αγόρι κοιμήθηκε αιώνες.. ο χρόνος, η αγωνία, το όνομά του, όλα σβήσανε σα να ήτανε παιχνίδια της άμμου… Ξανάνοιξε τα μάτια, και είδε καλύτερα.. μια όμορφη κοπέλα, να τον κοιτά και να τον βαστά αγκαλιά... Χαμογέλασε, κι εκείνη, με δάκρυα που δε μπορούσε να κατανοήσει το γιατί, τον σκέπασε με τα μαλλιά και τον έσφιξε δυνατά στην αγκαλιά της... «Σ’ αγαπώ», του είπε, «πάντα σε περίμενα, πάντα έλπιζα πως θά έρθεις.. Και τώρα που είσαι εδώ, πονάω... Πόσο οδυνηρό ν’ αγαπάς κάποιον που δε μπορείς να έχεις!»... Το αγόρι, δεν κατάλαβε τίποτα απ’ όσα άκουσε... Μόνο ένιωσε βαθιά ανάγκη ν’ ανταποδώσει την αγκαλιά, και να πάρει πνοή απ’ τό φιλί της.. «Δεν ξέρω γιατί, μα κι εγώ σ’ αγαπώ.. Και δε θα μπορούσα να είμαι πουθενά αλλού...» Κι έσφιξε την νεαρή, φανερά απελπισμένη κοπέλα στην αγκαλιά του! Και τότε, γι’ άλλη μια φορά, τα πάντα γύρω του άλλαξαν, ο χρόνος άρχισε πάλι να μετρά, αντίστροφα, οι μέρες, τα χρόνια, οι εποχές, σβήσανε και γραφτήκανε πάλι... Κι αυτός μ’ εκείνη, βρεθήκανε να περπατούνε πάνω από τα σύννεφα, πιο ψηλότερα από όσα φτάνουν καταιγίδες και μάτια ανθρώπου... Χέρι με χέρι! Ο κόσμος όλος, γεννημένος ξανά, και στο πλάι, πέρα από τις άκρες του ουρανού, η θάλασσα, αυτή που φτιάχτηκε από πάθη και καημούς των ανθρώπων, εκεί που χάθηκαν τα συντρίμμια της παλιάς τους ζωής, τραγούδαγε ένα γνώριμο, συνηθισμένο σκοπό...
Στην προκυμαία ενός πλοίου, πρωτοταξίδευτος ναύτης νόμισε πως άκουσε τα κύματα να τραγουδούν υποσχέσεις γι’ αγάπη παντοτινή.
Νικόλας Παπανικολόπουλος
10/2/09
Άτιτλο
Συχνά ο έρωτας, το πάθος, κι η αγάπη που νιώθουμε, ή νομίζουμε ότι νιώθουμε, γίνονται φυλακή. Μια φυλακή που τη ζητάμε, μα και που μας στερεί. Ο έρωτας κι ο θάνατος είναι δίδυμα φεγγάρια. Μερικές φορές αδύνατο να τα ξεχωρίσεις.... Μπερδεύονται τις νύχτες που περπατάς μόνος τα βήματα και οι δρόμοι. Κι ενώ ξεκίνησες για τον ουρανό, ανταμώνεις τη θάλασσα. Κι άλλες φορές , κινάς μ' ένα σπασμένο καράβι για καταμεσίς της λησμονιάς, και βρίσκεσαι να πλέεις στ΄ άστρα, σε πελάγη ουράνια. Μα επειδή η ζωή είναι δρόμος, η θάλασσα κι ο ουρανός κάποτε σμίγουν μέσα μας οριστικά κι αμετάκλητα, και δεν υπάρχει πια γεύση γλυκιά που να μη πικρίζει, και πίκρα, που να μη μοιάζει με έρωτα.
30/1/09
άτιτλο
Τα χέρια μου ματώσανε
σε δρόμους σκορπισμένους
να μαζεύουν άχυρα
έρωτες χαμένους.
Κι έχτισα έτσι την ζωή
να μοιάζει μ΄αχυρώνα,
και την καρδιά μου σκέπασα
για τον βαρύ χειμώνα
Οι φίλοι συνετίζανε
γελούσαν οι αγνώστοι,
μα στην καρδιά δε χώραγε
ούτε μια στάλα γνώση.
Φύσηξε άγριος βοριάς
που γκρέμισε τ΄αστέρια
μα το μικρό καλύβι μου
έστεκε κει ακόμα.
Παράνομο κηρύχθηκε
απ΄την πολεοδομία
δεν έφτανε η αγάπη μου
για να πληρώσω μία.
Κι έτσι λοιπόν εντύθηκα
κι εγώ σαν τη χελώνα,
όπου καρδιά το σπίτι μου,
και χάθηκα στα χρόνια.
σε δρόμους σκορπισμένους
να μαζεύουν άχυρα
έρωτες χαμένους.
Κι έχτισα έτσι την ζωή
να μοιάζει μ΄αχυρώνα,
και την καρδιά μου σκέπασα
για τον βαρύ χειμώνα
Οι φίλοι συνετίζανε
γελούσαν οι αγνώστοι,
μα στην καρδιά δε χώραγε
ούτε μια στάλα γνώση.
Φύσηξε άγριος βοριάς
που γκρέμισε τ΄αστέρια
μα το μικρό καλύβι μου
έστεκε κει ακόμα.
Παράνομο κηρύχθηκε
απ΄την πολεοδομία
δεν έφτανε η αγάπη μου
για να πληρώσω μία.
Κι έτσι λοιπόν εντύθηκα
κι εγώ σαν τη χελώνα,
όπου καρδιά το σπίτι μου,
και χάθηκα στα χρόνια.
23/1/09
Ιστορία απλή...
Κι έπειτα, η αίθουσα άδειασε, τα φώτα σβήσαν.. η μοναξιά στάθηκε δίπλα της χωρίς προσωπείο.
Πέταξε από πάνω της το κουρασμένο χαμόγελο, και στόλισε δάκρυα τα μάγουλά της.
Άφησε το ποτήρι στην άκρη, και άρχισε να στριφογυρίζει χωρίς να υπάρχει
μουσική, αφημένη στο ρυθμό της καρδιάς της. Μέχρι που ζαλίστηκε, κι έπεσε
ζαλισμένη, στο πάτωμα. Στο σύντομο αυτό διάστημα, που την στροβίλιζε αυτός ο
παρορμητικός χορός, της φάνηκε πως είδε τα πράγματα καθαρότερα.
Από το πάτωμα, σηκώθηκε την αυγή, με το κελάηδημα των πουλιών, και το γαύγισμα του αγαπημένου της φίλου. Πήγε στο δωμάτιό της, κι έφτιαξε μια μικρή τσάντα, με τα απαραίτητα ρούχα. Έβαλε μέσα λίγες φωτογραφίες, μία επιστολή, ένα μικρό κουτάκι ανθισμένα λουλούδια. Θα έφευγε, αφήνοντας σαν παλιό δέρμα φιδιού, όλη της την εν τάξη, ζωή πίσω. Τα πιο πολύτιμα, τα είχε μέσα της.. Τα παιδιά μεγάλα πια, οι αποστάσεις μεγαλύτερες ανάμεσα σε κείνη και τη Ζωή. Είχε πολύ, και δύσκολο δρόμο να κάνει, και σίγουρη δεν ήταν καθόλου, πόσο μακριά θα φτάσει. Μα κόβοντας τη ρίζα, από τα πόδια της ψυχής, όλα δυνατά είναι.. "Λευκή σελίδα η ζωή", σκέφτηκε..
Χρειαζότανε μια τελευταία βόλτα με τον σκύλο της.. Τον είχε σχεδόν δεκαοχτώ χρόνια, ο καημένος, ήταν γέρος πια. Μα η καλή φροντίδα, τον είχε διατηρήσει αρκετά υγιή για την ηλικία του. Αν μπορούσε, δεν ήταν τόσο μεγάλος, θα τον έπαιρνε μαζί της. Η σκέψη όμως, πως αυτό θα τον ταλαιπωρούσε, την έκανε να το αποκλείσει.. "Σ’ αγαπώ, του είπε, και τον φίλησε στη μουσούδα..".. "Αν υπάρχει Θεός, θα σε συναντήσω ξανά, επειδή η αγάπη δε χάνεται.."
Η αλήθεια είναι, πως μόλις μπήκε στο σπίτι, το ξανασκέφτηκε.. Μια αμφιβολία πάντα την πιλάτευε. Μα η οδύνη της εικόνας, να τακτοποιεί ξανά, τα λίγα ρούχα που διάλεξε στα ράφια και τα συρτάρια, την έκανε να νιώσει πως το να μείνει, ισοδυναμούσε με την είσοδό της σε τάφο.. Έσπασε, λοιπόν τις ρίζες, που δέναν τα πόδια, και .. ξεκίνησε!
Τηλέφωνο δε τον πήρε. Ήθελε πρώτα να βρει κάπου να μείνει, να σκεφτεί, παρόλη τη λαχτάρα να τον σφίξει στην αγκαλιά της, κι ύστερα, κι ενώ αυτός θα την αναζητούσε, να βρεθεί μπροστά του, να του πει.. "έφθασα.. είμαι εδώ!" Μα η μοίρα των ανθρώπων, είναι αμείλικτη. Κι ενώ συχνά δίνει τόσες ευκαιρίες, αρέσκεται να γελά με τον τρόπο που σχεδιάζουμε δίχως εκείνη. Έφθασε αρκετά νωρίς, για την κηδεία του, αρκετά αργά για να τον αγκαλιάσει.... Σα να έπρεπε, τούτος ο έρωτας να μείνει πάντα ιδανικός, ένα παραμύθι των αγγέλων, ειπωμένο μια χιονισμένη, παγωμένη μέρα της ζωής μας. Για να κάνει την καρδιά, να νιώσει ζεστά, να νιώσει την αγάπη μιας άνοιξης και ν’ ανθίσει..
Το κόκκινο τριαντάφυλλο, που έκοψε από ένα κήπο στην σκέψη του, και της μάτωσε το χέρι, τώρα της μάτωνε την καρδιά, καθώς αντί για φιλί γινότανε ύστατο αντίο μιας μεγάλης αγάπης, που δεν πρόλαβε, παρά τις τόσες υποσχέσεις για "όταν περάσουν τα χρόνια".. να ζήσει....
Ένα μικρό σκυλί, αδέσποτο, ακολούθησε τα βήματά της, που ξεμακραίνανε.. από αυτόν.. Την ώρα που κάθισε σε ένα παγκάκι, γεμάτη αναφιλητά και δάκρυα, εκείνο χοροπηδούσε ολόγυρά της μες την καλή χαρά, και κουνούσε την ουρά.. Τόσο αστείο και χαρούμενο σκυλάκι ήταν, που στο τέλος, γέλασε! Το πήρε στην αγκαλιά της, και κείνο, την κοίταξε με μάτια γεμάτα ευγνωμοσύνη.. Θυμήθηκε τον σκύλο της, και το έσφιξε πάνω της όσο πιο δυνατά μπορούσε.. "Σ’ αγαπώ", ψιθύρισε...Ο ήλιος, αποτραβιόταν από τα σύννεφα λαμπρός, καθώς άνοιξε τα βλέφαρα, τον είδε μέσα από τα θολά της μάτια, να γελά! Ήταν σίγουρη, σχεδόν ένιωσε να της λέει και κείνος.. "Σ’ αγαπώ!.. είμαι εδώ, μαζί σου, πάντα.. Φοράς την καρδιά μου.. το ξέχασες;.. Σ’ αγαπώ! ".... Και με ένα ανάμικτο αναστεναγμό, θλίψης κι ευτυχίας μαζί, σηκώθηκε παρέα με τον καινούργιο της σύντροφο, και βάδισε στον ηλιόλουστο
δρόμο, που στέγνωνε από τη βραδινή μπόρα.. Το ανέμελο τραγούδι ενός κοτσυφιού, της έλεγε με τον τρόπο του, πως η ζωή συνεχίζεται, πάντα, μα ότι αγαπήθηκε αληθινά, δεν χάνεται ποτέ! «Πάντα» και «Ποτέ».. δυο λέξεις που ποτέ δεν είπε εύκολα, που τις φοβόταν. Μα τώρα, κατάλαβε τι σημαίνουν.. και τις άκουγε να επαναλαμβάνονται, μέσα στην καρδιά της.. κι ο ήλιος, της χάιδευε τρυφερά το μάγουλο...
Από το πάτωμα, σηκώθηκε την αυγή, με το κελάηδημα των πουλιών, και το γαύγισμα του αγαπημένου της φίλου. Πήγε στο δωμάτιό της, κι έφτιαξε μια μικρή τσάντα, με τα απαραίτητα ρούχα. Έβαλε μέσα λίγες φωτογραφίες, μία επιστολή, ένα μικρό κουτάκι ανθισμένα λουλούδια. Θα έφευγε, αφήνοντας σαν παλιό δέρμα φιδιού, όλη της την εν τάξη, ζωή πίσω. Τα πιο πολύτιμα, τα είχε μέσα της.. Τα παιδιά μεγάλα πια, οι αποστάσεις μεγαλύτερες ανάμεσα σε κείνη και τη Ζωή. Είχε πολύ, και δύσκολο δρόμο να κάνει, και σίγουρη δεν ήταν καθόλου, πόσο μακριά θα φτάσει. Μα κόβοντας τη ρίζα, από τα πόδια της ψυχής, όλα δυνατά είναι.. "Λευκή σελίδα η ζωή", σκέφτηκε..
Χρειαζότανε μια τελευταία βόλτα με τον σκύλο της.. Τον είχε σχεδόν δεκαοχτώ χρόνια, ο καημένος, ήταν γέρος πια. Μα η καλή φροντίδα, τον είχε διατηρήσει αρκετά υγιή για την ηλικία του. Αν μπορούσε, δεν ήταν τόσο μεγάλος, θα τον έπαιρνε μαζί της. Η σκέψη όμως, πως αυτό θα τον ταλαιπωρούσε, την έκανε να το αποκλείσει.. "Σ’ αγαπώ, του είπε, και τον φίλησε στη μουσούδα..".. "Αν υπάρχει Θεός, θα σε συναντήσω ξανά, επειδή η αγάπη δε χάνεται.."
Η αλήθεια είναι, πως μόλις μπήκε στο σπίτι, το ξανασκέφτηκε.. Μια αμφιβολία πάντα την πιλάτευε. Μα η οδύνη της εικόνας, να τακτοποιεί ξανά, τα λίγα ρούχα που διάλεξε στα ράφια και τα συρτάρια, την έκανε να νιώσει πως το να μείνει, ισοδυναμούσε με την είσοδό της σε τάφο.. Έσπασε, λοιπόν τις ρίζες, που δέναν τα πόδια, και .. ξεκίνησε!
Τηλέφωνο δε τον πήρε. Ήθελε πρώτα να βρει κάπου να μείνει, να σκεφτεί, παρόλη τη λαχτάρα να τον σφίξει στην αγκαλιά της, κι ύστερα, κι ενώ αυτός θα την αναζητούσε, να βρεθεί μπροστά του, να του πει.. "έφθασα.. είμαι εδώ!" Μα η μοίρα των ανθρώπων, είναι αμείλικτη. Κι ενώ συχνά δίνει τόσες ευκαιρίες, αρέσκεται να γελά με τον τρόπο που σχεδιάζουμε δίχως εκείνη. Έφθασε αρκετά νωρίς, για την κηδεία του, αρκετά αργά για να τον αγκαλιάσει.... Σα να έπρεπε, τούτος ο έρωτας να μείνει πάντα ιδανικός, ένα παραμύθι των αγγέλων, ειπωμένο μια χιονισμένη, παγωμένη μέρα της ζωής μας. Για να κάνει την καρδιά, να νιώσει ζεστά, να νιώσει την αγάπη μιας άνοιξης και ν’ ανθίσει..
Το κόκκινο τριαντάφυλλο, που έκοψε από ένα κήπο στην σκέψη του, και της μάτωσε το χέρι, τώρα της μάτωνε την καρδιά, καθώς αντί για φιλί γινότανε ύστατο αντίο μιας μεγάλης αγάπης, που δεν πρόλαβε, παρά τις τόσες υποσχέσεις για "όταν περάσουν τα χρόνια".. να ζήσει....
Ένα μικρό σκυλί, αδέσποτο, ακολούθησε τα βήματά της, που ξεμακραίνανε.. από αυτόν.. Την ώρα που κάθισε σε ένα παγκάκι, γεμάτη αναφιλητά και δάκρυα, εκείνο χοροπηδούσε ολόγυρά της μες την καλή χαρά, και κουνούσε την ουρά.. Τόσο αστείο και χαρούμενο σκυλάκι ήταν, που στο τέλος, γέλασε! Το πήρε στην αγκαλιά της, και κείνο, την κοίταξε με μάτια γεμάτα ευγνωμοσύνη.. Θυμήθηκε τον σκύλο της, και το έσφιξε πάνω της όσο πιο δυνατά μπορούσε.. "Σ’ αγαπώ", ψιθύρισε...Ο ήλιος, αποτραβιόταν από τα σύννεφα λαμπρός, καθώς άνοιξε τα βλέφαρα, τον είδε μέσα από τα θολά της μάτια, να γελά! Ήταν σίγουρη, σχεδόν ένιωσε να της λέει και κείνος.. "Σ’ αγαπώ!.. είμαι εδώ, μαζί σου, πάντα.. Φοράς την καρδιά μου.. το ξέχασες;.. Σ’ αγαπώ! ".... Και με ένα ανάμικτο αναστεναγμό, θλίψης κι ευτυχίας μαζί, σηκώθηκε παρέα με τον καινούργιο της σύντροφο, και βάδισε στον ηλιόλουστο
δρόμο, που στέγνωνε από τη βραδινή μπόρα.. Το ανέμελο τραγούδι ενός κοτσυφιού, της έλεγε με τον τρόπο του, πως η ζωή συνεχίζεται, πάντα, μα ότι αγαπήθηκε αληθινά, δεν χάνεται ποτέ! «Πάντα» και «Ποτέ».. δυο λέξεις που ποτέ δεν είπε εύκολα, που τις φοβόταν. Μα τώρα, κατάλαβε τι σημαίνουν.. και τις άκουγε να επαναλαμβάνονται, μέσα στην καρδιά της.. κι ο ήλιος, της χάιδευε τρυφερά το μάγουλο...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)