Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

3/3/17

Άρνηση

Κοιμάται, και ξυπνά με ανοιχτά μάτια.
Φοβάται τα βλέφαρα να κλείσει, ανασαίνει βαριά.
Κοιμάται σε μια θάλασσα από έγνοιες και φτερωτά,
χωρίς βυθό · η αίσθηση του πνιγμού δε προσγειώνεται.
Τυλίγει το ένα της χέρι πάνω στο άλλο, κρυώνει…
Είναι τα πτερωτά που τόσο θόρυβο κάνουνε,
ή φωνές που ξεθωριάσανε, σα σκουριά, στη βροχή;

Σκιάχτρο του εαυτού της το βλέμμα της.
Πως δεν έχει δικαίωμα στο φόβο φοβάται…
Ν’ αντέχει το πόνο δε φοβάται.. να μην είναι δε φοβάται…
Φοβάται να θυμάται, να είναι, τα όρια της αντοχής της.
Τη γεύση της σκουριάς στο στόμα της φοβάται,
από όλους τους άγνωστους που δε γνώρισε.
Φτερούγες ξεσχίζουνε τα σωθικά της.
Σχοινί από όνειρα ματωμένο τ’ άντερά της ξετυλίγονται
σαν κάπου στην άκρη του να το τραβά χαρταετός.
Δεν τολμά να πιαστεί, δεν τολμά να κοιτάξει ψηλά
· κι αυτό είναι το χείριστο μαρτύριο της από όλα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: