Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

23/5/17

απουσίες

Μιλούσε με τους νεκρούς όλο και πιο συχνά..
Όχι νεκρούς γνωστούς της, αυτό θα είχε μια λογική εξήγηση - αν και παράλογο.
Μα με άγνωστες υπάρξεις για τις οποίες δε γνώριζε τίποτα.
Πεθάνανε σε αυτό το σύμπαν ή αλλού, πως, και γιατί της μιλάνε…;
Στο τέλος κατέληξε στο, κάπως λογικό συμπέρασμα, πως ίσως να είναι η ίδια νεκρή.
Ωστόσο ανακόλουθες σκέψεις ανατρέπανε το συμπέρασμά της αυτό:
«Αν είμαι νεκρή, πως γίνεται να σκέφτομαι; … ίσως είμαι απλά τρελή»..

Κάτω από το μαξιλάρι της, κρατά πρόχειρο ένα τετράδιο, κι ένα στυλό.
τις νύχτες που ξυπνά από φωνές οικίες πια, βαστά σημειώσεις:
σχέδια, λέξεις, σύντομους διαλόγους -τους μεγάλους βαριέται να τους γράφει..
Το πρωί σηκώνεται κουρασμένη, μα και με μια γλυκιά μέθη στα νυσταγμένα μάτια
από το ολονύχτιο ταξίδι της.. πάει καιρός που κοιμήθηκε μόνη…
Πάει καιρός που κοιμήθηκε και με κάποιον… Το φως την διαπερνά, την καίει
και τη στεγνώνει… Κλειδώνει όλες τις εικόνες, τις λέξεις, τα μονοπάτια
στο πίσω μέρος του μυαλού της, πιάνει τα μαλλιά της αλογοουρά μ’ ένα λαστιχάκι
να μη πέφτουνε μέσα στα μάτια της, φοράει τα πιο φωτεινά και χρωματιστά ρούχα.
Κινείται στον ίδιο χώρο και χρόνο με ανθρώπους που θα έπρεπε να της είναι οικείοι.
Ο σύζυγος, τα παιδιά, η φίλη που χτυπά τη πόρτα ή καλεί στο τηλέφωνο.. χαμογελά.
Το χαμόγελό της είναι θαμμένο πίσω από την τρέλα της, μα κανείς δε το βλέπει..
Είναι παρών, διεκπεραιώνει υποχρεώσεις, χαμογελά! .. Αυτό τους αρκεί.
Τεντώνει το χέρι στο παράθυρο μπροστά, μάταια προσπαθεί να δει τη σκιά της..
Είναι εκεί; Ή το φαντάζεται; Η φουρνάρισσά, ο χασάπης, η ταμίας στο σούπερ μάρκετ
της απευθύνουνε το λόγο, παίρνουνε τα μετρημένα χρήματα από το χέρι της.. Είναι.. ;

Το βράδυ όλα εξαφανίζονται πάλι μέσα σε μια βίαιη ομίχλη που καταφθάνει από παντού.
Δεν χρειάζεται να αλλάξει ρούχα.. αλλάζουνε αυτά για εκείνη, γίνονται μαύρα σα κάρβουνα
κι η παλάμη της, στρόβιλοι από φωτιά… καίγεται από μέσα προς τα έξω, και χάνεται.
Απόλυτα διάφανη, ταξιδεύει από πόρτα σε πόρτα, από δωμάτιο σε δωμάτιο, ως το κρεβάτι.
Κλείνει τα μάτια και περιμένει, τάχα κοιμισμένη , ώσπου να την πάρει αληθινά ο ύπνος…
Ώσπου να γεμίσει το δωμάτιο και πάλι φωνές, παρουσίες, απουσίες... Χαμογελά, δακρύζει,
κεντά τις λέξεις μία μία στο διάφανο εγώ της, στο μαύρο της νύχτας, στη καρδιά..
Κι όλο λιγότερο επιθυμεί να επιστρέψει σε ένα κόσμο πλασμένο από μνήμες..
«Τι θα πει αγαπημένος», συλλογιέται, «αν δεν έχω χέρια, ή αν δεν έχουνε κορμί
να τους κρατήσω σφιχτά στην αγκαλιά μου; Πως να είμαι παρών σε τόση απουσία;»

Κάτω από το άψυχο κορμί στο μαξιλάρι της, βρήκανε ένα μουτζουρωμένο τετράδιο..
Στο τέλος της κάθε σελίδας, τέσσερα ονόματα - το ένα το δικό της…
Και μία κακογραμμένη φράση: «Θα έρθω να σας βρω!.. θα σας βρω!»

Δεν υπάρχουν σχόλια: