Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

4/5/17

Μάγια



Κοιτάς τον ουρανό κι ο ουρανός βουρκώνει.
«Ω, μου μπήκε ένα σύννεφο μικρό στο μάτι», απολογείται
κι έπειτα στέλνει το πιο όμορφο χαμόγελό του, στο φως
ως διάφανα περιστύλια ναού που αναδύονται να καούν,
παλιές αγαπημένες, που επιμένουνε μαρτυρικά να ζουν
στις  πιο σκονισμένες και σκοτεινές γωνιές του νου.

«Ποιος άφησε απεριποίητο τον κήπο της Εδέμ;», ρωτά,
το χέρι σου βαστώντας τρυφερά σκιά που σβήνει η φωνή της.
«Είναι μεγάλη η πόλη, για να βαδίζουμε χωριστά οι δυο..»
Ραγίζει μα δε σχίζεται η καρδιά, βαστώντας το ποτάμι εντός
και το ταξίδι ως τη θάλασσα εικασία.. «Κανείς άλλος δε θα πνιγεί»
αναφωνείς, κι ο ποταμός σκεπάζει τις όχθες των ματιών σου..

«Είναι μια πόλη αυτή αγαπημένη.. είναι ένα ανθρώπινο δάσος ευχών.
Η μία ρίζα πάνω στην άλλη, μπερδεύονται τα «θέλω» και τα «μπορώ»
Μία λάθος ευχή, ένα λάθος μπορώ, ένα παραπάνω φτεροκόπημα
αρκεί να γκρεμίσει ένα μέρος του δάσους… σακατεύοντάς το.
Ποιος άκαρδος αντέχει να ταξιδεύει πάνω στο πόνο των άλλων;»

Είναι μια πόλη αυτή μαγεμένη… ένα ανθρώπινο δάσος χαμένων ευχών,
«Θέλω» που δε γίνανε «μπορώ» από ενοχή και φόβο.
Η κόλαση θα είναι πάντα εκείνος ο δρόμος με τις καλύτερες προθέσεις.
Κι αν όλα αυτά τα προσθέσεις, η ζωή μικρή, τόσο μικρή, ώστε να χωρά
στο άνοιγμα που ποτέ δε δώσαμε στα φτερά μας.. και στο ποτάμι
που έγινε, μικρή σταγόνα στην άκρη των βλεφάρων μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: