Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

22/10/09

Άτιτλο..

Μες το ψέμα, σ΄ένα τέλμα,
γεννήθηκα κι εγώ.
Μες σ΄ασήμια σκουριασμένα
στων άστρων το φως.

Κι είδα εσένα, βρήκα εμένα
σ΄όνειρο κρυφό,
σε μαλαματένια στήθη
κάστρα σα βουνό...

Μα τα όνειρα περάσαν
όπως κι ο καιρός,
και μαράζωσαν τα στήθη
απ΄το καημό.

Μες τα θαλασιά σου μάτια
στον χαμένο αδελφό
μια γοργόνα τραγουδάει,
πως να κοιμηθώ...

Το παράπονο με δένει
πάνω στα σχοινιά,
σε καράβι που βουλιάζει
κάπου στ΄ανοιχτά.

Κι είναι γύρω μου γαλήνη,
μα και μοναξιά,
ίσως να σε συναντήσω
στον βυθό ξανά.

18/10/09

Μία μέρα Ζωή

Μελαγχολικά τοπία
στα λαγκάδια των θυμών,
σε κρυστάλινα ποτήρια
θαμπές άχνες στεναγμών.

Το τσιγάρο αναμένο
μα το όνειρο σβηστό,
κι είναι διπλοκλειδωμένο
ότι φαίνεται σωστό.

Στο τραπέζι σκορπισμένα
φύλλα από πλατανιά
τα παράθυρα σπασμένα
από ανήμερο βοριά.

Δηλητήριο στα στήθη
κάθε ανάσα και πονάς
για των άλλονε τα ήθη
την καρδούλα ξεπουλάς.

Μα σα κλείνουνε τα μάτια
και κοιμάται πια ο νους,
τα ατίθασα φεγγάρια
δραπετεύουν για αλλού.

Ξεδιψάνε στα σκοτάδια
το ασημένο τους το φως,
και με εραστών τα χάδια
ξεκλειδώνει ο καημός.

Κι είναι αιώνες τα σκοτάδια
και μια μέρα η ζωή,
κάνει τα θλιμμένα μάτια
να ξεχνάνε το πρωί.

21/9/09

άτιτλο

Τα μάτια της τρύπες μαύρες.. περπατούσε μπροστά χωρίς να βλέπει που πατάει.. χωρίς την αίσθηση του αίματος να κυλά μέσα της.. Θα μπορούσε να είχε σωριαστεί εκεί.. στην άκρη του κόσμου της... μπρος τα όχι που είπε, και τα ναι, που πεθάναν μέσα της.. Μα σαν άνεμος η ψυχή της την οδηγούσε πιο πέρα.. πιο μακρυά.. στην ερημιά που το μέλλον της έταζε ... Στη βοή της ησυχίας που κάνουν οι σκέψεις όταν αδιέξοδα, σαν άνθρωπος σκυφτός, αδιάφορος, κάνουν κύκλους πολλούς, περνώντας ξανά και ξανά πίσω από τα ίδια κλειστά παράθυρα...
Μαύρα πηγάδια τα μάτια της... κι ήθελε να πέσει μέσα να πνιγεί.. να μη την αφήσει να φύγει. Ποια δύναμη παράξενη, στη φωνή της, στο αντίο που δε του είπε, του αφαίρεσε όλη τη δύναμη της θέλησης, να ακούσει τη προσταγή της καρδιάς του;Τα χείλη του αγγίξανε δυο πέτρινα χείλη.. η πνοή της σύννεφο ξέπνοο... όχι.. πριν την αφήσει να φύγει, εκείνη ήταν ήδη μακρυά πολύ.. Κι εκείνος έμεινε να κοιτάζει το φάντασμά της, τη σιλουέτα της να καίγεται σα χαρτί στο δειλινό και να σβήνει, βυθισμένος σε μνήμες που πια δεν του ανήκανε.. Όπως δεν του άνηκε και το μέλλον...

Συναντηθήκανε άθελα, σε κείνο το τοπίο ερημιάς.. δεν κοιταχτήκανε... προσπέρασαν ο ένας τον άλλον, ακολουθώντας, σαν σε κύκλο, τα ίχνη από τα βήματα που άφηνε ο άλλος ερχόμενος από την αντίθετη κατεύθυνση... συναντηθήκανε και προσπέρασαν βουβά κι οι δυο.. όπως βουβά αφήσανε να προσπεράσει η ζωή...

15/8/09

Τα μάτια σου...

Ο ουρανός στα μάτια σου ομορφαίνει
γαληνεύουν της ψυχής μου τα φτερά
καθώς σκιρτάν στον ήχο της καρδιά σου,
και το μπορώ, να σε κρατάω αγκαλιά.

Στα μαλλιά σου κάθε έγνοια κοιμάται
σβήνουν οι φόβοι όταν γέρνω κι ακουμπώ,
στα δάχτυλά μου η επιθυμία ταξιδεύει
θάλασσα άγρια, που με καλεί ν΄αφανιστώ.

Κι αν ναυαγήσω και χαθώ μέσα σε σένα
θα γίνω απόηχος καταιγίδας στην ακτή,
σκόρπια φιλιά στην άμμο απλωμένα
να καίνε τα πέλματά σου στη σιγή.

Ήλιος θα γίνω, βροχή να σε ζητήσω
σύννεφο να πιω και να κρυφτώ,
δάκρυ γλυκό, φωτιά στον αφαλό σου
από τ΄αλάτι της ζωής σου να μεθώ.

Είναι τα μάτια σου εισιτήριο για μένα
για του παράδεισου τα μέρη προσταγή,
στον ουρανό τα φτερά μου απλωμένα
και συ η μόνη που ζητώ, να γυρίσω, γη.

7/8/09

μικρό άτιτλο...

Ήταν ένα μικρό παιδάκι που λάτρευε τον ουρανό. Και τ’ αστέρια..
"Εκεί", του είχανε πει, "εκεί πάνε όσοι αγαπούμε. Εκεί είναι ο παππούς, εκεί και η γιαγιά σου.."
"Που; Δε τους βλέπω.."
"Να, εκεί... σε εκείνα τ’ άστρα.. φανερώνονται τη νύχτα, να μη φοβάσαι το σκοτάδι. Την ώρα που κοιμάσαι, οι άγγελοι τα χαμηλώνουν τόσο που σχεδόν αγγίζουν το μέτωπό σου.."
"Γι’ αυτό βλέπω όμορφα όνειρα;"
"Γι’ αυτό καρδιά μου όμορφη.. γι’ αυτό!"
Εκείνο το βράδυ φύσαγε παγωμένος βόρειος άνεμος, και το παιδί ξύπνησε από τη βοή. Σηκώθηκε, πήγε στο παράθυρο και έστρεψε τα μάτια του στον ουρανό. Δάκρυσε φοβισμένο. Ο ουρανός μαύρος, ούτε ο παππούς ούτε η γιαγιά του ήταν εκεί.. Ξάπλωσε πάλι στο κρεβάτι του, κι όσο κι αν τυλίχτηκε στις κουβέρτες, το σωματάκι του δεν έλεγε να ζεσταθεί. Ο ύπνος το βρήκε μες τα αναφιλητά.. Το πρωί σηκώθηκε κακόκεφο, αμίλητο.. Και όλη την εβδομάδα, αρνήθηκε πεισματικά να κοιτάξει πάλι έξω από το παράθυρό του. Δεν μπορούσε να καταλάβει αυτή την προδοσία.. Πως μια τέτοια φοβερή νύχτα, τον ξέχασαν, εκείνοι που τους θυμάται να του λένε πόσο τον αγαπούνε... Σκεφτόταν , πως η αγάπη δεν βαστά για πάντα. Πως ίσως ακόμη και οι γονείς του, να τον πρόδιδαν κάποτε. Και πίκραινε το σφιγμένο στόμα του.
Η μάνα του, είχε δει την αλλαγή. μια ανύποπτη στιγμή πλησίασε τον μικρό και τον ρώτησε, τι είναι αυτό που το βασανίζει. Τα παιδιά δεν αντέχουν τα μυστικά.. Της τά’ πε όλα.. και έπεσε στη αγκαλιά της κλαίγοντας.. "Δε θέλω να σταματήσετε να μαγαπάτε.. δε θέλω.. " Κι η μάνα του τον έσφιξε στην αγκαλιά.. "Πάντα θα σ’ αγαπώ... Το αληθινό φως δεν έρχεται από τ’ αστέρια καρδούλα μου.. Το αληθινό φως, αυτό που κάνει τα αστέρια φωτεινά, είναι το φως της αγάπης. Μπορεί τα αστέρια να τα σκεπάσουνε τα σύννεφα, μα η αγάπη μέσα σου σβήνει όταν συννεφιάζει;"
"Όχι."
"Έτσι δεν σβήνει και το φως.. Το βράδυ οι άγγελοι, φέρνουνε τ’ άστρα κοντά στο μέτωπό σου, όχι για να σε φωτίσουνε. Μα για να τα φωτίσουν."
"Και όσοι πήγαν στον ουρανό, παίρνουνε φως από μένα;"
"Ο ουρανός έχει ανάγκη το φως σου. Το φως της αγάπης.. όλοι, όσοι ζούμε στη γη, πρέπει να δίνουμε στον ουρανό φως.. Να νιώθουμε πόσο δυνατή είναι η αγάπη.. Και τότε, όσες καταιγίδες κι αν έρθουν, όλες θα είναι περαστικές. Να εμπιστεύεσαι το φως μέσα σου. Κι όταν ακόμη είναι σκοτάδι, και φυσά, και κάνει κρύο.. Άκου προσεχτικά την καρδιά σου και θα το νιώσεις.. Πως μόνος δεν είσαι. Ούτε ήσουν ποτέ.. "
Εκείνο το βράδυ το παιδί, ξάπλωσε ευτυχισμένο, έκλεισε τα μάτια του, και ψιθύρισε.. Ελάτε να πάρετε φως.. Σας αγαπώ! Πολύ πολύ!
Ήξερε, πως κι όταν ακόμη δε βλέπει αστέρια στον ουρανό, εκείνα υπάρχουν. Πως τις πιο σίγουρες απαντήσεις τις δίνει η καρδιά...

30/7/09

Σ΄αγαπώ!

Κάθε φορά που εκείνη ήταν λυπημένη, βαριά συννεφιά φούσκωνε τα πνευμόνια του... Οι βαθιές εισπνοές από το τσιγάρο της, κάθε της ανησυχία, η κάθε έγνοια, πνίγαν την δική του αναπνοή... Ξύπνησε με αυτή την αίσθηση, πως γλυστρούσε στο βυθό της θάλασσας, σαν ένας νεκρός που ρίχθηκε από σανίδα πλοίου, καλά τυλιγμένος σ' άσπρο σεντόνι... Μια υπόκωφη βοή ησυχίας, και η αίσθηση τελικής πτώσης.... Μια πτώση που δεν έλεγε να σταματήσει... σα να μην είχε πάτο η θάλασσα.. Σαν αν έπεφτε αντί για τη θάλασσα στον ουρανό... ίδια απελπισία , ίδια η μοναξιά του ναύτη που στα κύματα θάβεται και κείνου του ονειροπόλου "αστροναύτη", που θάβει στα άστρα τις προσευχές του... Θα μπορούσε για πάντα να μείνει εκεί, να πέφτει... να πέφτει... κι όλο να πέφτει, ώσπου το τέλος του χρόνου να δώσει τέλος. Τον σώζαν τα μάτια της.. Τις ώρες, τους αιώνες ίσως, που τα μάτια του παραδινόντουσαν στο σκοτάδι και τα βλέφαρα ατσάλι βαρύ σκεπάζανε τις μνήμες, έβλεπε τα μάτια της... Φάρους φωτεινούς, που τα αλλάζαν όλα, δίνοντας χρώμα στη θάλασσα, ζωή, και κάνανε το σεντόνι να καεί, σα να ήταν φτιαγμένο από λάμψη μόνο να σκορπίσει στα κύματα, μέχρις να μείνει γυμνός.. γυμνός και λεύτερος.... Με την παλάμη της η θάλασσα, τον έφερνε τότε κοντά της... Παραλία γυμνή, με δυο πέτρες, που λάμπανε στο φως του φεγγαριού, αυτός κι εκείνη... Την πλησίασε αργά, με χαρά, με ιερότητα και πόθο.. Στοργικά γονάτησε δίπλα της, καθώς αυτή καθόταν στην άμμο, και κάπνιζε, κοιτόντας το φεγγάρι... _"Μα γιατί είναι τόσο θλιμένο..".... Μονολόγησε... "Το φεγγάρι είναι πάντα θλιμένο σαν με κοιτά, τα τελευταία χρόνια. Ίσως, γιατί το πρόδωσα... Γιατί δε βάσταξα φως μου, φως και για κείνο... Όλο το έδωσα. Όλο το χάρισα... Τίποτα δε κράτησα.. ".... Πήρε άλλη μια βαθιά ανάσα , κι ύστερα λευτέρωσε τον καπνό, μαύρο, πιο μαύρο από πριν.. και δάκρυ μαύρο κύλησε στην άμμο... "Δεν είχα χέρια να κρατήσω", συνέχισε, "δεν είχα βλέπεις πια ψυχή δική μου για να ορίσει τα χέρια μου. Τα έδωσα όλα... για μένα κράτησα μερικές αλήθειες μόνο, και τώρα με συντροφεύουν, καπνός, μες τη ζωή μου".... Ήθελε τόσο να την κάνει να τον κοιτάξει.. να δει τα μάτια της στα μάτια του, να νιώσει, να της πει πως εκείνη, με το φως που λέει πως δεν έχει, τον γύρισε πίσω στη ζωή... Τίποτα δεν είπε.. μόνο κάθησε δίπλα της, έπιασε το αριστερό της χέρι, απαλά... και κοίταξε κι αυτός το φεγγάρι... Τον τόπο που κατοικούνε όλοι οι έρωτες που χαθήκανε μα δε ξεχαστήκανε.. Το φεγγάρι... που καίει την αύρα μας, και κλέβει την λευκή της φλόγα....

Κι ύστερα, έπεσε ένα αστέρι... μία ευχή... μϊα ευχή που ίσως μοιραστήκανε.. γιατί το χέρι της έσφιξε τρυφερά το δικό του.. σα να σφίχτηκε η καρδιά της από λαχτάρα κρυφή.... Στράφηκε προς εκείνη και απαλά με τα δάχτυλα του άλλου χεριού, έστρεψε το προσωπό της προς αυτόν.... κοιταχτήκανε... Μια θλίψη απέραντη στα μάτια της.. κι άλλο δάκρυ... "Δεν μπορώ να αγαπήσω ξανά.."... του ψιθύρισε... "Δεν μπορώ να δώσω χαρά.."... Μα κείνος, σαν να μην άκουσε τα λόγια της, ακούγοντας μόνο τον παλμό της... ανάμεσα στο χέρι του.. στις άκρες των δαχτύλων που σχεδόν αγγίζανε τον λαιμό της, έσκυψε και την φίλησε... Εκείνη, παγωμένη στην αρχή, όπως ένα ερωτηματικό, που δεν τολμάει να ρωτήσει, ύστερα αφέθηκε στο φιλί.... Και κούρνιασε στην αγκαλιά του... Ανοίγοντας κάποια στιγμή, τα μάτια της, πριν αποκοιμηθεί, είδε πέρα στης θάλασσας την άκρη, το φεγγάρι να ζωγραφίζει με φως, τον ορίζοντα.... δεν σκέφτηκε άλλο.. Κούρνιασε και κοιμήθηκε εκεί.. στην αγκαλιά του..Κι ο πόνος της, έγινε πόνος του, κι ο δικός του πόνος, φτερά έβγαλε και πέταξε.. παίζοντας κυνηγητό με την ψυχή του ανάμεσα στ΄άστρα... Την ώρα που ανάλαφρη ήτανε πια, έσκυψε και της ψιθύρισε στο αυτί το πιο μεγάλο του μυστικό.. "Σ΄αγαπώ!.. " Και μες τον ύπνο της, του φάνηκε πως χαμογέλασε και φωτίστηκε το προσωπό της... Έλαμψε και το δικό του πρόσωπο... "Αυτό, είναι! ".. σκέφτηκε.... "Θα της φανερωθώ στα όνειρά της.. εκεί που η αλήθεια του κόσμου, δεν μπορεί να φυλακίσει την αλήθεια της ψυχής... Και στο πιο όμορφο όνειρο, της Αγάπης, θα την πάρω να δραπετεύσουμε... Μέχρι που το όνειρο να γίνει η μόνη αλήθεια, και κάθε άλλη αλήθεια να μαραζώσει και να χαθεί.. Και τότε, θα της ζητήσω, να χορέψουμε! Κι όχι σα να είμαστε μόνοι, αλλά σα να ήμασταν από ανέκαθεν, μόνο μαζί! Σαν ένα... ολόκληρο Ένα... "... Και στα λόγια του, που άθελα τα είπε φανερά, ράγισε το φεγγάρι, κι άρχισε στον ορίζοντα, γαλήνια να έρχεται η αυγή... "Πόσο όμορφο να χορεύουμε στη νοτισμένη, δροσερή άμμο... ".. σκέφτηκε, "κι μέρα να χαράζει στα μάτια της..." Σαν ηχώ μιας λέξης που δεν ειπώθηκε, ένιωσε στο στήθος του την καρδιά της να χτυπά... κι ανάσανε σχεδόν ευτυχισμένος... την αναπνοή της...

"Σ΄αγαπώ! "....

24/7/09

"Big.. bang"...

Ο αληθινός κόσμος, είναι αυτός που ανθίζει μέσα μας, όταν δε φοβόμαστε, όταν, ο πόνος κι η χαρά μπορούν να χορέψουν μαζί.. και να ταξιδέψουν την σκέψη στα σωστά μονοπάτια.. Εκείνα που όταν όλες οι ανάγκες μας σβήσουν, όταν καταρεύσουν τα ψεύτικα πρότυπα μιας τίμιας ή ηδονικής ζωής, μιας ζωής ταγμένης σε ένα σκοπό ή άλλον, εκείνα τα μονοπάτια, θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν. Τα μόνα, όταν όλος ο κόσμος χαλάσει.. Και δεν οδηγούν στα άστρα... όπως πολλοί ζωγράφοι, πολλά παιδιά κι ερωτευμένοι φαντάζονται.. Μα συγκλίνουν μέσα μας, γη κι ουρανό, όλα, μπορούν να τα χωρέσουν σε μια μικρή καρδιά. Ή ένα δάκρυ.


Ίσως τα άστρα να μην είναι παρά μια καρδιά που έσπασε... Το big bang, από το οποίο γεννήθηκε ο κόσμος, καθώς μας λένε οι αστρονόμοι, ίσως δεν είναι αλλο από μια καρδιά, που έσπασε απ΄αγαπή...

20/7/09

Ένα


Τα μάτια της θολά τοπία, βροχής... Τα μαλλιά της βρεγμένα κι αυτά. Ολόκληρο το κορμί της έτρεμε... Βάσταγε το κεφάλι του με τα δυο της χέρια, ενώ τα πόδια της προσπαθούσαν να τον φυλακίσουν εκεί.. Μα η ανάσα, οι αντοχές της, την προδίδαν.. Και χρειαζόταν τότε Αυτός, με όλη του τη δύναμη, να την υποτάξει... Η φωνή λυγμός έφτασε στα χείλη της... κι από κει άξαφνα, κραυγή έγινε, ζητώντας να πετάξει...Να πάρει μαζί ψυχή και κορμί ως τον ουρανό... Ναι.. εκεί ήταν... εκεί που καμιά ενοχή δε σκιάζει το φως, που βγάζουν δυο κορμιά σαν ενώνονται σε ένα... "Φτάνει... δεν αντέχω άλλο, φτάνει", του είπε, προσπαθώντας να πάρει ανάσα... Κι αυτός, με τη γεύση της στο στόμα, διψασμένος πιο πολύ από πρώτα, γλίστρησε απαλά φτιάχνοντας ένα μονοπάτι από φιλιά, ξεπερνώντας του αφαλού της τις δίνες, ως τα στήθη... ως το στόμα... Κι έκλεψε την αναπνοή της, καθώς, χανόταν μέσα στα σωθικά της... Πυρωμένα τα χείλη του, από την δική της φωτιά, κι αυτή η αίσθηση, πως είναι δική του, όσο δεν πάει.. Ψυχή και σώμα... Να κρυφτεί ήθελε ως το τέλος του χρόνου μέσα της, να μη γυρίσει ποτέ στον ψεύτικο κόσμο, της υποκρισίας.. Τόσο κοντά, έπρεπε πάντα να είναι.. Αυτός κι Εκείνη, ήταν Ένα.. Αυτή η μόνη αλήθεια. Το σμίξιμό τους ήταν το σμίξιμο μιας άδικα διαιρεμένης ψυχής.. Που από λάθος, ή φθόνο των Θεών, βρέθηκε μοιρασμένη σε δυο κορμιά... Δυο κορμιά που τώρα πια δεν υπήρχαν, δεν θέλανε να χωρίσουν... "Ταξίδι", ονόμαζε με το νου, την ώρα της αναμονής, τον τρόπο που ήθελε ο πόθος κοντά της να πετάξει... Όχι .. όχι, δεν είναι ταξίδι.. Δεν είναι μέρη ανεξερεύνητα το κορμί της... Δεν είναι άστρα τα μάτια της, δεν είναι θάλασσα τα κύματα που σπάνε στο στήθος του, καθώς την κρατά αγκαλιά... Όχι.. Ήταν και είναι το δικό του κορμί, αυτό που βαστάει.. Η δική του ανάσα, η ανάσα της... Επιστροφή είναι... στον παράδεισό! Εκεί, που δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο να ζητήσεις πια... γιατί τα έχεις όλα!...

Το πρωί, οι κουρτίνες παίζανε με το φως.. Τ’  απαλό χάδι του ανέμου, έφερνε αύρα θαλασσινή, και μνήμες ... που ζητούσαν επίμονα να ξαναγίνουν παρόν... Η παλάμη του, στοργικά σα φωλιά πουλιών, έκρυβε τη καρδιά της... Ολόκληρη, είχε φωλιάσει το κορμί της στο δικό του κορμί.. Τα πόδια τους μπλεγμένα... Της άρεσε αυτή η αίσθηση ανάμεσα στα πόδια της... Πέρασε το χέρι της πάνω από το δικό του.. "Σ’ αγαπώ! Ψιθύρισε.... σ’ αγαπώ!".... Ένα δάκρυ που κύλισε ως τα χείλη της, ήταν η πρώτη γεύση εκείνο το πρωινό.. Ένα δάκρυ, με τόσα πολλά συναισθήματα μέσα.. κι ίσως να είχαν κυλίσει κι άλλα... αν δεν την άκουγε μέσα στο όνειρό του, που ζούσε... Ανασηκώθηκε ελαφρά, έγειρε πάνω από το πρόσωπο της, και το χαμόγελό του σαν ήλιος, της ζέστανε την ψυχή... "Κι εγώ σ’ αγαπώ!" της είπε... Τον κοίταξε βαθιά στα μάτια... γαλήνεψε η ψυχή της... "Μα, πως.. πως με άκουσες;" Του είπε παιχνιδιάρικα, μα με απορία.. "αφού σχεδόν, το είπα μέσα μου.. και κοιμόσουν".... "Είναι γιατί σ’ αγαπώ, μικρή μου! Ζωή μου! Φως μου! ".... Το χέρι του κύλησε στο λαιμό της... στήριξε το κεφάλι της, και της έδωσε ένα κατακόκκινο, απαλό φιλί... η μέρα είχε μόλις αρχίσει.. κι ήταν εκεί.. μαζί...

16/7/09

Μνήμη παλιά

Μνήμη παλιά που γέρασες μεστώνοντας τη γεύση,
και μόνο με του αρώματος την χάρη σου, μεθώ,
ξεχνόντας το δηλητήριο που σκίαζε η χαρά σου,
σαν ήλιος μες τα κύματα, στη δύση σου, σκορπώ...

Σε κάποια άμμο μακρινή, που δεν έχεις πατήσει,
με τέχνη αρχαία η θάλασσα τις σκέψεις μου θα βρει,
και σε τρομπέτα άγγελου, σ΄όστρακο θα τις κρύψει,
θανάτου εμβατήριο, πριν απ΄τα χείλη, βγει...

Στο τόπο που μου χάρισες, αγάπης εξορία,
τ΄αγγέλου σέρνω τα φτερά, δική μου τιμωρία,
στα πόδια σου ως οφειλή, που πρέπει πια να κλείσει,
κι ελεύτερο πλέον το κορμί, στη γη του να γυρίσει.

Στην βέρα πάνω, προσευχή, έγραψε το φεγγάρι,
και τούτο πια το ταίριασμα, ποιος θ΄αμφισβητήσει;
Οχιά που κουλουριάστηκε, τριγύρω μου με χάρη,
μα μάταια ψάχνει όνειρο στο στήθος να τρυγίσει.

Κι όταν το φως σβηστό, κι η σιωπή κρεβάτι,
και την ανάσα μου ακούς κοντά στο προσκεφάλι,
εσύ με σιγουριά διπλή στα χέρια θα με κλείνεις,
μα της οχιάς το δάγκωμα, δε θα το αποφύγεις.

Κι αν τούτος μοιάζει επίλογος, στο λέω, αρχή είναι
της συμφοράς ο ποταμός στον ουρανό γεννιέται,
κι όποιος ποτέ του δεν πενθεί ποτέ του δεν πεθαίνει
αυτός ποτέ του και δε ζει, και μόνο υπομένει...

9/7/09

χίλια θεριά...

Χίλια θεριά τα θέλω μου,
τριγύρω σου γυρίζουν,
μου έχουν ξεσχίσει τη καρδιά,
και στ΄άστρα τη σκορπίζουν.

Μ΄ενα βλέμα σου μπορείς
παράταση να δώσεις,
σ΄αυτή την άθλια ζωή,
κι ύστερα ας προδώσεις...

Κι από το θάνατο εγώ,
πνοή καινή θα πάρω,
σάρκα από τη σάρκα σου,
κι αγάπη από τον Χάρο.

Παράδεισος η νύχτα μου
στα σκοτεινά σου μάτια,
ποτάμι τα μονοπάτια σου,
και θάλασσα τα μάγια...

Κι όταν ψηλά στον ουρανό
θα γίνω ένα αστέρι,
και να αλλάζουν οι εποχές,
εμένα τι θα μέλλει;

Στον ουρανό ή στον βυθό,
ίδιο γαλάζιο φόντο,
μαύρο τις νύχτες όπου κλαις,
και φωτεινό στον όρκο...

Αστέρι μέσα στο βυθό
ή δίπλα στο φεγγάρι...
Που για ταξίδια άγνωστα,
ο μόνος θα σαλπάρει..

7/7/09

Της νύχτας τα κάστρα

Της ερήμου πλοία γίναν τα θηρία,
και τα άστρα μοιάζουν τόσο μακρινά.
Ξεχασμένα βρήκα αρμαθιές κλειδιά,
κάστρα ερημωμένα κάπου στο βοριά.

Κάπου βρήκα εμένα, κάπου και εσένα,
όαση, στο δάκρυ πάνω ζωγραφιά.
Της ερήμου, είπα, είναι τα παιχνίδια
κι όμως όπου πάω, βρίσκεσαι κοντά.

Νύχτα με τα δώρα, νύχτα τρυφερή,
πως θ΄αντέξω νά΄ ρθει πάλι η αυγή;
Μείνε στην καρδιά μου, σφάλισε τα μάτια
όταν με κοιτάξει τον πόνο μου μη δει.

Κι ίσως αν μετρήσω όλα σου τα άστρα,
τότε να ξεχάσω πως την αγαπώ...
Και θα χτίσω πάλι, όλα μου τα κάστρα
τα κλειδιά στο χέρι, γερά θα τα βαστώ..

1/7/09

Παιχνίδια ψυχής..

Το μαύρο δάκρυ που ζητάς γύρεψε στο ποτήρι,
τη νύχτα που ο πόνος τα βλέφαρα θα γύρει.

Όμως ποτέ άμα το πιεις, γυμνή να μη χορέψεις,
μπρος στης ματιά σου το φονιά, καθρέφτη να μη θέσεις.

Κι εσύ, που γύρεψες βωμό, βωμό θε να στολίσεις,
από τα πάθη της καρδιάς, όπου θα μαρτυρήσεις.

Κόκκινο χρώμα, της φωτιάς, σου πρέπει να φορέσεις,
μέσα στη νύχτα να καείς, κι ως το πρωί ν΄αντέξεις...

Καθώς τα άστρα σβήνουνε, να σβήσει κι η φωνή σου,
κι αυτό που φόραγες κορμί, να γίνει η ψυχή σου..

Στάχτη που σκόρπισε η αυγή, από τσιγάρο πρώτο,
κι ο χρόνος το λησμόνησε, χωρίς να κάνει κρότο...

30/6/09

Θυσία

Ανάσα πρώτη της αυγής,
ξαστόχησαν τα μάτια και το χέρι,
άγγιγμα έγινε ζωής,
και νύχτα τρυφερή το μεσημέρι.

Μέσα στο φως κοιμόταν το σκοτάδι,
τόσο μόνο, μα τώρα δυο,
σκοτάδια ξετυλίγουνε τον Πόθο.
Και κείνος, τα μοιράζεται, μα μόνος παραμένει....

Κάπου στο βάθος, εκεί, που η ανατολή
στόλιζε το αστέρι,
τώρα η άβυσος καλεί, θυσία καινή,
νεράϊδα π΄ονειρεύεται, στον πόνο να καεί...

23/6/09

Δύση..

Ανάσες που γίνανε σκέψη
Σκέψη καπνός, που νέφη φτιάχνει.
Ένα ταξίδι σ΄αναμονή βροχής.
Κι ύστερα η σκέψη σταματάει.

Μετράς τη δίψα με δάκρυα π΄ο χρόνος
λαίμαργα πίνει, μα δε λέει να θυμηθεί.
Δραπέτης ειν΄ο νους, μα κι αστυνόμος,
κι έχει στα δύο η καρδούλα σου κοπεί.

Παίζουν οι λέξεις και ζητάς να παίξεις,
σου λένε ναι, και δαγκώνουνε γλυκά,
στάζουν φαρμάκι που δε μπορείς ν΄αντέξεις,
σαν μια γυναίκα που στα μάτια σε κοιτά.

Κι είναι σαν ήλιος που σύντομα θα δύσει,
σα χάδι π΄ακολουθεί η μοναξιά,
μια αγκαλιά π΄αδειάζει πριν την κλείσεις,
σα θάνατος, που δε στο μαρτυρά....

16/6/09

άτιτλο..

Πες μου
μια λέξη μόνο,
πες μου
για σένα λιώνω
και κράτα με σφιχτά
στην αγκαλιά.

Δως μου
το φως του κόσμου,
δως μου
το φως σου δώς μου
κοίτα με στα μάτια
σα φωτιά..

Έλα,
περνά η μέρα,
έλα,
περνά η νύχτα,
έλα
εδώ να μείνεις
στάχτη
να με σκορπίσεις
στα όνειρα..

Γύρε,
αγέρι γίνε,
μείνε,
αστέρι γίνε,
παραθυρό μου
στη μοναξιά.

Κι όλα
όσα περάσαν
κι όσα
δε μας προφτάσαν,
δάκρυ
βροχή να γίνουν,
τραγούδι
στ΄άστρα να σβήνουν
και μεις πουλιά.

Δως μου
το φως του κόσμου,
δως μου
μια αγκαλιά.
Γύρε
εδω πέρα μείνε,
έχω
για σένα φτιάξει
μες την καρδιά
φωλιά....

14/6/09

άτιτλο.

Νύχτα σκοτεινή, νύχτα υγρή.
Με γλώσσα διχαλωτή ανιχνεύει
η λογική την έξοδο,
μα τα μάτια κλειστά
έχουν κι όλας βαδίσει εκτός.

Ούτε απόψε θα συναντηθούνε.

Ορφανό το κορμί την καρδιά διχάζει.
"Σπάσε", της φωνάζει η αίσθησις :
"Ως ρόδι που μέσα του κρύβεται η αυγή".
"Μη σπάσεις", συγκρατεί η περίσκεψη:
"Περίμενε το χέρι που θα σε επιλέξει".

Ραϊζει το σκοτάδι, ραϊζει το φως...
Ρακένδυτος ο χρόνος μετρά τ΄αστέρια
- αυτά που πέφτουν: σα κομπολόι από κεχριμπάρι.
Χορεύουν οι ώρες με τα διάφανα πέπλα τους
τον χορό των χαμένων λυγμών.

Μια νέα ημέρα θ΄αρχίσει,
μα δεν τελείωσε, ποτέ, η παλιά.

9/6/09

άτιτλο

Ποτάμι είναι τα σκοτάδια,
που ταξιδεύουν γυρεύοντας το φως.
Τα μάτια μας ραγίσανε, τάχα,
γιατί τη θάλασσα βρήκε ο ποταμός;

Μηνύματα σου γράφω στα κοχύλια
μαργαριτάρια κρύβω με φιλιά,
αν τυλιχτείς στης μοναξιάς τα δίχτυα,
μη γελαστείς πως ζούμε μακρυά.

Κάθε αλήθεια στη καρδιά μας είναι άνθος
σε κήπο μυστικό, που για να δεις,
της αγάπης να εμπιστεύεσαι το πάθος,
ζωή μου, τη ζωή σου, για να ζεις...

27/5/09

άτιτλο

Δρόμοι που πάνε και δρόμοι που φεύγουν.. Συναντιούνται. Αθόρυβα, σα διαβάτες που μοιάζουν άγνωστοι, μα καθώς κοιτάνε ο ένας τον άλλο στα μάτια, γνωστοί φανερώνονται.. Και πεταρίζει η καρδιά, ν’ αλλάξει ζητά, το βήμα, να λοξοδρομήσει, αντάμα να βαδίσει με τον γνωστό - άγνωστο, ίσκιο της... Ίσκιος πολύχρωμος, γεμάτος όνειρα, όπως οι ίσκιοι των δέντρων στην Πανσέληνο, ή η σκιά ενός τοίχου ασπρισμένου, αυλής που κοιτά κατά το πέλαγο.... Πόσες γραμμές, που δεν χαράξαμε στην καρδιά μας, πόσα ποτάμια, πόσες ευκαιρίες, πόσα γιατί, στο βλέμμα κείνο, που μόλις προσπέρασε...
Αυτός ο άγνωστος, λες και ξέκοψε από την καρδιά μας... φοράει το δικό μας χέρι, πόδι, τη δική μας πνοή. Τη δική μας αγκαλιά.. αυτή που πάντα λείπει, εκτός από τις ώρες που η θύμηση βουλιάζει στα χρώματα και σωπαίνει όπως ίσκιος... κι απομένει μόνο, η χαρά του αγγίγματος που δεν θυμάται, το χαμόγελο πού’ ναι μόνο φως, κι ο ύπνος, με φτερά πάλλευκα, ανοιχτά, ταξιδευτής στα κύματα του στήθους.
Μικρά σταυροδρόμια όλη μας η ζωή, σημαδεμένα για να μη χαθούμε, από αγάπη... Μέσα μας καταλήγουν όλοι οι δρόμοι... κι αυτοί που έρχονται, και αυτοί που φεύγουν. Κι αν ήτανε δυνατό να τους βάλεις στη σειρά, τότε, θα χανόντουσαν στο άπειρο... στον μεγάλο Ωκεανό της αγάπης! Εκεί, που αρχίζει, και ποτέ δεν τελειώνει.. η ζωή!