Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

29/3/15

Το κορίτσι που πνίγηκε στο φεγγάρι

Η Μιράντα ήτανε ένα κορίτσι δεκαπέντε χρονών. Με τα μακριά καστανά της μαλλιά, την λευκή της επιδερμίδα που τόνιζε τα κεράσια  στα μάγουλά της, που ζωγράφιζε κάθε συναίσθημα. Ήταν ένα διάφανο παιδί, χαρισματικό, ευγενικό, που απέπνεε γλυκύτατη αύρα, λες και η Άνοιξη βάδιζε μαζί της, κρατημένες χέρι με χέρι. Τουλάχιστον αυτό, επέτρεπε να δούνε οι άλλοι, ή έστω, εκείνοι που τους αγαπούσε και την αγαπούσανε…  Εκείνοι που μπορούσανε να την δούνε όπως ήτανε αληθινά, με τους απέραντους κήπους της ψυχής της να βαραίνουν από τον ανθό, από αρώματα και χρώματα. Μα κι εκείνοι ακόμα  δεν μπορέσανε να προλάβουνε το κακό, να δούνε ανάμεσα στα λουλουδιασμένα της όνειρα και την άγρια πρωτόβλαστη φύση  το σκεπασμένο πηγάδι που καλούσε την ψυχή της να γκρεμιστεί,  τάζοντάς της ένα πλαστό κομμάτι ουρανό, και την εύνοια μιας κορωμένης Σελήνης…  Τότε που η νύχτα δεν ήταν τόσο σκοτεινή, αλλά το κεφάλι δεν είχε όση δύναμη του χρειαζότανε να κοιτάξει ψηλά. Στη μέση της σελήνης, ζωγραφισμένο το δικό της πρόσωπο, έμοιαζε πάνω στο σχεδόν ακίνητο νερό του πηγαδιού να χαμογελά, να της χαμογελά… κι ήτανε μεγάλη παρηγοριά, τις ήσυχες εκείνες ώρες  τις μοναχικές, να αφήνεται  στη γοητεία της γνώριμης και συνάμα άγνωστης φίλης της, στο χαμόγελο αυτό που της φαινότανε πέρα για πέρα αληθινό, γιατί ήταν από εκείνη την ίδια,  με όλη την γλυκύτητά του κι όλη την πίκρα του.
ΟΙ φίλες της Μιράντας, γίνανε λιγότερο φίλες και κάποιες χαθήκανε εντελώς από όταν άρχισε να γίνεται σημαντικότερο για αυτές ένα αγόρι από την φιλία. Το να κάνανε παρέα μαζί της σήμαινε πως θα έπρεπε να είναι κοινοί αποδέχτες του τρόπου με τον οποίο πολλά από τα παιδιά της ηλικίας τους, κοίταζαν επιδοκιμαστικά ή ακόμα χειρότερα σχολίαζαν την φίλη τους. Γιατί η όμορφη Μιράντα ήτανε μαγεμένη και η ομορφιά της ήτανε φανερή μόνο σε όσους την αγαπήσανε, σε όσους  η δύναμη της αγάπης  επέτρεπε να δούνε πέρα από τα μάγια που θάβουν  τις ψυχές των ανθρώπων μέσα σε μια φριχτή όψη.  Κυρίως την κοροϊδεύανε για το βάρος της, με σχόλια σε μορφή αφελών αστείων, όπως, ό,τι «θα έπρεπε να πληρώνει διπλό εισιτήριο στο σινεμά», πως «χρειάζεται ένα θρανίο μόνη της»,  πως «Θα ήτανε ο ιδανικός τερματοφύλακας κι ο τελευταίος που θα έπρεπε να καλέσει κανείς σε ένα τραπέζι»,  με προσδιοριστικά επίθετα όπως «η χοντρή» μα κι άλλα, λιγότερο αφελή αστεία, που στόχευαν το κορίτσι μέσα της. Η άμυνά της ήτανε οι φίλες της , η σιωπή, και τελευταίοι οι δικοί της. Όχι, κανείς δεν θέλησε να βλάψει την μικρή Άνοιξη. Όλα γίνανε από καθαρή αφέλεια, ανοησία, κι από την ανάγκη να έχουνε γύρω τους ανθρώπους κοινά αποδεκτούς.
Ένα κάτοπτρο ευτυχίας έφτασε να έχει για εκείνην, τόση σημαντικότητα, όση αν είχε εμπρός της την ίδια την ευτυχία. Πολλοί αναζητήσανε τις αιτίες, κάποιοι νιώσανε ενοχή , άλλοι καθόλου.  Σύντομα την θυμόντουσαν μοναχά εκείνοι  που την αγάπησαν. Το πηγάδι σφραγίστηκε από τον χρόνο, κάτω από το βάρος μιας πολύχρωμης Άνοιξης. Κι απόμειναν κάποια ξεχασμένα άστρα, μόνο αυτά, να παραμένουν μαγεμένα από το γλυκόπικρο χαμόγελο που κάποτε μάγευε την ίδια την Σελήνη, σαν κοιταζότανε ολόφωτη πανσέληνος, βαθιά μες την ψυχή της.

28/3/15

το φιλί



«Αστειεύομαι»,  του είπε. Κοίταγε επίμονα τα μάτια της, να δει μία ρωγμή , να καταλάβει, αν  μίλησε έτσι από πίκρα ή φόβο.  Τρεμούλιαζε το σκοτάδι στα ολοφώτεινα μάτια της, σαν λίμνη που σκιάζουνε δέντρα βαριά, φύλλα από πλατάνια σκεπάζουνε το  κρυστάλλινο νερό της, και δεν ξέρεις να πεις αν μόλις πήρε να  χαράζει ή να νυχτώνει… Οι σκέψεις του πέφτανε φύλλα πάνω στα πεσμένα φύλλα, χωρίς να μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα εκείνο που θα νικούσε την αμφιβολία.  Να παραιτηθεί στα λόγια της, ή να επιμείνει διακινδυνεύοντας , όχι τόσο να πληγωθεί – είχε εμπιστοσύνη στις αλήθειες του, - όσο το να πληγώσει. Να διαρρήξει εκείνα τα όρια, που είτε φέρνουν τους ανθρώπους πιο κοντά είτε τους σπρώχνουνε εντελώς μακριά τον έναν από τον άλλον. Θα ήταν τόσο πιο εύκολο αν μπορούσε να διαβάσει τα μάτια της, αν του επέτρεπε  καθαρά να δει μέσα της… Όμως γιατί δεν τον άφηνε να δει μέσα της, αν αυτά που είπε τα εννοούσε; Είχε τόση εμπιστοσύνη στις αλήθειες του, που δυσκολευότανε να παραδεχτεί πως δεν ήταν οι δικοί της ενδοιασμοί και φόβοι που τον δυσκόλευε να δει καθαρά, αλλά οι δικοί του. Η πάλη του έγινε τρέμουλο, έτρεμε το χαμόγελο στα χείλη του, το χέρι , έτρεμε η καρδιά!...  Σπαρταρούσε η θέληση  στα δίχτυα του «όχι» και του «πρέπει».   Κι εκείνη το πρόσεξε…
«Τρέμεις!» του είπε…. με μάτια ορθάνοιχτα από την έκπληξη και καταγοητευμένη από την δύναμη της χημείας…  σχεδόν μπορούσε να ακούσει την καρδιά του να χτυπά, στο άκουσμα της διαπίστωσής της… «τρέμεις!». Πόσο παράξενο του φάνηκε που μπορούσε να το δει, πόσο γυμνός ήτανε τώρα μπροστά της.. Δε μίλησε, δεν είχε φωνή να μιλήσει. Μίλησε εκείνη γι’ αυτόν, πιάνοντάς του το χέρι…  και φέρνοντας τα ορθάνοιχτα μάτια της, παρατηρητές και δικαστές εμπρός στα δικά του μάτια. Σε αυτή την συνομιλία  που μόλις άρχιζε, τα πάντα ψευδή λόγια, γιατί ποτέ δεν θα μπορέσουν να αγγίξουν τις πράξεις, απουσίασαν τελείως, παρότι τα χείλη, δεν μείνανε καθόλου σιωπηλά. Κι είχαν τον τρόπο τους να διηγούνται  και να γεύονται πόσο παραμυθένια αντέχει να γίνει η πραγματικότητα..!

25/3/15

Η επανάσταση



Η επανάσταση έγινε
από μια παρέα φοβισμένα αγόρια,
για την ψυχή ενός λαγού.
Ένα μάτσο τριαντάφυλλα ήταν
που σκέπασε το λευκό του ονείρου
και μέθυσε τους Χειμώνες Άνοιξη.
Η επανάσταση, είπε,
άρχισε καθώς αρχίσανε να χτυπάνε
χιλιάδες σήμαντρα,
ως καρδιές των κοριτσιών.
Στην αγκαλιά και το δάκρυ  της μάνας,
και τα ροζιασμένα χέρια
του πατέρα,
καθώς ακούμπαγε πάνω στο τραπέζι
τον μόχθο και την απελπισία του
για φαί.
Και τέλος, τέλος, είπε ο τρελός,
γιατί οι παπαρούνες είναι κόκκινες
και τα πουλιά έχουνε φτερούγες
να πετάνε ψηλά.

Τα παιδιά γελάσανε μαζί του, σίγουρα δεν γνώριζε
μήτε τ’ όνομα της επανάστασης.
Μα η δασκάλα βούρκωσε
έβαλε απαλά το χέρι στο κεφάλι του
κι έγνεψε, χωρίς φωνή, όλο κατάφαση.

23/3/15

Σύντομη ιστορία 1

«Έλα να τρέξουμε!», είπε το μικρό αγόρι στο αγόρι που μόλις συνάντησε…  «όποιος αγγίξει πρώτος τον απέναντι τοίχο κερδίζει!»
«Δεν μπορώ..»  απάντησε λυπημένο το αγόρι, «δεν γίνεται να σηκωθώ από το κάθισμά μου»
«Κρίμα.. είναι τόσο όμορφη μέρα», είπε το μικρό αγόρι , μη μπορώντας να κατανοήσει πλήρως το γιατί δεν γίνεται. Κι έτρεξε μακριά…  είχε ανάγκη να τρέξει.

7/3/15

Χωρίς πρόσωπο.


Τελευταία φορά που κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, ήτανε σαράντα πέντε χρονών. Από τότε πέρασε πολύς καιρός,  τόσος που ξέχασε πως μοιάζει το πρόσωπό του. Οι μνήμες που είχε, γινόντουσαν ολοένα πιο θολές…  Ελάχιστα πρόσωπα θυμότανε ακόμα, κι αυτά, όχι ολόκληρα, μα κάποιες σημαντικές  για εκείνον λεπτομέρειες.. αν τα συναντούσε τυχαία, σε κάποιο τόπο έξω από τον αναμενόμενο, εκεί που λάβανε χώρο οι μνήμες του,  το πιθανότερο θα του ήτανε άγνωστα.
Ζούσε παρακμιακά, μαζεύοντας σκουπίδια του πολιτισμού και μετατρέποντάς τα σε ψωμί, ένδυμα, ακόμα και μικρούς πολύτιμους θησαυρούς.  Ένα κουτάκι αλουμίνιο, ένα πεταμένο καλώδιο, ένα μπουκάλι , μια χαρτόκουτα, σήμαινε γι αυτόν εργασία. Ο χρόνος γι ‘αυτόν τον άντρα είχε συντηχθεί στο σήμερα, κι ούτε το πριν ήταν αρκετό ούτε το αύριο για να κάνει την καρδιά του να αλλάξει αυτή την ρουτίνα.  
Το σπίτι του ένα μικρό δωμάτιο που προοριζότανε για αποθήκη. Αν και  χαμηλό το αντίτιμο που πλήρωνε ανεπίσημα στον ιδιοκτήτη,  ήταν από κάθε άποψη αρκετά ακριβό, γι αυτό το υγρό και σκοτεινό δωμάτιο. Αυτό όμως δε φαινότανε να τον απασχολεί, καθώς, είχε μια στέγη πάνω από το κεφάλι  και ένα χώρο κατάδικο του, όπου δεν τον είχε ενοχλήσει ποτέ κανείς..  Κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί, αράδιαζε εμπρός του πολύχρωμα χαρτιά από καραμέλες, ετικέτες, αφίσες, περιοδικά ή εφημερίδες που μάζευε…. Τα ψαλίδιζε δίνοντάς τους σχήμα και υπόσταση, και σύνθετε με αυτά στον τοίχο μία ανεκπλήρωτη διήγηση. Μια ιστορία που πριν ολοκληρωθεί, είχε ήδη ξεκινήσει να σκεπάζεται από μια άλλη. Μόνο το ταβάνι έχασκε γυμνό από αυτές τις διηγήσεις,  μουντό από το γκρίζο της υγρασίας. Σαν ξάπλωνε, υπήρχαν φορές που το ταβάνι μετατρέπονταν σε διάδρομο νοσοκομείου… κι εκείνος πάνω σε φορείο που κυλά, να βυθίζεται σε δίνη, διασχίζοντας τον ατέρμονο αυτόν διάδρομο, παραδομένος σε κάθε τι καλό ή κακό, έρθει. Αδύναμος κι αδιάφορος για να το επεξεργαστεί. Ίσως μάλιστα ευχότανε μερικές φορές, κρυφά μέσα του, να κοιμηθεί τόσο βαθιά, που οι τοίχοι, ο διάδρομος, το πρωί, και αν είναι νύχτα, όλα αυτά, απλώς να πάψουνε να υπάρχουν. Να κοιμηθεί τόσο βαθιά, που επιτέλους να ξαποστάσει η ψυχή του.

5/3/15

ακόμα μια φορά

Θα περάσουμε μέσα από χρόνια
όπως περνά στη βελόνα η κλωστή.
Φλόγα η ψυχή θα φωτίζει
στα μαύρα σκοτάδια του νου,
κι ακτή ολόγυρα καμία.

Με ένα πούπουλο
στον άνεμο θα γράψω για πάντα
πως εδώ κατοικήσαμε, Εσύ κι εγώ.
Όπου φυσά ο άνεμος να ηχεί
γλυκιά μουσική  τ’ όνομά σου.

Τα δάση μας, τα μονοπάτια που βαδίσαμε
και κείνα που μείνανε απάτητα,
όλα θα τα σκεπάσει ο καιρός.
Μα οι ξεχασμένες κρήνες
θα βλαστήσουνε παραδείσους.

Θα είναι παράξενο να υπάρχουμε
και μετά, σε κορμιά από αγριολούλουδα
φυτρωμένα στη σχισμή βράχων,
μυρωμένα απ’ τά  μαλλιά γυναίκας,
όπου τα στόλισε το χέρι του άντρα.

Διάττων αστέρας η ζωή χάραξε με φως την ψυχή,
κι αυτή η πληγή δεν κλείνει με τα μάτια.
Θα αιμορραγούμε έρωτα κι αγάπη, φως και όνειρα
κι όταν ο κόσμος θα έχει πια τελειώσει..
Δημιουργώντας τον  ακόμα μια φορά,  απ’ την αρχή!

25/2/15

Καθρέφτης

Ο θάνατος τον κοίταξε σαν παιδί, μέσα από τον καθρέφτη του.
Ένα λυπημένο χοντρό παιδί, τόσο χοντρό
σα να είχε ανάγκη ένα αρκετά συμπαγές και μεγάλο καβούκι
ώστε να κρύβεται μέσα του.
«Μη με κοιτάς με αυτά τα μάτια» είπε η ψυχή του δακρυσμένη.
«Αρνούμαι τον θάνατο, θα αντισταθώ στον τάφο που χτίζεις γύρω μου»
Λόγια υπνωτισμένα, καθώς η ψυχή έκλεινε τα μάτια μη δει
πόσο ολόγυρα απλώνονταν σκοτάδι, και πόση ερημιά η απόσταση
χωρίς να γνωρίζει καν προς τα πού να βαδίσει,
γεγονός που άφηνε το βήμα μετέωρο στο σκοτάδι.

«Μη με φοβάσαι» ανταπάντησε αμίλητο το παιδί,
κοιτώντας τον ακόμα και πίσω από τα κλειστά βλέφαρα.
«Μη φοβάσαι ό,τι είσαι, αλλά ό,τι δεν μπορείς να γίνεις και θες.
Κοίτα, είμαστε καλά κρυμμένοι εδώ οι δυο μας.
 Αόρατοι, προστατευμένοι, μαζί.
Αν δακρύζεις μπορεί κάποια νύχτα να ακούσουν,
και να διαρρήξουν  τον αόρατο μανδύα μας
ζητώντας τρόπους να μας κρατήσουνε χώρια.
Μόνος δίχως ελπίδα συμφιλίωσης, ειρήνης.

Θα σου μάθω να ακροπατείς χωρίς φτερά σε τρίχα επάνω.
Τα πιο κρυμμένα μυστικά, τα πιο σιωπηλά
θησαυρούς από ατόφια μαύρη πέτρα, τέτοιους
που ούτε η Σελήνη με όλα της τα άστρα δε θα άντεχε να κουβαλήσει.
Πηγές γάργαρες,  ψυχές που δεν έχουν τίποτα άλλο να πουν·
γιατί τα είπανε όλα σε ένα δάκρυ…
Η βαθύτερη  μοναξιά είναι ν’ αρνείσαι εσένα».

3/2/15

Μέλι

Θολό μέταλλο βαστούσε ως καθρέφτη,
κι η μορφή της ήτανε σαν μέσα από νερά.
Τι κι αν καθάριζε ολόγυρα ο Ζέφυρος τα νέφη,
αδυνατούσε μέσα της να δει πιο καθαρά.

Γράφει  με το δάχτυλο στο μέταλλο το  Άλφα
κι ο κένταυρος από ψηλά το πόδι του χτυπά.
Ευωδίασε η κόμη της απ’ του τρελού το χάδι
μα είχε η καρδούλα της το μαύρο της το χάλι.

«Έλα!» της  λέει ο ποταμός, «έλα να γίνουμε ένα.
Τα πιο όμορφα πετράδια μου στα στήθη σου, αν θες..
Απ’ τά  κρυστάλλινα χείλη σου θα πίνουνε πτηνά
κι η Άνοιξη θα τραγουδά μέσα από την καρδιά σου.

Άγρια  ρόδα θα γίνουνε τα κόκκινα μαγουλά σου
κι από τα αβρά τα μέλη σου, κρινάκια κι ανεμώνες.
Για να βοσκούν οι μέλισσες να φτιάχνουνε το μέλι
δώρο για κείνον π’ αγαπάς, κι αυτός ας μη σε θέλει.»

2/2/15

Ατιτλο


Εκείνη γεμίζει μαξιλάρια
με όνειρα και δώρα τ’ ουρανού,
για πρωινό σερβίρει την καρδιά της
σε φλιτζάνι μ’ αχνιστό καφέ.

Έχει τα μάτια κοριτσιού
π’ αδάκρυστα ακόμα  χαμογελούνε,
είναι φως που ελευθερώθηκε στο φως,
η πεταλούδα κι ο  πολύχρωμος ανθός.

Τα δάχτυλά της έχουν πίστη ευλογημένου
στα χείλη της  της αφοσίωσης το μέλι,
κι είναι ολόκληρη τσαμπί  σταφύλι
χαρισμένη  στου θεριστή το χέρι.

Εκείνος όμως, έχει ξανά αγαπήσει.
Τον μαγεύει το φως που του χαρίζει
το μέλι και η εμπιστοσύνη η τυφλή.
Πίνει τον καφέ κι ανάβει τσιγάρο
απολαμβάνει την πρωινή της συντροφιά.

Μα πριν η καύτρα σβήσει
τον έχει η νύχτα πάλι κατακτήσει..
Σβήνει το τσιγάρο και προχωρά.

Θα συναντηθούνε πάλι μέσα στη νύχτα
καθώς βουβό το φεγγάρι θα κοιτά.
Ίσως βαδίσουν για λίγο συντροφιά
σε πόλεις χτισμένες από στάχτη
με κάρβουνα αναμμένα για καρδιά.

16/1/15

Εκείνος κι Εκείνη

Εκείνος, κοιτά τα μάτια της
κι ονειρεύεται πανσέληνες νύχτες,
ή νύχτα σκοτεινή τόσο
που ο ουρανός γεμάτος είναι άστρα!

Εκείνη, ταγγίζει το στήθος της ο πόθος,
σβήνει τα μάτια κι αφήνεται
στ’ όνειρο το δικό του
γιατί γνωρίζει πως τ’ όνειρό του
είναι  αυτή!

Εκείνος, ξεκουμπώνει την ψυχή της
με τα δάχτυλά του,
πορεύεται φιλί φιλί
μέσα από σοκάκια και κορυφές
ζητώντας ν’ αγγίξει τα άστρα,
να γίνει ένα με την πνοή της
και τα φεγγάρια του πόθου της.

Κι εκείνη, ανάβει
όλα τα άστρα γι’ αυτόν
καίει φόβους, σκέψεις, ελπίδες
και αναδύεται
μέσα από την απελπισία αιώνων
ως ολόγιομη Σελήνη!
Λάμπει το δέρμα της τα χείλη της καίνε,
τα μάτια της στάζουνε φως…

Ένα ουράνιο τόξο
από την καρδιά ως την καρδιά
γεφυρώνει την απελπισία τους
κι ανταμώνουν μες την πίστη,
πως τίποτα πριν ή μετά ή άλλο
έχει σημασία,
πέρα από εκείνη κι εκείνον, μαζί!

Εκείνη του χαρίζει ένα περιστέρι
από τα σωθικά της
και κείνος γίνεται ζεστή φωλιά
κι ουρανός,
να πετάξει με τα φτερά ανοιχτά!

Καταμεσής των ωκεανών,
πάνω από ένα σύννεφο
κι ολόγυρα το χάος π’ αποκλίνει,
τους ψιθυρίζει η καρδιά:
«ας φτιάξουμε εδώ μία γη να κατοικήσουμε
εσύ κι εγώ, ως κανείς και ως όλα»
Κι έτσι ενωμένοι αφήνονται
το ύψος κάνοντας βάθος και την πτώση τους ύψος.
Κι όσα θέλησαν, όσα είναι, όσα δύναται να υπάρξουν
χωρέσαν στην πτώση τους, πριν σκορπίσουν
στ’ άστρα ως άστρα, ή γη στην γη.

Κάποιοι ονειροπολώντας κάνουν ευχές
βλέποντας τ’ άστρο να πέφτει,
καθώς εκείνοι καίγονται μαζί, ευχή και μοίρα.

12/1/15

Υπάρχω θα πει αγαπώ

   Η αγάπη είναι παγίδα, είπε ο διάβολος. Είναι η παγίδα του Θεού, για να ορίζει την θέλησή σου.  Η αγάπη είναι σκλαβιά, όχι ελευθερία..  Αν μπορούσες να δεις από μέσα την ομορφιά του χάους, θα έβλεπες πόσο φθονερό ψέμα η αγάπη. Βάζεις καταμεσής του χάους ένα πλάσμα πάνω σε μια κουκίδα, την ονομάζεις αγάπη, και πείθεις το πλάσμα πάνω στην κουκίδα πως έξω από αυτήν, δεν υπάρχει.  Και το πλάσμα γαντζώνεται από φόβο επάνω στη κουκίδα τόσο πολύ, που τυφλώνεται, και δεν βλέπει πια τον στρόβιλο των κοσμικών δυνάμεων, που τον τραβάνε να γίνει ένα με το σύμπαν, ένα με το χάος. Απέραντος κι ολοκληρωμένος. Όχι. Θα μείνει πάνω στην μικρή κουκίδα του, κλαίγοντας, παρακαλώντας, τρέμοντας  την ελευθερία να αποδεχτεί και να γίνει όσα εξαρχής είναι. Ένα με το σύμπαν. Ο Θεός τότε δεν θα είχε καμία αξία, και γι αυτό δένει τους ανθρώπους με τα δεσμά της αγάπης. Ακόμα κι ο χειρότερος άνθρωπος, ο πιο μισητός, έχει αυτή την ανάγκη: Κάποιον να αγαπά και να τον αγαπούνε. Αν θα μπορούσες να δεις, αν αφηνόσουν να νιώσεις, πέρα από τα μάτια και την γνώση του νου, θα γνώριζες πως μία πέτρα ενός σβησμένου άστρου και μια αχτίδα φωτός, είναι όμοια κι απαράλλαχτη με μια τρίχα από τα μαλλιά σου κι ακόμα με αυτό που εσύ αποκαλείς ψυχή. και δεν έχει τίποτα να ζηλέψει το ένα από το άλλο…  όταν είναι και τα δυο λεύτερα από το πεπερασμένο της συνειδητής νόησης. Αλλά εσύ, άνθρωπε, έχεις παγιδευτεί στην ανάγκη να είσαι ο αγαπημένος . Στην πείνα, την δίψα και τα ένστικτά σου. Έχεις ανάγκη έναν Θεό να σε οδηγεί, γιατί δεν αντέχεις την μόνη άφθαρτη αλήθεια, αυτή της «φθοράς», που στην πραγματικότητα είναι η αέναη μεταμόρφωση και η ένωσή σου με αυτό που είσαι αλλά επίμονα αρνείσαι: Το σύμπαν. Μια ζεστή αγκαλιά, είναι για σένα πιο σημαντική από την αλήθεια, γιατί είσαι φαρμακωμένος από φόβο. Φοβάσαι τις «βίαιες» εκρήξεις του σύμπαντος, την πολύ φωτιά ή το πολύ σκοτάδι… φοβάσαι την πορεία στο άγνωστο . Ακόμα και την ίδια την γέννα σου ίσως αρνιόσουνα, αν κουβαλούσες την ίδια αυτήν συνείδηση που σ’ αρρωσταίνει κι ήταν στο χέρι σου. Είσαι μικρός άνθρωπε, γιατί  αγαπάς από φόβο κι από μοναξιά. Είσαι εγκλωβισμένος σε όσα αντέχεις να εξηγήσεις, και πεπερασμένος, όπως κι ο χρόνος της ζωής σου.
   Αν ήσουν ελεύθερος θα γνώριζες πως ο χρόνος δεν υφίσταται κι αυτό που ονομάζεις «χτες» και «σήμερα» και «αύριο» είναι το ίδιο.  Και το μόνο που υφίσταται είναι η ίδια η ζωή, ως κοσμική ενέργεια – που ίσως σήμερα είσαι αυτό που ονομάζεις εσύ, κι αύριο ένα κομμάτι πάγου ή κάτι άλλο που ούτε καν φαντάζεσαι. Κι ωστόσο την ίδια στιγμή είσαι και το ένα και το άλλο κι ό,τι υπάρχει και δεν υπάρχει . Είσαι η κοσμική πληγή του σύμπαντος, η κουκίδα που παγιδεύει στο «εγώ» της την αέναη ενέργεια της εξέλιξης και το «Όλο».

   Έτσι μίλησε με πειστικότητα ο διάβολος στον άνθρωπο την ώρα που κοιμότανε. Κι αυτός, άνοιξε τα μάτια του, έφερε εμπρός του τις άδειες παλάμες του, και τρυφερά ακουμπώντας την μια πάνω στην άλλη  συλλογίστηκε : «Σας αγαπώ χέρια μου, γιατί μου επιτρέπεται να αγγίζω .. να φτιάχνω…  σας αγαπώ μάτια μου γιατί χωρίς εσάς φως και σκοτάδι θα ήτανε ένα.. Με αγαπώ και γι αυτό αγαπώ…  και γι αυτό φοβάμαι. Είμαι το σύμπαν μέσα στο σύμπαν, και δεν βρίσκω κανένα λάθος σε αυτό.. Κι ίσως είμαι ό,τι θα ήθελε το σύμπαν να γίνει. Πεπερασμένος και «τελεία».  Η διατύπωση και η απάντηση στην ερώτηση «ποιος είμαι», και η αρχή της συνειδητότητας μες την ασυνειδητότητα. Η συνειδητότητα χωρίς την οποία δεν διατυπώνεται κανένα ερώτημα, θέληση ή άρνηση, κι όλα τα θέματα που θέτεις, ως διάβολε, αποδεικνύουνε μοναχά αυτό, πως χωρίς συνείδηση δεν έχει ύπαρξη, καθώς κι αυτά ακόμα για να τεθούν,  προϋποθέτουν συνειδητότητα.  Αγαπώ την σάρκα μου, με δίδαξε τι είναι πείνα, τι είναι δίψα και την χαρά να χορταίνεις και να ξεδιψάς.. Τι θα πει να είμαι άντρας ή γυναίκα ή παιδί .. την φθορά… αλλά και την ανθοφορία. Με δίδαξε να αντιλαμβάνομαι τους ήχους και το τραγούδι, τον χορό, τα χρώματα.. Πέρα από αυτήν, τι θα σήμαινε για μένα πνοή, άγγιγμα, έκφραση; θα ήταν το πνεύμα μου ασχημάτιστο, ούτε καν ρευστό…  Κι αν θες να ξέρεις, δεν είμαι εγώ που χρειάζομαι ένα Θεό, αλλά ο Θεός που χρειάζεται εμένα για να υπάρξει. Μέσα από όλα όσα μαθαίνει από εμένα. Γι αυτό και γω, δεν μπορώ να σκεφτώ Θεό άλλον ή δύναμη πιο υπέρτατη κι απόλυτη από την δύναμη της Αγάπης, και την συνείδηση που γεννήθηκε από αυτήν… Με αγαπώ, ω διάβολε, κι αυτό με κάνει να αγαπώ και εσένα! Γιατί αγαπώ την ζωή! »

11/1/15

Λουλούδι



Ήτανε ένα μικρό
λουλούδι στην αρχή,
διάφανο στο φως
και απαλό τις νύχτες.

Ήτανε ένα μικρό
παιδί
με βλέμμα σκοτεινό
που βρήκε το λουλούδι.

Και γέλασε.

Ήταν ένα μικρό παιδί
κι ένα μικρό λουλούδι.
Διάφανα στο φως
και όμορφα τις νύχτες.

Ένα κορίτσι ήτανε
κι ένας αγαπημένος.

Πως να μαλώσεις τα παιδιά
που δεν προσέχουν αρκετά
κι έχουν το χέρι ανοικτό
χρυσάφι κι αν βαστάνε.

Πήρε τ ανέμου η δροσιά
τα πέταλα του πόθου.
Άλλο εδώ και άλλο εκεί
σκόρπια χαρτιά μίας ψυχής.

Ένα κορίτσι ήτανε
κι ένας αγαπημένος.
Διάφανοι στο φως
και όμορφοι τις νύχτες... (2007)