Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

10/3/16

Φοβάται

Φοβάται.
Γύρω του λέξεις νεκρές, φράσεις πεθαμένες,
πατημασιές φαντασμάτων.
Φοβάται
μη τρυπώσουν στη μικρή του αυλή
και γίνει ένα από εκείνα.
Η μικρή του αυλή ορίζει τον κόσμο του
τα σύνορα της συνείδησής του,
τα όρια της ύπαρξης.
Πάνω στο τραπέζι του μισό πιάτο φαγητό,
καθώς τρώει, σε κάθε μπουκιά
θυμώνει το νου του ο φόβος
πως αν τα φαντάσματα μπούνε στην αυλή,
καθώς κι εκείνα πεινάνε,
η μπουκιά θα μικρύνει περισσότερο.
Φοβάται τα παιδιά τους, τη θρησκεία τους,
το χρώμα τους, την χειραψία μαζί τους.
Φοβάται την ισότητα με τα φαντάσματα
την παραδοχή πως το αίμα τους είναι ίδια κόκκινο,
όμοια ζεστό, και όμοια ονειρεύονται
τα παιδιά του και τα παιδιά τους.
Πέφτουν ολόγυρα βόμβες
αλλά εκείνος φοβάται
να κοιτά στα μάτια τα φαντάσματα
καθώς και τα πόδια του,
που γίνονται όλο πιο διάφανα.

«Το μυστικό συστατικό» είπε ο διάβολος
χαμογελώντας αυτάρεσκα στο κάτοπτρο,
«είναι ο φόβος.
Αν τους φοβίσεις αρκετά,
τόσο ώστε να μη μπορούνε να κοιτάξουν
τον εαυτό τους στα μάτια,
η ψυχή τους σου ανήκει!»

7/3/16

Λένα

_ θα σου μιλήσω με ειλικρίνεια, δεν είσαι άλλο από τα κατάλοιπα ενός πεθαμένου κόσμου. Ένα μουσειακό έκθεμα μιας άλλης εποχής, νοοτροπίας, και είμαι σίγουρος, έτσι νιώθεις κι εσύ μέσα σου, επειδή κατά βάθος – κι ας αρνιέσαι να το παραδεχτείς – το γνωρίζεις. Πλάσματα όπως εσύ τα συναντάς μόνο σε μύθους, γραφικές ιστορίες και  ταινίες. Ή θα αλλάξεις, ή ο κόσμος που αντιπροσωπεύεις θα σε τραβήξει μαζί του στο βυθό… αυτό θες Λένα; Να αρνηθείς την ομορφιά του κόσμου για λίγες σκουριασμένες ιδέες, για αξίες, προκαταλήψεις;…. καταλαβαίνω, πως ανατράφηκες με αυτές, δυσκολεύεσαι να παραδεχτείς πως η ζωή σου ως εδώ είναι τερματισμένη. Ή θα πετάξεις από πάνω σου το πτώμα που κουβαλάς και μέσα του κλείνεσαι ή θα γίνεις ένα με αυτό… σου αξίζει;
_ Σώπα!
_ Όσο βαμβάκι και να βάλεις στα αυτιά, όσο κι αν κλείνεσαι Λένα έξω από τη ζωή, κι αν σταματήσω να μιλώ, η πραγματικότητα δεν αλλάζει.
_Αυτή είναι η δική σου επίπλαστη πραγματικότητα, όχι δική μου. Πες μου, κατήγορε Άγγελε, αν αρνηθώ όσα ζητάς,  όσα είμαι, τι θα είμαι; Μήπως ευτυχισμένη;.. τι κόσμος θα είναι αυτός, αν βασίζεται στην σκληρότητα;
_ Ω καλή μου, μιλάς όπως ζεις. Σαν μέσα από ξεχασμένο βιβλίο. Ποιος μίλησε για σκληρότητα; Το αντίθετο σου ζητώ,  μη βασανίζεις τον εαυτό σου, θεωρώντας πως όλα περνούνε από τα χέρια σου, πως φταις για όσα συμβαίνουνε. Μη χαραμίζεσαι.
_ Η άγνοια, Άγγελε, ή άγνοια που βασίζεται στην ηθελημένη κώφωση, τύφλωση, η αδιαφορία που γεννά την άγνοια, τι άλλο είναι από ατομισμός και σκληρότητα;
_ Κάθε μέρα και νύχτα, κάθε στιγμή, κάποιος πεθαίνει άδικα.. πολύ άδικα. Αυτό σημαίνει πως η χαρά δεν θα έπρεπε να ανθίζει; Δεν γίνεται, είναι αδύνατο να τα σκέφτεσαι όλα συνεχώς, θα τρελαθείς! Θα ζήσεις χωρίς να έχεις ζήσει… και ποιο το νόημα, να γεννιόμαστε και να περνάμε από τη ζωή δίχως να ζήσουμε; σκέψου , αν το ίδιο θα ήθελες για τα παιδιά σου, για όποιο παιδί. Αντί να ζει να θυσιάζεται στ’ όνομα ενός αυριανού καλύτερου κόσμου.  Μία φορά ζούμε, αν και μπορούμε να πεθάνουμε περισσότερες από μία.
_ Φοβάμαι και μοναχά να σκεφτώ, να φέρω την εικόνα στα μάτια, πως παραδίδω την ζωή μου κι αρνούμαι όσα με κάνουνε να πονώ για να μη πονώ.. . πως γίνεται μετά από αυτό να είμαι άνθρωπος ακόμα; να είμαι ο εαυτός μου όταν τον εαυτό μου αρνήθηκα; Με ρωτάς τι ζητώ για τα παιδιά – δεν ξεχωρίζω τα παιδιά τα δικά μου από τα άλλα, κι ας βγήκανε από άλλη μήτρα, - με ρωτάς αν θέλω να χάσουνε την ψυχή τους. Γιατί αυτό ζητάς. Ρηχότητα… και δεν είναι βάρβαρη η ρηχότητα; Δεν σου στερεί την βαθιά χαρά καθώς ξεριζώνει τον βαθύ πόνο; ….. Αυτά που παίρνει ο άνεμος, όσο εύκολα τα ταξιδεύει στα νανουρίσματά του, άλλο τόσο εύκολα τα καταστρέφει στην απέραντη λύπη του να μην ανήκεις πουθενά. Του να φυσά και να σε πάει… από τα ψηλά στα χαμηλά και από τα χαμηλά στα ψηλά, και ποτέ να μην ανήκεις ούτε εκεί, ούτε αλλού… Μιλάς σαν να είναι ο κόσμος άσπρος μαύρος, μα φαντάζομαι μιλάς έτσι επειδή εσύ, όχι εγώ, εσύ έχεις ανάγκη να πείσεις τον εαυτό σου, πως είναι σωστός, είναι κάποιος. Εσένα πολεμάς, γιατί βαθιά μέσα σου οι κομμένες ρίζες ματώνουν, πονάνε… πονά η αδιαφορία Άγγελε, με την μόνη διαφορά πως δεν μπορείς να κατηγορήσεις κανέναν άλλο γι' αυτό εκτός από σένα.. κι αφού, τόσο συνειδητοποιημένα αδιαφορείς.. απλώς πονάει…. κι όση κι αν ξοδέψεις ζωή προσάναμμα στη «χαρά», ποτέ δεν θα έχεις τόση ώστε να πεις: «είμαι ευτυχισμένος».  Δικαιολογίες γυρεύεις, όχι το καλό μου…. εξομοίωση επιδιώκεις, επιβεβαίωση στις δικές σου δικαιολογίες….
_ Λυπάμαι Λένα. Λυπάμαι, που δεν καταφέρνω να σε βοηθήσω να δεις, να βγεις έξω από το πτώμα που κουβαλάς… ελπίζω να το κάνεις προτού είναι αργά. Γιατί, όσα κι αν είπες, σε νοιάζομαι, και όσο κι αν αρνιέσαι να δεχτείς πως, ή θα είσαι δεμένη στο άρμα της ζωής, ή θα ζεις χωρίς να κατασπαράζεις την ζωή σου, όπως – αφού σου αρέσουνε οι μεταφορές – ζει ένα λουλούδι, που ίσως κοπεί, πατηθεί, ίσως όχι, μα ως την έσχατή του στιγμή παραμένει λουλούδι, και ζει. 
_ Ίσως.. ίσως τα λες επειδή με νοιάζεσαι… μα μόνο για αυτό; Αναρωτήσου , Άγγελε… Όλοι αγαπάμε έναν ή μερικούς παραπάνω ανθρώπους, και γυρεύουμε το καλό τους, και είτε θέλουμε είτε όχι, πονάμε για εκείνους που αγαπάμε… βαθιά μέσα μας, πάντα κάπου κρύβεται κάποια ρίζα από το δάσος που ίσως κάηκε και μοιάζει να χάθηκε. Αλλά είναι εκεί.. εκεί Άγγελε! Κι όπως εσύ, μου ζητάς να σωθώ, έτσι και γω είμαι εδώ για το δάσος που κοιμάται μέσα σου. Για σένα.
_Θα συναντιόμαστε πάντα τις νύχτες;
_Πάντα τις νύχτες..  ίσως χωρίς να μιλάμε…. μιλώντας μόνο με την στοργή, που δεν ψεύδεται, αγκυλωμένη από τις όποιες δικαιολογίες, τα όποια λόγια… Ίδιοι οι κόσμοι μας Άγγελε…. οι πράξεις το μαρτυρούνε, όταν μεταμορφωνόμαστε οι δυο μας στον κόσμο όλο.. Σοφότερες είναι από τους δυο μας, μην αμφιβάλλεις… Η ψυχή γνωρίζει περισσότερα από τον λόγο… κι είναι αυτός ο λόγος, εκείνα που βλέπω με τα τυφλά μου όπως λες μάτια, και που νιώθω κοντά σου, που θα συνεχίσουμε να συναντιόμαστε τις νύχτες. Και που ξέρεις; Ίσως κάποτε ξημερώσει  για μας!. …
 
Σκύβει και την φιλά…. ντύνεται, την ξαναφιλά και φεύγει. Εκείνη ψάχνει το κινητό από την τσάντα της, καλεί κάποιον: « Έλα μάνα, κοιμηθήκανε τα παιδιά; … τώρα τέλειωσα, είχα πολύ δουλειά… σε λιγότερο από ώρα θα είμαι εκεί…»

Η Λένα, είχε υποσχεθεί στον εαυτό της ποτέ να μη φέρει άντρα μες το σπίτι της…. Φρούδες ελπίδες δεν θα έδινε στα παιδιά, η όποια ερωτική απογοήτευση δεν θα γινότανε απογοήτευση στα παιδιά της.

19/2/16

Ατιτλο

Γελά ο ήλιος, σε μεθά,
με καυτό χάδι  απαλά στολίζει
τα μάγουλα,  το μέτωπο,
τα μοιροδρόμια στις παλάμες σου,
όπως  ανάσκελα αφήνεσαι
μισός της ζωής  μισός του θανάτου.
Εδώ το κορμί και η ψυχή στο όλο.

Δεν έχει κόχες η άκρη του κόσμου.

18/2/16

Ο διάβολος μέσα μας




  Στην ερώτηση «που είναι οι διανοούμενοι στην εποχή μας», ανταπαντώ πως το σωστό ερώτημα είναι "που είναι ο άνθρωπος", και σε συνέχεια του πρώτου αυτού ερωτήματος, "που είναι ο άνθρωπος μέσα μου". Σε μια εποχή που η πληροφορία είναι διαθέσιμη και λιγότερο αδάμαστη από όποια άλλη εποχή, καταστεί προσωπική επιλογή το να φερόμαστε ως «χειραγωγημένοι» ή να σταθούμε, ο καθένας προσωπικά, στο ύψος του ανθρώπου, ώστε να αντέχουμε να δούμε στα μάτια τον συνάνθρωπο, τον εαυτό μας, τα παιδιά μας. Το ύψος των περιστάσεων δεν είναι απαραίτητα και θορυβώδες…  Βλέπω γύρω μου διαφθορά, ατομικισμό, ανθρώπους να κοιτάνε ως την άκρη της μύτης τους και ως εκεί που κάθονται. Μήπως όμως τώρα έγινε έτσι ο κόσμος μας; Κι από την άλλη, βλέπω καθημερινά κι ανθρώπους. Ανθρώπους που σέβονται, αγαπούνε, πράττουν, κι είναι κι αυτοί πολλοί, ίσως πιο πολλοί από οποιαδήποτε άλλη εποχή. Απλώς αυτός που κραυγάζει τραβά την προσοχή περισσότερο από εκείνον που χωρίς κραυγές, είναι άνθρωπος. Το να είσαι άνθρωπος, είναι κάτι που υπάρχει παντού, σε κάθε επιλογή, συναναστροφή, πράξη. Από το πώς περπατάς στο δρόμο, που στρέφεις ή όχι το βλέμμα, αν θα πετάξεις κάτω ένα χαρτί ή αν θα σπρώξεις μία πέτρα στην άκρη για να μην σκοντάψει ο επόμενος, από το πώς οδηγείς ή αν αντιμετωπίζεις με ευγένεια τον εργαζόμενο που σε εξυπηρετεί, αν νοιάζεσαι για το τι περνά αυτός που είναι απέναντί σου αλλά κι αυτός που έμεινε πίσω σου, αν όταν έχεις επιλογή να διαλέξεις ανάμεσα στο ατομικό συμφέρον και το κοινό καλό επιλέξεις  το κοινό καλό, αν μάχεσαι για τις αξίες σου παρά το έκαστο τίμημα… Να αφιερώνεις χρόνο για να ενημερώνεσαι, μη θεωρώντας το βαρετό, επειδή γνωρίζεις πως η γνώση δημιουργεί την επιλογή και η σωστή επιλογή, έχει επίδραση στη ζωή όλων μας.
  Οι «διανοούμενοι» παραδοσιακά υπήρξανε ένα από τα όπλα του συστήματος, σπάνιες οι περιπτώσεις που προέκυψε από την επιρροή τους κάτι καινούργιο και καλό. Το «βήμα» και το «κοινό» αλληλεπιδρούν, και θα έλεγα μάλιστα πως το δεύτερο είναι που πρωτίστως ορίζει με την στάση του, το πρώτο. Το σύστημα αναπαράγει τον εαυτό του, και η μετάθεση της ευθύνης των προσωπικών μας επιλογών στα γρανάζια του, παραείναι  εύπεπτη, αναληθές, και «βολική».  «Ο διάβολος», λένε,  «προσπαθεί να πείσει τους άλλους πως δεν υπάρχει, ώστε να δρα ανενόχλητος». Το ερώτημα, όπως το βλέπω, κι όπως το κατανοώ, είναι πάντοτε ένα, και απόλυτα προσωπικό: Ο Άνθρωπος. Κι αυτό είναι κάτι που δεν χωράει σε περγαμηνές, θέσεις, αν είσαι έχων ή μη… είσαι η δεν είσαι και πράττεις ανάλογα. Τόσο απλά. Οι μεγαλύτερες αλήθειες κι αξίες είναι εκείνες που χωράνε μες την καθημερινότητά μας.

17/2/16

Νάρκη




 Είχε αρνηθεί όλες τις προτάσεις που του είχανε γίνει από φίλους και μη, κι όλες τις ευκαιρίες να βγει από το σπίτι. Παραπονιότανε πως ο χρόνος μέσα σε κάθε μέρα ήτανε λίγος και δεν του έφτανε να βάλει σε σειρά σκέψεις και προτεραιότητες, να αρχίσει ή να τελειώσει οτιδήποτε. Μπροστά σε όλο αυτό το χάος, προτιμούσε απλώς να μη κάνει τίποτε, να παραιτηθεί, και καθώς η παραίτηση είναι πολύ κοπιαστικό πράμα ο ύπνος του ήτανε αναγκαίος. Πραγματοποιούσε τις πιο επιτακτικά απαραίτητες ενέργειες της μέρας και ύστερα ξάπλωνε και κοιμότανε. Κοιμότανε το πρωί, το μεσημέρι  ως αργά το βράδυ, κι αν δεν κοιμότανε ως αργά το βράδυ, τότε κοιμότανε και μες το απόγευμα… και φυσικά το βράδυ.   Ωστόσο κάποια βράδια, θες η ηρεμία  της ώρας, θες η έλλειψη  εκκρεμοτήτων λόγω του ακατάλληλου της ώρας να ασχοληθεί κανείς με αυτά, ή ακόμη και η υπερβολικά μεγάλη δόση ημερήσιας ανάπαυσης,  αδύνατο να κοιμηθεί.  Έφτιαχνε ζεστό τσάι με κονιάκ, μέλι και κανέλα, και το απολάμβανε  βλέποντας μέσα από το τζάμι της μπαλκονόπορτας τ’ αναμμένα φώτα και τους έρημους δρόμους. και χωρίς κανένα φανερό λόγο μπορεί να δάκρυζε ή να χαμογελούσε, ή και τα δυο.
«Ό,τι ξεχνάς σε ξεχνάει, κι ό,τι θυμάσαι που έχεις ξεχάσει καιρό, καλύτερα να το ξεχάσεις…» Τι όμως ήταν αυτό που ξεχνούσε, δεν θυμότανε ή δεν επέτρεπε στον εαυτό του να θυμάται. Ένα δωμάτιο, ένα παράθυρο, κι αυτός…  ετούτη ήτανε η καθημερινότητα κι η ζωή του, κι όσο απόθεμα ψυχικής δύναμης του απέμενε, μπορούσε άνετα να εξαντληθεί χωρίς μάλιστα να δώσει απαραίτητα απάντηση, στο αν το παράθυρο έπρεπε να είναι κλειστό ή ανοιχτό. Κι έτσι παρέμενε όπως το βρήκε, ανοιχτό. Ανοιχτό όπως ένας ανοιχτός τάφος, ανοιχτό όπως πληγή που δεν κλείνει, μα και ως κάποια αόριστη ελπιδοφόρα υπόσχεση.  Ένα δωμάτιο χωρίς πόρτα, ένα παράθυρο που όλο μικραίνει, κι αυτός.  Στο τέλος, αν κάποιος για άγνωστο κι ακατανόητο λόγο τον αναζητούσε, δε θα κατάφερνε να βρει ούτε το δωμάτιο. Θα είχε σαφώς, και το ίδιο εξαφανιστεί.
«Ο κόσμος όλος, τέλειος σαν μία τελεία».   Τέτοιοι ακαθόριστοι χωρίς λογικό υπόβαθρο, ήταν οι μονόλογοι και οι εικόνες που έφερνε στο νου του. «Όνειρα  γι’ αυτούς που κοιμούνται και στον ξύπνιο τους»… Αιτίες αφορμές και προτροπές, τίποτε άλλο παρά ένα ατελείωτο άσπρο χειμωνιάτικο τοπίο, όπου τίποτε δε συμβαίνει πέρα από τις νιφάδες που όλο πέφτουνε, χωρίς να αφαιρούν ή να φέρνουν κάτι σ’ αυτόν τον μονόλογο.  Απλές νιφάδες που λιώνουν στο τζάμι.
«Τι κάνει έναν άνθρωπο να χαμογελάει;»  .. «τι να ονειρεύεται; Σύννεφα πάνε κι έρχονται και σε λίγο, το ξημέρωμα. Ώρα πάλι για ύπνο.»

16/2/16

Γράμμα δίχως παραλήπτη



«Μάτια μου, μ’ έκανες  κομμάτια.. δεν σε κατηγορώ όμως.  Όλα ήταν εκεί, από την αρχή , όλα μαρτυρούσανε που θα οδηγούσε όλο τούτο – η λογική μου κραύγαζε μα η ψυχή μου ήτανε ολότελα δοσμένη σε σένα… σαν ένα σκυλάκι που κι αν το χτυπάς και το διώχνεις εκείνο μένει ακατανόητα πιστό, ρίχνοντας το φταίξιμο σε κάποιο αόριστο δικό του λάθος. Τέτοια  υπήρξε η σχέση μας. Σχέση εξάρτησης κι υποταγής. Εξάντλησα όλο το απόθεμα της αντοχής μου, έμεινα μόνη στην καρδιά της ερήμου πολύ καιρό, τόσον που ένιωσα πως δεν είμαι παρά μια χούφτα άμμος σκορπισμένη στην άμμο, Άνεμε. Παρά την θύελλα που έφερες στη ζωή μου, ήσουν μόνο αυτό: ένας άνεμος, ανίκανος να κρατήσει οτιδήποτε ολόκληρο στην αγκαλιά του.  Μα εκεί που έλεγα πως όλα έχουνε τελειώσει, και καμία προοπτική δεν έβρισκα να σχεδιάσω, να ονειρευτώ, να πράξω οτιδήποτε, εντελώς ξαφνικά η θύελλα σταμάτησε κι έπαψε η επιρροή που είχες πάνω μου.
  Νιώθω ανόητη και πληγωμένη, όχι από σένα, δεν έχεις πλέον εξουσία πάνω μου, αλλά από την ίδια την ανοησία μου  που με τύφλωσε κάνοντάς με  να πετάξω στα σκουπίδια πέντε χρόνια της ζωής μου.
  Αυτό το γράμμα, είναι το τελευταίο δώρο μου σε σένα. Δεν χρειάζεται να έχεις την έγνοια μου, να ανησυχείς, ή να με σκέφτεσαι με όποιον τρόπο. Λευτερώθηκα και με την δύναμη της ελευθερίας που με τόσο σκοτεινό τίμημα απόκτησα, σε λευτερώνω. Μετά από αυτό το τελευταίο γράμμα κι επίλογο, μπορώ  να ομολογήσω χωρίς ενοχή πως κρατώ μυστικό στον εαυτό  μου, άνεμε, πως μου είσαι απόλυτα αδιάφορος.  Ζήσεις, πεθάνεις, περνάς ή όχι καλά, δεν με αφορά. Δεν στο γράφω ούτε από εγωισμό, ούτε με κακία, θα μπορούσα ίσως να σου πω πως σου εύχομαι τα καλύτερα και να ευτυχίσεις.. όμως  ειλικρινά, δεν μου καίγεται καρφάκι.»

  Στάθηκε μπροστά από το γράμμα, το διάβασε ακόμα μία φορά,  ταλαντεύτηκε αν θα πατήσει ή όχι αποστολή. Όχι, αυτό το γράμμα, ήταν ένα δώρο για την ίδια, όχι σε εκείνον όπως έγραψε. Αν το είχε γράψει σε χαρτί, θα μπορούσε να του βάλει φωτιά και να το κάψει, καθώς  ακούει την μουσική της και πίνει, ένα ποτήρι κόκκινο κρασί… Άχαρο το “delete” …  Η φλόγα έχει ιεροτελεστική δύναμη , την μαγεία ν’ απελευθερώνει  την ύστατη σκέψη από τα μάτια καθώς την μετατρέπει σε στάχτη. Έτσι λοιπόν, προτού πατήσει “delete” το εκτύπωσε, κι ύστερα με το τσιγάρο της του έβαλε φωτιά. Το τελευταίο κομμάτι χαρτιού,  το κράτησε πάνω από το ποτήρι της, και το άφησε, καθώς η φλόγα πλησίασε τα δάχτυλά της, να πέσει μέσα… Τάραξε το ποτήρι της, και άδειασε ό,τι  απόμεινε από το φάντασμα πέντε χρόνων, από το ανοιχτό παράθυρο…  «Τέτοιες επιστολές» σκέφτηκε, «θα υπάρχει λόγος που γράφονται  βράδυ, ή λίγο πριν το ξημέρωμα».  Στο νου της, η αυγή θα ερχότανε σαν μία ακόμα φλόγα, να αποτεφρώσει ό,τι  άφησε η φλόγα που άναψε το τσιγάρο της…  την γεύση από το ποτό που μοιράστηκε με κάποια που απλώς δεν υπήρξε.  

3/12/15

Ένα ποτήρι κόκκινο κρασί



  

  Η πιο όμορφη ώρα ήταν αυτή, που έχοντας οι σκέψεις γευματίσει τις πιο δυνατές τους ανησυχίες, αποκαμωμένες, αφήνονται στο νανούρισμα της γοητείας από τα απαλά φώτα της πόλης, καθώς ένα ποτάμι άλλο, πολύχρωμο, λιγότερο βοερό από εκείνο που έτρεχε πάνω κάτω όλη μέρα, ξεχύνεται στα στενά  του Θησείου. Ουράνια τόξα από ματιές σε ματιές, λαμπερά νιογέννητα άστρα και άλλα, χαμένα εντελώς μες το ταξίδι τους, το γέλιο, την ζεστή αγκαλιά κάποιου παράπονου.
   Το δικό της παράπονο ήταν αυτός, η δική του παρηγοριά εκείνη… Παρηγοριά όπως  ένα ποτήρι κόκκινο κρασί υπό την νωχελική έξαψη της μουσικής, που πάνω του ζωγραφίζονται με αντανακλάσεις και λάμψεις τα κορμιά ολόγυρα, των χορευτών..  Ένα ποτήρι κρασί που μπορούσε να κρατήσει έναν ή περισσότερους χορούς, αφήνοντας γλυκόν οίστρο στην ψυχή, για όσο βαστά το ρόδισμα στα μάγουλα…  κι ύστερα από αυτό ελαφρύ ύπνο, χωρίς την ανάγκη για όνειρα άλλα.
  Τον ύπνο της στοιχειώνανε τα όνειρα που εκείνος δεν έβλεπε. Φαρμάκωνε ο χορός, η μουσική, το φιλί, τις αισθήσεις της, μίκραινε το «εγώ της» για να χωρέσει τις ανάγκες της στις ανάγκες του, κάνοντας την να πετάγεται από το κρεβάτι τις νύχτες στην προσπαθειά της να πάρει ανάσα..
   Εκείνο το βράδυ περπάτησε μόνη όλα τα στενά, έφθασε πρώτη στο αγαπημένο τους στέκι αποφασισμένη να μεθύσει  για τα καλά προτού ανταμώσουνε. Κάθισε στην άκρη του μπαρ, έτσι ώστε να βλέπει όλο το μαγαζί, να τον δει πριν την δει. Μάζευε όλη της την δύναμη προσπαθώντας να βάλει χρόνους και παγίδες σε μια σειρά, προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό της πόσο καλύτερα ήτανε πριν τον γνωρίσει… ήταν; Αδυνατούσε να θυμηθεί τον εαυτό της. Αμίλητη στεκότανε , ξέχασε ως και να παραγγείλει, κανείς δεν την πλησίασε να την ρωτήσει τι θέλει. Κανείς, αν και μόνη, δεν την γύρεψε σε χορό, το προσηλωμένο στην είσοδο  σκοτεινό βλέμμα της μάλλον ήταν αποθαρρυντικό. Και καλύτερα.. δεν είχε καμία διάθεση ούτε να χορέψει με άλλον, ούτε να χρειάζεται να δικαιολογηθεί. Κοιτούσε την πόρτα και βυθιζόταν όλο και βαθύτερα στις σκέψεις της… μέχρι που δεν υπήρχε γύρω της τίποτε άλλο πέρα από αυτές.  Η μουσική κάποτε τελείωσε, τα φώτα έσβησαν, οι πόρτες κλείσανε. Έντρομη συνειδητοποίησε, πως όχι μόνο εκείνος δεν φάνηκε, μα και την κλειδώσανε μέσα…
_ «Αν είναι δυνατόν!» ψέλλισε κι έβαλε τα κλάματα…  «πως γίνεται να μου συμβαίνει κι αυτό;»..  
_ «Τι άλλο σου συνέβη;»
  Η βραχνή φωνή που ακούστηκε από το βάθος του μαγαζιού, δεν ήξερε αν έπρεπε να την καθησυχάσει ή αν την τρόμαζε ακόμα περισσότερο..  Η σιλουέτα ενός άνδρα ξέκοψε από το σκοτάδι και αργά αργά την πλησίασε.. μες το σκοτάδι, αδύνατο να διακρίνει κάποια χαρακτηριστικά, πέρα από το ό,τι είχε την ανάλαφρη σιλουέτα ενός χορευτή. Όλο της το σώμα πάγωσε δεν κατάφερε να βγάλει άχνα από  έκπληξη και φόβο.  Στάθηκε μπροστά της κι έβγαλε ν’ ανάψει τσιγάρο. Η φλόγα του σπίρτου φώτισε δυο σμαραγδένια μάτια που ήταν στραμμένα πάνω της, ανατριχιαστικά όμορφα, ανατριχιαστικά ακατέργαστα! Η ανάσα της επανήλθε… το ίδιο και η φωνή της: «Συγνώμη, ήμουν αφηρημένη και δεν κατάλαβα πως έκλεισε το μαγαζί…  ευτυχώς που είναι κάποιος ακόμα εδώ.»
_ «Όταν έσβησε η μουσική και τα φώτα, η αλήθεια είναι πως γνώριζα πως είσαι εδώ. Σε παρακολουθώ από την ώρα που έφθασε το τραίνο… σε κοιτούσα να περπατάς, φως εσύ κι όλοι ολόγυρα σκιές, μόνη, όλο τον δρόμο ως εδώ.. Κι ύστερα να κάθεσαι, χαμένη κι αόρατη στον κόσμο σου. Κι όλο το μαγαζί άδειο, μόνο εσύ! Τι άλλο σου συνέβη;»
_ «Δεν θυμάμαι… Μα ποιος έβαλε πάλι μουσική;»
_ «Περίμενα όλο το βράδυ, στωικά, την σωστή στιγμή να σου ζητήσω να χορέψουμε μαζί.»
  Τα μάτια του είχανε κάτι από έναστρο ουρανό… όσο μιλούσαν, τόσο φωτίζονταν κι αραίωνε το σκοτάδι… δεν το σκέφτηκε καν να αρνηθεί… Εμπιστεύθηκε στο χέρι του το δικό της, κι άρχισαν να στροβιλίζονται κι οι δυο μέσα στα άστρα.. ώσπου στο «έλα» της αυγής, να μην έχει μείνει τίποτε άλλο, πέρα από ένα όνειρο..  Ένα όνειρο που έζησε κι έσβησε όπως η φλόγα ενός κεριού, λιώνοντας το κερί ως το τέλος.
  
    Δεν ξαναπέρασε από το «στέκι τους»…  Το κόκκινο κρασί της, φαρμάκωσε τα όνειρά του..  Μια τρέλα απόσταση ο παράδεισος από την κόλαση.  Την είδε να ξεγλίστρα από τις πόρτες του θηρίου, να ανεβαίνει την γέφυρα, να την κατεβαίνει.. να περπατά νευρικά πάνω κάτω για ώρα στην αποβάθρα… πότε ολάνθιστη σαν μπουκέτο της άνοιξης, και πότε, συχνότερα, σκυθρωπή, άρρωστη από πόνο, χλωμή με μάτια σκοτεινιασμένα…. Δεν της μίλησε… την κοιτούσε από μακριά και αναρωτιότανε αν όλη τούτη η εξουσία που είχε πάνω της είναι ευλογία ή κατάρα, αν έπρεπε να δώσει ένα τέλος σε όλο αυτό. Μα το τέλος το έδωσε κείνη, καθώς το επόμενο τραίνο που πέρασε, το τάισε με την ψυχή της. και χωρίς να το ξέρει, με ένα κομμάτι από την δική του ψυχή. Το πιο τρυφερό, και μέσα από την άρνησή του να αποδεχτεί τόση τρυφερότητα, την ανάγκη του για εκείνη, το πιο σκληρό. Ένα κομμάτι που έχασε οριστικά και αμετάκλητα.  Ποτέ δεν ήπιε πάλι κόκκινο κρασί ακούγοντας ταγκό, ούτε  χόρεψε ξανά στη ζωή του… ποτέ!