Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

30/7/16

ατιτλο

Το πιο όμορφο σε μια γυναίκα είναι... όταν καίγεται με βαθιές ρουφηξιές, σαν τσιγάρο... εντός της.... Κι απαλαίνει τη φλόγα με το κόκκινο κρασί... της ψυχής σου...

11/7/16

ατιτλο


Διάφανο το δέρμα, νύχτα μοιάζει, καθώς πάλλονται ως άστρα οι μικρές φλέβες στον καρπό, στον λαιμό,  κατάστηθα, φωτίζοντας τα μάτια με το θαμπό ευγενικό κι άγριο φως τους.  Μα σαν ανάμεσα απ’ τά πόδια σου περνώ αέρας, το θρόισμα του φορέματός σου μ’ αγκαλιάζει. Σα χάδι, που τώρα πια δεν είμαι εγώ... φωλιά μου θα το κάνω.... φωλιά να κοιμίσω και να τρικυμίσω όλα τ’ ανώνυμα όνειρά μου... Στις πτυχές κρυμμένα, στα πόδια σου ν’ ανεμίζουν αντί εμένα.. Όμορφα σαν πυγολαμπίδα που σβήνει στο φως το φως της, στο ρίξιμο του ενδύματος θα σβηστώ.. έτσι κι αλλιώς, ξεχασμένος είμαι από καιρό, στο δάσος ετούτο της ψυχής, το μαγικό..

7/7/16

πτερωτά


Κοιμήθηκε στα χείλη του η αγάπη,
η ποίησή του σύννεφα έγινε σκιάς και σιωπής,
χωρίς βροντή χωρίς βροχή χωρίς ταξίδι.
Δίδυμη εικόνα της παγωμένης λίμνης στην καρδιά.

Κοιμήθηκαν οι λέξεις της φωτιάς,
μα σαν κοιμάται ξυπνάνε και γίνονται πτηνά.
Γοργά πετούν ως την ελπίδα
και με το ράμφος ανάβουν τ΄ άστρα, τραγουδώντας.

Κρίνα λευκά τα μάτια του ξυπνώντας
δακρύζουν και δεν ξέρει το γιατί.
Καίει το φως τα άστρα πριν τα βρει
στις στάχτες τα πτερωτά κουρνιάζουν.

23/6/16

Δράκοι και διάττοντες αστέρες

_Μην πολυπαίζεις με τους δράκους… ας ζούνε κοντά στους ανθρώπους, έχουνε άγρια ένστικτα.
_ Πιο άγρια από τους ανθρώπους;
_ Είσαι άνθρωπος, δεν μπορείς να αποφύγεις να ζεις με τους ανθρώπους, τόσο για καλό όσο για κακό. Οι δράκοι όμως; Είναι φύση αρχαία που αγνοείς, βλέπεις την δύναμη και ομορφιά της αλλά βλέπεις μόνο την κορυφή στο  παγόβουνο. Χιλιάδες χρόνια αγνοούσαμε την ύπαρξή τους, τους συναντούσαμε στα παραμύθια.. Γιατί να επιστρέψουνε; Γιατί τώρα;
_ Εσύ τους αγνοούσες. Από μικρό παιδί ζούσα μαζί τους. Θυμάσαι τότε που πέθανε ο πατέρας; Ένας τεράστιος δράκος ήρθε λίγο πριν το ξημέρωμα, πριν ακόμα πεθάνει, τότε που βρισκότανε στην εντατική. «Έλα» μου είπε, « ανέβα πάνω μου». Το ξημέρωμα μας βρήκε να κοιτάμε την γη από την Σελήνη… Η θλίψη μου απλωμένο δίχτυ σκάλωνε στα τόσα φώτα, όταν ένας διάττοντας αστέρας πέρασε τόσο κοντά στην μικρή μας γη! Το δίχτυ μπλέχτηκε στην ουρά του και πήρε φωτιά, και καθώς ο αστέρας έσβησε από τα μάτια μου συνεχίζοντας το ταξίδι του στον ουράνιο θόλο, η θλίψη μου δεν υπήρχε πια. Μόνο η χαρά γι’ αυτό το σύντομο, μα όπως και να το κάνεις διάολε μοναδικά υπέροχο, ταξίδι μας στη ζωή. Φαντάζομαι ο κάθε δράκος, επιλέγει για διαφορετικούς λόγους, σε διαφορετικό χρόνο, να φανερωθεί στον καθένα. Αυτό που αδυνατείς να δεις, να κατανοήσεις, να δεχτείς, επειδή για σένα δεν υπήρξε, δεν σημαίνει πως για κάποιον άλλον δεν είναι εδώ, κομμάτι του και φλεγόμενη αλήθεια. Τόσα άστρα στον Ουρανό, γιατί δυσκολευόμαστε να βρούμε μια άλλη γη;  Η γη δεν είναι επίπεδη ούτε ο κόσμος φτάνει μόνο ως εκεί που βλέπουμε και γνωρίζουμε. Και στο κάτω κάτω σκέψου τούτο: είμαστε όλοι φτιαγμένοι από την ίδια ύλη με τα άστρα. Μα και η ύλη ακόμα, δεν είναι παρά ένας διάττοντας αστέρας σε ένα απέραντο σύμπαν όπου όλα μεταξύ τους είναι ίδια κι όλα μεταμορφώνονται, υπηρετώντας μία ιδέα μεγαλύτερη. Άναρχη ίσως, αναποφάσιστη, αφήνοντας όλους εμάς, μικρές ιδέες μέσα στον μεγάλη ιδέα, ανθρώπους και δράκους, άστρα και χάος, να προσδιορίζουμε με τις αποφάσεις μας και τον αυτοπροσδιορισμό μας την μεγάλη ετούτη ιδέα..  Που ίσως σε τίποτε να μην είναι πιο σημαντική, από την μικρή ιδέα που ζει και φωτίζει και πεθαίνει μέσα στον καθένα μας. Η ζωή είναι τόσο μοναδική για να την βάλουμε σε όρια, τόσο σύντομη και τόσο μεγάλη για να χωρέσει εντός τους. Τόσο μαγική όταν δεν της αρνούμαστε την μαγεία… Αύριο, σήμερα ίσως, να μην υπάρχω. Μη μου αρνείσαι τους δράκους μου, άσε με να ταξιδεύω μαζί τους, μην φοβάσαι. Κι αν ακόμα γκρεμιστώ από την ράχη ενός δράκου που εξαγριώθηκε, κι αν πυρποληθώ από την καυτή ανάσα του, δεν είναι ο χρόνος μας που κάνει το πέρασμά μας μέσα από την ζωή σημαντικό. Αλλά πως περνάμε από την ζωή… πως καιγόμαστε.  

22/6/16

Ζεστη



Λίγο.. πιο λίγο ακόμα… Το μυαλό μου έχει ανάγκη ησυχία, τάξη, το ελάχιστο. Έχει ανάγκη τόσο φορτίο όσο μπορεί να ακουμπήσει πάνω σε μια τελεία, χωρίς τον φόβο να γκρεμιστεί.  Είναι κι αυτή η ζέστη που δεν βοηθάει καθόλου… Ο χρόνος αναψοκοκκινισμένος κι ακίνητος πασχίζει να πάρει ανάσα, μα ο αέρας λάβρα που αποχαυνώνει. Τίποτα δεν κινείται με αυτή την ζέστη. Παρά μόνο η καρδιά, αργά, μηχανικά, αθόρυβα. Όχι όμως κι ανώδυνα. Στωικά περιμένει να φυσήξει λίγο μήπως δροσίσει.. Ζεστή ανάσα δράκου της ψιθυρίζει: «αδίκως υπομένεις… κανείς ζωντανός δεν ορίζει την μοίρα του. Και σίγουρα κανείς πεθαμένος».
«Τι γίνεται με εκείνους που υπάρχουνε και ισορροπούνε ανάμεσα στους δύο κόσμους; Των ζωντανών και των πεθαμένων; Ίσως, γι’ αυτούς να υπάρχει  τρόπος και διέξοδος, ακροβατώντας στην κλωστή των ορίων να διαφεύγουν από τους δυο δυνάστες τους», συλλογίστηκε η καρδιά. «Άλλωστε δεν πιστεύω σε παραμύθια με δράκους. Είναι η ζέστη που φτιάχνει ήχους κι εικόνες με τις φλόγες της, είναι η έλλειψη ύπνου λόγω ζέστης, μα τα όνειρα φωτιάς δεν είναι φωτιά…» Και έπειτα από αυτές τις τελευταίες σπινθηροβόλες αναλαμπές αφέθηκε στο ναρκωμένο βυθό της, ασυναίσθητα συνεχίζοντας το έργο της.