Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

27/5/09

άτιτλο

Δρόμοι που πάνε και δρόμοι που φεύγουν.. Συναντιούνται. Αθόρυβα, σα διαβάτες που μοιάζουν άγνωστοι, μα καθώς κοιτάνε ο ένας τον άλλο στα μάτια, γνωστοί φανερώνονται.. Και πεταρίζει η καρδιά, ν’ αλλάξει ζητά, το βήμα, να λοξοδρομήσει, αντάμα να βαδίσει με τον γνωστό - άγνωστο, ίσκιο της... Ίσκιος πολύχρωμος, γεμάτος όνειρα, όπως οι ίσκιοι των δέντρων στην Πανσέληνο, ή η σκιά ενός τοίχου ασπρισμένου, αυλής που κοιτά κατά το πέλαγο.... Πόσες γραμμές, που δεν χαράξαμε στην καρδιά μας, πόσα ποτάμια, πόσες ευκαιρίες, πόσα γιατί, στο βλέμμα κείνο, που μόλις προσπέρασε...
Αυτός ο άγνωστος, λες και ξέκοψε από την καρδιά μας... φοράει το δικό μας χέρι, πόδι, τη δική μας πνοή. Τη δική μας αγκαλιά.. αυτή που πάντα λείπει, εκτός από τις ώρες που η θύμηση βουλιάζει στα χρώματα και σωπαίνει όπως ίσκιος... κι απομένει μόνο, η χαρά του αγγίγματος που δεν θυμάται, το χαμόγελο πού’ ναι μόνο φως, κι ο ύπνος, με φτερά πάλλευκα, ανοιχτά, ταξιδευτής στα κύματα του στήθους.
Μικρά σταυροδρόμια όλη μας η ζωή, σημαδεμένα για να μη χαθούμε, από αγάπη... Μέσα μας καταλήγουν όλοι οι δρόμοι... κι αυτοί που έρχονται, και αυτοί που φεύγουν. Κι αν ήτανε δυνατό να τους βάλεις στη σειρά, τότε, θα χανόντουσαν στο άπειρο... στον μεγάλο Ωκεανό της αγάπης! Εκεί, που αρχίζει, και ποτέ δεν τελειώνει.. η ζωή!

15/5/09

άτιτλο

Μετάξι μετέωρο στον Βόρειο άνεμο
αιμοραγεί, λέξεις.
Παγώνουν τα δάχτυλα των επιθυμιών
καθώς τις αγγίζουν.

Σε μια πτυχή ονείρου, που κυματίζει,
γατζωμένο ένα μικρό κοριτσάκι.
Ο πόθος το παρασέρνει να γκρεμιστεί
στα τάρταρα γυναικείας ψυχής.

14/5/09

Νεφέλη

Ήταν όμορφη, ήταν γλυκιά.
Σαν ανεμώνη, σε άγριο λιβάδι.
Ήταν υπέροχο λουλούδι, θαυμαστό.
Μία γλύκα άγρια, ξελογιάστρα.
Και κείνος την είδε...
Αδύνατο να μη την έβλεπε.
Η δίψα της ψυχής του
τον οδηγούσε σε κείνη..

Ήταν ένα άγριο λουλούδι.
Κι ήταν η εποχή της, έλαμπε..
Τον είδε από μακρυά, αδιάφορα,
να την πλησιάζει.
Τίναξε τα πέταλά της
κι ευώδιασε διακριτικά τον αέρα..
Τον άφησε να έρθει κοντά, πολύ κοντά.
Η ανάσα του έγινε ανάσα της...

Το βλέμα του σκοτεινό από πόθο.
Το άρωμα της σάρκας του μεθούσε το νου,
η καρδιά αδύναμη να ακολουθήσει..
Σκοτείνιασε στο τρόπο που την αγκάλιαζε
η φύση. Μάβιασε ο ουρανός.
Τα πουλιά φτεροκόπησαν τρομαγμένα..
Η ανεμώνη έκλεισε τα μάτια
και τα ξανάνοιξε με πόνο, δίχως ρίζα,
στολίδι στη κόκκινη καρδιά ενός άνδρα..

Τα πέταλα κόκκινα, κατακόκκινα,
από αίμα αθώο που χύθηκε...
τα τύλιξε προσεχτικά, γύρω από το γυμνό της κορμί,
να μη σπάσουν ακόμη περισσότερο..
Έγινε ένα μικρό κόκκινο μπουμπούκι..
και γέμισε αγκάθια και "μη" η ψυχή της.
Ένα μικρό κόκκινο, κατακόκινο ρόδο
που αιμοραγεί λέξεις και αισθήματα..
ενός ατίθασου παιδιού, ενδυμένου γυναίκα..

9/5/09

ιστορία χωρίς "αντίο"

Μάζευε μορφές από τους δρόμους
έπαιζε με τ΄άστρα τ΄ουρανού
μ΄ένα παιδικό σορτσάκι μόνο
έφθασε σαράντα χωρίς νου.

Γύρευε βαπόρι να σαλπάρει
για μέρη που ποτέ σου δεν ακούς,
στην καρδιά μέσα είχε πλάσει
άλλη γη και άλλους ουρανούς.

Είχε ένα δέρμα από μετάξι,
τό΄σχιζε το φως κάθε αυγή,
σα ποτάμι, χύνονταν στα δάση
πεταλούδες όνειρα, βροχή.

Τώρα, πριν γεράσει, ξεψυχάει
σαν παιδί που τ΄άσθμα καταργεί,
σε μια πόλη που κι αν ξενυχτάει
στήνει μακρυά απ΄το πόνο αυτί.

Αύριο, κάποιος θ΄απορρήσει:
"τι απέγινε κείνος ο τρελός
που έκανε τον κόσμο να δακρύσει,
πρώτης τάξεως, γελωτοποιός;"

Μα ίσως πάλι, μ΄ανακούφιση κοιτάξουν
την πόρτα κλειδωμένη στη σιωπή,
και μ΄απαλό το βήμα προσπεράσουν
δίχως καμιά να νιώσουν ενοχή

6/5/09

Γράμμα χωρίς αποδέκτη

Είναι τα δάχτυλα παγόβουνα
που αγκαλιάζουν τη σκέψη.
Η καρδιά έσπασε, ράισε η όραση.
Φλούδες από μανταρίνι και πορτοκάλι
αναδύουν καιγόμενα άρωμα ημερών άλλων.

Στη σιωπή του μικρού δωματίου
ακούς τα πάντα.
Ποδοβολητά, βρισιές, κλάματα,
και το σκοτάδι που αναρριχάται
στα κάστρα του εγώ.

Ο πόνος στο κεφάλι δένει τα χέρια.
Όλοι μπορούν να σε φτάσουν,
μα συ, δεν φτάνεις κανένα.
Τρέμεις. Καραβάνι ατελείωτο
ο φόβος στην ψυχή σου.

Η σελήνη στρογγυλή.
Την κοιτάς μέσα από σύννεφα,
σε κοιτά, επικοινωνείτε.
Κι ύστερα... χάνεται.
Μένεις μόνος.

Κάθε δυο και τρεις φορές,
που άκουγες να μαζεύονται τα πνεύματα,
σκεφτόσουν να φύγεις.
Να πας ταξίδι σε κάποια γαλάζια θάλασσα
που δεν φτάνουν οι νόμοι.
Να μουλιάσεις σώμα και ψυχή.

Κι ύστερα ερχόταν εκείνη, σταθερά την ίδια ώρα
όπως η σελήνη που μεσουρανεί ολοστρόγγυλη
στον ίδιο πάντα χρόνο.

"Είμαι ένα πουλί χωρίς φτερούγες"
συλογίστηκες ταξιδεύοντας στο φως
του λευκού κορμιού της, κάποτε.
Κι έμεινε μετέωρη αυτή η αγάπη για το κενό,
κάθε που χαμήλωνες λίγο παραπάνω τα μάτια.
Οι φίλοι σου το είχανε καταλάβει, και.. φρόντιζαν
να σε κάνουν ένα με τη γη. Να αποφεύγεις υψώματα,
και για χάρτες με άστρα, μήτε κουβέντα.

Λύση κρυφή για ταξίδι στο βυθό, ουρανός άλλος
για πτήσεις χωρίς φτερά... η θάλασσα,
μέσα από τα βάθη της καρδιά σου, σε κάλεσε...

Μα πάλι εκείνη... Αναδυόμενη από δάκρυ κρυφό
παρέσερνε κι έδενε τα μάτια στον ουρανό.
Και το ταξίδι αναβαλλόταν γι' ακόμα μια νύχτα.

Το πρωί όλα μοιάζανε όνειρο, διπλωμένο προσεχτικά
ανάμεσα στο χαμόγελο των χειλιών σου. Γράμμα χωρίς αποδέκτη.

"Καλημέρα", "καλησπέρα", "καλά", "μακάρι", "πάντα".
"Αλήθεια, σου είπα πόσο πολύ σ΄αγαπώ, σήμερα;"

άτιτλο

Η ζωή ντρέπεται τα παιδιά της, και τα ξεγελά. Για το κρυφό της ταίρι, δε τους μιλά. Ο θάνατος κι η ζωή, αγκαλιάζουν όμορφα ο ένας τον άλλο.. Μυστικά, και μπρος τα μάτια όλων, χωρίς να τους βλέπει κανείς, χορεύουν. Κι όλο στριφογυρίζουν! Κείνος, ποιητής δειλός, σηκώνει τη Ζωή στον αέρα, κι αυτή τον σκεπάζει με το φως της. Μάταια προσπαθεί στο φως, και τις επικύνδινες στροφές, να κρύψει το πρόσωπό του.. Η ζωή το γνωρίζει καλά, καλύτερα από τον ίδιο.. που δεν κοιτά ποτέ στον καθρέφτη.
Οι νεράιδες, δε χάθηκαν. Μόνο, που είχαν τη χαρά να δουν το σκοτεινό πρόσωπο του θάνατου. Έχει μια ακαταμάχητη ομορφιά, μια βαθιά γλυκίτατη γοητεία, σαν άρωμα γιασεμιού, νύχτα ζεστή και υγρή.. ζαλίστηκαν. Μέθυσαν, από αυτόν τον άγνωστο νέο, που πρώτη φορά αντίκρυσαν, κι ωστόσο, τους ήταν τόσο γνωστός και οικείος... χόρεψαν μαζί του, και νύχτες υγρές και ζεστές, εκεί που το φως του φεγγαριού μόλις φτάνει, μπορείς ακόμη να διακρίνεις τα μικρά τους βήματα.. μόνο που... αν προσέξεις, τα βήματα κάθε βράδυ, είναι αλλού.. μερικές φορές χάνονται στον αέρα, κι άλλοτε, τα νιώθεις απαλά πάνω σου.Μοιάζουν με χάδι ανέμου, κι όμως, είναι μικρά βήματα. Συχνά, η καρδιά χτυπά άρυθμα, ψιθυριστά, ανταποκρινόμενη σε μια αόρατη μουσική.
Οποιοσδήποτε μπορεί να νιώσει και να δει ακόμη τις νεράιδες.. Και να παίξει, να γελάσει ή να χορέψει μαζί τους! Άλλωστε οι νεράιδες αγαπούν το χορό, όσο και τα λουλούδια... Όμως, μετά δε το πει σε κανένα. Μα, και δε θα το θέλει, να σταματήσει τον χορό, για κανένα.

4/5/09

σκέψεις...

Θυμάμαι, την εποχή που η πέτρα κι οι διχάλες κλαδιών ήταν πανίσχυρα όπλα, πόσο ενθουσιασμό και χαρά, έφερνε στο κορμί και το νου, η φαντασίωση εχθρών, που έπρεπε να νικήσουμε. Εξερευνήσεις μυστικές σε μέρη, που αν κι ανάμεσα στο κόσμο, την πραματική τους υπόσταση και διάσταση, λαμβάνανε μόνο μέσα από τη δική μας ματιά... Η παιδική μας ορμή, εκτός από τρυφερότητα είχε ανάγκη και τον πόλεμο. Η γη μικρή, για να αιτιολογήσει τις πράξεις που είχαμε ανάγκη, να ξεδιπλώσουμε την ψυχή μας και να την κάνουμε μεγαλύτερη. Κι η φαντασία, κάλυπτε την αδυναμία αυτή της πραγματικότητας. Στην πραγματικότητα, ήμασταν άμεσα εξαρτημένοι από γονείς, κι άλλους προστάτες, και τα φτερά στη ψυχή, μικρά... Αν δε μεγάλωνε η αυλή, με την φαντασία μας, θα μεγάλωνε η θλίψη της σκλαβιάς που γεννάει η ασφάλεια... Εκ του ασφαλούς λοιπόν, οι μάχες κι οι εχθροί δεν είναι μόνο εύκολοι, μα και ανάγκη. Παίζει με αυτά, σα παιδούλα μικρή, η Πίστη, για να μη μαραθεί και χαθεί, μη βρίσκοντας παράθυρο άλλο να κοιτάξει... Η πιο καλή της συντρόφισσα, η φαντασία, γίνεται ο πιο δυνατός της δεσμοφύλακας. Σαν ένα μαντήλι που βαστά τα μάτια κλειστά, κι οι ευκαιρίες έρχονται και φεύγουν, κι εκείνη παίζει για να νιώσει σπουδαία, ενώ, μπορεί να γίνει σπουδαία..
Πότε περνάει ακριβώς η παιδική ηλικία, κι οι εποχές των υπερηρώων και των πανίσχυρων φραγμάτων εξουσίας, που δίνουν άλλοθι στη φυγή; Πότε μέσα στο σύνολο, η μονάδα νιώθει τόσο ισχυρή, που να ξεδιπλώσει άφοβα τα φτερά και να κοιτάξει πέρα από τον ορίζοντα, εντός κι εκτός; Ίσως όταν είναι αληθινά λεύτερη.. Κι η λευτεριά, προϋποθέτει κριτική σκέψη, επιλογή, κι όχι απλά δικαίωμα επιλογής. Κριτική σκέψη, σημαίνει γνωρίζω και αποφασίζω, χωρίς παροπίδες φόβου και σύνορα. Σημαίνει, δε ντρέπομαι να νιώσω και να αποδεκτώ, τα συναισθήματα και τις ανάγκες μου, όπως αγάπη, τις αδυναμίες και τα θέλω μου, όπως συμβάσεις και αξιοπρέπεια, να επιδιώξω αυτό που διατηρεί και αναπτύσει τη ψυχή μου... Η λογική διεργασία, που δεν είναι δέσμια σε ίσως και πρέπει, βοηθά στην τακτοποίηση όλων αυτών των πραμάτων μέσα μας... Αυτό είναι ωστόσο ένα εργαλείο, που η χρήση του διδάσκεται και προϋποθέτει ουσιαστική ανθρωποκεντρική παιδεία. Περιβάλλον με σεβασμό.
Το κράτος, ποτέ δεν φάνηκε να είναι μέσα στις επιδιώξεις του, ο σκεπτόμενος πολίτης. Άλλωστε η εξουσία από μόνη της, είναι διαφθορέας, κατά πόσο, τώρα που τα κέντρα ελέγχου των κρατών, κινούνται συγχρονισμένα από μεγάλα οικονομικά συμφέρoντα, κι υπηρετούν την αυλή τους, αντιμετωπίζοντας τους υπόλοιπους ως όχλο που πρέπει να τιθασευτεί για την καλύτερη εκμεταλευσή του.
Είναι ανάγκη να πάψει ο στρουθοκαμηλισμός, και να σταματήσουμε να κοιτάμε δεξιά κι αριστερά τι κάνουν οι άλλοι. Το ουσιαστικό ερώτημα, είναι "τι κάνω εγώ"... χωρίς το εμείς. Το εμείς, είναι το επόμενο βήμα, που χτίζεται αφού, προσδιορίσουμε σε ατομικό επίπεδο την δική μας ευθύνη στα θέλω, και τα μπορώ, και τη διαιώνιση μιας αδιέξοδης κατάστασης. Γιατί οι επαναστάσεις είναι εύκολες, κι εύκολα αποτυγχάνουν, και ο κάθε Στάλιν ή Ναπολέοντας, γίνεται αυτοκράτορας στη θέση του αυτοκράτορα. Μα οι αληθινές επαναστάσεις, είναι εσωτερικές, βασίζονται όχι στο θυμό, μα την αγάπη, όχι στην έξαρση μα τη γνώση, και έχουν ουσιαστικό αποτέλεσμα, γιατί συμβαίνουν, όταν είμαστε ήδη λεύτεροι, και δεν μπορεί πλέον να συμβεί αλλιώς.

29/4/09

Το κλειδί του παραδείσου

Ποιος έχει χάσει το κλειδί του παραδείσου
και με κοιτάει σα ζητιάνος της αβύσου,
σ΄ένα καθρέφτη από χρώματα, σπασμένο,
σε λίμνη μέσα, σύννεφο παγιδευμένο,
που πριν αιώνες, κατοικούσε μια ψυχή;

Ποιος είναι ο άγνωστος που με πλησιάζει
αθόρυβα τις νύχτες, μου μιλάει,
με λέξεις που δεν έχουν μαθευτεί;
Τα μαγουλά του βράχοι προσμονής
που ξέχασε η αγάπη να φιλήσει,
στα χείλη του κοιμήθηκε η θλίψη
κι έχει στα μάτια του ο θάνατος κρυφτεί.

Μοιάζει με κείνο το παιδί στην Παλαιστίνη
και με τη μάνα, πάνω του σκυμένη,
μοιάζει στον άστεγο που δεν περιμένει,
να βρει μία θέση στη ζωή.
Λουλούδι σε βάζο ξεχασμένο,
όνειρο με πόνο ποτισμένο,
νεκρός που έχει πλέον ξεχαστεί.

Τις μέρες δε μετρά, μετρά τα χρόνια
που έρχονται σαν στάλες της βροχής,
φύγαν πριν καιρό τα χελιδόνια
μα χάσαν το δρόμο της επιστροφής.
Κάποιο χνάρι, που ξέμεινε στο χώμα,
από ανέμελο που έπαιζε παιδί,
κι η τρέλα ενός άγριου χειμώνα
έχουν στα στήθη μέσα, μπερδευτεί.

Αρχαίος άνεμος από την Σαντορίνη,
παλάτια στάχτη, ναυάγια κρυφά,
στρατιώτες άταφοι μετά την μάχη
και άγνοια στις πόλεις, μακρυά...
Ένα περιστέρι που μαύρα φέρει
μαντάτα μες τα άσπρα του φτερά,
κι η άνοιξη, τρελή και παραλοϊσμένη
που όλο τρέχει, σε λάθος αγκαλιά.

Τυφλές οι μοίρες μέσα στο καθήκον
τον πόνο και τον χρόνο δε μετρούν.
Ανάμεσα στα ίσως και τα μήπως,
φαντάσματα ενοίκοι καρτερούν,
σε σώματα που πια δε τους ανήκουν,
την έξωση, χωρίς ν΄αντισταθούν.

28/4/09

Η εκδρομή...

Υπήρχε από τη παιδική του ηλικία, εκείνος ο Δράκος, που ήθελε να γίνει φίλος με τους ανθρώπους, μα η όψη του τους τρόμαζε... Ο Δράκος, που όσο πιο κοντά προσπαθούσε να έρθει στους ανθώπους, να τους δώσει να καταλάβουν πως είναι άκακος και θέλει μόνο να παίξουν μαζί, τόσο πιο πολύ φόβο γέμιζε τις καρδιές τους. Ώσπου μια φορά, μαζευτήκανε οι άνθρωποι, κι αποφάσησαν ν΄ απαλαγούν από τον κακό εφιάλτη. Ήταν τόση η χαρά του Δράκου όταν τους είδε να έρχονται προς αυτόν, που σαν θόλωσαν τα μάτια του καθώς οι λόγχες τρυπούσαν το ερπετόμορφο κορμί του, νόμιζε πως η καρδιά του είχε σπάσει από ευτυχία, κι ο πόνος που τον σούβλιζε, ήταν ο πόνος χαράς μεγαλύτερης απ΄ όσο μπορούσε ν΄ αντέξει... Ένα κόκκινο σύννεφο τύλιξε την ψυχή του μικρού Δράκου, και την πήρε μακρυά, βροχή την έκανε, και θαρρώ πως όταν μετά από χειμώνα βαρύ η Άνοιξη χαμογελά στις μουδιασμένες από το κρύο ψυχές, κι αυτές αφήνουν τη δυσπιστία τους να καεί στον ήλιο, είναι εκείνη η βροχή που κάνει να φυτρώνουν παπαρούνες....
Σ΄ένα λιβάδι από κατακόκκινες παπαρούνες ήταν που θυμήθηκε τον Δράκο ξανά, το όνειρο κείνο που έμοιαζε ξεχασμένο από χρόνια. Στην πρώτη γυμνασίου, σε μια έκθεση με ελεύθερο θέμα, η καθηγήτρια τους είχε πει: "γράψτε ότι θέλετε, ακόμη κι ένα παραμύθι"... και κείνος, έγραψε για τον μικρό Δράκο που τον συντρόφευε τα βράδυα. Την μέρα που διαβάστηκαν οι εκθέσεις, έλειπε από το σχολείο, μα την επόμενη που ήρθε, κάποια παιδιά είχαν περιέργως μία διαφορετική συμπεριφορά απεναντί του. Αναμεσά τους, μία κοπέλα. "Πολύ όμορφο το παραμύθι που έγραψες", του είπε... Και τότε, για πρώτη φορά κατάλαβε, πως δεν ήταν ο μόνος που μίλαγε με αλλόκοτα πλάσματα. Δράκοι υπήρχαν πολλοί, κι όλοι πίσω από την τρομερή όψη τους, περίμεναν κάποιον να πλησιάσει, χωρίς φόβο, χωρίς όπλα... Αυτό που δε κατάφερνε να εξηγήσει, είναι γιατί ο Δράκος του ονείρου, ήταν φορτωμένος τόσα αγκάθια.. Νά΄ταν τα δικά του "όπλα", ή μήπως, οι άλλοι, τα βλέπαν σ΄αυτόν δίχως να υπάρχουνε; Δημιούργημα της καχυποψίας τους; Συχνά, στις πληγές, φυτρώνουν αγκάθια.. Και μια και δεν υπάρχει το φως χωρίς το σκοτάδι, η αλήθεια πιθανολογούσε πως ήταν κάπου στη μέση.. Ο Δράκος μπορεί να μην είχε τ΄αγκάθια για να επιτίθεται, μα σίγουρα του προσφέραν μία ασφάλεια. Στην λέξη αυτή, "ασφάλεια", ένιωσε το στήθος του να τον πλακώνει, και την ανάσα να πασχίζει με πόνο να δώσει το απαραίτητο οξυγόνο... Πανικός τον κυρίευσε, μα μόνο μια στιγμή.... Τόσο ήθελε να ταξιδέψει η ματιά του ένα γύρο, να νιώσει νους και καρδιά τον ουρανό, τον αέρα, την λαμπερή ομορφιά των χρωμάτων. Να νιώσει λεύτερος. Κι όταν ένιωσε, τον απέραντο ουρανό, τον ταξιδευτή άνεμο, την εφημερότητα του χρόνου, πόσο υπερεκτιμημένη είναι η ζωή έξω από τη ζωή, μία στάλα αιωνιότητας μέθυσε το αίμα και τους λαβύρνιθους του μυαλού... ξάπλωσε ανάσκελα, και δεν ήθελε άλλο από την χαρά του Τίποτα! Κίτρινες μαργαρίτες, λικνίζονταν ελαφρά δίπλα του, μέχρι, που χορτάτος από γαλάζιο, τις είδε... Και ζήλεψε. "Εσείς", τους είπε, "ποτέ δε θα φορέσετε ρολόι"....
Στο λιβάδι αυτό, δεν είχε έρθει μόνος, μα με την οικογενειά του. Έτσι, όταν άκουσε να τον καλεί η σύζυγός του, χωρίς σκέψη, σηκώθηκε, και ήρεμα βάδισε προς τα κει. Τα παιδιά τρέξανε ενθουσιασμένα καταπάνω του, δείχνοντάς του, το πρωτομαγιάτικο στεφάνι.. "Όλα τα άφησες πάνω μου", διαμαρτυρήθηκε η σύζυγός του, κι είχε δίκιο... Χαμογέλασε και της έπιασε το χέρι, απαλά... "Τα υπόλοιπα θα τα κάνουμε μαζί.. όμως, τώρα ας πάμε μια βόλτα". Εκείνη, σκέφτηκε πως είναι πολλά όσα πρέπει ακόμα να γίνουν.. κι ο χρονος για τις ετοιμασίες λίγος.. Ήθελε πολύ, να κάνει αυτή τη βόλτα, μα έβαλε το καθήκον πιο πάνω. "Δε θα προλάβουμε", του είπε, "το μεσημέρι δε θα έχουμε τίποτα να φάμε. Καλύτερα να μην αργήσουμε να γυρίσουμε"... Εκτίμησε την κατάσταση.. τα παιδιά ήταν ήδη αποκαμωμένα από το παιχνίδι, κι ως συνήθως, εκείνη, είχε δίκιο. "Εντάξει, λοιπόν, πάμε!", είπε, και έψαξε τα κλειδιά του αυτοκινήτου.. Μάζεψαν τα παιδιά, μπήκαν στο αυτοκίνητο, βάλανε μουσική και ξεκίνησαν. Σύντομα, η πιο μικρή τους, αποκοιμήθηκε γλυκά...

8/4/09

άτιτλο...

Απόψε αποφάσησα να φύγω.. Να μπω στο υπερωκεάνιο της λήθης, που ταξιδεύει ξένιαστα στον κόσμο τούτο τους ανθρώπους, και δίχως πόνο, τον ωεκεανό των αστεριών, στεγνός και παρατηρητής να διασχίσω...Θανάτοι και γοργόνες ξεχασμένες, και βιβλία που σαπίσαν την καρδιά και τα μυαλά των ανθρώπων, σύνορα απέραντα και μικρά ψαράκια που λαχταρούν στο ασημόφως του φεγγαριού.. όλα πίσω να αφήσω, κι ανώδυνα να περάσω σε μια νέα, δική μου Ήπειρο.. να ξαναβρώ το άγριο κι αθώο παιδί, να με κοιτάζει, πίσω από φυλωσιές κρυμένο, ερευνητικά, και χωρίς όπλα, να αφήσω τον πόνο και τον φόβο, να γλυστρίσει από το λευκό δέρμα, που κουβαλά την ψυχή στο χρόνο, παρέα με ένα σωρό έθραυστα κόκαλα, πείνα και δίψα για χάδι κι αγάπη... Κι έτσι γυμνός, τ΄αγκάθι της αθωότητας να ματώσει τα πελματά μου, καθώς θα ξαναβρίσκω εμένα...
Κι όμως, η φυγή μου στάθηκε αδύνατη. Τα ρούχα που ντύθηκα, γίναν η μορφή μου, και το υπερωκεάνιο, βούλιαξε στο πρώτο αστέρι και τον πρώτο αναστεναγμό, που μόλις κλείσαν λίγο τα βλέφαρα, καρτερούσε... Πόσα - τόσα, μυτερά αστέρια, αντί να μοιράζουν το φως, τυφλώνουν τους βολβούς των ματιών, στο φως... Κι ήρεμα, μέσα από τα διάφανα της ψυχής αιμοφόρα αγγεία, απλώνουν τις ρίζες τους, και περιμένουν... περιμένουν.. περιμένουν... μέχρι που ο χρόνος να τελειώσει, αυτά, καρτερικά κι αμίλητα, περιμένουν. Κι ίσως η άνοιξη, ο καιρός που οι ρίζες θα απλώσουν φυλλώματα και θα προβάλουν όμορφες στην άκρη ενός χαμόγελου, και άνθη γλυκά γεμάτα χρώματα θα προβάλουν εκεί που πριν κατοικούσαν σκιές, ανάμεσα από τα βλέφαρα, τυφλόνοντας με όνειρα κι αυτόν ακόμα τον ήλιο.... και η καρδιά, παρασυρμένη από μουσική, να πεταρίζει σα πεταλούδα, στο φως, που ξεπηδά από την ίδια τη ζωή που την κατοίκησε.... ίσως η Άνοιξη αυτή να μην φτάσει ποτέ... κι οι ρίζες, τότε, από ελπίδα γίνονται καρκίνος... και το φως, τάφος ατάραχος, που βοηθά τους περαστικούς να μη αρωστήσουν στην άγρια Θέα του νεκρού Θέλω... Μη μπορόντας να δουν, πίσω από το φως το σκοτάδι μιας θλίψης απέραντης, με τον ίδιο τρόπο που η θλίψη, σκεπάζει τα μάτια και ταξιδεύει στο βυθό της, την επιθυμία...
Δεν υπάρχει πιο μεγάλη απογοήτευση από ένα μεγάλο αντίο, που πρέπει να ξαναεπαναλάβεις... είτε τολμήσεις την επανάληψη, είτε όχι. Δεν είναι κακό να αναζητάς στον θάνατο τη ζωή, είναι όμως το χείριστο, η ζωή να γίνεται θάνατος. Να μιλάς με φαντάσματα, και να σκορπάς μαζί τους την κάθε αυγή...Μερικές φορές, μια σκέψη, μικρή κι ανόητη, πως η γη περιστρέφεται γύρω από τον ήλιο, κι η νύχτα κι η μέρα διαδέχονται η μια την άλλη.. Σκέψη που σκορπά η ίδια διαδοχή που τη γέννησε... Μέχρι που στο τέλος ο καρκίνος θάβει το σώμα που τον γέννησε. Και κανείς, κανείς, δεν μπορεί να πει, πως αυτό το οικτρό πλάσμα που περιφέρεται ανάμεσα στους ανθρώπους, υπήρξε κάποτε άνθρωπος. Κανείς... κι όλο το εγώ και το εσύ, τυλίγεται την σκιά του φεγγαριού, καθώς σέρνει το παραμύθι του στον τόπο των ανθρώπων, αλλάζοντας τα πάντα. Επιτρέποντας στους διαβόλους και τους αγγέλους να μοιραστούνε κόλαση και παράδεισο, αγάπη και μίσος.. χάδι και θεία δίκη.. Μα πάντα.. πάντα... η αυγή υπονομεύει το όνειρο... ώσπου, μια μέρα το φως να μη παραλάβει άλλο από στάχτη....

31/3/09

τόσο μακρυά, τόσο κοντά...

Πικρή λέξη, στα χείλη δεν θα φτάσεις.
Στο ποταμό της σιωπής, βότσαλο σε πετώ.
Όμορφα να ταξιδεύει θέλω η αγάπη,
απ' τά στενά του νου, ως τον πλατύ γιαλό.

Με άστρα τα φτερά, καρδιά μου, θα κεντρώσω,
να φτάσουνε τα όνειρα στου ουρανού την τάξη.
Όμορφα να ταράζονται στο πέταγμά σου αγγέλοι,
και με κλειστά τα μάτια, Ζωή, να σε κοιτώ...

χρόνος και ψυχή...

Στον ουρανό, καρφίτσωνα, χρόνια παλιά, αστέρια,
πίστευα βλέπεις σα παιδί, στα δύο μικρά μου χέρια...
Γέρο τρελλέ και παλαβέ, που μες το νου φωλιάζεις,
τ΄άστρα μου σήκωσες ψηλά, και με στη γη με βάζεις.

Θαρείς και σε λογίζεται για τούτα σου τα σκέρτσα
το σύννεφο και η βρόχη, ο ήλιος και τ΄αστέρι,
που μες τα στήθη κρύβονται, σαν άσπρο περιστέρι,
στου αγοριού το σ΄αγαπώ, στου κοριτσιού το έλα.

30/3/09

Έρημη αγκαλιά

Έρημη, σαν άδεια παραλία,
που καρτερά τη θάλασσα,
να φέρει ευτυχία,
έτσι θωρώ την αγκαλιά
που η αγάπη τάζει,
βαστά ζεστό το όνειρο,
μα μοναξιά φωλιαζει...

Κι είναι η νύχτα η απαλή
παρηγοριά και πόνος,
σα ανάβει όλα τα κεριά
ελπίδα μα και φόβος.
Κι όσο χαράζει, μα πανί
κανένα να μη φτάνει,
θανάτου βέλη γίνεται
του ήλιου το στεφάνι.

Και μες του κόσμου τη χαρά
γλυκιά σα τη σελήνη,
ίδιο λευκό το πρόσωπο
η θλίψη τηνε ντύνει...
Και σα όμορφη νεκρή
που μοιάζει να κοιμάται,
σάβανο γίνεται το φως,
που καιει ότι θυμάται...

27/3/09

Η αγάπη κατοικεί μόνη

Μέσα στα χέρια σου η άνοιξη θερίζει
κάθε χειμώνα που έσπειρε η ζωή,
ένα χαμόγελο που στόλισε η θλίψη
και μια αγάπη που μόνη κατοικεί.

Της πόλης τα φωτισμένα μονοπάτια
σβήνουν στων βλεφάρων σου τα δάση,
κι όσα πίστεψα πως είχα πια χάσει,
μου τα φανέρωσες σε μία σου ματιά.

Μα γω ανατολή και συ στη δύση,
κι ένα φεγγάρι που καίει η προσευχή.
Δώρα που κανείς μας δε θ΄ανοίξει
και μια υπόσχεση που φαίνεται μικρή..

21/3/09

άτιτλο

Ενα δεντρο.......μοναχικο........
Ατενιζει την θαλασσα......
Καποτε ηρεμη και γλυκεια....ποσο θα ηθελε να αφεθει στην αγκαλια της......
μα ειναι φορες που τα κυματα της ερχονται μεχρι τις ριζες του και το κτυπανε.......
ΕΙναι ψιλα πολυ για να μπορεσει να γευτει τα φιλια της.....
μα καποτε θα τα κατεφερει......
αν φανει τυχερο......καποιο σκαρι θα φτιαξουν απ'τα κλαδια του.....
και τοτε ναι.......θα αφεθη στην αγκαλια της, θα γευτει τα φιλια της.....θα ζησει τον ερωτα της......
Ζει τωρα για εκεινη την στιγμη.......
Ζει τωρα για το ονειρο εκεινο που θα του φερει την ευτιχια......
Γεωργία Νεφέλη...




Παράξενη λέξη ο «συμβιβασμός».. τι είναι «συμβιβασμός», πως να εξηγήσεις μια τέτοια λέξη; «Είναι η συνήθεια», ψέλλισε ο άγριος άνεμος. «Οι άνθρωποι δε πετάνε σα τα φύλλα, δεν αλλάζουν ψυχή ανάλογα την εποχή, γιατί η συνήθεια έχει σκεπάσει τα θέλω και τα φτερά τους».... Μια παπαρούνα που άκουσε τον άνεμο κούνησε μελαγχολικά το κεφάλι. Τα λόγια φτάσανε ως τη θάλασσα και σηκώθηκε κύμα, χρυσό από αλάτι και νερό, που έκανε το κατάστρωμα από το παλιό σκαρί ν ’αστράφτει κάτω απ’ τον μεσημεριάτικο ήλιο. Ανυποψίαστο έπλεε μεσοπέλαγα κι ατάραχα, Μα άξαφνα μάβιασε η θάλασσα, ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από βαριά σύννεφα, κι ο ουρανός άρχισε ν βροντά άγρια σα να του ξέσκιζαν τα στήθη. Τα κύματα πάψανε να χαϊδεύουν αθώα το πλοίο. Τώρα το σηκώνανε ψηλά ως τα μολυβένια σύννεφα κι ευθύς το γκρεμίζανε στον Άδη…
«Ξέρεις», είπε ο καπετάνιος στο τρομαγμένο ναύτη που ήταν δεν ήτανε δώδεκα χρονών, «Παλιά πίστευα εσφαλμένα πως η συνήθεια είναι αποτέλεσμα της επιδίωξης για ασφάλεια.. Απλά καθημερινά πράγματα, που στο τέλος γίνονται μηχανικά. Μια τέτοια σκοτεινή μέρα, η ασφάλεια τούτη, για μένα θα ήταν ανακούφιση.. Εκείνο που μίσησα σαν παιδί, η ρουτίνα του σχολείου ας πούμε, τώρα μοιάζει υπέροχη! Σαν ένα λιμάνι που κοιτάζει στον ωκεανό είναι η συνήθεια... Όταν ο καιρός χαλά, το έχεις ανάγκη.. μα όχι για πολύ.»

Ο Μικρός ναύτης έντρομος, άκουσε σαν σε παραμύθι τα λόγια του καπετάνιου.. Ο φόβος δημιουργούσε αλληλουχία από εικόνες στα μάτια του... Κάθε που κοίταγε τα κύματα και το πλοίο, έβλεπε αγγέλους και δαιμόνους να παλεύουν για τη ζωή του... Αγαπημένα πρόσωπα, τούτη την ώρα, μαλάκωναν το θόρυβο του ανέμου στ’ αυτιά του, μα και βοή από φωνές αιχμαλώτων που βάστηξε αιώνια η θάλασσα, τον αναστάτωναν. Κάθε που έκλεινε τα βλέφαρα ν’ αποφύγει το αλμυρό νερό, οι παραστάσεις αλλάζανε, μνήμες από χρόνια παιδικά, φτάνανε αλλοπρόσαλλές στο νου... Εικόνες που δεν είχαν θέση καταμεσής μιας τρομερής καταιγίδας... Βρίσκανε αφορμή τώρα, που τη λογική παρέλυε ο φόβος, να δραπετεύσουν από τα δαιδαλώδη μονοπάτια της μνήμης. Τα ονόματα κάποιων σ’ αυτές τις εικόνες ξεχασμένα, άγνωστα.. Η αίσθηση όμως γνωστή.. καυτός ήλιος πόναγε τα πέλματά του, κι οι παλάμες του για λίγο, δεν είχαν να κάνουν με τα τραχιά σχοινιά μα με τη ζέστη μιας παλάμης άλλης, στοργικής, που μέσα της άφηνε μ’ εμπιστοσύνη τη ζωή του όλη...
Αναλογίστηκε, για λίγο, πως όλη η ζωή του ανθρώπου είναι ένα παιδί... Ένα φοβισμένο ή χαρούμενο παιδί... Το δίχως άλλο, ακόμα και την καρδιά του καπετάνιου, αυτό το παιδί την ορίζει... με φόβο ή με χαμόγελο...
Σκέφτηκε τα λόγια του καπετάνιου για το λιμάνι... Ισχύουν άραγε, για κάθε καρδιά; Όλοι οι καπετανέοι δεν είναι το ίδιο.. μα πάλι.. ο ίδιος καπετάνιος, σε ένα σκαρί ταλαιπωρημένο, και σε ένα σκαρί γερό, θα έπαιρνε τις ίδιες αποφάσεις; Θα τολμούσε το ίδιο εύκολα να ανοιχτεί στην απέραντη θάλασσα; Οι άνθρωποι μισούνε τα λιμάνια, όταν δένουνε σε αυτά όχι από αγάπη μα από ανάγκη; Ή μισούν πιο πολύ τη θάλασσα;... Αναλογίστηκε καλύτερα τα λόγια του καπετάνιου... «ανακούφιση».... «Κι οι άνθρωποι, είναι λιμάνια για κάποιους άλλους..» σκέφτηκε, κι απόρησε γι’ αυτή τη σκέψη του... μα γρήγορα την έδιωξε, καθώς το πλοίο του, είχε πλέον για ουρανό τη θάλασσα και μαύρα σύννεφα τυλιχτήκανε γύρω του και τον φιλήσανε στο στόμα...  έφερε στο νου του τους θαλασσοπόρους του Κολόμβου, που ξημεροβραδιάζονταν κοιτώντας την απεραντοσύνη του ορίζοντα... κι ένιωσε πόσο στενή φυλακή μπορεί να γίνει το απέραντο της θάλασσας. Στενή, πιο στενή κι από τάφο ακόμη... Εκείνη την ώρα, παρόλα τα νιάτα του, πόσο θέλησε την θαλπωρή μιας πολύ - πολύ συνηθισμένης ημέρας!..

Μερικές φορές, πρέπει να πεθάνεις για να ζήσεις. Να γκρεμιστεί και το τελευταίο ίχνος του παλιού κόσμου προτού γεννηθεί ένας καινούργιος. Κάθε φόβος, κάθε δισταγμός, να’ ναι νεκρός. Όπως και κάθε ελπίδα... Κι ύστερα εκείνο το ευεργετικό φως, η αίσθηση πως ζεις και τίποτα δε τελείωσε, και ο απαλός ήχος από τις πατούσες παιδιού που τρέχει και γελά πάνω στην άμμο.. Έτσι κι ο νέος, σαν άνοιξε τα μάτια με απορία είδε ότι του είχε χαριστεί η ζωή.. Ξαπλωμένος στη ρίζα ενός δέντρου, ανάμεσα από τα πράσινα φύλλα του, είδε το φως της καινούργιας του ζωής. Έκλεισε τα μάτια ξανά, κι αποκοιμήθηκε.
Ήταν ένα έρημο νησί. Η θάλασσα το όργωνε από παντού και στη μέση του ένα μόνο δέντρο... Τα κλαριά του παράξενα λυγισμένα, σχεδόν αγκάλιαζαν το κεφάλι του νεκρού αγοριού... «Να κάποιος που είναι τόσο μόνος όσο κι εγώ».. συλλογίστηκε το δέντρο, και καθώς νύχτωνε, σκέπασε σα νά’ ριχνε δάκρυα, το χλωμό αγόρι με τα φύλλα του…

Το αγόρι κοιμήθηκε αιώνες.. ο χρόνος, η αγωνία, το όνομά του, όλα σβήσανε σα να ήτανε παιχνίδια της άμμου…  Ξανάνοιξε τα μάτια, και είδε καλύτερα.. μια όμορφη κοπέλα, να τον κοιτά και να τον βαστά αγκαλιά... Χαμογέλασε, κι εκείνη, με δάκρυα που δε μπορούσε να κατανοήσει το γιατί, τον σκέπασε με τα μαλλιά και τον έσφιξε δυνατά στην αγκαλιά της... «Σ’ αγαπώ», του είπε, «πάντα σε περίμενα, πάντα έλπιζα πως θά έρθεις.. Και τώρα που είσαι εδώ, πονάω... Πόσο οδυνηρό ν’ αγαπάς κάποιον που δε μπορείς να έχεις!»... Το αγόρι, δεν κατάλαβε τίποτα απ’  όσα άκουσε... Μόνο ένιωσε βαθιά ανάγκη ν’ ανταποδώσει την αγκαλιά, και να πάρει πνοή απ’ τό φιλί της.. «Δεν ξέρω γιατί, μα κι εγώ σ’ αγαπώ.. Και δε θα μπορούσα να είμαι πουθενά αλλού...»  Κι έσφιξε την νεαρή, φανερά απελπισμένη κοπέλα στην αγκαλιά του!  Και τότε, γι’ άλλη μια φορά, τα πάντα γύρω του άλλαξαν, ο χρόνος άρχισε πάλι να μετρά,  αντίστροφα, οι μέρες, τα χρόνια, οι εποχές, σβήσανε και γραφτήκανε πάλι... Κι αυτός μ’ εκείνη, βρεθήκανε να περπατούνε πάνω από τα σύννεφα, πιο ψηλότερα από όσα φτάνουν καταιγίδες και μάτια ανθρώπου... Χέρι με χέρι! Ο κόσμος όλος, γεννημένος ξανά, και στο πλάι, πέρα από τις άκρες του ουρανού, η θάλασσα, αυτή που φτιάχτηκε από πάθη και καημούς των ανθρώπων, εκεί που χάθηκαν τα συντρίμμια της παλιάς τους ζωής, τραγούδαγε ένα γνώριμο, συνηθισμένο σκοπό...
Στην προκυμαία ενός πλοίου, πρωτοταξίδευτος ναύτης νόμισε πως άκουσε τα κύματα να τραγουδούν υποσχέσεις γι’ αγάπη παντοτινή.

Νικόλας Παπανικολόπουλος