Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

28/9/15

Ευτυχία.

Κι όμως, αρκεί μόνο η παρουσία ενός μικρού φτερωτού.. ένα χαμόγελο, μία τρυφερή σκέψη... η σιωπή από ένα δάκρυ, ακόμα κ εκείνη η ήσυχη στιγμή όπου κάθε αγωνία μακάρια κοιμάται, γιατί δεν έχει πια λόγο ύπαρξης. Η ευτυχία μπορεί να κρυφτεί μέσα σε ένα σπινθηροβόλημα, και να’ ναι αυτό το φως και η διάρκειά του αρκετό, να κάνει την ζωή μας σπουδαία και γιορτινή. Τα υπόλοιπα χαρίζω στον μαύρο άνεμο… έτσι, για να’ χουν τα τραγούδια λόγους να ταξιδεύουνε, ώσπου να βρούνε και να φωτίσουνε κάποιο άλλο κλαρί, να κάνουν σημαντικό μέσα από την πολύχρωμη φτώχια τους ακόμη ένα δέντρο.
Σε αυτό το δάσος που ζούμε όλοι, μόνο η πυρκαγιά ενός παραμυθιού μπορεί, αν αφεθούμε να καούμε, να μας σώσει.

26/9/15

Το κλειδί

Αν τα όνειρα ήταν από βελούδο
θα σου έφτιαχνα με αυτά το πιο όμορφο φόρεμα
να το φοράς , και η νύχτα να αναριγά πάνω σου
ρουθουνίζοντας με νάζι, σα γάτα…
Και σκόνη αστεριών να ξεμένει στο μαύρο βελούδο,
τόσα πολλά αστέρια που η Σελήνη
να ωχριά στο σεργιάνι σου..

Αν τα όνειρα ήταν από μετάξι
θα έφτιαχνα με αυτά σύννεφα, να σου φέρουν μεταξένια βροχή,
όμοια όπως αυτή κυλά από κορμιά εραστών
καθώς ξεδιψά διψασμένα χείλη
και δροσίζει τις φλεγόμενες ψυχές
κάνοντας την κόλαση κήπο παραδεισένιο
και τον παράδεισο πιπιλιά στο λαιμό σου,
το πιο όμορφο και πολυτιμότερο κόσμημα!

Ακόμα και με όνειρα ξερά γεμάτα αγκάθια,
θα έφτιαχνα για σένα ρόδα, με το αίμα μου,
μικρές κρήνες από δάκρια πόνο και προσευχή
να ξορκίσω τον θάνατο με ζωή,
να ποτίσω την έρημο ώσπου να ξεχάσει τον δικό της πόνο,
και πάνω στην ανθισμένη κοιλιά της
μουσικές να ανθίζουν στα βήματά σου,
όμοια με κείνες που φτιάχνουν εφηβικά δάχτυλα
καθώς ανακαλύπτουν τα μονοπάτια του έρωτα.

Πάντα υπάρχει κάποιος δρόμος μαγικός που φτάνει σε σένα
και μέσα ακόμα από το τίποτα.
Το κλειδί γι’ αυτόν,  κι ο χάρτης, τα μάτια σου!

25/9/15

Έρημος

Τριαντάφυλλα ορθάνοιχτα, με πέταλα βελούδο
στο χρώμα του σαπισμένου μήλου…
Έτσι τα μαγουλά της ήταν θαρρώ
καθώς κοιτούσε – θαλασσινό περβόλι τα μάτια της -
τον ήλιο της καρδιά της να δύει.
Άπλωνε ολόγυρα η σκιά της ως νύχτα
μα όσο κι αν σκορπούσε η ψυχή στο σκοτάδι
πάντα έμενε κάτι συμπαγές και βαρύ
και τα δυο της πόδια, ο κορμός, έστεκε άκαμπτος
λες και η πίκρα της έγινε ρίζες
και η ύπαρξή της όλη λίθινο δέντρο,
που αδύνατον να φύγει ή να πέσει
προτού ο κόσμος χαθεί.

Στις άκρες των χεριών της βαστούσε νήματα μπερδεμένα
όλους τους δρόμους που περπάτησε, κι ονειρεύτηκε,
και την έφθασαν ως εδώ… στο ύστατο βήμα.
Κισσός σκέπασε την αρχική της απελπισία,
γαλήνεψε στην ακινησία της η αγωνία… γλυκά κοιμήθηκε.
Και μέσα από την βαθιά νύχτα των σωθικών της
ανέμελα άστρα, άρχισαν δειλά - δειλά να φωτίζουν την έρημο
που κάποτε, ταξιδεύανε πλοία.

29/8/15

Ωδή στον Έρωτα


Ω Θάνατε,
απελπισμένε Άγγελε τυφλωμένε
που καθαρότερα κοιτάς στις ψυχές
από τα θαμπωμένα από το φως μάτια.
Ω Έρωτα ,
με τα πολλά ονόματα και μορφές
που μόνο γυμνός την χαρά σου
το πρόσωπό σου αναγνωρίζεις
ως Έσχατο
σύνορο της αλήθειας και της ζωής.
Μεταμορφώσου,
πολύχρωμο αίμα του Ουράνιου Τόξου,
μεταμορφώσου
πυρωμένο κάρβουνο στην καρδιά της νύχτας,
ξεπερνώντας το άντρο των κλεφτών και της απελπισίας,
αποδεχόμενος
πως πέρα από το ύστατο σύνορο της απελπισίας
ο μόνος άνεμος, ο μόνος τόπος, το μόνο φως
είναι η Ελευθερία της γύμνιας σου.
Της γύμνιας από κάθε υπόσχεση, ελπίδα, αιωνιότητα.
Ωραίος ως Θάνατος, Έρωτας,  Λεύτερος,
στεφανωμένος μακάρια σιωπή και ατάραχη δόξα,
Άστρο αχαρτογράφητου ουρανού
που ούτε ποιητές ούτε ζωγράφοι ή γλύπτες,
παρά μόνο κάποιο φιλί, κάποτε,
που ίσως δεν δόθηκε και ποτέ,
μπόρεσε τέτοια τιμή σε Σένα μόνο,
να προσφέρει.

22/8/15

Ορίζοντες.



Είναι εκείνα τα τοπία που σε μαγεύουν.
Μία αχτίδα ήλιου, ένα συννεφιασμένο δάκρυ
 στον ορίζοντα,
και η θάλασσα με ταραγμένα σπλάχνα
να ντύνει με δαντέλα τις ακτές.
Χείλη γυναίκας, μεθυσμένη
από αλμύρα και ήλιο – διψασμένα
για σένα.

Είναι εκείνα τα τοπία
που χωράνε όλα μέσα σε μια ματιά,
σε μια τούφα μαλλιών που ανεμίζει.
Εκείνες οι ζεστές αμμουδιές
που χωράνε στην παλάμη
καθώς αυτή αρμενίζει
στον ταραγμένο παλμό μίας ψυχής.

Κι από τις κορυφές του στήθους
ως τα άδυτα των «Θέλω»,
απλώνουν ορίζοντες, να ταξιδέψεις!

σημαδούρα


Μια σημαδούρα μες τη θάλασσα,
κι ογδόντα θά ‘τανε  χρονών,
ακίνητη μες  τ’ άσπρο της καπέλο.
Σκορπούσε τις έγνοιες στα κύματα
τα χρόνια της στην άμμο.

Κι αν άλλαζε ολόγυρα ο κόσμος
εκείνη σταθερή ως βράχος,
ξορκίζει κάθε αλλαγή και συνέχεια.

Στο τέλος της μέρας
μόνο το καπέλο έπλεε ακόμη
ακίνητο, αγκυροβολημένο.
Ήταν φαίνεται, καπέλο μαγικό!

άτιτλο



Καιρός  που ανθίζεις, καιρός που πεθαίνεις. Κι ανάμεσά τους τόσος αποπροσανατολισμός. Θα έπρεπε πρώτα να πεθαίνουνε οι άνθρωποι, όπως ακριβώς φυτεύεται ένας σπόρος – σοφά τα φυτά – κι ύστερα, με λαχτάρα περίσσια και δίψα για ζωή, ν’ ανοίγει στο φως ο ανθός. Έτσι ώστε να μη χάνεται στην άγνοια και τον φόβο σε λάθος μέρη, καμία στιγμούλα της ζωής.

12/8/15

Γέφυρες.



Και φύσηξε άνεμος, δρόσισε κάπως το πνιγμένο δέρμα.  Τρεχαντήρια τα σύννεφα σα τα μάτια του, ελαφρά αναψοκοκκινισμένα από τον φλεγόμενο δίσκο που δύει πίσω από τους χάρτινους ορεινούς όγκους του ορίζοντα, κάνοντας τα κύματα να μοιάζουν ταξιδευτές προς μέρη παραμυθένια….  Ως κι ο θάνατος μοιάζει γαλήνιος τούτη την ώρα. Σαν  ξεκούραστος όμορφος ύπνος, χωρίς βάρη, όνειρα, βυθισμένος σε ασάλευτη γαλήνη.
 Κι ωστόσο αυτή ήταν μία γαλήνη έθραυστη, που μπορούσε να την σκίσει τα φτερά μιας πεταλούδας που θα πετούσε μπροστά από τα μάτια του. Κατά πόσο η φωνή της μικρής του κόρης, που σαγηνευμένη κι εκείνη από την ομορφιά του τοπίου τόλμησε κάτι να ψελλίσει, μια μόνο λέξη…  τόσο πρόλαβε, προτού τα χάρτινα βουνά πυρακτωμένα βουλιάξουνε στην θάλασσα, και τα διάφανα ως τότε τρεχαντήρια  πυκνώσουν και γίνουν μαύρες πύλες, θύελλα που από το πουθενά ήρθε ξερνώντας φωτιές,  κατακαίοντας και καταστρέφοντας την γαλήνη. Τόση κραυγή, οργή, απελπισία.. Ένα μόλις δευτερόλεπτο φάνηκε αρκετό να ραγίσει μία  παιδική ψυχή και να φτερουγίσει τρομαγμένη, πίσω στη μοναξιά του δωματίου της, εκεί που οι τέσσερις τοίχοι  μοιάζανε τώρα περισσότερο προστασία από φυλακή.  Κι εκείνος κλείστηκε ξανά στην δική του φυλακή, τιμωρημένος από τον ίδιο του τον εαυτό, ένοχος και θυμωμένος, που τόσο εύκολα γκρεμίζει ό,τι πασχίζει μία ζωή να φτιάξει: Γέφυρες.

24/7/15

Στιγμές


Έγειρε το κεφάλι σα φτερούγα πτηνού στον άνεμο… τόσο αυθόρμητα, τόσο αβίαστα, αφήνοντας τη δύναμη τ' άνεμου της μοίρας να ορίσει απόλυτα τη ψυχή της.. για λίγο μόνο... ελάχιστα δευτερόλεπτα χωρίς τρόμο, φόβο, αγωνία, προσμονή, ελπίδα. Μία στιγμή λευκή, με όλα τα επιπρόσθετα να καταργούνται μες το άχραντο φως της. Έγειρε το κεφάλι κι ένιωθε πως επέπλεε στον άνεμο, τον αρχαίο άνεμο που είναι μαζί μάνα, πατέρας αδελφός, εραστής, σύντροφος και φίλος, κι ωστόσο τίποτε απ' όλα αυτά… που στη πνοή του δεν είσαι άλλο από τον εαυτό σου αγέννητος κι αθώος, και μέσα από την αθωότητά του, παντοδύναμος κι όμορφος· γιατί τίποτα δεν του λείπει, τίποτα δεν ζητά. Όμως όλη αυτή η ευτυχία δεν βάσταξε παραπάνω απ' τα λίγα αυτά δευτερόλεπτα... Ύστερα ο άνεμος συμπτύχτηκε σ' ένα μαύρο ωκεανό, που συνέθλιψε το λευκό φως, το σκόρπισε σε μύριες μικρές αντανακλάσεις στο μέγεθος μύτης βελόνας στα σωθικά του… και τη σκέπασε.
Βλέμματα αγνώστων – αδιάφορα, αρπαχτικά, ύποπτα… ύποπτα για μια απάτη ή αγάπη μεγάλη.. Βλέμματα αγαπημένων και γνωστών που παραγνωριστήκανε και χάσανε τη δύναμη κείνη που τρέλαινε τις πυξίδες υποτάσσοντάς τες στη μαγνητική έλξη της καρδιάς. Όλα τακτοποιημένα, κι όλα σε λάθος θέση, κι έτσι ενώ γνωστά – άγνωστα.
Θα μπορούσε να γκρεμίσει το σπίτι, να τα παρατήσει όλα και να φύγει λεύτερη ίσως, μα λεύτερη για πόσο; Μέχρι να της τελειώσουν τα χρήματα, να φθαρούν τα ρούχα και τα παπούτσια της, να αρχίσει να κρυώνει ή να αρρωστήσει ακόμα; Ελεύθερη για μια βραδιά, μια μέρα, μία εβδομάδα.. Μα στο τέλος της νύχτας, της μέρας, της εβδομάδας, θα ήταν υποχρεωμένη να παραδεχτεί την άγνοιά της, την μοναξιά, τα δεσμά της. Και καθώς θα έχει διασαλεύσει το σύμπαν της θα είναι δυο φορές πιο μόνη, πιο προδομένη, πιο τρομαγμένη εντός της φυλακής της. Φυλακή που χτίστηκε με τις πιο αθώες κι ωραίες προθέσεις. Προθέσεις που στη πορεία γίνανε ωραία παράθυρα, ωραίες κουρτίνες ασορτί με το σαλόνι, ωραία ρούχα, ωραίο πατάκι στην πόρτα, που αν είχε φωνή θα φώναζε: «σας παρακαλώ, μπείτε με τα πόδια γυμνά… κάποιος να με αγγίξει στη μοναξιά μου...».