Ο κόσμος που αγαπώ, είναι ένας κόσμος θρυμματισμένος. Ένας κόσμος, που οι γωνίες του έχουν σπάσει κι αμβλυνθεί, και τα κομμάτια του μπορούν γι’ αυτό, να ταιριάξουνε με ατελείωτους τρόπους, αποκαλύπτοντας το σκοτάδι μέσα μας, αλλά και το φως που ζει στο σκοτάδι, όπως η φωτιά ζει κι ονειρεύεται μέσα στη στάχτη.
Ο κόσμος που αγαπώ, δεν έχει «εγώ». Είναι θάλασσα, άνεμος, χωνεμένο χώμα και στάχτη μαζί. Δεν έχει μία μορφή, έχει άπειρες, κι όμως, όλος ο κόσμος αυτός χωρά στα μάτια σου, στο βλέμμα σου, που δίνει υπόσταση σε όσα γίνανε, γίνονται, κι εκείνα που ίσως γίνουν, ίσως και δεν τα ζήσουμε ποτέ. Κι ωστόσο είναι όλα εδώ: ανυπαρξία κι ύπαρξη, κατάρα και προσευχή.
Ο κόσμος που αγαπώ, αναδύεται μέσα από την ασάφεια των σχημάτων, που σμίγουν και σμίγουν, όσο περισσότερο χάνομαι. Η μουσική του κόσμου αυτού είναι ο παλμός κάθε συμπαντικής κίνησης, που ζωγραφίζει πέρα από τα όρια της φαντασίας, η ενέργεια, που απόχρωσή της είναι κι αυτό που ονομάσαμε «ζω».
Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
19/7/26
14/11/24
Σκέψεις
Σύμφωνα με την κβαντική φυσική, είμαστε κι εμείς, κι εσύ κι εγώ, μέσα στο κουτί της γάτας. Και είναι η συνείδηση, όπως κι αν αυτή δημιουργείται εκείνη που καθορίζει τι είναι αυτό που συμβαίνει. Είτε δημιουργείται με την παρατήρηση, είτε με την ερμηνεία, στην οποία ίσως, η φαντασία έχει τον πρωτεύοντα ρόλο. Θα μπορούσε κανείς να πει, πως είμαστε σε μια χύτρα που βράζει, κι ο βρασμός αλλάζει διαρκώς και δημιουργεί πολλές διαφορετικές εκδοχές της πραγματικότητας, κι υπερισχύει πάντα εκείνη στην οποία εστιάζουμε. Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει πως δεν είμαστε άλλο από όνειρο μέσα στο όνειρο. Κι όσα νιώθουμε, σκεφτόμαστε, είναι απλά στιγμιότυπα ονείρου.
Αν δεν είμαστε τίποτα άλλο παρά ένα όνειρο, τότε ίσως η αναζήτηση του νοήματος της ύπαρξης γίνεται περισσότερο μια πράξη δημιουργίας παρά ανακάλυψης. Είμαστε οι δημιουργοί του κόσμου μας σε αυτήν την ατέλειωτη φαντασία. Αν ο κόσμος είναι ένα όνειρο που συνεχώς δημιουργείται, τότε κάθε σκέψη και συναίσθημα, όσο φευγαλέο κι αν φαίνεται, είναι το υλικό της ίδιας της ζωής – όχι κάτι λιγότερο, αλλά κάτι αληθινό στο δικό του, εφήμερο βάθος. Κι ως συνήθως, τίποτα πιο αιώνιο, από το φθαρτό κι εφήμερο.
4/6/24
(2015) Αγάπη
Πως σμίγουν οι ψυχές, πως χάνονται…
Βυθίζονται τόσο βαθιά μέσα μας, ώστε δεν τις τυλίγει άλλο από μαύρο…
Σωπαίνει η αγάπη όταν πονά, κρατάει καλά την αναπνοή της
και χαμογελά….
Δεν θα σε πικράνει παραπονούμενη, δε θα σταθεί μακριά.
Με ευγένεια και όχι υποκρισία θα είναι εκεί,
αδιαφορώντας για την όποια απολαβή, το όποιο κέρδος.
Το κέρδος της αγάπης είναι η αγάπη, η πίστη στον εαυτό της,
το να δίνεται χωρίς να ζητά. Κι από τα μέγιστα βάθη
να βρίσκει τη δύναμη να πετά ψηλά το φως ορίζοντας,
τις κινήσεις των άστρων και την θέληση της μοίρας.
Αλλά ποτέ την δική της μοίρα.
Την δύναμη να δίνεται ακόμα κι όταν δεν έχει τίποτα δικό της,
παρά μόνο την σιωπή.
Η αγάπη είναι μαγεμένο κάστρο, με ψηλές πολεμίστρες
κι αδυσώπητα σκοτεινά κελιά. Αόρατο κάστρο
που μέσα του γίνεσαι αόρατος. Και μόνο,
όποιος σε έχει αγαπήσει μπορεί να δει και να σε δει,
ακόμα κι αν βαστά τα κλειδιά.
21/12/23
Σκέψεις
Είναι καιρός που η σιωπή με βασανίζει σαν ποίημα. Μεταμορφώνει όλες τις λέξεις που άκουσα και που ίσως, κάτω από άλλες συνθήκες να ήθελα να πω. Όμως δεν βρίσκω νόημα πλέον στις λέξεις. Η σιωπή στην εποχή μας, είναι πιο τίμια για όποιον οι πράξεις του είναι ελάχιστες μπροστά στο ανθρώπινο καθήκον. Τίμια παραδοχή της ντροπής του να είσαι μέλος σε μια αποτυχημένη κοινωνία, που η δομή κι ο πιο συνεκτικός της κρίκος βασίζεται στην υποταγή που φέρνει ο φόβος κι η απόγνωση που γεννά η ανάγκη.
«Το ψάρι βρωμά από το κεφάλι» λέει ο θυμόσοφος λαός. Και πράγματι, το παιχνίδι άρχισε να παίζεται, πρώτα κάτω από το τραπέζι κι ύστερα σαν συνηθίσαμε το τέρας φανερά, από τα πάνω προς τα κάτω. Με οικονομικούς όρους. Για κάποιους μάλιστα από αυτούς τους όρους, αδύνατο να μην εντυπωσιαστεί κάποιος από την εφευρετικότητα και το νοητικό κεφάλαιο που ξοδεύτηκε προκειμένου να τους καλλωπίσουν.
Α ρε «Λάκη εισαγόμενε». Ότι κακό, αφορά μια γενικότερη εικόνα του κόσμου, κι έφτασε και στη χώρα μας αναπόφευκτα. Ότι καλό, το παραβλέπουμε. «Οκτώ ώρες για τέσσερις μέρες, 32 ώρες την εβδομάδα και ο μισθός όπως ήταν πριν» είναι η τάση σε άλλες χώρες του κόσμου. Εδώ όμως, δίνονται κίνητρα στους συνταξιούχους να εργαστούν, για να συμπληρώσουν την αξιοπρέπεια της διαβίωσής τους, και νομιμοποιείται η δεύτερη εργασία (περισσότερες εργατοώρες με λιγότερα ένσημα). Τι να κάνουν κι αυτοί, με τόσους άεργους ακαμάτηδες που ζουν στην Ελλάδα.
Η αποδόμηση άρχισε με την οικονομική εξαθλίωση, ύστερα με την εξαθλίωση της νόησης. Ένα σωστό κτίσμα χρειάζεται βάσεις γερές, κι ο σκεπτόμενος άνθρωπος δεν είναι βάση στέρεα για εκμετάλλευση. «Ας κάνουμε λοιπόν» σκέφτηκαν «έξωση της κοινωνιολογίας από τα σχολεία, ας μην έχουν χρόνο να ξεκουραστούν, να σκεφτούν, να μιλήσουνε. Κι αν μιλήσουνε, και η γνώμη τους κριθεί επικίνδυνη, τότε αυτό πρέπει να ποινικοποιηθεί. Μάλιστα, για να μη μπερδεύεται ο κόσμος από πολλές γνώμες, μία κυρίαρχη γνώμη πρέπει να ακούγεται και μόνο.» Πάντα είχα την απορία πως στο καλό, τόσα κανάλια, να παρουσιάζουν ( ή να μην παρουσιάζουν) τις ίδιες ειδήσεις, με την ίδια προτεραιότητα. Τόσοι νόμοι για έρθει η ομαλότητα, αναμεσά τους νόμοι για το ακαταδίωκτο ανθρώπων που παίρνουν αποφάσεις ή κρίνουν αποφάσεις ( επιτροπές), αλλά ούτε ο νόμος περί ευθύνης υπουργών άλλαξε, ούτε λογοδοσία υπάρχει. «Διαίρει και βασίλευε». Κι ο κόσμος ποτέ δεν ήταν πιο διαιρεμένος από παλιά. Δεν υπάρχουν τα καφενεία, δεν κοιτιούνται οι άνθρωποι τόσο συχνά πλέον στα μάτια… Τίτλοι, συνθήματα, εκτονώσεις «στιγμής», διαμαρτυρίες ανέξοδες κι ανώδυνες, κρυφά από τους κριτές, με τον φόβο μη κοπεί η κλωστή που κρατά μακριά μια τράπεζα από το να κάνει δικό της ότι δικό μας. Ποιος θυμάται πια τις γυναίκες στο Ιράν; Ή το Αφγανιστάν; Που είναι η παγκόσμια θλίψη για το πνιγμένο παιδί, τον Αλάν, για τον οποίο είχε δακρύσει όλη η ανθρωπότητα πριν λίγα χρόνια; Εκείνο το κορίτσι που είχε συντρίψει η καγκελόπορτα, κι όλοι συνεχίζανε την εργασία τους ίσως από φόβο μην την χάσουν, είναι η εικόνα της κοινωνίας μας σήμερα. Όλα κάνουν το κύκλο τους, το τελικό στάδιο, το πένθος κι η αποδοχή. Και το τέρας μεγαλώνει, γιγαντώνεται, κυκλοφορεί πια χωρίς ντροπή στο φως της ημέρας. Σε λίγο έρχονται Χριστούγεννα, γιορτές… Δώρα… Χαρά μεγάλη για το εμπόριο αλλά και για τον έρημο άνθρωπο. Στο φως της μέρας γίνεται ένα από τα πιο μεγάλα εγκλήματα της σύγχρονης ανθρωπότητας, χιλιάδες παιδιά, γυναίκες, οικογένειες, κατεστραμμένες, σε ένα έγκλημα με την ευλογία τεράτων. Μπορεί να βγήκε ο κόσμος στους δρόμους, αλλά τα τέρατα έχουν γίνει αλαζονικά πια. Ότι δεν αγγίζει τις τσέπες τους δεν τους αγγίζει. Με μια νοοτροπία που είναι ντροπή για τους Φαραώ, και λίγο, να την χαρακτηρίσει κανείς ως Φαραωνική. Εκείνοι έχουν αξία, Οι υπόλοιποι, είναι απλώς αναλώσιμοι, και συχνά απλώς περισσεύουν. Θυμάμαι τη δήλωση του Αυστραλού μεγιστάνα πως, θα πρέπει να υπάρξουν πιο πολλοί άνεργοι, για να διαπιστώσουνε οι εργαζόμενοι πως, οι εργαζόμενοι είναι που τους έχουν ανάγκη, όχι το αντίστροφο. Και το αστείο είναι, πως, για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, έχουνε, με τη δική τους οπτική, δίκιο. Ήδη χιλιάδες εργαζόμενοι έχουνε χάσει την εργασία τους, από κάτι που θα έπρεπε να είναι ευλογία για την ανθρωπότητα, αν στηριζότανε στην αλληλεγγύη: την τεχνητή νοημοσύνη. Υλοποιήσεις με ρομπότ με τεχνητή νοημοσύνη, είναι ήδη εδώ, για στρατιωτικούς, και όποιον άλλο λόγο μπορεί κάποιος να φανταστεί. Φανταστείτε πόσο πιο εύκολη μπορεί να είναι η εξόρυξη στη Σελήνη, ή πόσο πιο φθηνό ένα ρομπότ εργάτης, για την επιχείρηση , αλλά και για το κράτος αφού τα ρομπότ δεν παίρνουν σύνταξη ούτε αρρωσταίνουν. Όλα μπορούν να έχουν καλή η κακή χρησιμότητα. Μια υγιής κοινωνία, δεν έχει τίποτα να φοβηθεί. Αλλά, σε αυτή την κοινωνία που η απληστία κι ο φόβος, η ανάγκη και η εκμετάλλευση, η ερημοποίηση των ανθρώπων και ο τεμαχισμός σε μικρόκοσμους, αποτελεί την κυριότερη έκφανσή της…
Λέξεις κλειδιά: έντομο, αόρατος, ντροπή.
17/6/23
σκέψεις...
Η αρχική έμπνευση ωστόσο μοιάζει με ήλιο. Ένα αστέρι που στο φως του μεγαλώνουνε αστέρια άλλα. Κανείς δεν ξέρει πόσο μακριά το φως του φτάνει, κι αν είναι ποτέ δυνατό το ταξίδι του φωτός να σταματήσει. Ο Πλάτωνας έλεγε πως όλα προϋπάρχουν. Να είναι ίσως στο φως που μας περιβάλλει ο μίτος από το οποίο ξεκινά το ταξίδι προς την κάθε μνήμη που ξεχάστηκε; Γιατί ακόμα και στο σκοτάδι, κάθε μας σκέψη, συναίσθημα, αφή, που κάτι σημαίνει, κάτι ξεκινά, ή που κάτι καταλήγει, μοιάζει στο φως... έστω κι αν αυτό αχνοφέγγει, και το κάνει να μοιάζει σε βαθύ - βαθύ κόκκινο ή μπλε, τόσο βαθύ που το μόνο που το κάνει να ξεχωρίζει από το μαύρο, είναι τα όνειρά μας όπου μέσα τους γεννήθηκε.
4/6/23
Σκέψεις
"προσ-εύχομαι" σημαίνει ευχή σημαίνει και παράκληση.
Η αλλαγή είναι μεν πάντα εσωτερική, και προέρχεται από την πίστη, αλλά από την πίστη στον εαυτό μας. Όταν δημιουργείται η ψυχολογική ανάγκη να πιστεύουμε πως κάποιος άλλος μας δίνει δύναμη να συνεχίσουμε, να αλλάξουμε, να υπομένουμε ή να τολμήσουμε, αυτό μπορεί να έχει αποτέλεσμα στις πράξεις μας, αλλά όχι απαραίτητα ως αποτέλεσμα συνειδητής διεργασίας. Η ενδοσκόπηση που οδηγεί σε μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας, δεν μπορεί να έχει "του κισσού το πλάνο ψήλωμα" όπως λέει κι ο ποιητής, αλλά να είναι το κάρβουνο που έγινε διαμάντι μέσα από μια συνειδητή διαδικασία μέσα από την οποία γνωριζόμαστε καλύτερα με τον εαυτό μας.
6/3/23
Σκέψεις
Η φθορά είναι που κάνει πολύτιμη τη ζωή... όλα όσα μας σκάβουν. Σταγόνες της βροχής που γίνονται ρυάκια, σταγόνες φωτός που γίνονται ποτάμια, θάλασσες σκοτεινές φτιαγμένες από τις πιο μύχιες σκέψεις μας... Τίποτα πιο πολύτιμο από ένα ουρανό τσακισμένο, που η αγάπη τον κάνει μοίρασμα.
27/12/22
απουσία
«Κάνε με να ταξιδέψω!» του είπε.
«Αν το ταξίδι δεν έχει ακόμα αρχίσει,
τότε δεν υπάρχει ελπίδα» της είπε.
Κι άνοιξε την πόρτα.
Τα κρύσταλλα του χρόνου
κουδούνισαν απαλά μέσα στα μάτια της.
Έλπιζε πως ο χρόνος θα πάγωνε την πόρτα.
Ξαφνιάστηκε καθώς την άκουσε να κλείνει.
Εκείνος έλειπε. Μάλλον κι εκείνη:
δεν τον είδε να φεύγει.
Αυτό έγινε μια δεκαετία πριν,
ίσως και κάτι παραπάνω.
Τότε ήταν ακόμη μια όμορφη κοπέλα.
Τώρα, αν και μέσα της ένιωθε νέα,
κοπέλα δεν ήτανε πια.
Κοιτούσε τον έρωτα γύρω της
να χορεύει
κι ένιωθε πόσο χρόνο έχασε
να θρηνεί, να στερείται
να διαφυλάσσει την εικόνα της
αρνούμενη τον εαυτό της.
Αναρωτιόταν, αν θα μπορούσε
να κάνει κι αλλιώς.
Κι ενώ είναι ακόμα εδώ
όλο και πιο πληγωμένη,
πιο αόρατη κι αφημένη,
σκαλίζει την στάχτη της νωχελικά,
μη τυχόν και ανάψει φλόγα.
«Τι καλός άνθρωπος που υπήρξε»
άκουσε, χωρίς να καταλάβει
τι έγινε ανάμεσα στο τότε και στο τώρα.
Και τα κρύσταλλα του χρόνου σώπασαν,
καθώς δεν είχε πλέον αυτιά να ακούει
μάτια να βλέπει
και χέρια να αγγίζει.
«Αν το ταξίδι δεν έχει ακόμα αρχίσει,
τότε δεν υπάρχει ελπίδα» της είπε.
Κι άνοιξε την πόρτα.
Τα κρύσταλλα του χρόνου
κουδούνισαν απαλά μέσα στα μάτια της.
Έλπιζε πως ο χρόνος θα πάγωνε την πόρτα.
Ξαφνιάστηκε καθώς την άκουσε να κλείνει.
Εκείνος έλειπε. Μάλλον κι εκείνη:
δεν τον είδε να φεύγει.
Αυτό έγινε μια δεκαετία πριν,
ίσως και κάτι παραπάνω.
Τότε ήταν ακόμη μια όμορφη κοπέλα.
Τώρα, αν και μέσα της ένιωθε νέα,
κοπέλα δεν ήτανε πια.
Κοιτούσε τον έρωτα γύρω της
να χορεύει
κι ένιωθε πόσο χρόνο έχασε
να θρηνεί, να στερείται
να διαφυλάσσει την εικόνα της
αρνούμενη τον εαυτό της.
Αναρωτιόταν, αν θα μπορούσε
να κάνει κι αλλιώς.
Κι ενώ είναι ακόμα εδώ
όλο και πιο πληγωμένη,
πιο αόρατη κι αφημένη,
σκαλίζει την στάχτη της νωχελικά,
μη τυχόν και ανάψει φλόγα.
«Τι καλός άνθρωπος που υπήρξε»
άκουσε, χωρίς να καταλάβει
τι έγινε ανάμεσα στο τότε και στο τώρα.
Και τα κρύσταλλα του χρόνου σώπασαν,
καθώς δεν είχε πλέον αυτιά να ακούει
μάτια να βλέπει
και χέρια να αγγίζει.
18/11/22
Φως και σκιά
Ο κύκλος είναι ένα όμορφο σχήμα. Απ’ όπου κι αν τον πιάσεις είναι αρχή και τέλος μαζί… και πορεία. Αν σπάσει ο κύκλος, το αιώνιο, η ζωή, ο χρόνος όπως τον έχουμε συνηθίσει θα χυθεί εκτροχιασμένος στο άγνωστο. Γιατί χωρίς το σχήμα το πνεύμα ασώματο μένει, και οι λέξεις, η ιστορία, όσα η ανθρώπινη αντίληψη έχει σε τάξη βάλει μέσα στην αταξία θα χαθεί.
Αλλά αυτό είναι κάτι που έχει νόημα εντός του κύκλου. Την ίδια στιγμή που ο κύκλος σπάσει ούτε η ανθρωπότητα θα γνωρίζει πια τ’ όνομά της, ούτε τίποτα απ’ όσα γνωρίζουμε θα είναι πια διακριτό. Χωρίς σχήμα, σώμα, όρια, ο ένας φόβος θα σβήσει μέσα στον άλλον και η λαχτάρα, η ελπίδα, η αγάπη, όλα, χωρίς αντικείμενο κι υποκείμενο το ένα μέσα στο άλλο θα χαθούν, ώσπου το κύμα που γέννησε η τρικυμία της ύπαρξης σωπάσει.
Η σιωπή αυτή μπορεί να κρατήσει για πάντα ή μια στιγμή. Στο τίποτα δεν υπάρχει μέτρο άλλο από το ίδιο το τίποτα.
Στο μεταξύ, ο Γιώργος γνώρισε την Μόϊρα, η οποία μόλις είχε χωρίσει με τον Αλί, ο οποίος ήταν από δεύτερη γενιά μεταναστών από την Αίγυπτο. Όταν ο Γιώργος αντίκρυσε για πρώτη φορά τα μάτια της, τα οποία ήταν βαμμένα με τυρκουάζ σκιά, που τόνιζε το άγριο πράσινο των ματιών της, μα κυρίως βαμμένα παρά τα φανταχτερά χρώματα με εκείνη την θλίψη των ερωτευμένων, που κάνει τα μάτια να μοιάζουν ονειροπόλα κι εύθραυστα, σαν νύμφες που αναδύονται από λίμνη, σχηματισμένη από κάποιον ξεχασμένο στον χρόνο παραπόταμο του ποταμού Αχέροντα. Το φως συνάντησε την σκιά γι’ ακόμα μια φορά… η σκιά σκίρτησε καθώς η ανατολή που με τόσο ενθουσιασμό κι εξαγνιστική δύναμη πρόβαλε στο χαμόγελο του ερωτοχτυπημένου νέου, ανάδευσε μέσα της την επιθυμία, όχι να ερωτευτεί ξανά.. αλλά να συνεχίσει να ζει. Να μη πονά, Να γιατρευτεί. Κι ενώ, η επιθυμία αυτή σαν πύργος από άμμο όπως χτίστηκε βυθίστηκε στα βαλτώδη νερά της λίμνης, η επιμονή του Γιώργου, να ανατέλλει όποτε τη συναντούσε – κάτι που ο ίδιος επιδίωξε να συμβαίνει όσο πιο συχνά γινόταν, άρχισε να κάνει τα νερά της λίμνης πιο διάφανα, και τον βάλτο ολόγυρά της στέρεα γη, καθώς κι εκείνη, έμαθε και συνήθισε να περιμένει την ανατολή, στρέφοντας τα μάτια της συχνά προς αυτήν, με κρυφή ελπίδα, προτού καν το φως φανεί.
Ο Γιώργος αγάπησε την Μόϊρα, κι η Μόϊρα αγάπησε τον Γιώργο, όσο σχεδόν αγάπησε τον Αλή. Κι όταν ο Αλή επέστρεψε κάποτε, σα ναυτικός που αφότου γύρισε τον κόσμο λαχτάρησε οικείο κι απάνεμο λιμάνι, η Μόϊρα αρνήθηκε να τον δει. Γεγονός που από την μια πείσμωσε τον Αλή, κι από την άλλη, έδωσε μια κρυφή ικανοποίηση στον γυναικείο εγωισμό της Μόϊρα. Που ωστόσο, ακόμα τον αγαπούσε.
Ο Γιώργος αγάπησε την Μόϊρα, κι η Μόϊρα αγάπησε τον Γιώργο, όσο σχεδόν αγάπησε τον Αλή. Κι όταν ο Αλή επέστρεψε κάποτε, σα ναυτικός που αφότου γύρισε τον κόσμο λαχτάρησε οικείο κι απάνεμο λιμάνι, η Μόϊρα αρνήθηκε αρχικά να τον δει. Μα καθώς εκείνος επέμενε, στο τέλος δέχτηκε. Και καθώς τα σώματά τους βρεθήκανε κοντά, με μία μνήμη που μόνο η ύλη κατέχει, ανώτερη από τη μνήμη του νου, τα σώματά τους γίνανε ένα.
Τις μέρες εκείνες, ήταν πιο όμορφη. Απόμακρη σα θνητή θεά, στα μάτια της μέσα όλη η ομορφιά του κόσμου… Η άγρια ζούγκλα, με όλα τα υπέροχα πλάσματά της, αλλά και τα κρυμμένα θηρία. Αλλά όταν έφυγε ο Αλή, για δεύτερη φορά, τα άγρια θηρία φύγαν κι αυτά, η ζούγκλα άδειασε από όλα τα πλάσματά της. Η πυκνή βλάστηση έγινε μανδύας που μέσα του τυλίχτηκε, κι έγινε απρόσιτη. Σκοτείνιασε τόσο πίσω από τα σφιχτοκλεισμένα βλέφαρά της, που το χαμόγελο του Γιώργου πάγωσε.
Τότε, ο Γιώργος γνώρισε την Στέλλα… και παρότι αγαπούσε την Μόϊρα τόσο πολύ, αφησε το φωτεινό της χαμόγελο και τα ζεστά της μάτια, να τον τραβήξουν για λίγο έξω από την σκιά που μέσα της ζούσε…
Κι ενώ όλα αυτά συνέβαιναν, την ίδια στιγμή, στην άλλη πλευρά του κύκλου, όλοι τους ζούσαν τόσο ευτυχισμένοι.. καθώς ήταν εκεί η αρχή, κι εκεί το τέλος. Γιατί λίγο προτού χαράξει το φως, όλα είναι φως.. κι όλα σκοτάδι.
Αλλά αυτό είναι κάτι που έχει νόημα εντός του κύκλου. Την ίδια στιγμή που ο κύκλος σπάσει ούτε η ανθρωπότητα θα γνωρίζει πια τ’ όνομά της, ούτε τίποτα απ’ όσα γνωρίζουμε θα είναι πια διακριτό. Χωρίς σχήμα, σώμα, όρια, ο ένας φόβος θα σβήσει μέσα στον άλλον και η λαχτάρα, η ελπίδα, η αγάπη, όλα, χωρίς αντικείμενο κι υποκείμενο το ένα μέσα στο άλλο θα χαθούν, ώσπου το κύμα που γέννησε η τρικυμία της ύπαρξης σωπάσει.
Η σιωπή αυτή μπορεί να κρατήσει για πάντα ή μια στιγμή. Στο τίποτα δεν υπάρχει μέτρο άλλο από το ίδιο το τίποτα.
Στο μεταξύ, ο Γιώργος γνώρισε την Μόϊρα, η οποία μόλις είχε χωρίσει με τον Αλί, ο οποίος ήταν από δεύτερη γενιά μεταναστών από την Αίγυπτο. Όταν ο Γιώργος αντίκρυσε για πρώτη φορά τα μάτια της, τα οποία ήταν βαμμένα με τυρκουάζ σκιά, που τόνιζε το άγριο πράσινο των ματιών της, μα κυρίως βαμμένα παρά τα φανταχτερά χρώματα με εκείνη την θλίψη των ερωτευμένων, που κάνει τα μάτια να μοιάζουν ονειροπόλα κι εύθραυστα, σαν νύμφες που αναδύονται από λίμνη, σχηματισμένη από κάποιον ξεχασμένο στον χρόνο παραπόταμο του ποταμού Αχέροντα. Το φως συνάντησε την σκιά γι’ ακόμα μια φορά… η σκιά σκίρτησε καθώς η ανατολή που με τόσο ενθουσιασμό κι εξαγνιστική δύναμη πρόβαλε στο χαμόγελο του ερωτοχτυπημένου νέου, ανάδευσε μέσα της την επιθυμία, όχι να ερωτευτεί ξανά.. αλλά να συνεχίσει να ζει. Να μη πονά, Να γιατρευτεί. Κι ενώ, η επιθυμία αυτή σαν πύργος από άμμο όπως χτίστηκε βυθίστηκε στα βαλτώδη νερά της λίμνης, η επιμονή του Γιώργου, να ανατέλλει όποτε τη συναντούσε – κάτι που ο ίδιος επιδίωξε να συμβαίνει όσο πιο συχνά γινόταν, άρχισε να κάνει τα νερά της λίμνης πιο διάφανα, και τον βάλτο ολόγυρά της στέρεα γη, καθώς κι εκείνη, έμαθε και συνήθισε να περιμένει την ανατολή, στρέφοντας τα μάτια της συχνά προς αυτήν, με κρυφή ελπίδα, προτού καν το φως φανεί.
Ο Γιώργος αγάπησε την Μόϊρα, κι η Μόϊρα αγάπησε τον Γιώργο, όσο σχεδόν αγάπησε τον Αλή. Κι όταν ο Αλή επέστρεψε κάποτε, σα ναυτικός που αφότου γύρισε τον κόσμο λαχτάρησε οικείο κι απάνεμο λιμάνι, η Μόϊρα αρνήθηκε να τον δει. Γεγονός που από την μια πείσμωσε τον Αλή, κι από την άλλη, έδωσε μια κρυφή ικανοποίηση στον γυναικείο εγωισμό της Μόϊρα. Που ωστόσο, ακόμα τον αγαπούσε.
Ο Γιώργος αγάπησε την Μόϊρα, κι η Μόϊρα αγάπησε τον Γιώργο, όσο σχεδόν αγάπησε τον Αλή. Κι όταν ο Αλή επέστρεψε κάποτε, σα ναυτικός που αφότου γύρισε τον κόσμο λαχτάρησε οικείο κι απάνεμο λιμάνι, η Μόϊρα αρνήθηκε αρχικά να τον δει. Μα καθώς εκείνος επέμενε, στο τέλος δέχτηκε. Και καθώς τα σώματά τους βρεθήκανε κοντά, με μία μνήμη που μόνο η ύλη κατέχει, ανώτερη από τη μνήμη του νου, τα σώματά τους γίνανε ένα.
Τις μέρες εκείνες, ήταν πιο όμορφη. Απόμακρη σα θνητή θεά, στα μάτια της μέσα όλη η ομορφιά του κόσμου… Η άγρια ζούγκλα, με όλα τα υπέροχα πλάσματά της, αλλά και τα κρυμμένα θηρία. Αλλά όταν έφυγε ο Αλή, για δεύτερη φορά, τα άγρια θηρία φύγαν κι αυτά, η ζούγκλα άδειασε από όλα τα πλάσματά της. Η πυκνή βλάστηση έγινε μανδύας που μέσα του τυλίχτηκε, κι έγινε απρόσιτη. Σκοτείνιασε τόσο πίσω από τα σφιχτοκλεισμένα βλέφαρά της, που το χαμόγελο του Γιώργου πάγωσε.
Τότε, ο Γιώργος γνώρισε την Στέλλα… και παρότι αγαπούσε την Μόϊρα τόσο πολύ, αφησε το φωτεινό της χαμόγελο και τα ζεστά της μάτια, να τον τραβήξουν για λίγο έξω από την σκιά που μέσα της ζούσε…
Κι ενώ όλα αυτά συνέβαιναν, την ίδια στιγμή, στην άλλη πλευρά του κύκλου, όλοι τους ζούσαν τόσο ευτυχισμένοι.. καθώς ήταν εκεί η αρχή, κι εκεί το τέλος. Γιατί λίγο προτού χαράξει το φως, όλα είναι φως.. κι όλα σκοτάδι.
2/10/22
σκέψεις
Στη ζωή "τα πάντα ρει" . Το ολόκληρο είναι απλώς μια ιδέα, ιδεατή Ιθάκη. Η ροή, η αλλαγή, η ενέργεια, τα αντίθετα που συγκρούονται και η αρμονία που γεννιέται από την ροπή που η σύγκρουση δημιουργεί, είναι η ζωή. Μπορεί να ξεκινήσεις για κάπου, και να μη φτάσεις. Γιατί στην πορεία έκανες επιλογές άλλες, κι ο δρόμος σου άλλαξε. Κοντοστάθηκες για ένα λουλούδι. σε πλάνεψε ένα μονοπάτι άλλο, οι ανάγκες σου αλλάξανε κι η ψυχή σου μίλησε διαφορετικά. Η ζωή είναι μικρή για να την περνάμε σταυρωμένοι πάνω σ' ένα σκοπό. Το στάσιμο νερό και το νερό που κυλά δεν έχουν την ίδια διαύγεια.
25/9/22
σκέψεις
Οι πολιτικοί και η πολιτική, η πολιτική ως εξάρτημα του παγιωμένου συστήματος και η πολιτική ως κοινωνική ενσυναίσθηση τοποθέτηση και δράση του ατόμου μέσα στα μικρά αλλά και ευρύτερα σύνολα που ανήκει. Η εξουσία του ατόμου πάνω στο άτομο, η ατομική και συνολική ανοχή, τα όρια... Φαραωνικές αντιλήψεις που χωρίζουν κατατάσσουν και τοποθετούν τους ανθρώπους σε πυραμίδες ανάλογα με την χρησιμότητα και την δύναμη που κατέχουν, νόμοι που μεταλλάσσουν την βία που υπερασπίζεται την αδικία σε δίκαιο, κατακερματισμός της γενικής θέλησης για αλλαγή και αντίδραση σε μικρά ατομικά πεδία εκτόνωσης. Όλοι ακούγονται αλλά στο τέλος οι φωνές δεν είναι, παρά μικρές διασκορπισμένες σταγόνες ανίσχυρες να σχηματίσουν ποτάμι. Σαν ψάρια μέσα σε ενυδρεία. Το "σημαντικό" ενυδρείο είναι το δικό μας, κι όσο κι αν φέρνει ταραχή ο κρότος από το διπλανό ενυδρείο που έσπασε... ο φόβος και η ακινησία μπροστά στο μεγάλο θεριό γεννά σιωπή και αναμονή του επερχόμενου ως της μοίρας το γίγνεσθαι.
Η ιστορία διδάσκει, αλλά η απληστία της εξουσίας, η εγωπάθεια, η δύναμη της πίστης που υπερέχει της λογικής, η κοινωνικοπάθεια όσων πιστεύουν στην υπεροχή και την κατωτερότητα, μεταφράζουν και ξαναγράφουν την ιστορία κατά το δοκούν.
Το μόνο που μας απομένει στο σύντομο πέρασμά μας από τη ζωή, είναι, παραμένοντας ακέραιοι στην καθημερινότητα, τις επιλογές μας, να είμαστε το βότσαλο στη λίμνη της απάθειας. Κι ίσως, αν μαζευτούν βότσαλα πολλά ο κόσμος ν' αλλάξει.. όσο, για όσο, προς το καλύτερο.
21/9/22
Ο καθρέφτης
«Μικρή μου Τριανταφυλλένια» της είπε. «Δεν έχεις λόγο να φοβάσαι..».
Μα κείνη φοβόταν, το στήθος της έτρεμε σα ψάρι έξω απ’ το νερό.
Έσυρε το βλέμμα της από τον καθρέφτη στην κόχη του παραθύρου
πασχίζοντας από την μια να σταματήσουν τα μάτια να της μιλούν,
από την άλλη μια ύστατη πτήση, στο κενό, στο άγνωστο,
στο αόρατο απέραντο γαλάζιο.
Γιατί μόνο τα μάτια ήταν πια ίδια. Πιο θολά, πιο αδέξια, μα ίδια.
Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε, το προσπάθησε πολύ,
να θυμηθεί αλλά και να μη θυμηθεί.
Το φτερωτό του έρωτα το μαχαίρι.
Τρυφερό σα πούπουλο, κι άκαμπτο σα διαμάντι.
Ωστόσο, η φωνή αντί να σωπάσει συνέχισε... «μικρή… τριανταφυλλένια…»
Άθελά της αφέθηκε στη χροιά τη βελούδινη, όχι πολύ,
μια δυο στιγμές… μεταμορφώθηκε σε κείνο το πλάσμα, άθελά της,
φλερτάροντας με το αιώνιο της στιγμής. Εκείνο το πλάσμα
που υποτίθεται κάποτε υπήρξε. Που ίσως υπήρξε.
Αλλά δεν έζησε.
Τα θολά της μάτια, τα αραιά άσπρα μαλλιά της,
το ραγισμένο από την προσπάθεια χέρι της…
Τίποτα δεν μαρτύρησε όσα είδε, όσα άκουσε, όσα αρνήθηκε…
Κι όσα τόσο πρόθυμα πέθανε για να βρει.
Το δωμάτιο ανέδυε την βαριά μυρωδιά των χρόνων,
κάτι από σέπια πεθαμένου ρόδου.
Ο ξυλόγλυπτος πολυκαιρισμένος καθρέφτης,
με το γεμάτο ρωγμές ασήμι του, κατέληξε σε παλαιοπωλείο.
Κι από κει κατέληξε σε ένα ρετρό καφέ – μπαρ.
Σε μια μιλόγκα, μια νεαρή χορεύτρια του ταγκό
φωτογράφισε την όμορφη κόκκινη φορεσιά της
μέσα από τον καθρέφτη. Μέσα από την πατίνα του,
το πρόσωπό της φάνηκε βγαλμένο από άλλη, μακρινή εποχή.
«Σε μερικά πράματα, ο χρόνος χαρίζει μια δεύτερη ζωή»
της ψιθύρισε τρυφερά στο αυτί γοητευμένος ο φίλος της.
Προτού τους παρασύρει και πάλι.. η μουσική.
Μα κείνη φοβόταν, το στήθος της έτρεμε σα ψάρι έξω απ’ το νερό.
Έσυρε το βλέμμα της από τον καθρέφτη στην κόχη του παραθύρου
πασχίζοντας από την μια να σταματήσουν τα μάτια να της μιλούν,
από την άλλη μια ύστατη πτήση, στο κενό, στο άγνωστο,
στο αόρατο απέραντο γαλάζιο.
Γιατί μόνο τα μάτια ήταν πια ίδια. Πιο θολά, πιο αδέξια, μα ίδια.
Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε, το προσπάθησε πολύ,
να θυμηθεί αλλά και να μη θυμηθεί.
Το φτερωτό του έρωτα το μαχαίρι.
Τρυφερό σα πούπουλο, κι άκαμπτο σα διαμάντι.
Ωστόσο, η φωνή αντί να σωπάσει συνέχισε... «μικρή… τριανταφυλλένια…»
Άθελά της αφέθηκε στη χροιά τη βελούδινη, όχι πολύ,
μια δυο στιγμές… μεταμορφώθηκε σε κείνο το πλάσμα, άθελά της,
φλερτάροντας με το αιώνιο της στιγμής. Εκείνο το πλάσμα
που υποτίθεται κάποτε υπήρξε. Που ίσως υπήρξε.
Αλλά δεν έζησε.
Τα θολά της μάτια, τα αραιά άσπρα μαλλιά της,
το ραγισμένο από την προσπάθεια χέρι της…
Τίποτα δεν μαρτύρησε όσα είδε, όσα άκουσε, όσα αρνήθηκε…
Κι όσα τόσο πρόθυμα πέθανε για να βρει.
Το δωμάτιο ανέδυε την βαριά μυρωδιά των χρόνων,
κάτι από σέπια πεθαμένου ρόδου.
Ο ξυλόγλυπτος πολυκαιρισμένος καθρέφτης,
με το γεμάτο ρωγμές ασήμι του, κατέληξε σε παλαιοπωλείο.
Κι από κει κατέληξε σε ένα ρετρό καφέ – μπαρ.
Σε μια μιλόγκα, μια νεαρή χορεύτρια του ταγκό
φωτογράφισε την όμορφη κόκκινη φορεσιά της
μέσα από τον καθρέφτη. Μέσα από την πατίνα του,
το πρόσωπό της φάνηκε βγαλμένο από άλλη, μακρινή εποχή.
«Σε μερικά πράματα, ο χρόνος χαρίζει μια δεύτερη ζωή»
της ψιθύρισε τρυφερά στο αυτί γοητευμένος ο φίλος της.
Προτού τους παρασύρει και πάλι.. η μουσική.
19/9/22
Σεπτέμβριος 22
Ο χρόνος της μέρας συρρικνώθηκε σε τρεις, άντε τέσσερις ώρες. Έπειτα ο νους γκρεμίζεται, ο λήθαργος τον καταπίνει. Το σώμα μουδιάζει και μαζεύεται σαν κάμπια μέσα στο κουκούλι. Πόσο διαρκεί η αναμονή της Άνοιξης; Πόσο βαστά η νύχτα;
Προβολείς μεγάλοι, υπέρλαμπροι, φωτίζουν από άκρη σε άκρη την Ιχθυόσκαλα. Ωστόσο το μικρό παράθυρο και το αγιάζι, μαρτυρούν μυστικά την ώρα, όποτε κι αν οι συναλλαγές κοπάσουν. Η νύχτα δεν τελειώνει με τις συναλλαγές. Τα φτερά των γλάρων τσακίζονται πάνω της καθώς πετάνε λίγο πριν το πρώτο πρωινό φως. Κάποιες φορές φτάνει το μεσημέρι, κι ακόμα η νύχτα εδρεύει αιχμηρή στο θρόνο της. Δεν θυμάμαι πόσο καιρό έχω να δω όνειρο. Ο ύπνος , όταν μετά τόσο κάματο έρθει, είναι μικρά κομμάτια σπασμένα. Στα σύντομα διαστήματά του δεν προλαβαίνουν ν’ ανθίσουν όνειρα. Η πιο γλυκιά ώρα της μέρας, το απόγευμα, είναι ένα στρωμένο κρεβάτι. Χωρίς όμως ύπνο αληθινό. Η νύχτα είναι ο αφέντης σου, η ζωή σου της ανήκει. Και μόνο οι ψευδαισθήσεις της ζωής, ανήκουν στη μέρα. Και κάποια θραύσματα. Να θες τόσα να κάνεις, κι όλα να είναι… σ’ αναμονή.
Προβολείς μεγάλοι, υπέρλαμπροι, φωτίζουν από άκρη σε άκρη την Ιχθυόσκαλα. Ωστόσο το μικρό παράθυρο και το αγιάζι, μαρτυρούν μυστικά την ώρα, όποτε κι αν οι συναλλαγές κοπάσουν. Η νύχτα δεν τελειώνει με τις συναλλαγές. Τα φτερά των γλάρων τσακίζονται πάνω της καθώς πετάνε λίγο πριν το πρώτο πρωινό φως. Κάποιες φορές φτάνει το μεσημέρι, κι ακόμα η νύχτα εδρεύει αιχμηρή στο θρόνο της. Δεν θυμάμαι πόσο καιρό έχω να δω όνειρο. Ο ύπνος , όταν μετά τόσο κάματο έρθει, είναι μικρά κομμάτια σπασμένα. Στα σύντομα διαστήματά του δεν προλαβαίνουν ν’ ανθίσουν όνειρα. Η πιο γλυκιά ώρα της μέρας, το απόγευμα, είναι ένα στρωμένο κρεβάτι. Χωρίς όμως ύπνο αληθινό. Η νύχτα είναι ο αφέντης σου, η ζωή σου της ανήκει. Και μόνο οι ψευδαισθήσεις της ζωής, ανήκουν στη μέρα. Και κάποια θραύσματα. Να θες τόσα να κάνεις, κι όλα να είναι… σ’ αναμονή.
29/8/22
ατιτλο
Τόσο αφελείς οι άνθρωποι
που πιστεύουν
πως η κόλαση είναι κάπου αλλού..
Μόνο και μόνο,
γιατί ακόμα κι εκεί,
μπορούμε κι ονειρευόμαστε
τον παράδεισο...
τόσο που ενίοτε,
υπνοβατούμε...
που πιστεύουν
πως η κόλαση είναι κάπου αλλού..
Μόνο και μόνο,
γιατί ακόμα κι εκεί,
μπορούμε κι ονειρευόμαστε
τον παράδεισο...
τόσο που ενίοτε,
υπνοβατούμε...
23/6/22
Χρόνος
Χρόνος: η πραγμάτωση του τώρα.
Συνάρτηση τυχαίου, επί σκοπό, διάθεσης κι ερμηνείας.
Τόπος συνάντησης και βάπτισμα υπόστασης
παρελθόντος και μέλλοντος.
Ο χρόνος ορίζεται λοιπόν ως στιγμιότυπο.
Ακίδα στην καρδιά του άπειρου,
αφού το άπειρο, το τώρα,
το εύρος του σύμπαντος
κι η καρδιά του συμβάντος
ταυτίζονται.
Ο χρόνος είναι αμετάβλητος.
Η ακίδα όμως,
είναι όνειρο που διαρκώς μεταβάλλεται.
Χωρίς αυτήν δεν υπάρχει το σύμπαν,
αφού καταργώντας την καταργείται
η συνείδηση των ονείρων.
Συνάρτηση τυχαίου, επί σκοπό, διάθεσης κι ερμηνείας.
Τόπος συνάντησης και βάπτισμα υπόστασης
παρελθόντος και μέλλοντος.
Ο χρόνος ορίζεται λοιπόν ως στιγμιότυπο.
Ακίδα στην καρδιά του άπειρου,
αφού το άπειρο, το τώρα,
το εύρος του σύμπαντος
κι η καρδιά του συμβάντος
ταυτίζονται.
Ο χρόνος είναι αμετάβλητος.
Η ακίδα όμως,
είναι όνειρο που διαρκώς μεταβάλλεται.
Χωρίς αυτήν δεν υπάρχει το σύμπαν,
αφού καταργώντας την καταργείται
η συνείδηση των ονείρων.
4/6/22
άτιτλο
"Τα φτερωτά να ερωτεύεσαι", είπε η πεταλούδα στο λουλούδι, ενώ αυτό απολάμβανε τον αιώνιο ήλιο, όπως αυτός άνθιζε στη στιγμή μέσα...
Μα το λουλούδι δεν είχε φτερά άλλα από της φαντασίας του. Και τίποτα πιο φτερωτό, δεν ένιωθε να τραντάζει τα πέταλά του, πέρα από το φως που τα κάνανε τόσο όμορφα να τεντώνονται, το φως που το έκανε τόσο όμορφα να ανθίζει...
Η πεταλούδα έχοντας ζήσει ως κάμπια τη γη κατάσαρκα, αγαπούσε τις πτήσεις... Και το λουλούδι, έχοντας ζήσει πρώτα βαθιά μέσα στη γη το σκοτάδι ως σπόρος, το φως. Αγνοώντας πόσο ίδιο είναι το σκοτάδι και το φως, η σάρκα, το πνεύμα, η αρχή κι η κατάληξη. Και πως, χωρίς το ένα, δεν μπορείς να φτάσεις στο άλλο..
Η πεταλούδα έχοντας ζήσει ως κάμπια τη γη κατάσαρκα, αγαπούσε τις πτήσεις... Και το λουλούδι, έχοντας ζήσει πρώτα βαθιά μέσα στη γη το σκοτάδι ως σπόρος, το φως. Αγνοώντας πόσο ίδιο είναι το σκοτάδι και το φως, η σάρκα, το πνεύμα, η αρχή κι η κατάληξη. Και πως, χωρίς το ένα, δεν μπορείς να φτάσεις στο άλλο..
10/5/22
Στο πάτωμα.
«Πάνω στο πάτωμα», του είπε.
Καλοκαίριασε.
Ο ήλιος έλιωσε τον φόβο.
Η αγάπη έγινε θάλασσα
που κυμάτιζε πότε απαλά
πότε άγρια,
ανάλογα τον τρόπο
που η καρδιά τους χτυπούσε.
Τα μπλεγμένα όνειρα μαλλιά της
το τέλειο μαξιλάρι.
Το κορμί της γη
σκεπασμένο αναρίθμητα άστρα
που πρωτανάσαιναν ή ξεψυχούσαν
παγιδευμένα στην δίνη της έκρηξης
που γέννησε την ύπαρξη.
Η μέρα προσπέρασε,
καθώς η μαύρη τρύπα του έρωτα
καμπύλωσε το φως
και το φυλάκισε βαθιά μέσα της.
Μοιραία από την τόση ένταση
έσπασαν τα κορμιά τους.
Απέμειναν μόνο
μπερδεμένα θραύσματα,
«Όνειρα» και «θέλω» του Κανένα.
«Κοίτα!» είπε ένα κορίτσι
σε ένα αγόρι
δείχνοντας ψηλά στον ουρανό:
«Βρέχει χρυσόσκονη!»
Αγνοώντας πως δείχνει
το μέλλον που έχει ήδη συμβεί.
Καλοκαίριασε.
Ο ήλιος έλιωσε τον φόβο.
Η αγάπη έγινε θάλασσα
που κυμάτιζε πότε απαλά
πότε άγρια,
ανάλογα τον τρόπο
που η καρδιά τους χτυπούσε.
Τα μπλεγμένα όνειρα μαλλιά της
το τέλειο μαξιλάρι.
Το κορμί της γη
σκεπασμένο αναρίθμητα άστρα
που πρωτανάσαιναν ή ξεψυχούσαν
παγιδευμένα στην δίνη της έκρηξης
που γέννησε την ύπαρξη.
Η μέρα προσπέρασε,
καθώς η μαύρη τρύπα του έρωτα
καμπύλωσε το φως
και το φυλάκισε βαθιά μέσα της.
Μοιραία από την τόση ένταση
έσπασαν τα κορμιά τους.
Απέμειναν μόνο
μπερδεμένα θραύσματα,
«Όνειρα» και «θέλω» του Κανένα.
«Κοίτα!» είπε ένα κορίτσι
σε ένα αγόρι
δείχνοντας ψηλά στον ουρανό:
«Βρέχει χρυσόσκονη!»
Αγνοώντας πως δείχνει
το μέλλον που έχει ήδη συμβεί.
2/5/22
ατιτλο (2012)
Ποιος χρόνος..
ποιος τόπος...
ποιο φως και ποια καρδιά...
Και πως να τη γνωρίσω...
Πόσο καιρό, ταξιδεύουν τα άστρα
προτού συνθλιβούν
το ένα
πάνω στο άλλο.
Κι ύστερα φωτιά..
κι ύστερα σιωπή..
ένα ακόμη ταξίδι..
ποιος τόπος...
ποιο φως και ποια καρδιά...
Και πως να τη γνωρίσω...
Πόσο καιρό, ταξιδεύουν τα άστρα
προτού συνθλιβούν
το ένα
πάνω στο άλλο.
Κι ύστερα φωτιά..
κι ύστερα σιωπή..
ένα ακόμη ταξίδι..
6/2/22
σκέψεις
Η τέχνη, είτε εικαστική, είτε μουσική ή λόγος, προσφέρει πάντοτε αυτό το υπέροχο: Ποτέ δεν έχει μία μορφή και δεν ολοκληρώνεται, αλλά αλλάζει διαρκώς υπόσταση κι ερμηνεία, σε κάθε άνθρωπο που έρχεται σ' επαφή μαζί της, ακόμα και σε κάθε άγγιγμα του ίδιου ανθρώπου. Τέχνη, μαγεία, ή το σύμπαν που διαστέλλεται και την ίδια στιγμή, γεννά μαύρες τρύπες, θα μπορούσε να θεωρηθούνε συνώνυμα.
Η αισιοδοξία, η δύναμη, η χαρά της στιγμής που κάποιοι ονομάζουν ευτυχία, έχει ως ρίζα πάντοτε την βαθιά υπαρξιακή λύπη, τον πόνο, τη συναίσθηση... Αλλιώς θα την πάρει και θα την σηκώσει ο άνεμος, σκορπώντας την στάχτη στα πέρατα του κόσμου . Ευτυχισμένο "όλο" δεν υπάρχει αφού κομμάτια είναι ο κόσμος. Υπάρχουν όμως συμπυκνωμένες ωραίες στιγμές, για τις οποίες αξίζει κάποιος να ζει και να ονειρεύεται..
Η αισιοδοξία, η δύναμη, η χαρά της στιγμής που κάποιοι ονομάζουν ευτυχία, έχει ως ρίζα πάντοτε την βαθιά υπαρξιακή λύπη, τον πόνο, τη συναίσθηση... Αλλιώς θα την πάρει και θα την σηκώσει ο άνεμος, σκορπώντας την στάχτη στα πέρατα του κόσμου . Ευτυχισμένο "όλο" δεν υπάρχει αφού κομμάτια είναι ο κόσμος. Υπάρχουν όμως συμπυκνωμένες ωραίες στιγμές, για τις οποίες αξίζει κάποιος να ζει και να ονειρεύεται..
Σύννεφα
Όταν φοβάμαι μανταλώνω το αύριο..
χωρίζω στα δυο,
σα να ήτανε χτένι,
με το χέρι μου τις έγνοιες…
από κει τα σύννεφα της φωτιάς,
από δω του νερού..
και πιο κει
τα σύννεφα σκόνης,
να περιφέρονται μόνα τους,
αδέσποτα κι ενοχλητικά.
Μαζεύομαι
και γίνομαι ένα μικρό τόπι
στα στενά ασυννέφιαστα μονοπάτια
που πρόσκαιρα ανοίγονται
προτού ο καπνός από τις έγνοιες
σμίξει πάλι
φωτιά, νερό, χώμα…
Παράταιρη φύση ο άνθρωπος,
κανείς δεν αντιπαλεύει
πιο πολύ τη φύση του,
κανένα άλλο πλάσμα
δεν έχει χειρότερο εχθρό
τον εαυτό του.
χωρίζω στα δυο,
σα να ήτανε χτένι,
με το χέρι μου τις έγνοιες…
από κει τα σύννεφα της φωτιάς,
από δω του νερού..
και πιο κει
τα σύννεφα σκόνης,
να περιφέρονται μόνα τους,
αδέσποτα κι ενοχλητικά.
Μαζεύομαι
και γίνομαι ένα μικρό τόπι
στα στενά ασυννέφιαστα μονοπάτια
που πρόσκαιρα ανοίγονται
προτού ο καπνός από τις έγνοιες
σμίξει πάλι
φωτιά, νερό, χώμα…
Παράταιρη φύση ο άνθρωπος,
κανείς δεν αντιπαλεύει
πιο πολύ τη φύση του,
κανένα άλλο πλάσμα
δεν έχει χειρότερο εχθρό
τον εαυτό του.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)