Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

23/5/13

Χωρίς τόπο

_ « Ξύπνα!.. ξύπνα!»
Τα μάτια του βαριά, μέσα από λήθαργο μόλις άκουγε τη φωνή του έφηβου αγοριού. Έριξε μια περίεργη ματιά στα ρούχα του, το δίχως άλλο ήταν ένα φτωχό αγόρι που μεγάλωνε τον περισσότερο καιρό στους δρόμους, παρά στο σπίτι του…
_ «Ποιος είναι;»
_ «μου ζητήσανε να σας ξυπνήσω.. είναι μεγάλη ανάγκη να έρθεις στη πύλη.»
Κάθε φτερούγισμα του ύπνου, χάθηκε στο άκουσμα αυτών των λόγων. Ο άνδρας, κοίταξε ανήσυχος το αγόρι.
_ «Ποιος σε έστειλε;»
_ «Δεν είπε… είπε μόνο πως ήτανε μεγάλη ανάγκη, τόσο μεγάλη που με πλήρωσε καλά!.... Δεν μπορούσε να έρθει ο ίδιος.»
_ «Ω Θεέ μου, φυσικά δε μπορούσε.. Που σε βρήκε, τι σου έδωσε; «
_ «Κοιμόμουν κάτω από τη γέφυρα με την αδελφή μου. Μου ζήτησε να μπω σε αυτό το σπίτι και να σε ειδοποιήσω….»
_ «Κακώς άφησες μόνη της την αδερφή σου.»
_ «Η αδερφή μου είναι αρκετά μεγάλη, και γνωρίζει καλά να προστατεύει τον εαυτό της. Έπειτα με μια φωνή, στο λεπτό πετάγομαι έξω»
_ «Δεν μίλαγα για την αδερφή σου… τέλος πάντων.. τι σε πλήρωσε; «
Το αγόρι κοίταξε καχύποπτα τον άντρα που τον ρωτούσε. Τα λόγια του είχανε κάτι σκοτεινά αινιγματικό...
«Μπαίνεις στο σπίτι μου και με κοιτάς με αυτό το ύφος; Εγώ δικαιούμαι να κοιτώ έτσι, όχι εσύ.. Τι σε πλήρωσε;»
_ «Μου έδωσε ένα ρολόι. Ένα ακριβό ρολόι.»
_ «Πως το ξέρεις πως είναι ακριβό;»
_ «Μη με κρίνεις απ’ τά ρούχα μου.. Σ’ αυτά τα πράματα δε με γελά κανείς!»
_ «Είπες ότι έπρεπε να πεις.. μπορείς να πηγαίνεις… Κράτα, ότι πήρες από δω μέσα.. Δε με πειράζει.»
Στα λόγια αυτά , τα μάτια του αγοριού παίξανε.. δεν απάντησε… βιάστηκε να φύγει όσο πιο γρήγορα μπορούσε.. Εκείνος, ωστόσο, σηκώθηκε χωρίς καμιά βιάση… Ντύθηκε αργά αργά, έφτιαξε κι έφαγε ένα καλό πρωινό, και στη συνέχεια ετοίμασε ένα μικρό σακίδιο με ρούχα… τα απαραίτητα μόνο. Πριν βγει από την πόρτα του σπιτιού, κοντοστάθηκε και πήρε βαθιά ανάσα!.. ύστερα, με βήμα βαρύ, αποφασιστικό, πέρασε τη πόρτα. Σαν κάτι να ξέχασε όμως, σα κάτι να άλλαξε μέσα του, μόλις βγήκε, έστρεψε την πλάτη του και μπήκε πάλι.
Μπρος στα μάτια του στεκότανε ένας χαμογελαστός άντρας, γύρω στα σαράντα. Χωρίς μια άσπρη τρίχα στα μαλλιά του….
_ «Το ήξερα πως θα ερχόσουνα.»
_ «Δεν είχα επιλογή»
_ «Πάντα έχεις…»
_ «Κι όμως, εξαιτίας σου, δεν έχω…. Έχασα όλη μου τη ζωή, ότι είχα και δεν είχα…»
_ « Δικό σου το ρίσκο.. κι αυτό επιλογή είναι»
Ο άντρας, άφησε να πέσει από το χέρι του το σακίδιο.. Με τα δυο του χέρια κράτησε το κεφάλι του, κι από τα μάτια του κυλήσανε δάκρυα απελπισίας… Για λίγο σιωπή, κι ύστερα τον κατέλαβε υστερία.
_ « Δεν ξέρεις τι είναι, να ξυπνάς μέσα σε ένα τάφο… Ότι έζησες, να έχει χαθεί.. να μη σου ανήκει πια τίποτε… Όλοι όσοι αγάπησες, όσα ονειρεύτηκες, όλα.. όλα!!!! … Χρειάστηκα όλη μου τη θέληση, να επιστρατεύσω όλη μου τη λογική, όλη τη δύναμη, για να προλάβω να φύγω από εκεί.. Δε γίνεται να γυρίσω σε ένα τάφο. Δε μου έμεινε επιλογή…»
_ «Παραδέχομαι πως τα πράματα δεν πήγανε και τόσο καλά με σένα…»
_ «Παραδέχεσαι;;… τι κουβέντα κι αυτή!!! Αν μπορούσα να σε σκοτώσω, θα το έκανα, προτού προλάβεις να καταστρέψεις κι άλλους. Αναρωτιέμαι αν εξήγησες στο αγόρι τι συνέβη, όταν το έστειλες να με βρει.. Αν σε ένοιαξε , πως μόλις πέρασε τη πόρτα, το κορμί του έμεινε ακατοίκητο.. Κι η αδερφή του, ώσπου να επιστρέψει, θα είναι πάνω απ’ το κορμί του και θα θρηνεί, πιστεύοντας πως έπαθε κάτι κακό, ή ακόμα χειρότερα πως πέθανε…»
_ «Έλειψε μόλις λίγα λεπτά… Ο χρόνος κυλά ίδια από όποια πλευρά κι αν είσαι…»
_ «Λίγα λεπτά, αρκούνε για το χειρότερο.. Όπως εκείνη η μάνα, που θέλοντας να πάει το παιδί στο γιατρό όσο πιο γρήγορα γινότανε, πέρασε απρόσεχτα το δρόμο, γλίστρησε, κι έχασε το πόδι της κάτω από ένα φορτωμένο κάρο.
Κι εγώ παιδί ήμουνα τότε… εικοσιπέντε χρονών… παιδί… δεν ξέρω καν γιατί σε ακολουθώ σ’ αυτό το αέναο ταξίδι… μέσα σε χρόνους που δε μου ανήκουν. Σε μέρες που δε μπορώ να τις ζήσω… γιατί ο τόπος μου είναι ο ύπνος… Μόνο μια ατέλειωτη απέραντη νύχτα… και σπάνια, τόσο σπάνια.. το λυκόφως…. Να βλέπω τον ήλιο να χαράζει , και κει, όταν όλοι ξυπνάνε, να πάνε στη δουλειά, να ανταμώσουν με ανθρώπους αγαπημένους, συνηθισμένους… εγώ, να μη μου επιτρέπεται να περπατήσω μαζί τους.. να τους αγγίξω… να με δουν. Μόνο τις ώρες που κοιμούνται, μόνο τότε μπορούν…
Και δεν είμαι τότε ούτε σκιά.. ούτε καν μια αντανάκλαση στο νερό… βαδίζω ανάμεσά τους, φάντασμα κι ωστόσο με ψυχή ολοζώντανη… παιχνίδι δικό σου….
Ήμουν εικοσιπέντε χρονών, κι έφθασα σαράντα τρία. Δεν ξέρω τι θα συνέβαινε αν επέστρεφα μετά από τόσα χρόνια σε εκείνον τον τάφο… Τι θα συναντούσα, αν υπήρχε ακόμα, ή αν τα οστά μου βρισκόντουσαν σε κάποιο χωνευτήριο. Μπορεί και να τα έχουνε κάψει… Τι θα απογίνει αυτή η ψυχή, δεν ξέρω. Και συ, να μην έχεις γεράσει μια μέρα... Τι θ΄ απογίνω;»
_ «Έπρεπε να είχες επιστρέψει νωρίτερα.. Δε φταίω εγώ που ήθελες να το παίξεις εραστής των ονείρων.. Μια κοπέλα, που σε γνώρισε και τη γνώρισες, μόνο στο όνειρό της…»
_ «Θυμάμαι…. Η ατέλειωτη νύχτα, δε με αφήνει να ξεχάσω.. θα μπορούσα θαρρώ, να μετρήσω, αν δε βαριόμουνα πιο πολύ κι από την άυλη υπόστασή μου, όλα τα άστρα του ουρανού! .. Τη θυμάμαι.. τόσο καθαρά! Κι είναι η εικόνα της παρηγοριά μου… Η απόσταση που μας χώριζε ήτανε μόλις λίγες μέρες… θα την αντάμωνα μετά την επιστροφή μου, κάποια μέρα, κι εκείνη θα με αναγνώριζε από τα όνειρά της.. Το φαντάζεσαι; Και μόνο αυτή η εικόνα ενός τόσο μεγάλου, τόσο ονειρικού σμιξίματος, με κάνει ακόμα να νιώθω, στιγμές στιγμές, ζωντανός..»
_ «Ξέρω πως δε συμφωνείς μα είσαι ζωντανός… όσο έχεις συνείδηση, είσαι.»
_ «ΟΧΙ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ! ... εδώ και δεκαοκτώ χρόνια …
Το καημένο το κορίτσι.. θυμάμαι το αγγελικό της πρόσωπο την πρώτη φορά που την είδα, στο νοσοκομείο… Αναρωτήθηκα πόση μοναξιά ένιωθε, κάθε που έσβηναν τα φώτα και οι φωνές γύρω της σωπαίνανε.. Αν μπορούσε, στην κατάσταση που βρισκότανε, να καταλάβει την διαφορά φως από σκοτάδι… αν διέκρινε κάποιες φωνές…»
_ «Άκουσα την ευχή σου καθώς περιπλανιόμουνα στο διάδρομο του νοσοκομείου… Την άκουσε κι εκείνη…»
_ « Ποτέ δε περίμενα να νιώσω έτσι, περπατώντας ψυχή με ψυχή, με κάποια….. Δεν ήθελα να επιστρέφω… έμενα όλο και περισσότερο… Κι όταν εκείνη, τρεις μήνες μετά, έφυγε…. Δεν υπήρχε δρόμος ανοιχτός πια, για να γυρίσω… Ξύπνησα μέσα σε εκείνο τον φοβερό τάφο….. Το κορμί μου κοιμόταν ακόμα.. Πως μπορέσανε να μη το δουν αυτό; Πως μπόρεσαν να με καταδικάσουνε ζωντανό; … Προσπαθούσα να πάρω ανάσες.. και δε μπορούσα ούτε στο πλευρό να γυρίσω… Έκαιγε το κορμί μου, ο ιδρώτας κυλούσε ασταμάτητα. Έκλεισα τα μάτια.. προσευχήθηκα… και προσπάθησα να κοιμηθώ… Η αιωνιότητα μου έδειξε μέσα τον τάφο το πιο σιχαμένο της πρόσωπο. Το πιο αδυσώπητο… Κι ύστερα, μια εικόνα δική της, έγινε σανίδα σωτηρίας στο σκοτεινό εκείνο ποτάμι που όλο και με παρέσυρε, χτυπώντας με πάνω σε κοφτερά βράχια… Έσβησαν οι θόρυβοι… οι φόβοι… κι ονειρεύτηκα… Δεν ήμουν πια εκεί..»
_ «Είναι καλό που τα θυμάσαι όλα αυτά, για σένα. Αυτή την εικόνα. Σημαίνει πως, κάποτε, θα ανταμώσετε πάλι… και δεν εννοώ σε κάποιο όνειρο. Αλλά ούτε απαραίτητα, με τις μορφές των ανθρώπων.. Η ζωή έχει ανεξίτηλη φαντασία, στο πώς να χρωματίζει τους καμβάδες της. Όμως τώρα, είναι ώρα να φύγουμε.. Δε γίνεται να μένεις για πολύ, στα όνειρά τους… Το ξέρεις αυτό….»
_ «Το καταλαβαίνω…
Ο χρόνος για μένα είναι τα κύματα της θάλασσας.. είμαι ένα μικρό κλαδάκι στις διαθέσεις της… όπως με φέρνει, έτσι με παίρνει μακριά.. και δε με βγάζει ποτέ, δυο φορές στο ίδιο σημείο.. Κι από ότι καταλαβαίνω, ούτε εσένα… Γι αυτό χρειάζεσαι πάντοτε κάποιον, να με βρει, για να μπορέσουμε να ανταμώσουμε σε ένα μέρος νέο… κι ας μην έχει αλλάξει τίποτα ολόγυρα… Όμως, πως γίνεται να μην αλλάζεις, ούτε εσύ;»
_ «Ούτε εσύ αλλάζεις… είναι η ανάγκη σου να πιστεύεις πως ο χρόνος, μπορεί ακόμα να σε αλλάζει. Κι ύστερα, εδώ που είμαστε, με βλέπεις όπως εσύ θες να με δεις..

Και τώρα, επίτρεψέ μου, να σε καληνυχτίσω… ακόμα μια φορά!..»

Δεν υπάρχουν σχόλια: