Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

30/9/13

Απόστημα

Κυοφορούσε μια τεράστια σιωπή.
Κρυμμένη κάτω από πολύχρωμες λέξεις
και προτάσεις.
Αν πρόσεχες, πίσω από κάθε ωραία εικόνα,
πίσω από κόμματα, τελείες, ανάσες,
θα την έβλεπες.
Μα έβαζε τα σημεία στίξης πολύ βιαστικά,
να μη προλαβαίνεις να δεις, να νιώσεις,
άλλο από ό,τι φαίνεται.

Κι έτσι περπατούσε ανάμεσα στους ανθρώπους,
κι όλοι λέγανε: τι ευγενικός, τι όμορφα που μιλά,
τι ωραία ζωντανή φαντασία, πόσες εικόνες.
τι όμορφος ο κήπος της ψυχής του.
Ούτε όταν η σιωπή έσπασε,
και τα χρώματα , οι εικόνες, το φαίνεσθαι,
βυθίστηκαν στο απέραντο χάος της,
δεν υποψιάστηκαν την αλήθεια.
Γιατί χωρίς ωραίες εικόνες να βλέπουνε,
προσπέρασαν αδιάφορα, χωρίς να τον προσέξουν.

άτιτλο

Συμβαίνει όλη την ώρα.
Διπλώνεται, αναδιπλώνεται,
ξετυλίγεται στον άνεμο ως σημαία….
Ή ως τα μακριά μαλλιά κοριτσιού
π’ αγναντεύει τη θάλασσα.

Στάχτη

Άσπρος σα το πανί
ζωγραφίζει τους φόβους του.
Κι είναι εικόνες 
θεάτρου σκιών.

Δε διακρίνει από καιρό μορφές,
μόνο σκιές και φως και αδιέξοδα.
Απέραντο λευκό πανί οι επιλογές του,
όλες σταματούν εκεί: στη σιωπή.

Κάθε μέρα φορά το χαμόγελό του,
λούζεται και χτενίζεται να φύγει η στάχτη.
Μα κάθε βράδυ το μαξιλάρι του γεμίζει γκρίζο,
αστέρια που δεν έχουν ουρανό.

Και ζωγραφίζει με τα δάχτυλα στη στάχτη,
κι είναι η καρδιά του που σιγοκαίγεται δειλά.
Ως το πρωί, θα έχει μείνει ακόμη κάτι,
όσο κι αν καίγεται, δε λέει να σβήσει η φωτιά.

Ασυνέχεια

«Όπως αρχίζει έτσι τελειώνει.»
Αφήνει ίχνη στην άμμο με το ξύλο,
μονολογεί ακατάπαυστα, ακατανόητα.
Οι ώμοι του τσακισμένοι απ’ το βάρος,
σβήνει το κύμα τα σχέδια του.
«Η ασυνέχεια, είναι η συνέχεια
φυσικό επακόλουθο του τρόμου.
Φεύγει, όλο φτερουγίζει, αρκεί να φεύγει,
άτακτα, χωρίς πλάνο σωτηρίας.
Η συνέχεια είναι η ασυνέχεια του τρόμου»

Φορά ένα κουρελιασμένο μπασμένο σακάκι
κι ένα κοντό σορτσάκι παιδικό.
Τα μαλλιά του άσπρα, αχτένιστα, θυμωμένα.
Σχεδιάζει ξανά και ξανά με το ραβδί.
Γνωρίζει πως το κύμα θα τα σβήσει.
Κι αυτή είναι η αγωνία του, να προλάβει
να χαράξει μία νέα γραμμή πριν η παλιά σβηστεί.
Όλο αυτό ξεκίνησε ως παιχνίδι,
κι έγινε η ζωή του.. Άγχος…
Τρόμος πως κάποια μέρα θα χαθεί.

17/9/13

φύσημα



Ένα φύσημα τ' ανέμου η ζωή
και καποια πεσμένα φύλλα φθινοπώρου
να μας θυμίζουνε στιγμές που ζήσαμε
ή κι αλλες που αφήσαμε
στο παραλήρημα τ' ανέμου να χαθούν... Ν.Κ.

Ένα φύσημα τ’ ανέμου η ζωή
και μια πνοή: η Άνοιξη!
Από παλιές που ζήσανε στιγμές
κι εκείνες,  π’ αποκοιμηθήκαν
 χωρίς να παίξουν,
να φτιάχνει σα χώμα σκάβοντας τη ψυχή
ελπίδες
που θα ψηλώσουνε ως  τ’ άστρα!
Η νύχτα θα καρπίσει και αυτή,
ολόγιομη θα κρέμεται η σελήνη
στα κλαδιά που γύμνωσε η θλίψη
και ξάπλωσε κατάλευκος  χειμώνας…
Κι όπως θ΄ ανθίζουνε, θ’ ανθίσεις και εσύ,
κι η νύχτα θ’ ανάβει σα γιορτή!

Και θα’ ναι κατακόκκινη η καρδούλα σου
το πιο όμορφο της Άνοιξης λουλούδι..!

Γαλήνη!

Στεκόντουσαν όρθιοι κι αγκαλιασμένοι.
_Θα μπορούσα να το κάνω για πάντα αυτό…  της είπε.
_Θα έκανες καμπούρα!
«Ένας σάκος   γεμάτος  επιθυμίες, όνειρα κι άστρα», σκέφτηκε …  Αν τον τσίμπαγε κανείς με κάτι τόσο αιχμηρό, όσο η πιο βαθιά του αλήθεια, θα έσκαγε όπως ένα  μπαλόνι και θα απελευθερωνόντουσαν  σαν πολύχρωμες πεταλούδες στο φως.. !
Χαμογέλασε!.. Το μυαλό του γεμάτο συναισθήματα κι εικόνες,  μα δεν είπε τίποτα..
Πώς να μιλήσεις  για την αλήθεια, τι  να πεις για την ομορφιά, όταν οι δυο τους ως ένα στέκεται εμπρός σου, την κοιτάς στα μάτια, την ανασαίνεις, την αγκαλιάζεις, την ζεις;  Την ομορφιά όταν την ζεις δεν την περιγράφεις..  Δε την μικραίνεις να χωρά σε λέξεις…

10/9/13

Μαζί!

   Κρέμασε τα πόδια στο κενό και κοίταξε πέρα μακριά.. Ο αέρας ανασήκωνε τη φουστίτσα της, που ίσα κάλυπτε  τα γόνατά της…  Μπροστά της  φτερουγίζουνε άναρχο σμήνος τα χελιδόνια, παίζουν και τιτιβίζουνε δίνοντας μία εύθυμη νότα στη συννεφιά της μέρας. Έτσι όπως καθότανε στο παράθυρο, τρεις ορόφους πάνω από τη γη, ήταν μες την πόλη μια μαγική όαση, που ξεκούραζε μάτια και καρδιά! Ανέμιζαν τα μακριά της μαλλιά στο δροσερό αεράκι που προμήνυε βροχή, κι από το μισάνοιχτο πουκάμισό της , έμπαινε όλη η αύρα του φθινοπώρου, γεμάτη μεστωμένα αρώματα κάποιου μακρινού δάσους και κάποιας θάλασσας και δροσίζανε το ξαναμμένο στήθος της.
    Την πλησίασε απλά, όπως αν ήταν το πιο εύθραυστο πλάσμα στον κόσμο, λες κι αν έκανε κάποια απότομη  βεβιασμένη κίνηση θα σκόρπαγε ως ένα σύννεφο από πεταλούδες στον άνεμο, και θα την έχανε από τα μάτια του σαν όλα όσα είχανε μοιραστεί μόλις πριν, να ήτανε όνειρο κι όχι αλήθεια… Την πλησίασε και την αγκάλιασε από την μέση, κι εκείνη έγειρε πίσω το κορμί της πάνω στηριζόμενη μ’ εμπιστοσύνη πάνω στο δικό του.. θέση βολική όσο και προκλητική, έτσι όπως ξεπρόβαλε γυμνός ο λαιμός της, για να της δώσει εκεί,  ένα φιλί…  Στα χείλη του ένιωσε την αδάμαστη από τον άνεμο εφηβεία των σαράντα χρόνων της, το σφυγμό της, το άρωμα της ολάνθιστης ευτυχίας… Δε βιάστηκε καθόλου να τραβήξει τα χείλη από τη σάρκα της.. κι έμενε εκείνη βουβή, δακρυσμένη, με μάτια κλειστά, με το κεφάλι γερμένο, σα να του έλεγε: «μη! Μη βιαστείς να πάρεις τα χείλη σου από πάνω μου….»
   Μα έπειτα θυμήθηκε, πως δε θα τον ξαναδεί… όχι έτσι!.. όχι τόσο κοντά… Δάκρυα κυλίσανε από τα κλειστά της βλέφαρα, κι ας χαμογελούσε.. Χαμόγελο γλυκόπικρο, βασανισμένο από αφόρητη ευτυχία κι από αφόρητη  μοναξιά, λαμπερό… κι ωστόσο γλυκόπικρο. Έπιασε το χέρι του και το μετέφερε στην καρδιά της, κρατώντας πάνω του την παλάμη της. Η ώρα Ιερή. Ιερή σιωπή… δεν είχε, δεν ήθελε τίποτα να πει, τίποτα να ακούσει. Τα χείλη του απομακρύνθηκαν μία μόλις ανάσα από το λαιμό της, φτάσαν στ’ αυτί…. «σ’ αγαπώ!» της ψιθύρισε…  Πόσο αδύναμη στάθηκε να βρει ψυχή, την ελάχιστη  φωνή που χρειάζονται δυο σίγμα στη σειρά για ν’ ακουστούνε.. «σσ!» Ο άνεμος σκέπασε τη φωνή της, δε μπορούσε να δει τα δάκρυά της…  «σ’ αγαπώ» επανέλαβε αργά. Κι ήταν τα λόγια του ρομφαία που της τρυπήσανε την καρδιά!
   Μια σκέψη της πέρασε από το μυαλό, έτσι όπως έβλεπε ξέγνοιαστα τα πουλιά να πετάνε.. Έκανε μια μικρή, αμυδρή κίνηση, αλλά το κορμί αρνήθηκε να φύγει από το αγκάλιασμά του.. Το να πηδήξει ήταν το εύκολο. Το δύσκολο να ζει μακριά του.. Θα έπρεπε να τον μισεί για όσα της είπε, για όσα της λέει…  Ήθελε να πιστέψει τα μισά από αυτά και τα άλλα μισά να μη τα είχε ακούσει ποτέ.. Ποτέ! Αδιαμαρτύρητα αφέθηκε να βουλιάξει μαζί  του στη «στιγμή» , παρότι ήδη γνώριζε..  Από έρωτα; Από απελπισία; Ίσως από κτητικότητα, να του δείξει πόσα χάνει, αν είναι μακριά.. Ίσως, γιατί είχε μόλις χάσει τον εαυτό της, κι ήθελε να περισώσει ό,τι μπορούσε από τα  ναυαγισμένα ωραία «θέλω» της. Μια παρένθεση στην Πραγματικότητα….
   Όπως και να’ χει, δεν της άξιζε ο δεύτερος ρόλος.. αλλιώς, αλλιώς το είχε ονειρευτεί… Ή μήπως της άξιζε; Τι σκατά είχε μες το μυαλό της, τι; Η αλήθεια της καρδιάς και πράσινα άλογα… Η αλήθεια, η δίκη της μονόπλευρη αλήθεια!  Όχι. Δεν υπήρχε περίπτωση να τον ξαναδεί. Μα τώρα.. για όσο.. χωρίς λέξεις, χωρίς γιατί, χωρίς… χωρίς!… ήταν εκεί, Μαζί του!

28/8/13

Μειδίασμα

   Κοίταξε τα μάτια της…
   Εκείνη ξαπλωμένη ανάσκελα, ατημέλητα, κοιτούσε μ’ ένα ελαφρό μειδίασμα που ερωτοτροπούσε με το φως, τις κουρτίνες στο ανοιχτό παράθυρο. Κι αυτές ανεμίζανε, χαιρόντουσαν τον δροσερό άνεμο που τις έσπρωχνε απαλά, σα χάδι.. Σα το δικό του χάδι, που συνεχιζότανε τώρα με τα μάτια του.. Τα ένιωθε,  να ασελγούν τρυφερά με το γυμνό της κορμί.. Ένιωθε την πληρότητα και μαζί τον πόθο του, να τη ντύνει ευτυχία!  Αυτή η ευτυχία ήταν κι ο λόγος που υπήρχε αυτό το απόλυτα γυναικείο, μειδίασμα! Ο λόγος που το φως σταματούσε στα χείλη της.. κόβοντάς του την ανάσα, σταματώντας την καρδιά του από την ανάγκη ν’ ανασάνει ξανά την πνοή της! Τα καστανά της μαλλιά, ακόμα μπερδεμένα με τα όνειρα….
   Κοίταζε τα μάτια της που κοίταγαν αλλού, κι ο χρόνος σκάλωσε, αρνήθηκε να κινηθεί προς τα μπρος… Κι ύστερα , άξαφνα, το όνειρό του έστρεψε αργά τα μάτια της πάνω του.. Ζούσε στο όνειρό του λοιπόν! Πώς να την αποχωριστεί; Πώς να φύγει; Πώς να γυρίσει πίσω στην κανονική ζωή, και πως, πώς να αντέξει το χρόνο, ώσπου, να τη συναντήσει πάλι; Καθότανε στο κρεβάτι, δίπλα της, και την κοιτούσε…  του έπιασε το χέρι.. του έτριψε τα δάχτυλα, την παλάμη..
«Πρέπει να ντυθούμε.. πέρασε η ώρα»…
Η ώρα! Αυτή η υπέροχη ώρα, που τους ανήκε, πέρασε… Η πραγματικότητά του πιο δυνατή από το όνειρο.. ή μήπως όχι; Όσο μακριά και να βρεθούνε, εκείνη θα είναι πάντοτε γυναίκα του, κι αυτός, σάρκα δική της και αλήθεια μέσα στο ψέμα. Η ζωή τους μία παρένθεση μες τη ζωή κάποιων άλλων.. Όμως ποιος αποφασίζει για το πώς θα ζήσει τελικά; Κανείς. Όλοι το θέλουνε, μα κανείς δεν αποφασίζει με αυτοκυριαρχία. Τα χρόνια δένουν τους ανέμους μέσα σε σπίτια, κι αφήνουν μόνο, ανοιχτό κάποιο παράθυρο, να μη πεθάνει από μαράζωμα το άνθος της ψυχής. Ακόμα και τα αστέρια γίνονται με τον καιρό, φωτογραφίες και κορνίζες που στολίζουν τα «θέλω», στους τοίχους και τα έπιπλα… Ελεγχόμενη τάξη, ένα τεράστιο ψέμα. Κι η αλήθεια, η ύπαρξη, μία μικρή παρένθεση, ένα μικρό ρυάκι σα ρωγμή, να κυλά το απέραντο, όσο χωρά…
   Μια τόση δα ρωγμή τα κόκκινα χείλη της. Έκλεισε τα μάτια κι έγειρε πάνω της , μ’ ακόρεστη δίψα, να ρουφήξει φως και πνοή η ψυχή του… Ύστερα, με μια βαθιά ανάσα και με μάτια ακόμα κλειστά, ψιθύρισε  τρυφερά με απογοήτευση: «ναι, πέρασε η ώρα»… Ντυθήκανε, ο καθένας μόνος του, σταθήκανε αντικριστά και δώσανε ένα τελευταίο φιλί. Πιασμένοι χέρι χέρι, ανοίξανε τη πόρτα, κατεβήκανε τη σκάλα, και λίγο πριν την εξώπορτα αφήσανε και τα χέρια.
    Μαζί και μόνοι….  Αδύναμοι να αποποιηθούνε τις ευθύνες τους και συνάμα αρκετά δυνατοί για να μη το κάνουνε. Την συνόδεψε ως τον ηλεκτρικό, να πάρει το τραίνο.. κι όταν εκείνη αναχώρησε χαιρετώντας τον μέσα από το παράθυρο, με μια μικρή, μυστική χειρονομία, κι ένα μειδίασμα τόσο όμορφο, τόσο γλυκό και μαζί λυπημένο, αυτός δεν ήξερε, αν ήτανε μεγαλύτερη η χαρά του για την ευλογία που τη γνώρισε, ή, η λύπη, της καθημερινότητας χωρίς εκείνη. Το τηλέφωνο χτύπησε, ήταν εκείνη:
«Σ’ αγαπώ!» του είπε… «Ξέρω πως σου ζήτησα να μη το πούμε ποτέ, μα σ’ αγαπώ!»
«Κι εγώ… πολύ. Και ήδη μου λείπεις»…
«Να σου λείπω… έτσι πρέπει… Φιλί μου!»
«Φιλί σου»….
Έκλεισε το τηλέφωνο… « έτσι πρέπει» επανέλαβε τα λόγια της.. Κι άγγιξε ανεπαίσθητα με τον αντίχειρα τις άκρες των δαχτύλων του, αναπολώντας τη ζεστή της σάρκα.. «Έτσι πρέπει;»
Ίσως έτσι έπρεπε. Ίσως είναι η καθημερινότητα που αλλάζει τις αλήθειες και τις κάνει να μοιάζουνε ψέμα… Ίσως οι αλήθειες να μην αγαπάνε αληθινά τους δυνατούς ανέμους, όπως δεν αγαπούνε κι την έλλειψή τους. Ή  ίσως, είναι απαραίτητη μια καλή δικαιολογία, για να αντέχουμε, χωρίς τις θύελλες να ζούμε….

22/8/13

Κουτάκια

Κόπιασε, άμα διψάς, πεινάς, φοβάσαι..
Έχω για σένα τα πιο όμορφα κουτάκια.
Αν κρυφά αγαπάς, ελπίζεις, πεθαίνεις..
Έχω τα πιο κατάλληλα κουτάκια να ταφείς.
Έχουνε κάποια ζωγραφισμένο ουρανό,
κι άλλα μια τρύπα, να κοιτάς με το’ να μάτι.
Κανείς δε θα μάθει αν κρύβουνε λύπη ή θησαυρό,
πέρα από σένα που θα κατέχεις το κλειδί.

Όσα κουτάκια θες!.. να χτίσεις πολυώροφες  πολυκατοικίες
ή να τα βάζεις στη σειρά σα τραίνο έτοιμο ν’ αναχωρήσει
ή,  όπως βαγόνια αραγμένα στο σταθμό,
όπου κανείς δε πρόκειται,  πια, ν’ αναζητήσει…

ότι απομένει



Είδα το όνειρο να στέκεται ολάνθιστο μπροστά μου.
Τύφλωσε η λάμψη του τη λογική μου
παρέλυσε η ομορφιά του τις αισθήσεις μου.
Ένιωσα την τρέλα κοφτερό σπαθί, να μπήγεται στα σπλάχνα μου
και το θάνατο να με κατατρώει, αργά, βασανιστικά,
κι ωστόσο με σαδιστική βουλιμία.
Ένιωσα τη ζωή να γίνεται σκιά και γω σκιά της….
Βάσταξε αυτό χίλια χρόνια νεότητας...

Μα κάποτε, είδα την ομορφιά να δύει όπως ο ήλιος.
Σκοτεινιάσανε τα βαθυγάλανα νερά
και τα εύφορα λιβάδια, γίναν αμόνι
να σφυροκοπά ο παγωμένος άνεμος την αντοχή.
«Ό,τι απομένει», άκουσα ένα σύννεφο να μονολογεί,
«είναι η βροχή. Ούτε η γη, ούτε ο σπόρος.
Μόνο το αιώνιο υδάτινο ποτάμι που κάνει κύκλο».
«Ό,τι απομένει, είναι αγάπη» το διόρθωσε ένας άγγελος.
«Όλα τα άλλα είναι ψέμα και θα χαθούν
σα την ομορφιά, που παρασέρνει ο χρόνος».
«Ό,τι απομένει είναι ο θάνατος» συμπλήρωσε ένας τυχάρπαστος.
«Αλλά ευτυχώς, δε θα γίνω ποτέ λάφυρό του.
Αφήνω το θησαυρό, σε κείνους που του βρίσκουν αξία».

Είδα την ομορφιά να φθίνει, να χάνεται,
και τη νύχτα γυμνή, δίχως το πέπλο της.
Αισθάνθηκα τη γύμνια της στα κόκαλά μου.
Μία γυμνή ψυχή, απόμεινε η μόνη δύναμη,
που να μπορεί να με σώσει από τη γύμνια μου.
Ο θάνατος μου χαμογελά, μιλά και λέει:
«Μόνο ο θάνατος μπορεί να σε σώσει,
από το θάνατο ή τη ζωή σου».
Είδα τη νύχτα να κλαίει, σαν έφηβη,
ανάμεσα στ’ άστρα την αιωνιότητά της.
Κι όλοι να λένε κοιτώντας την περίλαμπρη σελήνη
τυλιγμένη στα γεμάτα βάτα μαλλιά της:
«Τι όμορφη που είσαι Νύχτα, τι όμορφη Νύχτα!»
Κάνοντας ευχές τα δάκρυά της
και ποιήματα τον πόνο της.

Κι η νύχτα θα φύγει, κι η μέρα θα ξαναφύγει.
Ό,τι απομένει, η ερημιά, ο κύκλος, το γυμνό ψέμα.
Ούτε καν η αγάπη, ούτε καν ο θάνατος.

18/8/13

Ελπίδα

_ Μια μέλισσα μπήκε στο αυτί μου! Μια μέλισσααα!!!!
_ Σώπα, ησύχασε, άσε με να δω… Έφυγε πάει!
_  Χριστέ μου!..  ευτυχώς που δε με τσίμπησε…
Αυτή ήταν η πιο έντονη αντίδραση της τις τελευταίες δυο εβδομάδες. Η αδρεναλίνη που κύλησε στο αίμα της, έκανε το χλωμό πρόσωπό  της , να ροδίσει απαλά…  Πλησίασε στο μεγάλο παράθυρο του σαλονιού, στήριξε ελαφρά τα δυο της χέρια στο πρεβάζι, και κοίταξε αόριστα έξω…  Ο καυτός μεσημεριάτικος άνεμος, και το τόσο φως, δε την βοηθούσε καθόλου.  Στάθηκε λίγο, αφουγκράστηκε τη κίνηση στο δρόμο κι ύστερα απογοητευμένη τράβηξε την κουρτίνα και στράφηκε ξανά στο εσωτερικό του σπιτιού. Ήτανε πάλι χλωμή.
_ Πρέπει να φύγω, της είπε. Τον κοίταξε αόριστα, όπως κοιτούσε έξω από τα παράθυρο…
_  Είμαι καλά, μην ανησυχείς… θα μου περάσει.
Την πλησίασε και την αγκάλιασε.. ευχότανε μέσα του να είχε η αγκαλιά του τη δύναμη να απορροφήσει το δηλητήριο που μαύριζε την καρδιά της…  Τον αγκάλιασε κι αυτή. Την κοίταξε λίγο στα μάτια πριν χαιρετήσει, κι έφυγε.
Τον τελευταίο καιρό, ένιωθε πως όλα γύρω της περνούν και φεύγουνε δίχως να μπορούνε να την ακουμπήσουν.. εκτός ίσως , από τον φόβο που έφερε εκείνη η μέλισσα.. το βουητό της. Κι ένα άλλο βουητό που τόσο λαχτάρησε …  Το βουητό της θάλασσας! Πέρα από τους τοίχους, το κάλεσμά της γινότανε μέρα με τη μέρα όλο πιο δυνατό,  αλμυρή πληγή στα στήθη της.. Κι ο χώρος ανάμεσα στους τοίχους, όλο πιο ασφυκτικός, πιο στενός…  Φορές φορές  γύρω στα χαράματα, είχε την αίσθηση πως  πριν προφτάσει να δει την αυγή, οι τοίχοι του σπιτιού θα την καταπιούνε.  Δεν ήθελε να πεθάνει.. δεν ήθελε να ζει.. δεν ήθελε απολύτως τίποτα, πέρα από τον κυματισμό της θάλασσας και τον ορίζοντά της. Όλα τα άλλα άοσμα κι άχρωμα, αδιάφορα.
Μια τυχαία ματιά, της αποκάλυψε τον εαυτό της στον καθρέφτη. Δεν ήτανε πια παιδί, ούτε κορίτσι..  οι ρυτίδες της την κάνανε να φαίνεται μία γοητευτική γυναίκα. Περάσανε γρήγορα τα χρόνια, και δεν πρόλαβε  να συνειδητοποιήσει  το πώς, Πάντα είχε κάτι να κάνει, κάτι για τους άλλους, καθώς από μικρή που νυμφεύθηκε, οι ευθύνες των άλλων την ακολουθούσαν. Πάνω από όλα, ω ναι, έβαζε τα παιδιά της.. Ο χρόνος που αφιέρωνε σε αυτά, την προστάτευε από το κάλεσμα της θάλασσας. Μα τα παιδιά μεγαλώνουνε, κι έρχεται μοιραία κάποτε η ώρα που τελειώνουν οι δικαιολογίες, κι η ψυχή δε μπορεί πια να σωπάσει το κάλεσμα μέσα της. Ένα άγνωστο πρόσωπο κοιτούσε στον καθρέφτη, κι ας ήτανε κάθε ρυτίδα, μία δικιά της στιγμή, η έκφραση ενός χαμόγελου, ο πόνος κι η πίκρα κάποιας απώλειας – σημάδι πως η ρόδα πάντοτε κυλάει - , κάποια αγαπημένη γκριμάτσα, και κάποια άλλη, οργής…  Όλα τα συγνώμη και τα ευχαριστώ, οι σιωπές, οι φωνές, τα λάθη τα όνειρα και οι ευχές.. Όλα ήτανε αποτυπωμένα σ’ αυτό το πρόσωπο, που τόσο δύσκολο της ήτανε να αναγνωρίσει ως δικό της. «Ίσως», αναρωτήθηκε, «έζησα τη ζωή  μιας άλλης, κι όχι τη δική μου».
Υπήρχε ένα μικρό λιμάνι χωμένο στην άμμο..  και μια ξύλινη ετοιμόρροπη προκυμαία. Η άμμος είναι ιδανικό μέρος να βρίσκεις κοχύλια… κι αφιέρωνε ώρες ολόκληρες σε αυτό.  Πόσα διακοσμητικά είχε φτιάξει με τα σχεδόν κοριτσίστικα χέρια της από κοχύλια! Κάθε ένα που έφερνε μες την παλάμη της, είχε την δική του ιστορία και το δικό του τρόπο να της μιλά!.. Συνήθως της μιλούσανε με χρώματα.. άλλες φορές, σιγανά μέσα από τον άνεμο.. κι άλλες  με το φως…  Πόσο πολύχρωμος ήταν ο κόσμος! Απέραντος κι απρόβλεπτος…  γεμάτος μαγεία!  Άκουγε τα βράδια, κάτω από τα πεύκα, τη φωνή της θάλασσας.. Ιστορίες για κάποια γοργόνα που γύρευε τον μέγα Αλέξανδρο..   Ναυτικούς που χαθήκανε αφήνοντας  πίσω στη στεριά έρημες,  τις δικές τους γοργόνες να τους περιμένουνε.. Είχε ακούσει κάποτε κάποιον ψαρά, πριν ανοιχτεί με τη βάρκα του στο πέλαγος, ν’ αποκαλεί το ταίρι του γοργόνα.. και να την αποχαιρετά μ’ ένα φιλί.  Κανείς άλλος δεν είχε δει τόσα πολλά και δεν είχε τόσα να πει, τόσα να κρύψει ή να φανερώσει, όσα η θάλασσα! Σα την ψυχή της…
Ένα βράδυ ο άντρας της  επιστρέφοντας στο  σπίτι  βρήκε μόνο, χάρτινα καραβάκια στη σειρά.. και προσεχτικά τοποθετημένα δίπλα τους, αράδα, διάφορα μικρά κοχύλια... Τρεις μέρες αργότερα  βρήκανε τα ρούχα της διπλωμένα σ’ ένα βράχο  πλάι στην θάλασσα.
Τη νύχτα που εξαφανίστηκε , η Πανσέληνος ήτανε τόσο μεγάλη, που άγγιζε τη γη. Το φως της μπερδεύτηκε στα ξανθά της μαλλιά, και της έβαλε τέτοια φωτιά, που έφθασε ως την ψυχή και την κατέκαιε. Η θάλασσα έγινε η μόνη της ελπίδα, να τη σβήσει…

15/8/13

Κάλεσμα..

Κι αν με σιωπή σκεπάσεις τις εικόνες
δεν θα αντέξουνε.
Πάνω στα λευκά βότσαλα θα καούν.
Θα σκορπίσουν αφημένες στο κύμα
κι όπου κι αν είσαι ή ταξιδέψεις,
θα έρθει ο χρόνος πάλι ν' ανταμωθείτε.
Δεν ησυχάζουν οι θάλασσες
που γεννούνε τα μάτια σου.
Δεν ησυχάζει το κάλεσμα,
δε γίνεται να σωπάσει.
Κάποτε στέλνω στα κρυφά
από το βασίλειο των ονείρων μου,
ένα μικρό ψάρι, ένα γλάρο
ή ένα κρινάκι της θάλασσας
να βρει τη ματιά σου.
Μία ευχή, προσευχή, φιλί.. ή ένα χάδι.
Εικόνα περαστική
που τόσο γρήγορα σβήνεται
μέσα στις άλλες, ώστε,
ίσως δε το προσέξεις καν - μα ξέρω,
πως μια στιγμή έστω
θα γεμίσει την ψυχή σου.
Η ευχή, το φιλί και το χάδι μου!
Θα σε βρω όπου κι αν είσαι,
στην πιο απόμερη αμμουδιά, ή,
μέσα στα ψεύτικα τείχη μιας πόλης..
Δίπλα σε άσφαλτο γεμάτη αμάξια
ανάμεσα σε κόσμο..  ή μόνη.
Θα σε βρει
Γιατί αυτή η θάλασσα
δεν κοιμάται ποτέ,
δε γνωρίζει από κανόνες και πρέπει..
Είναι η θάλασσα των ονείρων μου,
των ονείρων που εσύ γέννησες..
Και πάντοτε ταξιδεύει..
Την γεννάνε τα μάτια σου,
κι αυτή η εικόνα, δε φθίνει.

Τα μάτια σου είναι πράσινα δάση
και διψασμένη γη..
Είναι τα καφετιά φτερά του σπουργίτη
την ώρα που σβήνουν στο φως.
Τα μάτια σου έχουνε το χρώμα των μαλλιών σου.
Κρύβονται σε αυτά παραμύθια,
χνάρια από ξωτικά κι ανάσες δράκων..
Άστρα γεννημένα από Αγάπη και Πόθο,
μου καίνε το βυθό της ψυχής μου!
Τα μάτια σου είναι τα δάση
κι είναι το κάλεσμα της θάλασσας..
Είναι ο ουρανός κι η γη.
Μήτρα του Θεού και δική μου..
Υπέροχος τρόπος να ζήσω ή να πεθάνω,
αφού, εντός σου,
μπορώ πάντα  να γεννηθώ ξανά..

Πως κυματίζουνε τα μαλλιά σου
και μεθούνε τον άνεμο!..
Κάλεσμα είσαι, Φιλί Μου..
Κι η θάλασσα μέσα μου, Εσύ!
Ο παράδεισος στη γη Εσύ!
Κι η κόλαση,  να είμαι μακριά σου..
αν ήτανε ποτέ μπορετό αυτό,
καθώς, απ' όταν τα ξωτικά των δασών σου
με στοιχειώσανε με ζωή,
η σκέψη μου   κι η καρδιά μου
σου ανήκει!
Κι είμαι
ευχή, χάδι, φιλί, όπου εσύ είσαι.
Θάλασσα απέραντη και κυματίζω..
Όνειρό μου, φιλί μου, Ζωή!!!

29/6/13

Κρυφό σύμπαν

Θα φυτέψω τα λουλούδια αναστραμμένα…
Να έχουν τη ρίζα τους στ’ άστρα, και το άνθος τους
Χωμένο βαθιά στη σκοτεινή γη.
Να μη το κάψει, όνειρό μου, το φως.

Θα γελιούνται οι τυφώνες του μίσους,
Από τον λάκκο.. θα προσπερνάνε.
Δε θα φαντάζονται, πως, σε μια τόση δα τρύπα
χώρεσε το απέραντο…

11/6/13

Χρόνος αόριστος.



Χρόνος αόριστος... νοθεύοντας ένα ατέλευτο παρόν. Σαν τι μοιάζει κάτι που δε συνέβη ποτέ;
Στον καθρέφτη ξεδιπλώνουν  όλες οι απάτες  τα φτερά τους. Πεταρίζουνε στη καρδιά… Δε τις φοβάμαι… Από το πρώτο σκίρτημα ως τα τώρα, συνήθισα. Δεν κοιτώ τον καθρέφτη. Κι όταν τον κοιτώ, γνωρίζω, πως είναι κάποιος άλλος εκεί.. Κάποιο μοχθηρό πνεύμα, μια καταδικασμένη ψυχή. Πώς θα μπορούσε να είναι η δική μου;
Μετρώ με τις νύχτες, τις φωτεινές μου στιγμές. Και το άθροισμα είσαι πάντα συ. Εσύ που ποτέ δεν υπήρξες  παρών και πληρών. Είναι η απουσία σου.. Ίσως, όμως, είναι η δική μου απουσία..  Τόσες ελπίδες, τόσα όνειρα, και σε κανένα να μη χωρέσω την ψυχή μου. Θάλασσες και πελάγη, μα κάθε που έσκυβα να πιω νερό από τα χείλη σου, στερεύανε… Μικραίνανε και γινόντουσαν ένα λίθινο κοίλωμα, λιοπύρι…  Που στέγνωνε στη δίψα τη ψυχή.
Αύγουστος, λες… θερισμού ώρα… Μα ακόμα κι οι άνεμοι στερεμένοι.. Σα να κοντοστέκονται, μήπως τελευταία στιγμή φανείς.. Σα να γυρεύουν να βρουν για να ταξιδέψουν την αρχή της κλωστής, το νήμα της ζωής μου. Στέκονται, σάμπως στη μέση του πουθενά..  Τα χείλη μου πληγιασμένα από την δίψα σου.. και στέκομαι μαζί τους, περιμένω… Αυτό που ποτέ δεν έζησα και ποτέ δε θα έρθει. Γίνομαι ολάκερος προσευχή, θάνατος… και στο τέλος τέλος, ένα λίθινο κοίλωμα… που δε χωρά τη ψυχή μου, όσο κι αν μίκρυνε. Όσο κι αν κλάδεψα τα όνειρά της.. κι αν αρνήθηκα την ύπαρξή σου, και τη δική μου μαζί..