Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

10/2/09

Άτιτλο

Συχνά ο έρωτας, το πάθος, κι η αγάπη που νιώθουμε, ή νομίζουμε ότι νιώθουμε, γίνονται φυλακή. Μια φυλακή που τη ζητάμε, μα και που μας στερεί. Ο έρωτας κι ο θάνατος είναι δίδυμα φεγγάρια. Μερικές φορές αδύνατο να τα ξεχωρίσεις.... Μπερδεύονται τις νύχτες που περπατάς μόνος τα βήματα και οι δρόμοι. Κι ενώ ξεκίνησες για τον ουρανό, ανταμώνεις τη θάλασσα. Κι άλλες φορές , κινάς μ' ένα σπασμένο καράβι για καταμεσίς της λησμονιάς, και βρίσκεσαι να πλέεις στ΄ άστρα, σε πελάγη ουράνια. Μα επειδή η ζωή είναι δρόμος, η θάλασσα κι ο ουρανός κάποτε σμίγουν μέσα μας οριστικά κι αμετάκλητα, και δεν υπάρχει πια γεύση γλυκιά που να μη πικρίζει, και πίκρα, που να μη μοιάζει με έρωτα.

30/1/09

άτιτλο

Τα χέρια μου ματώσανε
σε δρόμους σκορπισμένους
να μαζεύουν άχυρα
έρωτες χαμένους.

Κι έχτισα έτσι την ζωή
να μοιάζει μ΄αχυρώνα,
και την καρδιά μου σκέπασα
για τον βαρύ χειμώνα

Οι φίλοι συνετίζανε
γελούσαν οι αγνώστοι,
μα στην καρδιά δε χώραγε
ούτε μια στάλα γνώση.

Φύσηξε άγριος βοριάς
που γκρέμισε τ΄αστέρια
μα το μικρό καλύβι μου
έστεκε κει ακόμα.

Παράνομο κηρύχθηκε
απ΄την πολεοδομία
δεν έφτανε η αγάπη μου
για να πληρώσω μία.

Κι έτσι λοιπόν εντύθηκα
κι εγώ σαν τη χελώνα,
όπου καρδιά το σπίτι μου,
και χάθηκα στα χρόνια.

23/1/09

Ιστορία απλή...

Κι έπειτα, η αίθουσα άδειασε, τα φώτα σβήσαν..  η μοναξιά στάθηκε δίπλα της χωρίς προσωπείο. Πέταξε από πάνω της το κουρασμένο χαμόγελο, και στόλισε δάκρυα τα μάγουλά της. Άφησε το ποτήρι στην άκρη, και άρχισε να στριφογυρίζει χωρίς να υπάρχει μουσική, αφημένη στο ρυθμό της καρδιάς της. Μέχρι που ζαλίστηκε, κι έπεσε ζαλισμένη, στο πάτωμα. Στο σύντομο αυτό διάστημα, που την στροβίλιζε αυτός ο παρορμητικός χορός, της φάνηκε πως είδε τα πράγματα καθαρότερα.
Από το πάτωμα, σηκώθηκε την αυγή, με το κελάηδημα των πουλιών, και το γαύγισμα του αγαπημένου της φίλου. Πήγε στο δωμάτιό της, κι έφτιαξε μια μικρή τσάντα, με τα απαραίτητα ρούχα. Έβαλε μέσα λίγες φωτογραφίες, μία επιστολή, ένα μικρό κουτάκι ανθισμένα λουλούδια. Θα έφευγε, αφήνοντας σαν παλιό δέρμα φιδιού, όλη της την εν τάξη, ζωή πίσω. Τα πιο πολύτιμα, τα είχε μέσα της.. Τα παιδιά μεγάλα πια, οι αποστάσεις μεγαλύτερες ανάμεσα σε κείνη και τη Ζωή. Είχε πολύ, και δύσκολο δρόμο να κάνει, και σίγουρη δεν ήταν καθόλου, πόσο μακριά θα φτάσει. Μα κόβοντας τη ρίζα, από τα πόδια της ψυχής, όλα δυνατά είναι.. "Λευκή σελίδα η ζωή", σκέφτηκε..
Χρειαζότανε μια τελευταία βόλτα με τον σκύλο της.. Τον είχε σχεδόν δεκαοχτώ χρόνια, ο καημένος, ήταν γέρος πια. Μα η καλή φροντίδα, τον είχε διατηρήσει αρκετά υγιή για την ηλικία του. Αν μπορούσε, δεν ήταν τόσο μεγάλος, θα τον έπαιρνε μαζί της. Η σκέψη όμως, πως αυτό θα τον ταλαιπωρούσε, την έκανε να το αποκλείσει.. "Σ’ αγαπώ, του είπε, και τον φίλησε στη μουσούδα..".. "Αν υπάρχει Θεός, θα σε συναντήσω ξανά, επειδή η αγάπη δε χάνεται.."
Η αλήθεια είναι, πως μόλις μπήκε στο σπίτι, το ξανασκέφτηκε.. Μια αμφιβολία πάντα την πιλάτευε. Μα η οδύνη της εικόνας, να τακτοποιεί ξανά, τα λίγα ρούχα που διάλεξε στα ράφια και τα συρτάρια, την έκανε να νιώσει πως το να μείνει, ισοδυναμούσε με την είσοδό της σε τάφο.. Έσπασε, λοιπόν τις ρίζες, που δέναν τα πόδια, και .. ξεκίνησε!
Τηλέφωνο δε τον πήρε. Ήθελε πρώτα να βρει κάπου να μείνει, να σκεφτεί, παρόλη τη λαχτάρα να τον σφίξει στην αγκαλιά της, κι ύστερα, κι ενώ αυτός θα την αναζητούσε, να βρεθεί μπροστά του, να του πει.. "έφθασα.. είμαι εδώ!" Μα η μοίρα των ανθρώπων, είναι αμείλικτη. Κι ενώ συχνά δίνει τόσες ευκαιρίες, αρέσκεται να γελά με τον τρόπο που σχεδιάζουμε δίχως εκείνη. Έφθασε αρκετά νωρίς, για την κηδεία του, αρκετά αργά για να τον αγκαλιάσει.... Σα να έπρεπε, τούτος ο έρωτας να μείνει πάντα ιδανικός, ένα παραμύθι των αγγέλων, ειπωμένο μια χιονισμένη, παγωμένη μέρα της ζωής μας. Για να κάνει την καρδιά, να νιώσει ζεστά, να νιώσει την αγάπη μιας άνοιξης και ν’ ανθίσει..
Το κόκκινο τριαντάφυλλο, που έκοψε από ένα κήπο στην σκέψη του, και της μάτωσε το χέρι, τώρα της μάτωνε την καρδιά, καθώς αντί για φιλί γινότανε ύστατο αντίο μιας μεγάλης αγάπης, που δεν πρόλαβε, παρά τις τόσες υποσχέσεις για "όταν περάσουν τα χρόνια".. να ζήσει....
Ένα μικρό σκυλί, αδέσποτο, ακολούθησε τα βήματά της, που ξεμακραίνανε.. από αυτόν.. Την ώρα που κάθισε σε ένα παγκάκι, γεμάτη αναφιλητά και δάκρυα, εκείνο χοροπηδούσε ολόγυρά της μες την καλή χαρά, και κουνούσε την ουρά.. Τόσο αστείο και χαρούμενο σκυλάκι ήταν, που στο τέλος, γέλασε! Το πήρε στην αγκαλιά της, και κείνο, την κοίταξε με μάτια γεμάτα ευγνωμοσύνη.. Θυμήθηκε τον σκύλο της, και το έσφιξε πάνω της όσο πιο δυνατά μπορούσε.. "Σ’ αγαπώ", ψιθύρισε...Ο ήλιος, αποτραβιόταν από τα σύννεφα λαμπρός, καθώς άνοιξε τα βλέφαρα, τον είδε μέσα από τα θολά της μάτια, να γελά! Ήταν σίγουρη, σχεδόν ένιωσε να της λέει και κείνος.. "Σ’ αγαπώ!.. είμαι εδώ, μαζί σου, πάντα.. Φοράς την καρδιά μου.. το ξέχασες;.. Σ’ αγαπώ! ".... Και με ένα ανάμικτο αναστεναγμό, θλίψης κι ευτυχίας μαζί, σηκώθηκε παρέα με τον καινούργιο της σύντροφο, και βάδισε στον ηλιόλουστο
δρόμο, που στέγνωνε από τη βραδινή μπόρα.. Το ανέμελο τραγούδι ενός κοτσυφιού, της έλεγε με τον τρόπο του, πως η ζωή συνεχίζεται, πάντα, μα ότι αγαπήθηκε αληθινά, δεν χάνεται ποτέ! «Πάντα» και «Ποτέ».. δυο λέξεις που ποτέ δεν είπε εύκολα, που τις φοβόταν. Μα τώρα, κατάλαβε τι σημαίνουν.. και τις άκουγε να επαναλαμβάνονται, μέσα στην καρδιά της.. κι ο ήλιος, της χάιδευε τρυφερά το μάγουλο...

16/1/09

Κλέφτης στιγμών...

Είναι φορές που θες να πετάξεις και νιώθεις αφόρητη στους ώμους την απουσία αυτής της δυνατότητας. Σα την βροχή περνάνε γρήγορα οι μέρες μας. Και μεις στο παράθυρο κολημένοι τεχναζόμαστε ταξίδια στη λίμνη του πεπρωμένου, πέρα από τον ορίζοντα... Ποιος τρελλός Δημιουργός φαρμάκωσε με όνειρα το δύστηχο σώμα μας; Τι περίμενε από λίγη λάσπη που στάθηκε όρθια, σε δυο πόδια.. να υποτάξει τη ψυχή; Πως; .. Και πως το κορμί τις προσταγές ν΄ακολουθήσει της επαναστατημένης ψυχής;Φυλακισμένοι βρέθηκαν κι οι δύο, δέσμιοι το ένα με τ΄άλλο... Πολλά τα "θέλω" και τα "πρέπει" κι αλληλοτρώγονται... Μία ζωή.. μία καρδιά.. να "φτάσει" τι... Μόνο στα πόδια του συλογισμού, ίσα ν΄αγγίξει ικέτης τα γόνατα, προλαβαίνει.. Να νιώσει την ευλογία, πως προσπάθησε. Μα είναι μάταιο. Και θλιβερό σα την πιο μεγάλη νύχτα, αυτή που γεννιέται μέσα μας, κάθε φορά που συναντάμαι το όριο. Ίσως η μόνη πραγματική υπέρβαση, ο Θάνατος. Μα πάλι.. τη στιγμή ακριβώς που κόβεις το νήμα των ορίων, και πριν γευτείς τη νίκη σου, τά χεις χάσει ήδη όλα. Ο κόσμος μας είναι για τους χαμένους, μόνο. Ανθρώπους κι αγγέλους ξεπεσμένους, που ζούνε ως δυνατότητα, ξεκλέβοντας αραιά και που στιγμές του ουρανού, μικρές ανάσες αιωνιότητας. Χαμίνια ελπίδων, που μεγαλώνουν έξω από το κάστρο του Παραδείσου, ζώντας με ζητιανιά και τεχνάσματα.
Κάποτε, μια ψυχή καταφέρνει ξεχνώντας το "Τώρα", να υψωθεί στις μύτες των ποδιών, και να δει στην αυλή του Παραδείσου. Τότε, συχνά τρελαίνεται. Γιατί συνηδειτοποιεί πόσο μόνη είναι, πόσο μόνος είναι ο καθένας μας και πόσο διαιρεμένος ο κόσμος. Ο πύργος της Βαβέλ, σκόρπισε στη γη αυτή την κατάρα. Ο ένας είμαστε όλοι, κι όλοι είμαστε ένας, κι όμως, συναστρέφεται πιο εύκολα το είδωλό του στο κάτοπρο κανείς, παρά τον ίδιο του τον εαυτό που κατοικεί σε σώμα άλλο. Όλοι είμαστε μοναδικοί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.. Η μοναδικότητα του καθενός συμπληρώνει τη δική μας μοναδικότητα. Αυτή η βροχή, που θα μπορούσε να ήταν η καρδιά και το κύμα ωκεανού... είναι φθόγκοι θλίψης, ασχημάτιστα γέλια και κλάματα, που τόσο άσκοπα χάνονται..
Το μόνο που μας απόμεινε, παιχνίδι θεικό, να ξεχνάμε τη θνητή μας φύση, ο Έρωτας. Το μυσταγωγικό του άγγιγμα, η έκφραση που γίνεται οδός να περπατήσει.. Ότι ωραίο μας έχει απομείνει, Έρωτας.. Έρωτας εντός πολλών ορίων, έρωτας μυστικός, τυφλός, έρωτας κλέφτης. Κλέφτης στιγμών...

15/1/09

Η ανεμόνη ..

Ήταν όμορφη, ήταν γλυκιά.
Σαν ανεμόνη, σε άγριο λιβάδι.
Ήταν υπέροχο λουλούδι, θαυμαστό.
Μία γλύκα άγρια, ξελογιάστρα.
Και κείνος την είδε...
Αδύνατο να μη την έβλεπε.
Η δίψα της ψυχής του
τον οδηγούσε σε κείνη..

Ήταν ένα άγριο λουλούδι.
Κι ήταν η εποχή της, έλαμπε..
Τον είδε από μακρυά, αδιάφορα,
να την πλησιάζει.
Τίναξε τα πέταλά της
και ευώδιασε διακριτικά τον αέρα..
Τον άφησε να έρθει κοντά, πολύ κοντά.
Η ανάσα του έγινε ανάσα της...

Το βλέμα του σκοτεινό από πόθο.
Το άρωμα της σάρκας του μεθούσε το νου,
η καρδιά αδύναμη να ακολουθήσει..
Σκοτείνιασε στο τρόπο που την αγκάλιαζε
η φύση. Μάβιασε ο ουρανός.
Τα πουλιά φτεροκόπησαν τρομαγμένα..
Η ανεμόνη έκλεισε τα μάτια
και τα ξανάνοιξε με πόνο, δίχως ρίζα,
στολίδι στη κόκκινη καρδιά ενός άνδρα..

Τα πέταλα κόκκινα, κατακόκκινα,
από αίμα αθώο που χύθηκε...
τα τύλιξε προσεχτικά, γύρω από το γυμνό της κορμί,
να μη σπάσουν ακόμη περισσότερο..
Έγινε ένα μικρό κόκκινο μπουμπούκι..
και γέμισε αγκάθια και "μη" η ψυχή της.
Ένα μικρό κόκκινο, κατακόκινο ρόδο
που αιμοραγεί λέξεις και αισθήματα..
ενός ατίθασου παιδιού, ενδυμένου γυναίκα..

7/1/09

Εσύ...

Ταξίδεψα σε μέρη σιωπήλά,
ακούγοντας τους άλλους,
τρύγησα το τίποτα
και ήπια το χυμό του όλου.
Κάθε μικρή στιγμή χαράς,
κελάηδημα, κελάρισμα, ανάσα,
στο ένα βήμα γεννιότανε
στο άλλο σκορπούσε.
Ο δρόμος μικρά σοκάκια
που κρύβουν ευθεία κι ορίζοντα.

Το μόνο που απόμεινε σίγουρο, εσύ...
Το πιο βέβαιο δικό μου κομμάτι.
Σε κάθε βήμα είσαι εκεί,
μουσικό κλειδί ονείρων
καρδιάς που χτυπά.
Κι όσες φορές κλειδωθώ
με λευτερώνεις.

Μπορεί να χάσω τον εαυτό μου,
μα όσο πιστεύω σε σένα,
ξανά θα τον βρω.
Γιατί, εγώ είμαι εσύ,
ένοχος κι αθώος,
άγνωστος και γνωστός.
Δίχως φτερά, δίχως αθανασία.
Απλά Άνθρωπος...

18/12/08

Μοίρα...

Τα σύνορα του κόσμου αναζήτησα
και στων χειλιών τις όχθες σου κατοίκησα.
Μια θάλασσα απέραντη, μου τάζεις,
μα τσόφλι καρυδιού, ψυχή μου βάζεις.

“Τα σύνορα που ζήτησα και ζήτησες
στ’ αλώνι του ο χρόνος τα συγύρισε,
ο άνεμος στα δάχτυλα τα ύψωσε
και στων ψυχών τα άστρα, φύσηξε.

Η μοίρα σου, από την μοίρα τους περνά
και η δική τους στη δική σου σταματά.
Ποτέ τα σύνορά σου δεν θα αγγίξεις
αν τον κόσμο δεν μπορέσεις ν’ αγαπήσεις.”

Κι έτσι, με λόγια στα πόδια μου, βρεγμένα
και μάτια που κοιτούν τα περασμένα
με τρόμο την ψυχή μου ακουμπώ
στο δέντρο της ζωής μου το γυρτό.

Μάταια προσπαθώ να καταλάβω
το μέλλον που μ’ ακολουθεί σα σκλάβο,
σκιά ζητιάνου, με βλέμμα που ελπίζει
από τα ψίχουλα του είναι μου να ζήσει.

Σε σώμα ένα, ναυαγός που αγναντεύει
το σώμα που η παλίρροια θα φέρει.
Χιλιάδες γύρω μου κύματα οι πνιγμένοι
καθρέφτης σε κάθε αγάπη προδομένη.

Στο σώμα σου το σώμα μου ερμήνευσα
στα μάτια σου όλα τα άστρα γύρισα...
Κι αν η νύχτα, να σ’ επιστρέψει δεν προλάβει,
θα γίνω δάκρυ, στα μάτια σου να λάμπει.

15/12/08

Κι αν..

Κι αν έχανα τη μιλιά μου...
Κι αν τα χέρια μου καιγόντουσαν
ξερόκλαδα που ξάπλωσε πάνω τους η σελήνη...
Αν τα μάτια μου σώπαιναν
και μαύρα τριαντάφυλλα φέρναν στη ψυχή...

Φωνή μου θα έκανα τα σύννεφα,
μιλιά τη βροχή,
της καρδιάς μου ν΄ακούς τον χτύπο
που ξέρει λέξη μόνο μία: "Σ΄αγαπώ!"
Στο κορμί σου να κυλώ,
τα μαλλιά, τα χείλη το στήθος...
Στης σελήνης το φως
πλοίο που ταξιδεύει στην ανάσα σου,
συντρίμι στα κύματα του παλμού σου,
όνειρο βυθισμένο σε θάλασσα αγάπης.

Σα τους τυφλούς, χνάρια θα μαζεύω
τριγυρνόντας ανάμεσα στ΄άστρα των πόθων,
πλανήτες καινούριους θ΄ανακαλύπτω
στα μέρη που δε φτάνει των ανθρώπων το φως
και ψιθυριστά θ΄ακουμπώ τ΄ονομά τους
πάνω στα χείλη σου..

Νύχτα βροχερή θα γίνω
ν΄αφουγραστώ κάθε σου επιθυμία,
αγιόκλιμα ευωδιαστό
στο πιο βαθύ σου "θέλω", να ριζώσω.

11/12/08

παντιέρα

Με δύο λόγια συμφοράς
και άλλα δυο παρηγοριάς
βλασφήμησες,
και την ζωή σου μες τα μάτια
την αντίκρισες.

Σου χαμογέλασε γλυκά
μα συ κοιτούσες μακριά
κι έτσι σε μίσησε
με αλυσίδες τη ψυχή σου
την ετύλιξε.

Και μ΄ ένα φόβο σιωπής
μια νύχτα πού΄σουν μοναχός
δραπέτευσες
και της ζωή σου το σωρό
επέστρεψες.

Τώρα θρηνούν και τραγουδάς
μες τα σκοτάδια της χαράς
που βρίσκεσαι
νύχτες σ΄ακούω που γελάς
και ονειρεύεσαι.

Με ένα στα άστρα σου χορό
μία στροφή πλάι στο γκρεμό,
σε αναζήτησα
στα ίχνη απ΄ τίς νότες σου
ξεψύχησα.

Μ΄ένα χορό ερωτικό
δίχως κανόνες και σκοπό,
για πάντα σμίξαμε
πέρ΄από πρέπει κι ενοχές,
ας μας μισήσανε.

Δως μου φιλί ανατολής
νέο του έρωτα κορμί,
αλλού να ζήσουμε
με της αγάπης τον καρπό
στου παραδείσου τον καιρό
να μεθύσουμε.

Δώς μου ότι ήσουνα εσύ,
να με φορέσεις σα κορμί
σα φως να σβήσουμε
κι όλο τον κόσμο αγκαλιά
με μια παντιέρα από φιλιά
να γυρίσουμε.

7/12/08

Οδυσσέας

Ένα στόλο θα στολίσω νά ρθω να σε βρω
στων ματιών σου το λιμάνι ν΄αποκοιμηθώ.
Χρυσαφένια τα μαλλιά σου στην ανατολή
με καλούν στα ονειρά σου νά μαστε μαζί.

Ένας χρόνος, μια ημέρα, αιώνας ή στιγμή
Οδυσσέας μες τον Άδη, και Ιθάκη εσύ.
Δεν αντέχω μακρυά σου νά μαι ζωντανός,
πάρε με στην αγκαλιά σου σα μικρός Θεός.

Διπλωμένα τα καράβια και με καρτερούν,
τα στολίζω με στιχάκια για να μη χαθούν.
Βάζω κόκκινη καρδούλα στα λευκά πανιά
στο κατάρτι τους δεμένη χάντρα θαλασσιά.

Να τα δεις, μη προσπεράσεις, από μακρυά
να πετούν πάνω απ΄τις δίνες όπως τα πουλιά.
Στου βυθού τις τόσες πίκρες, μη βουλιάξουνε
των φιλιών σου τα αστέρια, χάρτη νά΄ χουνε!

Ένα στόλο θα στολίσω νά΄ρθω να σε βρω,
και στο τόπο της καρδιάς σου πεύκο να γινώ.
Να αγναντεύουμε παρέα πως περνά η ζωή
και της θάλασσας το κύμα, να μας βρει μαζί.

5/12/08

Φιλί..

Μες το μυαλό μου χαμένη αντιλόπη,
σχίζεις του νου μνήμες θλιβερές,
το ένστικτό σου το δάσος λευτερώνει
και δραπετεύουν δακρυσμένες ενοχές.

Σκίζω σεντόνι, την ζωή για να τυλίξω
το λευκό στο κόκκινο του "ζω"...
Κάθε μου μέρα στη νύχτα τη χαρίζω,
με όνειρα το φεγγάρι μου μεθώ.

Κι είναι οι πόνοι από ζωές αιώνων
που φαρμακώνουν στο ποτήρι το κρασί,
γελάν τ΄αστέρια, και γω παρόν δηλώνω
μες το μεθύσι να σβήσω την αυγή.

Τα χείλη δως μου αγάπη να κεράσω
από αγκάθι ρόδου τη πληγή.
Με σύννεφα, τον πόνο να σφουγκίσω
αίμα σταγόνα, απ΄τό κέρασμα μη βγει.

1/12/08

Το τραγούδι της βροχής

Μου μαρτύρησε η βροχή ένα τραγούδι και ανοίξανε τα στήθια οι ουρανοί, στης τρέλας χάθηκα το πιο βαθύ λαγούμι ανήμερη η λύπη, μη με βρει. Του κόσμου, λέει η βροχή, είναι το κλάμα το γέλιο κι η ελπίδα ενός παιδιού που δίψασε στην έρημο για τ΄άστρα και το τραγούδι, που σώπασε, πουλιού. Είν΄το φιλί ερωτευμένου, που ταξιδεύει τα χείλη ώσπου νά΄βρει τα σωστά, χάδι που παράπονο το παρασέρνει και του ωκεανού γίνεται θηλιά. Νανούρισμα, ήταν λέει, των αγγέλων λίκνισμα κούνιας, μα τώρα πυρκαγιά δάκρυα από ένα όνειρο χαμένο αίμα, από κάποια π΄αγάπησε καρδιά.

27/11/08

Νοέμβρης..

Νοέμβρης σιωπηλός όπως τότε,
κύμα θανάτου σου σαρώνει τη φωνή.
Κατάρτι τ΄όνειρο που βυθός δε βαστάει
ταξιδεύει σπασμένο στη ψυχή.

Νοέμβρης πάλι, και τα πουλιά έχουνε φύγει
άγνωστοι γύρω σου σα πύον στη πληγή.
Γράφεις γράμμα μα σβήνει το μελάνι
μ΄ένα σου δάκρυ, κι η σελίδα αδειανή.

Αύριο πάλι ξημερώνει μια Δευτέρα,
γεμάτη πρέπει και χωρίς πολλά γιατί.
Και συ άυπνος ανασαίνεις το Νοέμβρη,
σβηστά τα φώτα μα η μνήμη πυρπολεί.

άστεγα όνειρα..

Μία βροχή και ένα κρύο τσουχτερό
σβήνουν τις λέξεις απ΄τό βιβλίο των πτωχών.
Τ΄άσπρα τους δόντια του φόβου παίζουν τη μουσική,
χορεύει ο θάνατος κι αποσβολώνει την ηθική.

Είναι οι λέξεις του στομαχιού τους η πληγή
έχει σωπάσει από αιώνες η ψυχή.
Ένα αδέσποτο, σόμπα ίσως γίνει για τη βραδιά,
ψάχνει και κείνο φαγητό στη ζητιανιά.

Άστεγα όνειρα, άστρα που λείψανε στον ουρανό
βήματα σβήνουνε, πάνε και έρχονται πέρα από δω.
Τρύπησε ο χάρτης, στο πλήθος μέσα σημείο κενό,
κόσμος αόρατος, καλά κρυμένο μυστικό.

21/11/08

Άτιτλο

Στις λέξεις, που χωρίζουνε, δε χώρεσα
στα λόγια που πονάνε τη καρδιά, πόνεσα.
Κόκκινη είμαι κιμωλία σε μαύρο πίνακα
εύκολα σβήνομαι, και γίνομαι τίποτα.

Συνθήματα έγραψα στα κύματα
και έδεσα την οργή σ΄ανέμους,
με άμμο την ιστορία μέτρησα
τους νεκρούς και τους αγαπημένους.

17/11/08

άτιτλο..

Δε τη ρώτησε.. την πλησίασε με σιγουριά, την έπιασε απαλά από τη μέση, και έβαλε το χέρι της στο δικό του. "Αυτό το ταγκό, μου ανήκει", της είπε, "όπως και συ.." Την τράβηξε να κολλήσει πάνω του, την άφησε να ακούσει την καρδιά του, κι ύστερα άρχισε να στροβιλίζεται μαζί της, τα πόδια τους μπλέκονταν το ένα μέσα στο άλλο, και σαν τελείωσε ο χορός, την κοίταξε με λατρεία στα μάτια, και έσβησε κάθε απορία της με ένα φιλί.. όνειρο.
"Αχ!" .. Αναστέναξε κοιτώντας από το παράθυρο το χιόνι να παίζει με τον άνεμο.. "Αχ! Μακάρι να ήταν στ΄αλήθεια εδώ.." Και με ένα χαμόγελο, συνειδητοποίησε πως είχε πράγματι κάνει τις στροφές, βαστώντας στο χέρι το τσιγάρο, και ναι.. πράγματι τον φίλησε.. Και στο σύννεφο του καπνού που ελευθέρωσε αργά από τα χείλη, είδε για άλλη μια φορά σαν από ψηλά, τη σκηνή να χορεύει μαζί του.. Ο καπνός θόλωσε το τζάμι.. Και οι υδρατμοί σα να γράψανε , καθώς μάτια υγρά, στο θολό τζάμι, " σ΄αγαπώ!" .. Ναι, το ένιωθε, ήταν εκεί μαζί της. Δεν κρύωνε επειδή την βαστούσε αγκαλιά... Και με την αίσθηση αυτή αποκοιμήθηκε στη χώρα της αγάπης. Μέχρι που ένα πουλί με το κελάηδημά του, την ξύπνησε γλυκά.. "Σ΄αγαπώ".. άκουσε, σαν ηχώ, κι η φωνή έσβησε στο καψάλισμα των ξύλων στο τζάκι.. Μα το άκουσε πάλι.. " Σε λατρεύω!.." Και η ψυχή της πλημύρισε ευτυχία. Γιατί αυτός ήταν εκεί, κι αυτή αποκοιμήθηκε .. στην αγκαλιά του. " Είδα ένα κακό όνειρο" , του είπε. "Ήσουν αλλού.. μα και πάλι τόσο παρόν!.." ..Όπου κι αν είμαι, καρδιά μου, μαζί σου είμαι. Το ξέρεις, το ξέρω.. το σώμα μας είναι απλά η αφορμή. Δεν υπάρχει ζωή χωρίς εσένα.. Σ΄αγαπώ! Άγγελέ μου όμορφε, Σ΄αγαπώ! Μακριά σου δεν μπορεί να υπάρξει τίποτε.. Είσαι ο κόσμος όλος και θέλω τόσο να είμαι ο κόσμος σου! Μα κι αν ακόμη δεν είμαι, μου αρκεί που ζεις κι ανασαίνεις.. " .." Αχ! Άγγελέ μου! " ψέλλισε και ένα δάκρυ έσβησε τα ήδη σβησμένα με ένα φιλί, λόγια..
"Τι παράξενη η γεύση ενός φιλιού, με ένα δάκρυ", αναρωτήθηκε.. Στα μάτια της, ο καπνός είχε πια ξεθολώσει, τα χείλη ακόμη αλμυρά, και το τοπίο άσπρο... "λευκό σαν τις μέρες μου μακριά σου", σκέφτηκε, " τις μέρες πριν σε γνωρίσω.." Ήταν πράγματι παράξενο, που σκέφτηκε το ίδιο ακριβώς με αυτόν, τα ίδια λόγια.. " Οι μέρες μου λευκές πριν σε γνωρίσω".... Άκουγε στη καρδιά του την καρδιά της..η αιτία ήταν αυτή. "Αχ! Ονειρεύομαι ξύπνια" , αναφώνησε... και με μια γλυκιά νοσταλγία, του ταγκό, της αγκαλιάς, της γεύσης από το δάκρυ και του φιλιού την χαρά, έσβησε το τσιγάρο της και λαχτάρησε να βάλει ένα ποτό... Να το πιούνε μαζί, αγκαλιά, όπου κι αν είναι εκείνος!

14/11/08

να με θες

Στο άδειο σου πακέτο τσιγάρο τελευταίο,
με πόθο να με πιεις να με κρατάς μ΄αγάπη
και να με σβήσεις σαν κάθε τι μοιραίο.

Στα χείλη σου καπνός να γίνω δε με νοιάζει
αν στην ανάσα σου για λίγο έστω ζω
και το φαρμάκι και τη χαρά σου μοιραστώ.

Να με κρατάς, να τρέμεις μη τελειώσει
η ώρα κείνη που είμαστε μαζί,
και πριν σε χάσω, η ζωή μου να χαθεί.

Στο άδειο σου πακέτο, ελπίδα τελευταία
στους ουρανούς να με εκπνέεις, να με καις,
κομμάτι σου στον κόσμο να με θες.

24/10/08

το τέρας που τρέφεται με αγάπη..

Σα κλείνουν τα μάτια το βράδυ
σε ύπνο βαθύ, σκοτάδι..
το ακούς που ουρλιάζει στ΄αστέρια
και τρομάζει
των αγγέλων τα χέρια.
Μοιάζει ο κόσμος μόνος, με φόβο.
Εφιάλτης η ανάσα, που διώχνω...

Κι ύστερα πάλι η ώρα,
ρυθμικά την καρδιά τη κουρδίζει.
Δίνει σήμα, να κρύψει το "Τώρα"
απ΄την αυγή, που ωραία ροδίζει..
Νέα πρόσωπα, μάσκες καινούργιες
ήχοι σιωπών καλύπτουν τα ίχνη,
φοράς ανάποδα το δέρμα
που ακόμη φόβο μυρίζει.

Και της μέρας σκαφτιάς, εργάτης,
σα σκουλήκι τρυπάς το ωραίο.
Φτερουγίζουν μακρυά σου τα σμήνη
και ρωτάς τι έχει απομείνει..
Μες τα χέρια σου βαστάς ένα χάρτη
από πρέπει και μη, απ΄ αλάτι,
στις πληγές ως επίθεμα βάζεις,
της καρδιάς τις ρωγμές να σκεπάζεις.

Μία στοίβα χαρτιά η ζωή σου,
κάπου γράφουν πως είσαι σπουδαίος,
έντιμος εργατικός και νέος.
Να προσέχεις τα όνειρα λένε
που τις μοίρες ανάξιων καίνε..
Κάπου γράφει, μα είναι σε στοίβες
και θυμάσαι σκόρπια, ελπίδες.
Μία τάξη, θαρρείς, πρέπει μόνο.

Και μια ώρα, το αλάτι δε φτάνει.
Ενός γέρου το κορμί πια φορείς,
μοιάζει η έντιμη δόξα με τάφο
που σε καλεί να ξεκουραστείς..
Σε ένα χαρτί, σου λεν, δεν υπάρχεις
και πως εσύ ν΄αρνηθείς...
Με τ΄αδύναμα χέρια του γέρου,
δεν μπορείς ν΄ αντισταθείς.

Τις ημέρες κρυφά λευτερώνεις
το τέρας που αρνιόσουν καιρό.
Τη σκιά σου τρώει και λιώνεις
που δε του φύλαξες φως αρκετό..
Τους καθρέφτες κομμάτια τους κάνει,
να σε δει δεν αντέχει στιγμή.
Γιατί εκείνο, πάντα αγαπάει,
το παραμύθι, που ζούσες παιδί..

22/10/08

Κόκκινη καρδιά σε μαύρο κάστρο

Πίσω από τις λέξεις, ένα παιδί που κοιτά μέσα από το τζάμι, σε ένα παράθυρο που βρίσκεται ψηλά πολύ.
Το παιδί μοιάζει αόρατο, τόσο αόρατο που δεν έχει από χρόνια φωνή.
Το κάστρο είναι μαύρο, τυλιγμένο από ένα άσπρο σύννεφο.
Μια κόκκινη καρδιά χτυπά στο αόρατο παιδί, μονότονα σα ρολόι. Μετρά μόνο τα δευτερόλεπτα και δείχνει πάντα δώδεκα η ώρα..
Το παιδί κοιτά χαμηλά.. Κάθε άνθρωπος έχει ένα μοναδικό χρώμα. Μια αύρα. Και πινελιές διαγράφουν πορείες. Χρώματα αναμειγνύονται και γεννούν άλλα χρώματα..

Το δωμάτιο μαύρο. Έχει χάσει τα χρώματά του από καιρό.. Κοιτά τους περαστικούς, και τον πληγώνει η λάμψη των βημάτων τους.

Η μικρή του καρδιά, ραγίζει.. μα πάντα χτυπά. Σταθερά, αργά, μονότονα.
Ένα κόκκινο δάκρυ, κυλά στο αόρατο μάγουλο. Φτάνει στα χείλη, και τα ποτίζει αρμύρα.

Έκπληξη!

Το δικό του χρώμα, είναι το κόκκινο.. Μετά από αιώνες, Υπάρχει ακόμα…

Πως θα ήθελε το κόκκινο , το δικό του κόκκινο, να έβαφε τα βήματα κάποιου. Άγνωστου.. έστω..

18/10/08

χάρτινα καραβάκια..

Τις πιο μεγάλες νύχτες, έφτιαξα κάστρα
της αγάπης μας φωλιά, κλέβοντας άστρα.
Μα το κύμα στον πρωινό τον άνεμο
τα σχέδιά μου σκόρπισε στην άμμο.

Για ένα δάκρυ που ποτέ δε κύλησε
κι απόμεινε φωτιά μες τη καρδιά μου,
η θάλασσα που αγαπώ με μίσησε
και με φουρτούνα πνίγει τα όνειρά μου..

Τώρα και σένα η θάλασσα σου μίλησε
με το φεγγάρι σου είπε, πάντα λείπω,
και συ αγάπη μου τη πίστεψες
και μ΄άφησες μονάχο να ελπίζω..

Με πόσα καράβια σού΄στειλα μηνύματα,
τσαλακωμένα τα επέστρεφε η αυγή..
Χάρτινα μοιάζαν χωρίς πίστη μες τα κύματα,
δεν αρκούσε για να φτάσουν η ευχή.

Τώρα στον ήλιο στεγνώνω τις ελπίδες μου
γυρεύοντας ξανά να ταξιδέψουν.
Ο ουρανός πύρωσε στον πόνο μου,
μάγμα αγάπης τα ντύνω, να αντέξουν.

15/10/08

άτιτλο

Σφραγισμένο το στόμα
με ένα φιλί,
σέπια πεθαμένου ρόδου.

Βαφή νικοτίνης στο μυαλό,
και το χέρι τρέμει
μόνο. Με ένα ποτό.

Κάθε γουλιά,
δηλητήριο σιωπής,

εμβατήριο καρδιάς
που ποτέ δε θ΄ακούσεις.

Νύχτωσε.
Στον πάτο του ποτηριού
ένα σου δάκρυ..

Γελάς, πρόποση κάνεις
και σπονδή...
Στο τίποτα...

10/10/08

Το ταξίδι.

Υπάρχουν φορές που τα καράβια να δένουν πρέπει στη στεριά, να περιμένουν να μαλακώσει ο καιρός, όσο κι αν η ψυχή θέλει... Χρειάζεται και η σιωπή. Να φτερουγίζουν γλάροι άσπροι οι σκέψεις, πότε μακραίνοντας προς τα βαθιά, και πότε γυρνώντας στο μόλο. Να κουράζονται και να ξεκουράζονται, σε εικόνα που απλά κοιτάς. Και σε μια γωνιά της εικόνας, εσύ, αόρατος, όνειρο μέσα στο όνειρο.. με τα μάτια ανοιχτά σχεδόν κοιμάσαι, και ο χρόνος σε τυλίγει με λευκό σεντόνι. Σαν παιδί που τυλιγμένο ζεστά, στέκεται στο παράθυρο εμπρός και κοιτά έξω, την βροχή, να λυγίζει τα φύλλα των δέντρων, και να παρασέρνει τις έγνοιες... Ρυάκι που ταξιδεύει για τόπους μακρινούς, και μια μέρα θα το ανταμώσεις, και θα σε γνωρίσει, στην μεγάλη βαθιά θάλασσα... Θα σου μιλήσει με το όνομά σου, και θα σου πει.. " κανείς δε σε αγάπησε όσο εγώ.."
Κοιτάζω γύρω μου τους ανθρώπους, και κάποιες φορές νιώθω στην έκφρασή τους, αυτό το κακό συναπάντημα με την μοίρα. Τα σημάδια βλέπω από την πάλη τους με τα θνητά τους όρια... Τον θάνατο να γελά κρυμμένος σε ένα τσάκισμα κάτω απ΄τό μάτι.. την θέλησή τους για ζωή, στον τρόπο που αγγίζουν με το χέρι τους.
Σε αυτούς τους ανθρώπους, δεν τολμώ να διαβάσω τα μάτια. Φοβάμαι, γιατί λένε πολλά, πιο πολλά από όσα πρέπει να ξέρει κανείς για τον άλλον... Μα μιλάει όλο το κορμί τους, μια καμπύλη έχει γίνει από τον άνεμο, τόξο καλοδουλεμένο, ταλαιπωρημένο από τα βέλη του "θέλω"..
Έχουν πάντα ένα τελευταίο βέλος, φυλαγμένο σε μια κόκκινη φαρέτρα.. Ένα βέλος για το πιο μεγάλο ταξίδι. Τυλιγμένο με μια φοβισμένη προσευχή, να είναι εύστοχο.
Αν δεν ήτανε οι φουρτούνες, πόσο αλήθεια αλαζόνες κι όμοιοι θα ήμασταν με τον διάβολο... Καταμεσής της κόλασης και του παραδείσου ταξιδεύουμε. Με άνεμο την αγάπη, και χάρτη την καρδιά μας. Γεμάτο ναυάγια το ταξίδι, φωνές πνιγμένων, φωνές ναυαγών και παρεκλίσεις.. Βαστάμε τον χάρτη, και προχωράμε. Ένα χάρτη μαγικό, που ολοένα αλλάζει μορφή όσο ταξιδεύουμε.. και το ταξίδι ατελείωτο. Με μικρά μόνο, λιμάνια σιωπής...
Αλίμονο σε όποιον τον χάρτη έχασε, και ξέμεινε στα λιμάνια τούτα για πάντα, να ζηλεύει τους γλάρους που τόσο λίγο αντέχουν να ταξιδεύουν... και σαπίζει στην ασφάλεια του ελάχιστου...

8/10/08

άτιτλο..

Ίσως όλο αυτό να μην ήταν καν αγάπη.. Μόνο ψίθυροι της καρδιάς στον άνεμο, κι ο άνεμος να τους γύρισε πίσω, πιο δυνατούς από ότι έπρεπε. Η νύχτα παίζει παιχνίδια με τις σκιές και τους φόβους.. Γεννάει "θέλω" πιο μεγάλα από το αναστημά μας, "αγαπώ" πιο δυνατά από τους χτύπους της καρδιάς.. Γεμίζουν, μικρά πτερωτά ερωτήματα την μικρή μας ζωή... Ενώ η απάντηση, είναι απλή και κοντά. Στα μάτια ανθρώπων που μπορούμε να αντικρίσουμε. Να αγκαλιάσουμε. Να μοιραστούμε μαζί τους την ύπαρξή μας.
Όλα τα άλλα, παραμύθια, από μια άλλη μας ζωή, άστρα παλιά, ή άστρα που ξημερώσανε πριν την ώρα τους.. Σε ουρανό άλλο. Δεν έχουμε αγγέλων φτερά, ούτε ραβδί μαγικό. Άλλο από την καρδιά μας δεν έχουμε.. Μόνο αυτό τ΄ακριβό, το πολύτιμο "αγαπώ"... Τόσο πολύτιμο, που αν χαθεί χάνεται μαζί του η ζωή μας, η ύπαρξή μας όλη. Γι αυτό να το κρύβεις πρέπει σε καρδιές ανθρώπων που είναι δίπλα σου.. Πραγματικοί όσο ένα άγγιγμα, αληθινοί σαν το παρόν. Και τα παραμύθια της καρδιάς, χάδι νά΄ ναι μόνο στις κορυφές των δαχτύλων, την ώρα που το τζάκι αναμένο συντροφεύει τη μοναξιά σου, ακούς μουσική, και πίνεις ποτό.. ή όταν με μια κούπα ζεστό τσάι, κοιτάς έξω απ΄τό παγωμένο παράθυρο τα χρυσοκκόκινα φύλλα να σκορπάνε.. Τόσο μόνο να βαστά το παραμύθι. Και να μη στοιχειώνει το είναι σου, βαραίνοντας τους ώμους με την χαρά μιας πτήσης που δεν ανήκει σ΄ανθρώπους. Δεν είμαστε άγγελοι... πρέπει να μάθουμε να περπατάμε.. στην καλύτερη των περιπτώσεων να χορεύουμε.. πάντα, για όσο βαστά η μουσική..

6/10/08

αφιερωμένο..

Κάθε φορά που σε συλλογιέμαι
τρέμω γλυκά, μήπως φανείς.
Γεμίζω στάχτες κάθε γραπτό μου,
φιλιά, που καήκανε εντός μου.

Λέξεις δε βρίσκω να σου γράψω
έχουν σε αιώνες μοναξιάς ταφεί.
Σκέψεις τσαλακωμένες, πεταμένες,
στην πυρκαγιά της σιωπής.

Βγαίνουν καράβια τα όνειρά μου
για τη δική σου Αμερική.
Ένα να φτάσει, η καρδιά μου,
κι ο στόλος μου ας βυθιστεί..

Θα είναι όμορφη η ζωή μου
αν με νιώσεις μια στιγμή.
Θα είν΄ αρκετό για να υπάρξω
σ΄ένα σου όνειρο, φιλί!

5/10/08

θα περιμένω..

Και ξημέρωσε μέρα άγρια,
βορά στον βόρειο άνεμο..
Με τα μάτια κλαμένα αποχαιρέτησες
τον εαυτό σου, και συστήθηκες
άλλη μια φορά στον καθρέφτη.
Συστήθηκες, όχι για να το πιστέψεις..
Μα για να το πιστέψουνε, εκείνοι,
που σιωπηλά παρακολουθούνε,
κάθε σου κίνηση. Γελάστηκαν!
Το είδωλό σου, περάσανε για σένα.

Μα εγώ που σε ξέρω, στον ουρανό κοιτώ,
τις νύχτες που άθελά σου ονειρεύεσαι
και δραπετεύεις, να σε δω!
Το φως σου θα γνωρίσω.
Γιατί μόνο αυτό μπορεί να φωτίσει
τις ώρες που σεργιανά η μοναξιά μου..

4/10/08

της αγάπης το παίδεμα..

Χάνομαι μες τα μάτια σου
και σβήνεται η ζωή μου
θάνατος όταν με κοιτάς
και τάφος η σιωπή μου..

Αδράχτι είναι η ομορφιά
που με κερνάς στα χείλη,
μάλαμα τ΄ όνειρο που ζω
και τα κορμιά ασήμι.

Σε είδε και σε ζήλεψε
ο πόθος και εμπλέχθει
στη ζάλη πού΄χει η καρδιά
και τη ματιά σου φέγγει..

Άγγελοι που σεργιάνιζαν
είδαν την ομορφιά σου,
ρίξαν τα άσπρα τους φτερά
να ζήσουνε κοντά σου.

Για σένα στόλισε ο Θεός
την πλάση με αγάπη,
σαν σε κοιτάει χαίρεται
κι ο ήλιος πάντα λάμπει.

Μα εμένα η καρδούλα μου
στον Άδη ταξιδεύει,
όπου έχουν μάτια, βλέπουνε,
εσένα, με παιδεύει...

3/10/08

όρια..

Εκεί, στην άκρη της ερήμου υπάρχουν κάποια όρια. Κανείς δεν τα ξέρει πριν τα διαβεί, κανείς δεν γνωρίζει πριν τα φτάσει, αν έχει το κουράγιο να τα περάσει ή όχι. Αόρατα σύνορα, που χωρίζουν τον κόσμο στα δυο. Τον κόσμο σου. Στον πριν και το μετά, που δεν αντέχει το ένα το άλλο. Βολική είναι η άμμος, για να σβήνουν τα ίχνη βημάτων που δεν οδήγησαν πουθενά.. κάπως έτσι θα έπρεπε να σβήνουν κι οι μνήμες. Και δεν καταλαβαίνω, γιατί αυτό δεν συμβαίνει, σε ένα κόσμο πλασμένο από αμνησία..

άγγιξε με..

Μέσα σε τούτη τη σιωπή,
θολό τοπίο,
θαλασσά μου αλμυρή,
νιώθω το κρύο.

Ίχνη δακρύων
σβήνονται στη μοναξιά σου
δρόμο γύρεψα
να βρεθώ πάλι κοντά σου.

Να μαζεύω αχινούς
απ΄τά όνειρά σου,
κάθε φόβο να παίρνω
μακρυά σου.

Να σε λούζω
φως μου, με αγάπη,
να σε ντύνω
με φιλί και χάδι.

Αγκαλιά με όλα
τα αστέρια,
τα μαλλιά σου προσευχή
στα δυο μου χέρια.

Και θα φτιάξουμε
την πιο όμορφη ιστορία,
απ΄αυτές που δε χωράνε
στα βιβλία.

Μόνο άπλωσε το χέρι,
κι άγγιξέ με..
με αιμάτινο μαχαίρι,
κάρφωσέ με.

Και ο πόνος μου το δρόμο
θα ανοίξει..
Η πληγή θα χρωματίσει
κάθε θλίψη.

2/10/08

Η συναυλία..

Εκείνη στη σκηνή.. τα φώτα χαμηλά. Μες το σκοτάδι, το πρόσωπο κρυμμένο. Ακούς τη φωνή και ματώνεις. Το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατα, μα η ψυχή ταξιδεύει... Το θρόισμά της κάνει την πλατεία να αναριγήσει. Χίλιοι άνθρωποι, μια καρδιά. Ένα κερί αναμμένο.. και μες την φλόγα του εσύ... Δεν είσαι μόνος λες, μα είσαι μόνος. Γιατί εκείνη είναι στη σκηνή, την ακούς, την ερωτεύεσαι, την αγαπάς. Και κείνη, με το πρόσωπο κρυμμένο στο σκοτάδι, θα τελειώσει το τραγούδι της και θα φύγει. Ελπίζεις να σε νιώθει, μα το φοβάσαι πως είσαι γι αυτήν ένα άστρο μέσα σ΄ έναστρο ουρανό. Η φλόγα ενός ακόμη κεριού, ενός, μέσα στα χίλια, μέσα στη μια και μοναδική φλόγα που λάμπει στα μάτια και κυλά στο μάγουλό της... Δεν το βλέπεις, το διαισθάνεσαι στα χείλη της καθώς τραγουδά, στη σπασμένη από συγκίνηση φωνή. Δεν σε βλέπει, μα η παρουσία σου τη φωτίζει και γλυκαίνει τη θλίψη της με ένα χαμόγελο....
Ποτέ δε θα μάθει πόσο την αγάπησες, κι ας το ξέρει ήδη. Ποτέ δε θα σε κοιτάξει στα μάτια, κι ας την λάτρεψες.. ας την αγαπάς.. Σε αγαπάει, μα ... σαν ένα άστρο μακρινό. Και συ, να νιώθεις τυχερός που είσαι το άστρο της!

1/10/08

Όπου είσαι κι εγώ..

Σ΄ έχει τάξει η μοίρα
στης καρδιάς την αλμύρα,
όσα νιώθεις πλημμύρα
στων ματιών σου το φως.

Μ΄ ένα πέπλο σιωπής
το πρόσωπό σου σκεπάζεις
το τσιγάρο πληγή
που στα χείλη ανάβεις.

Ραγισμένα καράβια
σε καλούνε ξανά,
με σχισμένα πανιά
σε ταξίδια μεγάλα.

Κι η ψυχή σου σκορπά
στους ανέμους, το κύμα,
την αγάπη ζητά
σε δυο μάτια γαλήνια.

Στό΄χω πει, σ΄αγαπώ,
κοφτερό το μπορώ
τα φιλιά μου ματώνει,
και η θάλασσα μωβ.

Την σελήνη κοιτώ
τρυφερά της ζητώ
με μαντήλι το φως
τα φιλιά να σου φέρει..

Στό χω πει, σ΄αγαπώ,
όπου είσαι και γω,
θα με βρεις στον βυθό
στα πιο μαύρα κοράλλια.

Στα αστέρια, αγκαλιά
σα φοβάσαι στη γη
και κοιτάς στα ψηλά,
και ελπίδα γυρεύεις.


30/9/08

Το γράμμα..

Ένα γράμμα, ένα τσιγάρο, και λίγο ποτό. Η νύχτα γλυκιά με την απουσία σου. Γλυκιά, σε αυτά που με κάνουν να θυμάμαι, μα και σκληρή. Κρύα.. Τις ώρες εκείνες που μέσα στη θολή μου θλίψη, πιστεύω πως είσαι κάπου εκεί και χαμογελάς.. Σου μιλώ, και δεν απαντάς. Και γω ξυπνάω.. στην πραγματικότητα που δε γράφει το όνομά σου.
Μερικές φορές σκέφτομαι, πως αν είχα μια δεύτερη ευκαιρία, ίσως έκανα πάλι τα ίδια λάθη.. Να περιμένω να καταλάβεις πιο πολλά από όσα δείχνω, να διαβάσεις την σκέψη... τις ανάγκες μου. Έτσι είμαι... Μπορώ να αλλάξω μόνο για λίγο, μα ο χρόνος ξαναφέρνει στο φως όλες τις κακές μας συνήθειες. Έπειτα, ούτε εγώ μπόρεσα να διαβάσω εσένα. Ακόμη και κείνη την μέρα της έκρηξης, την μέρα που έχανα κάτω από τα πόδια μου ό,τι τυφλός θεωρούσα δεδομένο. Εσένα.. την ζωή μου κοντά σου.
Το ξέρω πια, τίποτα δεν είναι δεδομένο. Όλα πρέπει να κερδίζονται ξανά και ξανά... να χτίζουμε διαρκώς καινούργια γεφύρια. Κι όμως , ακόμη δεν ξέρω αν μπορεί να με ωφελήσει αυτή η γνώση. Αν μου έκανε καλό. Μπορώ να προσπαθήσω, μα αληθινά δεν ξέρω πόσο.. το χειρότερο, τρύπωσε μέσα μου ο φόβος. Η αμφιβολία. Και αν ακόμα γυρίσεις, το δηλητήριό του θα μετριάζει την χαρά. Και δεν θα είναι χαρά, κι ας μην είναι κι ο θάνατος που νιώθω..
Θέλω ακόμα να σου πω, πως για τα πιο μεγάλα ταξίδια, φτάνει μια αγκαλιά, μόνο. Πως, κάθε φορά που γυρνάς την πλάτη, ότι και να σε ανάγκασε, χάνεις ένα κομμάτι από τον καλύτερο εαυτό σου, Και βάζεις υποθήκη την ζωή σου στην μοναξιά... Πως φταις κι εσύ, όσο εγώ. Ίσως περισσότερο, γιατί δεν μου φανέρωσες πόσο πολύ πονάς.. Άφησες να γεννηθεί και να μεγαλώσει ένα ποτάμι υπόγειο, που στο τέλος σάρωσε τα πάντα. Το άκουγες τις νύχτες που κοιμόσουν πλάι μου. Και σφράγιζες την ψυχή σου να μη το ακούσω.. καλοπροαίρετα ίσως.. και να η κατάληξη.
Σε θέλω τόσο πολύ, κι όμως δεν είμαι πια σίγουρος.. Είμαι ωστόσο βέβαιος πως θέλω πάλι να προσπαθήσουμε. Κι ας ξέρω, πως μπορεί να μην οδηγήσει πουθενά...

Το γράμμα αυτό το έγραψα με αφορμή ένα άλλο γράμμα, αντί σχόλιου. Ένα γράμμα της συνμπλόκερ Maya, την οποία ευχαριστώ για την έμπνευση!

Ειν΄η αγάπη..

Είν΄η αγάπη σα νερό
που τη ζωή ποτίζει
γλυκά κυλά στο μάγουλο
τον πόνο σα χαρίζει.

Άλλους τους κάνει άγγελους
και άλλους τους κολάζει
άλλους τους πάει στον ουρανό
κι άλλους στη γη τους βάζει.

Σα θα το βρεις το σ΄αγαπώ,
φως των ματιών σου βάλτο
σήμαντρο μέσα στην καρδιά
στην αγκαλιά σου πάρτο.

Να το προσέχεις σα παιδί
να το φιλάς σαν κόρη,
σα βασιλιά να το ακούς
και σα θεό, να τό΄χεις.

Γιατί Θεού είναι πνοή
και στέμμα στη καρδιά σου,
μα όταν μείνει ορφανό
θα γίνει συμφορά σου.

26/9/08

παρόν

Σμίξανε μέλλον, παρελθόν
και γέννησαν το τώρα.

Και γω που πάντα έψαχνα
χώρο για να υπάρξω
στην αγκαλιά τους τρύπωσα
θανάτους να ξεχάσω.

Συνάντησα όσα έζησα
και όλα όσα ποθούσα,
με ένα φιλί ερωτικό
κοντά σου να τα ζούσα!

Ένα φιλί όπου κανείς
ποτέ δε θα το πάρει
δε θα υμνήσουν ποιητές,
δε θα το δει φεγγάρι.

Γιατί ποτέ δε δόθηκε
στο μέλλον μας ταμένο
μα και θαμμένο από καιρό,
σε χάρτες ξεχασμένο..

25/9/08

σ΄αγαπώ...

Ήμουνα άρωμα, νοτισμένη βροχή.
Φύλλο κίτρινο, πατημένο, στη γη.
Θλίψη βαριά μου έγερνε το κεφάλι
κι άνεμος, τις έγνοιες μου έσβηνε.
Και μαζί με κείνες, και γω, έσβηνα.

Και τότε μέσα από σύννεφα μαύρα
ήρθες εσύ, Εσύ!
και φώτισες την βροχή
που κοιμόταν στα μάτια μου,
λευτέρωσες με δάκρυα την ελπίδα
και έδωσες φτερούγες στην καρδιά.

Κι ο κόσμος έγινε
με μια σου ματιά πιο όμορφος!
Μου έδωσες λόγο να περιμένω την αυγή
και μια προσευχή, για όταν νυχτώνει.
Οι θλίψεις σκορπίσανε στα πέραττα
και έμεινε μόνο μια, μες την καρδιά,
θλίψη κι ελπίδα μαζί.

Όμορφη σα λουλούδι,
δίχως το κίτρινο φως του θανάτου,
ρίζωσες στη καρδιά
και μέθυσες κόκκινο
τις μέρες και τις νύχτες μου,
τα όνειρά μου!
Γεννήθηκα πρώτη φορά
κι ας πέθανα χίλιες,
την ώρα που ένιωσα "σ΄αγαπώ! "

22/9/08

Εξόριστος διάβολος

"Δεν είμαι άγγελος" είπες.
"Εξόριστος είμαι μάτια μου διάβολος"...

Η νύχτα σε εξόρισε σε τόπο μακρινό.
Εκείνο τον τόπο των ανθρώπων.
Μαζί τους περπάτησες για λίγο,
μιλήσατε
σε πονέσανε και τους πόνεσες..
Σε αγαπούσε η νύχτα,
σαν παιδί σε αποχωρίστηκε από τα σπλάχνα της.
Σου χάρισε το πιο φωτεινό της φεγγάρι
όταν γυμνό κολυμπούσε στα νερά.
Κι όλα της τ΄αστέρια.
Το ένιωσα όταν σε είδα.

Ένα ήταν καρφιτσωμένο στο μαγουλό σου,
σημάδι της μοίρας.
Και δυο ακόμα,
κρυβόντουσαν στο χαμογελό σου.
Τα μάτια σου πύλες ήταν.
Φωτιές βγάζανε.
Τυφλωνόμουν να τα κοιτάξω,
στην αντίπερα όχθη
μου φάνηκε είδα τον προμηθέα.
Δεν ήταν εκείνος,
πυρκαγιά ήταν που τα σωθικά μου έκαιγε
πριν καν φτάσω εκεί.

Στα μέσα του δρόμου που με καλούσε
πάντα γονάτιζα κι έσκυβα στο κεφάλι.
Δεν είχα φτερά για να πετάξω
τόσο μακρυά.
"Πάρε τα δικά μου"είπες,
"έκπτωτος είμαι. Δεν μου χρειάζονται..."
Και γω το δώρο σου που λαχτάρησα τόσο
ποτέ δεν πήρα.
Ίσως να έφταιγε κείνος ο ιστός της αράχνης
που με μπέρδευε,
και με έκανε να νομίζω πως πετάς.
Ίσως φταίει πως ακόμα αυτό πιστεύω.
Ότι θα πετάξεις.
Φταίει ο τρόπος που τα κινείς πάνω στους ώμους σου,
φταίει πως πάνω σου μοιάζουν αγκαλιά μεγάλη.


Με αίμα κατακόκκινο, χάραξες πάνω μου
τα γράμματά σου,
και γω σου χάρισα την καρδιά μου.
"Πάρ΄την" σου είπα,
"ούτε εγώ την χρειάζομαι.. δώρο. "
Μα δεν την πήρες.

Φοβάμαι την μέρα που ξημέρωσε φορτωμένη μυστικά.

16/9/08

Έλα..

Μείνε δίπλα μου, κι αν λέω φύγε, μείνε.
Τα λόγια και τις τρέλες μου ξέχνα,
στα μάτια κοίτα με και μάθε με,
πως ζω στη τρέλα μόνο για σένα.

Έχω μάθει να ακροβατώ όταν λυπάμαι
στην κόψη όσων αγαπώ, να κοιμάμαι.
Έχω μάθει.. να κρύβομαι μακρυά σου,
όταν δε μπορώ να τυλιχτώ την αγκαλιά σου.

Άγρυπνη, όσο κι αν πίνω σε θυμάμαι..
Δίχως την νύχτα, δίχως την μέρα,
η ζωή μου άγονο κρεβάτι,
από την έρημο να προσπαθώ να βγω..

Έλα, κι αν λέω φύγε, εσύ έλα..
Τα μάτια κρύβω επειδή σε αγαπώ,
το φως μου σβήνω,
να το ανάψεις μόνο εσύ, ζητώ..

Τράβα με στην αγκαλιά σου
πριν χαθώ,
σβήνομαι και θα με χάσεις..
Έλα, πρόλαβέ με όσο ακόμα ζω..

χρόνος...

Σωτήριο το βλέμμα σου φωνάζει
είμαι εδώ, για σένα και για μένα.
Κιτρίνισε η φωτογραφία που βαστώ,
τα χρόνια κείνα τώρα είναι περασμένα.
Άνθη σιωπής, κέρινα φιλιά βαστώ
στο μάγουλό μου, ελπίδες, μαδημένα

Παίζει η σκόνη της ψυχής μου με το φως
που μπαίνει απρόσκλητο από τη χαραμάδα.
Τρίζουν οι ρόλοι της ζωής καθώς περπατώ
σε ξύλινα δάπεδα, σαρακοφαγωμένα.
Ο παράδεισος, κατοίκησε κι εδώ,
τα πούπουλα αγγέλων σκορπισμένα.

14/9/08

εκείνη..2 & εκείνη..4

.
Η σιωπή, ήρθε σαν επακόλουθο της χαράς. Της χαράς εκείνης, που το σώμα ως πιο σοφό δέχθηκε, μα η ψυχή αρνιότανε πεισματικά να αποδεχθεί. Άραγε τι θα ήταν η ψυχή χωρίς σώμα; Πως θα μάθαινε να υμνεί τον έρωτα, τον πόνο, πως θα ήταν δυνατό να νιώσει τον πόθο; Ανάσανε βαθιά, και σφίχτηκε πιο πολύ πάνω στο γυμνό του στήθος. Είχε συναίσθηση πως όλα είναι υπέροχα τόσο, ώστε είναι αδύνατο να κρατήσουν για πολύ. Έπειτα η διάθεση μεταβάλλεται, και όσο κι αν Αυτός πιστεύει τα λόγια του και η καρδιά του πάλλεται από τη φλόγα του έρωτα, όσο σίγουρη κι αν είναι για το τώρα, τρομάζει να αφήσει τον εαυτό της να τον πιστέψει. Τον πιστεύει Τώρα, μα Αύριο; Το γκρέμισμα φοβάται, το ταπείνωμα μιας παραλογισμένης ερωτευμένης γυναίκας.... Κι όμως, τον αγαπά. Αυτό που φοβάται συμβαίνει. Και πονά, γιατί θέλει να το πιστέψει μα δεν μπορεί, πως όλα τούτα θα κρατήσουν για πάντα..
"Κοιμάμαι", σκέφτηκε, "κι αν ανοίξω τα μάτια θα ξυπνήσω. Κι αν ξυπνήσω, μπορεί πια να μην είμαι στην αγκαλιά του, μπορεί να είμαι μόνη σε ένα σκοτεινό δωμάτιο"... Κι έσφιγγε τα χείλη της πάνω του, κι ευχόταν να μην ξυπνήσει ποτέ!

..............................

Η νύχτα πέρασε, και το πάθος έγινε άσπρο μελαγχολικό καράβι. Ο νους, σιωπηλά έστεκε στην προκυμαία.. περίμενε. Μα η ψυχή δοσμένη ήταν πια στην στεριά αυτή, όπου βρισκόταν ότι αγάπησε. Σα το μωρό κούρνιαζε στο στήθος του, σα μωρό που δεν ήθελε να γεννηθεί.. Το πρωινό φως του παραθύρου, σκέπασε απαλά τα όνειρά της.. Τα όνειρα που έβλεπε με τα μάτια ανοιχτά, σχεδόν θολά από δάκρυα αγάπης. Από τα πιο όμορφα δάκρυα της ζωής της...

12/9/08

Εκείνη.. 3

"Θα ήθελα να αγαπηθώ ως τον θάνατο", μονολόγησε...
Κι ο Θάνατος, κρυφός θαμώνας στις χαρές της, άκουσε τον κρότο που έκανε το φως καθώς ράγισε μέσα στα μάτια της. Το κλείσιμο των βλεφάρων δε μπόρεσε να συγκρατήσει ένα μαύρο δάκρυ που κύλισε βαρύ μέσα στο ποτό της. Πήρε πρώτα μια ρουφηξιά καπνό, κι ύστερα ήπιε όλη της την επιθυμία για ζωή. Σε αυτό το μαύρο δάκρυ. Από το παράθυρό τα φώτα ενός μικρού καφενέ, και το ερωτευμένο γέλιο κάποιου ζευγαριού.. Η πόλη κοιμάται, μα ο έρωτας όχι. Αν κοιμότανε ο έρωτας, ίσως να μη στεκότανε ξάγρυπνη στις τρεις το πρωί να σκέφτεται... Ίσως τα όνειρα μπορούσαν, σαν τον ιστό αράχνης, να βαστήξουν κοιμισμένη την μικρή της ζωή.
"Μπορεί να έχω πεθάνει και να μη το ξέρω", σκέφτηκε ζαλισμένη από το ηδύποτο. " Η σκιά μου με σκέπασε, τα ενδύματα που φόραγα κοριτσάκι, πάνε... πάνε..." Φαντάστηκε στο μυαλό της το ένδυμα να αλλάζει χρώμα και μορφή, όπως η σήψη αλλάζει την όψη όσων ξεψυχήσουν. "Το φως, ήρθε και με ξεπέρασε..."
Νικόλας Παπανικολόπουλος

11/9/08

σ΄ αγαπώ..

Μη φοβάσαι ν΄αγκαλιάσεις,
παίξε να με πλησιάσεις
με τα ρόδα π΄αγαπώ,
ζωγραφιά στα μαγουλά σου,
ποτισμένα δάκρυά σου
που να πίνω λαχταρώ.

Να ζεσταίνουν την ψυχή μου,
χάρισμά σου η ζωή μου,
σαν στο σώμα σου ανθώ.
Τυλιγμένες υποψίες
οι παλιές σου προδοσίες,
βότσαλο που το πετώ...

Στης ψυχής μου το σκοτάδι
λίμνη που σβήνει τον Άδη
όταν εσένα ακουμπώ.
Στα λυτά τα μαλλιά σου
άστρα είναι τα όνειρά μου,
άχου πόσο σ΄αγαπώ!

Να κοιμάσαι αγκαλιά μου
Θε μου συ, και ερωτά μου,
προσευχή μου της ψυχής.
Είναι ο κόσμος σκορπισμένος
στην κακία παραδομένος
όταν μακρυά μου ζεις.

άτιτλο..

Οι καθρέφτες δεν έχουν ποτέ νόημα... Όλα ανάποδα τα δείχνουν... Το αριστερά δεξιά, το όμορφο άσκημο, το άσκημο όμορφο... Πίσω από τον καθρέφτη, εκεί που τα δάχτυλα δεν φτάνουν, η αληθινή εικόνα του εαυτού μας. Και το τζάμι με το είδωλο φύλακας είναι της αλήθειας, να μην αφήσει κανέναν να μπει.. Την επόμενη φορά, να κοιτάξεις στην ματιά αγαπημένου... που σ΄αγαπά! Στα μάτια ενός συντρόφου, του παιδιού την ώρα που σε αγκαλιάζει, στο φως που λάμπει για σένα στα μάτια ενός φίλου... Και την πύλη την τρομερή, που ψεύδεται, κλειστή δε θα βρεις. Την εικόνα σου την αληθινή θα συναντήσεις, αυτήν, για την οποία αγάπη τόση, σου αξίζει!

9/9/08

νύχτα και μέρα..

Χάδι οι λέξεις εβένινου πέπλου, την αρμονία του ανταμώματος μέρας και νύχτας χτύπο κάνουν στην καρδιά μου. Άσμα ζωής, που το ακούς αγγίζοντας τον καρπό, ασπάζοντας του λαιμού την έλειψη, καθώς απαλά το κεφάλι γέρνει στον ώμο. Χορογραφία στήνουν οι ήχοι των φωνηέντων με τ΄άστρα, σεντόνι το φως της νύχτας, που σέρνεται και αποκαλύπτει το κάλλος ψυχής γυμνής. Κάθε αχτίδα του ήλιου, φιλί. Τέτοιες στιγμές, η μέρα αδημονεί να έρθει κι η νύχτα διστάζει να φύγει.... Τα ίδια όνειρα, στην ίδια αγκαλιά. Ώρα άπιστη. Και το κορμί, παραδομένο στην πυρά..

8/9/08

Εκείνη..

"Ήθελε να δείχνει κακή, εξωφρενικά κακή φτάνει να μην ήτανε εκείνη ....
Η καρδιά του μικρού παιδιού που κουβαλούσε μέσα της , έπρεπε να πεθάνει για να Ζ ή σ ε ι ......"

Άρχισε να βρέχει, εκείνη μέσα από το παράθυρο και το παράθυρο κλειστό. Θάνατος η βροχή τούτη. Τόσο νιώθει μέσα της πνιγμένη, που οι μικρές στάλες στο τζάμι μοιάζουν με σίγουρο θάνατο. Πνίγεται και θέλει αέρα, ανοίγει το παράθυρο, κι ο άνεμος τυλίγει το αναψοκοκκινισμένο της , σχεδόν μελανιασμένο κορμί. Την ραπίζει σαν κατακτητής, τρυπώνει μέσα από τα λεπτά της ενδύματα, αγκαλιάζει το σφιγμένο εγώ της, και την φιλά στα χείλη. Κι εκείνη, ανήμπορη σαν πεταλούδα, ανοίγει τα φτερά της να ισορροπήσει, στηρίζεται στις άκρες των δαχτύλων σαν να κάνει πιρουέτα.. Όλο της το είναι αντιστέκεται. Φοβάται τον άγνωστο τούτον άνεμο, το μετά.. Φοβάται μη πάρει μορφή και σχηματίσει το πρόσωπό του.. Εκείνου... Κι όλα όσα με τίμημα έχτισε αποδειχθούν ψέμα. Μα περισσότερο, μήπως, αυτή η εφήμερη διάθεση ονείρου, την ξεγυμνώσει κι έπειτα την προσπεράσει..
Κάτι μέσα της της μιλά, της φωνάζει πως όλο αυτό μόνο εφήμερο δεν είναι. Μα κάτι τέτοιο θα ήταν πέρα για πέρα καταστροφικό. Θα σήμαινε πως η ζωή της δεν είναι ούτε θα μπορούσε ποτέ να γίνει, κάτι περισσότερο από ένα φύλλο στον άνεμο. "Όχι" σκέφτηκε, φανερά μετανιωμένη που άνοιξε το παράθυρο, "όχι, τα φύλλα έρχονται και παρέρχονται. Το δέντρο, ο κορμός έχει αξία. Αυτός είναι καλά ριζωμένος, και θα είναι εκεί και το επόμενο καλοκαίρι, και τον άλλο χειμώνα". Και με απόφαση και πόνο, έκλεισε το παράθυρο, ανάσανε βαθιά, και μηχανικά κίνησε για να φτιάξει καφέ πριν ξυπνήσουν τα παιδιά και της στερήσουν την ελάχιστη αυτή απόλαυση.

Νικόλας Παπανικολόπουλος

5/9/08

Ανατολή...

Νέφη τα μάτια σκοτεινιασμένα, η μέρα κρύφτηκε πίσω από τα σφαλισμένα βλέφαρα.Τι να βαστήξουν δυο μάτια κλειστά σαν είδαν τη θάλασσα, κι ακόμα ταξιδεύουν; Δεν ήτανε το πλοίο δικό μου, κι ας το αγάπησα. Ας μέρωσα το τραχύ ξύλο του με της αγάπης το "θέλω", η δύναμή μου μικρότερη ήσαν από τη δύναμη που έχουν τα κύματα. Από τον πόθο της ψυχής σου να ταξιδέψει πιο πολύ...
Λιμάνι μικρό η αγκαλιά μου, δε σε χωράει πια. Τα πανιά ορθάνοιχτα και φουσκωμένα παρά τον "αναποδιάρη" καιρό. Βλέπεις καρδιά μου, δε το έμαθες ακόμα, πως για τα πιο μεγάλα ταξίδια φτάνει μία αγκαλιά.
"Ξημέρωσε" είπες, " πρέπει να φύγω". "Ξημέρωσε" είπα, "φύγε..." Κι η νύχτα ήταν όλη βάρος δικό μου, να σε δω δεν ήθελα να φύγεις. Όχι μόνος.
Βάστηξα όλα τα άγρια κύματα, το μουγκρητό τους έκανα σιωπή να ακούς μόνο την καρδιά μου. Τίποτε άλλο. " Είμαι μαζί σου, πάντα.." .
Μα το ταξίδι είχε αρχίσει, προτού βάψω το αντίο μου κόκκινο, σαν την Ανατολή. Άνοιξα τα μάτια, κι η Ανατολή ήταν μόνο για μένα. Η θάλασσα λευτερώθηκε, κι αθόρυβα, όχι καθώς περίμενα, με τράβηξε μέχρι τον μαύρο βυθό της. Μου έδωσε την αγκαλιά που εσύ πια δε μπορούσες.
Με έπιασε βίαια ο ήλιος από το χέρι, και με έσυρε μαζί του, πάνω από την θάλασσα. Άφησε πληγές στο χέρι. Κοιτάζω τις πληγές, μα ο πόνος ξεκινά από της ψυχής το ρίζωμα . Κι είναι όνειρο κακό, να ζω και να μη μπορώ να ξυπνήσω. Χωρίς εσένα, να υπάρχω....

3/9/08

Ευτυχία

Στου ουρανού το δώμα καθισμένη
τη γη κοιτάς, όπου η ευτυχία αναπνέει
ολίγον τι ξεψυχισμένη, σχεδόν κοιμάται.
Όμορφα όνειρα ο ύπνος της υφαίνει
κι ας μοιάζει σαν τρελή, παρανοημένη
καθώς στο θεωρείο του τρόμου ανατέλλει.
Κι όλο το θέατρο, θεατές κι ηθοποιοί
τα βλέμματα κλεφτά στρέφουν σε κείνη.
Ένα χαμόγελο, έστω τρελό, αρκεί
πορφύρα να κάνει τη δυστυχία που τους ντύνει.

Την πίστη σου όπως φαίνεται ανασαίνει
του χνώτου σου την ζεστή ελπίδα,
γυμνή κοιμάται, κι ας το γνωρίζει,
πως γύρω γύρω την ζώνουνε τα φίδια.

Εσύ υπάρχεις ! και αυτό αρκεί
του κόσμου να ανάβουνε τα άστρα.

Άνθη ψυχής

Το ύψος θα μετρήσω
ως τη γη,
με τα φτερά κλειστά
πτήση για μένα.
Ρόδι η καρδιά
και η αγάπη μια ευχή,
τα σύννεφα θα βάψει
μολυβένια.

Τα όνειρα
σταγόνες της βροχής
άνθη ψυχής να ξεδιψάνε,
σαν εσένα.

2/9/08

άτιτλο

Της εκκλησιάς τα σήμαντρα
ω, τους πιστούς καλούνε
κι οι χτύποι της καρδούλας σου
εμένα προσκαλούνε.

άτιτλο

Μέσα σε δρόμους φωτεινούς
χάνεις το φως σου
χάνεις τον έλεγχο
τρελαίνεις το μυαλό σου.

Τα δαχτυλά σου τα φτερά
μιας νυχτερίδας
που της ψυχής το μελάνι
την ταξιδεύει
δίχως ραντάρ και χωρίς ελπίδα
από πρόσωπα σε τοίχους αγριεμένη.

Είναι οι στίχοι σου βαριά καταιγίδα
και την πλημύρα το σώμα ανασαίνει.
Ένα σωσίβιο που χρόνια σε στενεύει
πετάς - κολυμπάς
μα τίποτα την αμαρτία δε ξεπλένει.

Κρυφά σε κοιτάζει η νύχτα μες την πόλη
σε δρόμους υπόγειους στημένο ραντεβού.
Θα σε γυρέψει όταν πια θα ξημερώνει
κι όταν ήδη θα φεύγεις για αλλού.

1/9/08

Το σύνδρομο του Προμηθέα

Καπνός τα λόγια
στάχτες οι πράξεις
φλόγα η αλήθεια.

Καμίνι τα μάτια.

Ζαβώνουν σαν ήλιοι
σου τρων τα συκώτια
κατάρα παλιά.

Τα βλέφαρα χώμα
με κόπο σκεπάζουν
τη συμφορά.

Το χέρι μου βάστα.

Φοβάμαι, το ξέρεις
το νιώθω πως τρέμεις
κι ας μ΄αγαπάς.

27/8/08

Ασημένιο όνειρο.

Μικρό ασημένιο όνειρο
κρεμάω στο λαιμό σου,
φιλί, όπου χτυπάει η καρδιά
για φυλαχτό δικό σου.

Να το φοράς κάθε βραδιά
σαν κρύβεται η σελήνη
με της αγάπης μου το φως
τα στήθη σου να ντύνει.

Στο παραμύθι σου να ζω
συ της ψυχής μου μοίρα
κι απ΄τό λαιμό σου να γλυστρώ
στου κάστρου σου τη θύρα.

Όσους κι αν όπλιζα στρατούς
τα τείχη σου να ρίξω
χωρίς σκάλα τα μάτια σου
ποτέ δε θα κερδίσω.

8/8/08

άτιτλο

Η σιωπή της έλυσε τα χέρια
άνεμος γίνανε, αθόρυβα μαχαίρια.

Κι ο νους της ρόδο, κόκκινο, ανθισμένο
σε πόλη ανθρώπων καλά καλά κρυμένο.

Τα πεταλά της σκόρπια απ' όταν ανοίξαν
να μη τα βρούνε εύκολα  ληστές.

Μέλισσες την ψυχή της σπυρί σπυρί συλλέξαν
ξεδιαλέγοντας το φως μες το σκοτάδι.

Σε παλιό καθρέφτη θολωμένο, είδωλο θαμπό
σαν κερί που σιγοσβήνει, κοιτά την ζωή.

Σκιές οι θλίψεις καπνός που ταξιδεύει,
στο συννεφό του ξαπλωμένη μοίρα γυ-μ-νή.

Δάκρυ το "μι", κυλά στο στήθος, καίει
την γυναίκα που εντός της κατοικεί.

1/8/08

Γραφή..

Τα λόγια πένα στάζει
οξύ που την καρδιά χαράζει
από παράπονο είναι καμωμένα
από αγάπης όνειρο μουσκεμένα.

Η πρώτη ύλη της ζωής πάντα η ίδια:
τα "θέλω" και τα " παραμύθια".
Είναι φορές που δε φτάνει η αλήθεια
να ξημερώσει η μέρα στη συνήθεια..

Καταργείς τη μέρα, πέπλο η νύχτα
τα όνειρά σου στα κρυφά ενυδατώνει
μα η έρημος την θάλασσα ζυγώνει.
Το πλοίο θα σε πάρει μακρυά...

28/7/08

Ένα "σ΄αγαπώ"..

Στα άστρα κοιτάχθηκες, σε λίμνη μέσα
το είδωλό σου όταν έσκυψες να δεις.
Του ουρανού σου γνώρισες την μπέσα
κι από αυτό, δεν ξέφυγε κανείς.

Κι αν τ΄όνομά σου μ΄άκουσες να λέω
την ώρα που κοιτούσες την ψυχή,
το ξέρεις πως ήτανε τυχαίο.
Εσύ κρατούσες πάντα το κλειδί.

Όσα τα άστρα τ΄ουρανού, και οι ελπίδες.
Όσα τα θέλω της ψυχής και τα μπορώ.
Γεννήθηκες λες τυχαία, όμως είδες,
πως πίσω απ΄όλα ήταν ένα "σ΄αγαπώ! ".


Εμπνευσμένο από το ποίημα της Γεωργίας Νεφέλης " Εγώ χίλια κομμάτια"

26/7/08

Λευκό σεντόνι..

Λευκό σεντόνι έστρωσες φτηνού ξενοδοχείου,
στα όνειρά σου μια φορά, μετά να το πετάξεις.
Μα το λευκό το έβαψα σταγόνες της αγάπης,
με το αλάτι της ζωής, τ΄άρωμα της θαλάσσης.

Λευκό σεντόνι ήτανε μα τώρα ζωγραφιά σου,
το στολίσανε πουλιά τραγούδια στ΄αγγιγμά σου.
Στην άκρη του κοιμήθηκε ήρεμη η σελήνη,
κι ο ήλιος την στόλισε, δάκρυα π΄άστρα ντύνει.



Εμπνευσμένο από το "άσπρο σεντόνι" της Λαμπηδόνας.

κόκκινα πέταλα

Παπαρούνες κόκκινες οι πόθοι
έχουν τα μάτια μου κυκλώσει
Το κορμί μου ηλιόχαρο λιβάδι
στον άνεμό σου τό΄ χω παραδώσει.

Τώρα τα πέταλα γυρισμό δεν έχουν
του έρωτα τον σκοπό χορεύουν
Άμα με δεις στα μάτια θα μεθύσεις
την ταραχή που έφερες θα ζήσεις.

Κι όταν σαν άνεμος πάλι φύγεις
καρδιά μου την μιλιά μου σου χαρίζω
Τα κόκκινα πέταλα μου στόλισμα σου
στα όνειρά σου πάλι να γυρίζω.

24/7/08

άτιτλο

Διάφανο το δέρμα, νύχτα μοιάζει. Μα σαν ανάμεσα από τα πόδια σου περνώ αέρας,το θρόισμα του φορέματός σου μ΄αγκαλιάζει. Σα χάδι, που τώρα πια δεν είμαι εγώ... φωλιά μου θα το κάνω.... φωλιά να κοιμίσω και να τρικυμίσω όλα τα ανώνυμα όνειρά μου... Στις πτυχές κρυμμένα, στα πόδια σου ν΄ανεμίζουν αντί εμένα.. Όμορφα σαν πυγολαμπίδα που σβήνει στο φως το φως της, στο ρίξιμο του ενδύματος θα σβηστώ.. έτσι κι αλλιώς, ξεχασμένος από καιρό, στο δάσος τούτο, της ψυχής, το μαγικό..

23/7/08

Θρόισμα

Το μυστικό που γέννησε
πάθος σκοτεινό
μια χέρσα γη,
Εσύ.

Μες το μαντήλι
φυλώ
χαμομηλιού ανθό
και της ελιάς
το δετό ασήμι.

Στη θάλασσα θα το βρέξω,
στα πορφυρά όνειρα
που ανασαίνουν
τα χείλη σου,
να το χαρίσω.

Στο θρόισμα της ψυχής,
σαν πέσει η νύχτα,
αντί για λόγον άλλο.

20/7/08

άτιτλο

"Για κατηγορώ θα σου φέρω μόνο ένα κοχύλι"...
Στάθηκα ώρα πολύ στη φράση τούτη.. άργησε η σκέψη να ελιχθεί, να βρει τον δρόμο. Την θάλασσα νόμιζα άκουγα. Με όλη της την απεραντοσύνη, κάλεσμα θαρρούσα στην αρχή, παιάνες και ταξίδια.. χάρτες πάθος, δρόμοι άλλοι. Μα ύστερα η βοή ακουγότανε πιο καθαρά, τα κύματα φανερώσανε τους ψιθύρους. Και τελικά ήταν μόνο ένας. Ένας επαναλαμβανόμενος ψίθυρος, σκορπισμένος και ξεθωριασμένος, από τον άνεμο και το παιχνίδι του με το νερό. Μα τον άκουσα, και τα πόδια μου γίνανε άμμος οστράκου, η ψυχή ίσα πρόλαβε να φτερουγίσει, και σβήστηκε. Η φωνή ήταν ενός μόνο ναύτη που υπηρέτησε στα βασιλικά μου καράβια, την ώρα που το σκοτάδι να σκεπάσει πάλευε την πνοή του. Ήταν μόνο ένα "αγαπώ"... Από όλη την θάλασσα, τα τόσα ταξίδια και τα τόσα ναυάγια, το ύστατο τούτο "σε αγαπώ", που έμεινε μετέωρο... Το όστρακο άντεξε, μα γω ράγισα. Γιατί ποτέ, πουθενά, δεν άκουσα τόσο καθαρά την αίσθηση αυτή της λέξης.
Η θάλασσα, ας λένε ό,τι θέλουν. Αρμύρισε από τα δάκρυα.. και μόνο.

Νικόλαος Παπανικολόπουλος

18/7/08

άτιτλο

Το κάλεσμα άκουσα
κι από τα βάθη της γης αναστήθηκα
κι έγινα ζωή, έγινα Άνθρωπος.
Στον αστράγαλό σου χρυσόδετος λόγος.
Αναρριχιτής πόθων κι επιθυμιών,
ταξιδευτής σε λευκά τοπία σάρκας.
Κι ερημίτης στη κοίτη του παραδείσου σου.

17/7/08

σε τόπο αγαπημένο..

Γεννήθηκε σε κόσμο ξένο, άγνωστο.
Στην αρχή του φερόντουσαν με προσοχή,
μα γρήγορα βαρεθήκανε και τον παρατήσανε.
Σαν νεοσσό που βρήκανε παιδιά
κι αφού καλά καλά παίξανε μαζί του,
τον προσπεράσανε βαριεστημένα.
Ίσως και να ήταν νεοσσός,
ίσως και να είχε φτερούγες λευκές
γιατί στα όνειρά του έβλεπε όλο να πετάει,
γύρω από κείνη, στα φτερά την τύλιγε
και η ευτυχία απόλυτη, το αίμα γινότανε φως.
Στα όνειρά του. Μα το όνειρο την αυγή,
που ξύπναγε στο γεμάτο σκόρπια πούπουλα
κρεβάτι, μόνος, με πόνο άλλαζε.
Μια μέρα φύσηξε άνεμος,
κι από το ανοιχτό παράθυρο
είδε σα σπασμένα κλωνάρια
τα φτερά του να κόβονται, σαν ξερόκλαδα,
και να καταλήγουν βάρκες λευκές στη θάλασσα.
Τις είδε να βουλιάζουν.
Πλέον δεν είχε χέρια μήτε όνειρα.
Αμίλητος ένα πρωινό, άλλο,
όταν όλα δείχνανε πως τα ναυάγια είχανε σβηστεί μέσα του,
κίνησε κι έφθασε ξυπόλητος στη θάλασσα μπρος.
Το δάχτυλα των ποδιών,
σχεδόν βουλιάξανε στη βρεγμένη άμμο.
Μέρες, μήνες, χρόνια,
έμεινε εκεί να αγναντεύει τα χαμένα όνειρά του.
Μέχρι που η θάλασσα τον ερωτεύτηκε,
σκαρφάλωσε στον λαιμό, τα μαλλιά,
τον αγκάλιασε και τον φίλησε.
Δυο λευκές φτερούγες μοιάζαν τα κύματα
καθώς τον θάβανε σε τόπο αγαπημένο..

15/7/08

Φύση νεκρή..

Φύση νεκρή μία καρδιά παρατημένη
λίμνη όπου χρυσόψαρο πια δε ζει,
άνεμος στην έρημο να τριγυρνάει,
ζωή που η ζωή την άφησε λειψή..
Δίχως τα μάτια, δίχως τα χείλη,
χωρίς ένα χάδι να σκιρτεί..
Μία καρδιά που οι χτύποι της είναι λίθοι
που σε πηγάδι ο χρόνος τους πετεί..

Φύση νεκρή, σάρκα διψασμένη,
δάκρυ δάκρυ μακριά πετάει η ψυχή.
Από όλους και από όλα ξεχασμένη
σε δυο στήθη ανάπηρα έχει κρυφτεί..
Μέχρι να σβήσει το φως.. και η τρέλα.
Από ραγισμένη φλέβα ο πόνος να χυθεί..

14/7/08

ομόκεντρος κύκλος

Κυματίζω σημαία στο πεδίο των μαχών,
τα όμορφα μαλλιά σου μες τη μνήμη..
Μες το σώμα σου καίει όσο έχω ανάγκη φως
το μάγουλό σου από την φλόγα του ροδίζει.

Καμία ανάσα δική σου δε θ΄αφήσω,
στην αγκαλιά μου τον παλμό θα σβήσω...
Νεκρή, χωρίς πνοή, με την ψυχή δική μου
να χαρίζω και να σου παίρνω την ζωή μου.

Κι έπειτα, κάστρο άλλο θα σε ντύσω
στων ματιών τις πιο ψηλές τις πολεμίστρες,
κάθε που επέζησε στρατιώτη να συντρίψω
με που φαρμάκωσε ο πόθος βέλη τις ελπίδες.

Κι όταν ντυθώ ζωή μου την ζωή σου
στρατιά καμιά δε θα βρεθεί να μας νικήσει,
με το φιλί κι ασπίδα τη πνοή σου,
στον ουρανό η αγάπη αυτή θα κατοικίσει.

αστεγος Θεός

Θεός δεν ήμουν
μα μες τα μάτια σου
και τούτο το μπορώ.
Κομμάτια οι ναοί
μες την καρδιά σου.
Και γω άστεγος
με σένα ουρανό.

10/7/08

Θέλω..

Μέσα στο σκοτεινό μυαλό σου
να γίνω θέλω ανατολή τα βλέφαρα ν΄ανοίξεις,
αίμα κόκκινο να βάψω τ΄ άσπρο σάβανό σου
μία ακόμη φορά από το θάνατο να γυρίσεις.

Ένα παράθυρο το στόμα σου σαν κλέφτης να τρυπώσω
και με φιδιού τη χάρη, τον δαίμονά σου να εξοντώσω.
Που χρόνια μέρες νύχτες στην έρημο σε έσυρε δεμένη
και την ψυχή σου έθαψε σε όαση από όλους ξεχασμένη.

Μα πάλι, μπορεί δύναμη τόση να μην έχω
στην κορυφή μιας πυραμίδας τον ουρανό να στερεώσω.
Στο πιο βαθύ λαγούμι της ψυχής σιωπή να μαζευτώ
πλάι στη θλίψη σου νεκρός για να ξαπλώσω.

5/7/08

Ερωτας

Ξημέρωμα Σαββάτου
φωνή ερωτική
με είχες αγαπήσει
εκείνο το πρωί.

Μου λες καφέ σου φτιάχνω
με ζάχαρη πολύ
στα χείλη σου την φέρνω
στο πρώτο το φιλί.

Ξημέρωμα Σαββάτου
τσιγάρο να σε πιω
στην τελευταία ανάσα
μαζί σου να σβηστώ.

Νικόλαος Παπανικολόπουλος


Ξημέρωμα Σαββάτου
πνιγμένο στη σιωπή
σαν ψίθυρος θανάτου
που ψάχνει να με βρει

σαν όνειρο που θέλει
αλήθεια να γενεί
σαν κύμα που οδεύει
προς την καταστροφή...

Evaggelia-p


Η νύχτα που μας βρήκε,
μας κοίμησε μαζί.
Ξημέρωμα Σαββάτου.
Στα μάτια σου Ανατολή.

Σου είπα "Καλημέρα"
Μου είπες "Σάγαπώ,
και τούτην την ημέρα
μαζί σου θα την δω..!"

Ξημέρωμα Σαββάτου.
Και αύριο Κυριακή.
Ακόμη κι αν νυχτώνει,
το πρωί θα είσαι εκεί..

..να μου πεις ξανά Καλημέρα..!

Ηλιαχτίδα


Μέσα στους στίχους να χαθώ
και πρωινό καφέ να πιω
μια καλημέρα να ανταλλάξω
πέρα από την πόλη και το φιάσκο.

Ζαφορα

4/7/08

Η νύχτα δίψασε

Η νύχτα δίψασε για σένα
τα μάτια σου τα ονειρεμένα
σκοτάδι ζήτησε να γίνει,
σεντόνι το κορμί σου να τυλίγει..

Η νύχτα σκόρπισε στους πέντε ανέμους
μαζί με όλους τους ερωτευμένους.
Τα λόγια της καρδιά σου να γυρέψει
άστρα στο λαιμό να τα φορέσει.

Η νύχτα που ήταν πάντα ξελογιάστρα
στων φιλιών σου φυλακίστηκε τα κάστρα
από τον ήλιο αρπάζει τη σελήνη
και στα μαλλιά σου μεθυσμένη τη στολίζει.

Η μικρή νεράιδα

Χάθηκε μες τη σελήνη
μία κόρη των λιμνών.
κι επιπλέει το ραβδί της
φως σε σκοτεινό νερό.

Ασημόσκονη η ψυχή της
αστεράκια του ουρανού,
άδειο γέρνει το κορμί της
ταξιδεύει για αλλού.

Κι απ΄τό φως το μαγεμένο
με μια θλίψη αγοριού,
γέρνει ο άνεμος σκυμμένος
και τα χείλη προσκυνεί..

Χάθηκε μα το φιλί της
στους ανέμους κατοικεί.
Τις πιο άγριες τις νύχτες
στην καρδιά σου θα κρυφτεί.

Τότε η μικρή νεράιδα
θα σου πει πως σ΄αγαπά,
και ποτέ δε θα πεθάνει
αν μοιράζεις τα φιλιά...