Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

30/9/16

Κυνηγοί ονείρων

«Κυνηγοί ονείρων» , είπε…
Σ’ ένα κοχύλι ο πόνος κλεισμένος μαργαριτάρι έγινε λευκό.
«Απ’ τον βυθό ως την άκρη των κυμάτων, μία υπόσχεση δρόμος».
Κι άναψε το τσιγάρο του με τα πιο πολύτιμα απομεινάρια του φωτός,
εκείνα που σύντομα θά’ ναι χάδι και σάρκα της σελήνης..
Δάκρυ και λάμψη στα μάτια όσων ονειρεύονται, κι αγαπούν!


… και χαμόγελο!

σκεψεις

Είναι τόσο μάταιος αυτός ο κόσμος, ώστε γίνεται ανάγκη το να κλέβω χρόνο, απλώς για να παίζω με τα βότσαλα δίπλα στο κύμα. ( Πόσο παράλογο το να χρειάζεται να κλέψω χρόνο από τον κλέφτη χρόνο… )
Κάποια βότσαλα, φωτιά είναι που πάγωσε, κι άλλα πετρώματα σε απίθανους χρωματικούς συνδυασμούς, εξαρτώμενους από την ποικιλία της οργανικής ύλης, πάνω στην οποία βασίστηκαν. Κοιτώ τον Κορινθιακό και σκέφτομαι, πόσα ζώα, πόσα φυτά, πόσοι άνθρωποι, πόσοι σεισμοί και μεταμορφώσεις του μανδύα συντέλεσαν  στο να δημιουργηθεί κάθε μικρή πέτρα, που πάνω της πατάω; Η υστεροφημία της ζωής είναι υπερεκτιμημένη. Ο χρόνος που ξοδεύουμε από την ζωή σε πράματα που ελάχιστη σχέση έχουνε με την ίδια την ζωή, ως γρανάζια ενός κοινωνικού μηχανισμού που ολοένα απομακρύνεται από τον άνθρωπο και μας αντιμετωπίζει ως εξαρτήματα υποδεέστερα από τον ίδιο αυτόν μηχανισμό, είναι  μάταια ξοδεμένος. Το καθήκον απέναντι σε οτιδήποτε άλλο πέρα από την ίδια την ζωή είναι ανήθικο και δεν προκύπτει από κανέναν φυσικό νόμο. Δεν είναι άλλο από επινόημα εκείνων, που θεωρούνε τον εαυτό τους σημαντικότερο από τους άλλους. Συν τον χρόνο, και καθώς η μια γενναιά διαδέχεται την άλλη, αυτό που στην αρχή διαφύλαττε η εξουσία του φόβου, τα παραπάνω δικαιώματα κάποιων σε βάρος των υπολοίπων, έγινε θεσμός, νόμος, αξία. Με αποτέλεσμα να φτάσουμε σε μια εποχή που, ο συνάνθρωπος κυνηγιέται σαν το άγριο θηρίο, χάνει τη δουλειά του, το σπίτι, το δικαίωμα στην μόρφωση και την περίθαλψη, αρρωσταίνει,  πεθαίνει… κι όλα αυτά δεν είναι παρά στατιστικά στοιχεία.  Και καθώς απαξιώνεται η ζωή, απορούμε γιατί ο απαξιωμένος έκλεψε, σκότωσε, απαξίωσε. Δεν απορούμε όμως για την απαξίωση της ζωής από συνάνθρωπους εργοδότες, πολιτικούς, συνάδελφους που θέλουνε να χτίσουνε καριέρα ακολουθώντας όλους εκείνους τους νόμους και τις αξίες που αντιμάχονται την ιερότητα της ζωής.
Ο ένστολος που υπερασπίζεται την ειρήνη, την οικογένειά του και τους φίλους του, είναι ήρωας. Ήρωα όμως αποκαλούμαι κι εκείνον που θυσίασε την ζωή του, όχι για τις ίδιες αυτές αξίες, αλλά υπηρετώντας τυφλά το σύστημα. Ίσως να είχε γνώση του μάταιου της θυσίας του, όμως η στολή που φορά τον υποχρεώνει να πολεμήσει ακόμα και σε έναν επεκτατικό πόλεμο, ακόμα κι απέναντι σε αδύναμους και κατατρεγμένους, ακόμα κι αν ατομικά βλέπει το άδικο και διαφωνεί. Γιατί φορώντας την στολή παύει να ανήκει στον εαυτό του και είναι απλώς ένα γρανάζι, που το γυρίζει η μηχανή κατά την δική της θέληση και σκοπό. Δεν είναι τυχαίο που καθολικά η κραταιά εξουσία αντιμετωπίζει ως υπέρτατο εχθρό όσους σκέφτονται  παράγοντας κριτική και ιδέες που θίγουν τα συμφέροντά τους.  Υπάρχει βαθύτατο θέμα φυσικής νομιμότητας κάθε που αποκαλούμαι ένα τέτοιο μη ανθρωποκεντρικό σύστημα «δημοκρατικό». Όταν ένας άνθρωπος δεν ανήκει στον εαυτό του, κι ακόμα και στις περιπτώσεις εκείνες που έχει εργασία αδυνατεί να συντηρήσει την οικογένεια και τον εαυτό του, να σχεδιάσει, να ονειρευτεί, να δημιουργήσει, τότε δημοκρατία δεν υπάρχει, μία τέτοια κοινωνία, είναι δημιούργημα του «διαβόλου». Με λίγα λόγια μας έχει πάρει και μας έχει σηκώσει από καιρό!...
Ας μην επιτρέψουμε στην πλάνη τούτη να μας καταβροχθίσει. Η ζωή είναι μικρή και δεν αντέχει μακροχρόνιους σχεδιασμούς… συμβαίνει στο παρόν κι ανήκει στο παρόν, μας ανήκει, αν κατορθώνουμε να κλέβουμε τον κλέφτη, όσο πιο πολύ μπορούμε, και να ζούμε το μόνο που θα έχουμε ή είχαμε ποτέ: Την ζωή μας. 

29/9/16

νεράιδες

Η μελαγχολία φτιάχνει τις πιο όμορφες γέφυρες..  χτισμένες με το ασήμι της καρδιάς και του φεγγαριού,  τόσο δυνατές μέσα στην αυθεντικότητά τους, τόσο εύθραυστες στα λάθος βήματα που θα τολμήσουνε να τις βαδίσουν… Από την καρδιά ως το φεγγάρι κι από το φεγγάρι μέχρι μια άλλη καρδιά.. Τόσες γέφυρες, οι περισσότερες προορισμένες να μην πατηθούνε ποτέ, όχι τόσο από ατολμία, όσο από την φύση της θλίψης που τις έχτισε…
Ασφαλής προορισμός σχεδόν πάντοτε τα άστρα, αφετηρία η θάλασσα. Προορισμός μόνο το φως άνευ ενδυμάτων, σάρκας, άλλον γήινο θάνατο. Ταξίδι μόνο.. που τις πιο πολλές φορές τελειώνει εκεί που αρχίζει, στην φαντασία της Μοναξιάς, κοιτώντας την θάλασσα, τον ουρανό, ίσως την Σελήνη.
Γέφυρες απάτητες, πολεμίστρες ονείρων που πάνω τους κρέμονται ατημέλητες νεράιδες στοιχειωμένες από την απουσία,  φίλων κι εχθρών. Άστρα τα μάτια τους φέγγουνε ως την θάλασσα, καθώς εκείνη αεικίνητη έχοντας σκεπάσει ανθρώπους και πόλεις, γυρεύει ακατάπαυστα τρόπο να  χωρέσει στην αγκαλιά της τις νεράιδες. 

23/9/16

σκιές..

Αναλώθηκε τόσο πολύ στο αν και το ίσως, στο να είναι και να φαίνεται σωστός όλα αυτά τα χρόνια, ώσπου στο τέλος τα χρόνια ατροφήσανε. Σκιά του γίνανε που την έσερνε παντού. Ο άνθρωπος με τον «βαρύ ίσκιο», άκουσε πίσω απ’ την πλάτη του κάποτε. Θα μπορούσε να είχε ειπωθεί για οποιοδήποτε , μια  φράση σε κάποια άσχετη με αυτόν συζήτηση. Θα μπορούσε.. όμως το ένιωσε, πρώτη φορά ακατάληπτα τόσο βαθιά, τόσο καθαρά, πως αυτή η φράση του ταίριαζε γάντι. Σχεδόν οσφρίστηκε την δυσωδία από τα πτώματα τόσων χρόνων, τόσων στιγμών. Ήταν φθινόπωρο, τα πεζοδρόμια σκεπασμένα με καφεκίτρινα φύλλα, νοτισμένα από την πρωινή υγρασία, κι ο ουρανός αδιαπέραστος για τον ήλιο, φορτωμένος σκοτεινά σύννεφα που προμηνύανε καταιγίδα. Ο θόρυβος από τα παπούτσια του πάνω στα φύλα.. ο άνεμος που κρατούσε την αναπνοή του – μα τα χείλη του παγωμένα.. το αδέσποτο που πέρασε με ένα κόκαλο στο στόμα… οι περαστικοί με τα τόσα πρόσωπα όσες και διαθέσεις… Ένας μικρός ανεμοστρόβιλος από το πουθενά, κινήθηκε προς το μέρος του και διαλύθηκε μπροστά του. Όλα σημάδι πως έπρεπε να ασχοληθεί με τους νεκρούς του. Να τους αναπαύσει και να τους τιμήσει στην μνήμη και την καρδιά του, να θυμηθεί.. ώστε να τους πει το «αντίο» που θα του επιτρέψει, ίσως, να βαδίσει με την ψυχή του, όσο γίνεται, λεύτερη.
«Μπορώ να συνεχίσω να τους κουβαλώ», συλλογίστηκε, «να ζήσω ακόμα μια μέρα και άλλες πολλές με τον ίδιο τρόπο, την ίδια ασαφή ως προς το νόημα μεθοδικότητα, ή να αλλάξω…»

Όταν κάποιος σκέφτεται την αλλαγή, μοιάζει με έναν άνθρωπο που στέκεται μπροστά στη θάλασσα και κοιτά τον ορίζοντα, χωρίς την γνώση ενός χάρτη. Σκέφτεται αν είναι σοφό να περιμένει την άφιξη ενός πλοίου για να ξεκινήσει με αυτό το ταξίδι του, ή αν πρέπει να φτιάξει το δικό του, μία βάρκα έστω, ή , αν η αναμονή είναι τόσο αβάσταχτη γι’ αυτόν ώστε έχει γίνει μανία φυγής, μία σχεδία, ή κι ακόμα να ξανοιχτεί κολυμπώντας, για όσο αντέξει… Όσο πιο αδρανής είναι η ζωή του από φανερούς άμεσους κινδύνους, τόσο δυσκολότερο να είναι άμεση η απόφασή του.  Σαν τον καπνιστή, που αγκομαχά και όλο λέει πως θα κόψει το τσιγάρο.. ελπίζει πως θα το κάνει σιγά σιγά και συνήθως δε το κάνει ποτέ, παρά μόνο μετά από κάποιο σοβαρό έμφραγμα ή εγκεφαλικό, όταν δεν έχει τα περιθώρια περισσότερης αναβλητικότητας. Η συνήθεια είναι φριχτό δηλητήριο.

 Η ουδετερότητα του καθρέφτη ύστερα από την σκέψη μιας τέτοιας απόφασης ορόσημο, παύει. Κάθε πρωί από εκείνη την μέρα, που ξυπνούσε στο κρεβάτι του, πάσχιζε πολύ να σηκωθεί, λες και ήτανε δεμένος με σχοινιά… Σχοινιά που καταλήγανε στην καρδιά του σαν χίλιες άγκυρες, και κάνανε κάθε κίνηση επώδυνη. Ακόμα και το ανακάτεμα του καφέ, το στρίψιμο του κεφαλιού έξω από το παράθυρο.. Μα το χειρότερο μαρτύριο από όλα, το να κοιτά κατάματα τον εαυτό του. Φευγαλέα έριχνε μια ματιά στην αντανάκλαση, όχι στα μάτια, ίσα να χτενιστεί, να ξυριστεί.. και όλο έλεγε βλέποντας μα οικειοθελώς χωρίς να κοιτά: «θα αλλάξω».

Άλλαξαν τα μαλλιά του χρώμα, το πρόσωπό του έγινε πιο σκοτεινό, πιο ουδέτερο κι από τη φωνή του, που γινότανε ολοένα πιο ατροφική, σα τα χρόνια που δεν έπαψε να κουβαλά …  Άχρωμος, αδιάφανος, συνηθισμένος. Ώσπου μοιραία άλλαξε θέση με την σκιά του, και ήτανε οι νεκροί εκείνοι που τον σέρνανε… κι εκείνος η δική τους σκιά.

16/9/16

Σκέψεις..


Στα πλαίσια της κοινωνικής συμβίωσης υπάρχουν κανόνες. Κανόνες γραπτοί και άγραφοι. Σε μεγάλο βαθμό οι κανόνες αυτοί καθορίζονται από την επιταγή της κοινωνικής ειρήνης, από την μια, και από την επιβίωση της κοινωνικής ομάδας από την άλλη. Στο σημείο αυτό, είναι σωστό να πούμε πως η ιεραρχική δομή της κοινωνίας είναι καθοριστική. Αν η κοινωνία είναι δομημένη σε σχήμα πυραμίδας, τότε παρότι η βάση είναι εκείνη που στηρίζει το οικοδόμημα, η κορυφή της πυραμίδας έχοντας τον έλεγχο των αποφάσεων, ορίζει κατά κανόνα ως κοινωνική επιβίωση και ειρήνη την δική της  διατήρηση της εξουσίας και προνομίων. Από εκεί ψηλά, μοιάζει απώλεια μικρή, απώλεια μερμηγκιών, η θυσία της βάσης για την μη διασάλευση της δομημένης τάξης.
Αν το πιο ισχυρό ένστικτο είναι η επιβίωση, χρειάζεται κάτι επίσης ισχυρό, μία απειλή συντριβής και θανάτου ακόμα, ώστε η πιθανότητα της επιβίωσης να μοιάζει πιο ιδανική από μια σίγουρη συντριβή. Οι νόμοι, η θρησκεία, η επίπλαστη ηθική, τόσο το μαστίγιο όσο και το καρότο, όλα τα δυνατά μέσα θα χρησιμοποιηθούνε για να αποτρέψουνε, απομονώσουνε και να εξοντώσουν κάθε ροπή προς μία διαφορετική τάξη πραγμάτων. Η οικογένεια, το σχολείο, η πόλη, το κράτος, τα κράτη, όλα έχουν τη θέση τους στο οικοδόμημα. Όσο μεγαλύτερη η απόσταση της κορυφής από την βάση, τόσο ελάχιστης σημασία γίνονται οι ανάγκες της βάσης για αυτούς που είναι στην κορυφή, ιδίως όταν η βάση δεν έχει τρόπο να ελέγξει την σύνθεσή της και τον τρόπο με τον οποίο η κορυφή δημιουργείται. Που σημαίνει πως καθώς τα κέντρα ελέγχου και άσκησης εξουσίας μεταφέρονται έξω ακόμα και από τα κράτη, σε οργανωμένα οικονομικά συμφέροντα, με κύρια αξία και σκοπό της ύπαρξής τους το κέρδος, τότε αλίμονο σε όλους εκείνους που οι μαθηματικές πράξεις, τους θεωρούνε ζημιά κι εμπόδιο.
Η φτωχοποίηση κι εξαθλίωση των λαών δεν έχει σύνορα… δεν έχει σημαία, θρησκεία, γλώσσα. Δεν έχει καν ψυχή. Άνθρωποι αριθμοί, μηδενικά, πράξεις.. Πόσο «κοστίζει» στην σημερινή εποχή της κρίσης, να είσαι άνθρωπος; Πόσο δύσκολο είναι να φορέσει κάποιος ένα μπαλωμένο παντελόνι, ή να χορτάσει λιγότερο, για να μη πεινάσει κάποιος άλλος; Δυστυχώς την γνωρίζω την απάντηση: πολύ. Μα αυτό, όσο κι αν είναι σημαντικό, δεν είναι το πιο σημαντικό. Το να ανακουφίσουμε προσωρινά τον πόνο χωρίς θεραπεία της ασθένειας, είναι αδιέξοδο. Το να φερόμαστε από την μια με αλληλεγγύη και από την άλλη να επιτρέπουμε με την συγκατάβαση, την ανοχή ή την αδράνεια και αδιαφορία, να μας φέρονται ως μυρμήγκια ή αριθμούς, ατιμώρητοι, είναι εγκληματικό, τόσο προς τον εαυτό μας όσο και την ανθρωπότητα.
Το κύτταρο της κοινωνίας είναι ο άνθρωπος.  Η κοινωνία συστάθηκε για να νιώθει μέσα της πιο ασφαλής, πιο λεύτερος, να μπορεί χωρίς φόβο να δημιουργεί και να υπάρχει. Οποιαδήποτε κοινωνική δομή δεν μπορεί να εξασφαλίσει στα μέλη της ειρήνη τόσο με τον εαυτό τους όσο και με τα άλλα μέλη, είναι μία αποτυχημένη κοινωνική δομή και πρέπει να αλλάξει. Και στον βαθμό που η κοινωνία δεν έχει τον έλεγχο αυτής της δομής, είναι απλώς επιβολή. Δικτατορία του φόβου.
Η πρώτη μορφή αντίστασης, είναι να συνεχίσουμε να υπάρχουμε, να παραμείνουμε ανθρώπινοι, αλληλέγγυοι ο ένας στον άλλον, με πίστη στο ότι για τους ανθρώπους δεν υπάρχουνε αδιέξοδα. Υπάρχουν μόνο αδιέξοδες καταστάσεις αλλά η επιλογή να μείνουμε σε αυτές ή να στραφούμε προς άλλη κατεύθυνση, σκεπτόμενοι όχι υπό το μαστίγιο του φόβου αλλά όντως λεύτεροι, μας ανήκει.
«Μας ανήκει»; Δεν υπάρχει ελευθερία δίχως τίμημα, δίχως θέληση που μεταφράζεται σε επιλογές και πράξεις. Άλλο να σκεπτόμαστε και να πράττουμε ως λεύτεροι, κι άλλο το πόσο γρήγορα θα μεταβληθεί μία κατάσταση. Χωρίς ωστόσο το πρώτο το δεύτερο δεν θα συμβεί ποτέ. «Συλογάται καλά όποιος συλογάται ελεύθερος». Αυτό είναι το πρώτο που δεν πρέπει να επιτρέψουμε να μας αφαιρέσουνε λοιπόν: Το να είμαστε ελεύθεροι άνθρωποι αλληλέγγυοι ο ένας στον άλλον.

26/8/16

Τωρα!


Σκορπώ τις λέξεις, δέρμα παλιό
ένδυμα της άνοιξης ριγμένο
στα πόδια της μελαγχολίας του Φθινοπώρου…
Ατενίζω την βροχή που έρχεται
μεθώντας στο άρωμα των πρώτων σταγόνων
που κουβαλά στα δυνατά σαν χτένια δάχτυλά του
ο άνεμος. Ο ίδιος άνεμος
που καβαλώντας τα κύματα ψιθύριζε απαλά στο αυτί
«μην περιμένεις, το μυστικό είναι πάντοτε το τώρα
κι ο χρόνος αιώνιος..»
Τα σταχιά μαλλιά του αλώνι ονείρων που λιάζονται
προσφέροντας τραχύ ψωμί, και κρασί κόκκινο,
μέσα απ’ το γέλιο θηλυκού αγριολούλουδου,
που άνθισε πάνω στην πέτρα και την υγρή άμμο,
από δίψα για φως.

Διψώ για φως στον απόηχο του φωτός,
η πείνα κι η δίψα πάντα επανέρχεται.
Όσες κι αν σκορπώ λέξεις,
κάτω από την μελαγχολία του φθινοπώρου,
ακούω ακόμα την καρδιά, να χτυπά
ψιθυρίζοντας: «Τώρα!»

4/8/16

Παράδεισος



   Σιωπηλά τα λόγια… μια άχνα μόνο, μα όσα να πει είχε τα είπε…. Κι αν δε τα είπε με φωνή εκείνος άκουσε. Και πως βαστά η καρδιά της, πως λυγάνε σαν καλαμιές τα όνειρά της, θαρρείς θα σπάσουν, μ’ αντέχουνε. Φύσαγε ο άνεμος, κι η ψυχή της γυμνή και μόνη. Ξαπλωμένη στο πάτωμα κοιτούσε τρυπώντας το ταβάνι, τον ουρανό.. κοιτούσε πέρα απ’ όλα … και το βλέμμα της βυθιζότανε στο απέραντο του πουθενά. Εκεί ζούσε, εκεί τραγουδούσε, χόρευε, πενθούσε. Στο πουθενά…
Πως σκοτεινιάσανε τ’ άστρα στην πνοή της.. κι ο ήλιος να σβηστεί κόντεψε, άλλη μέρα μη ξημερώσει.. Οδυνηρό το πρόσωπό της να κοιτά στο καθρέφτη.. τα χέρια της να κοιτά… να θυμάται…. «Ποια διαφορά» συλλογιζότανε, «έχει από μένα ένα φάντασμα… πόση..» … Μα ερχότανε τότε, άξαφνα μες το σκοτάδι της , φως ανθεκτικότερο από τον ήλιο και το στερέωμα, μία τόση δα μικρή λεξούλα, να κάνει πάλι την καρδιά της να χτυπά.. : «Μαμά!» Ένας επίγειος άγγελος, που σαν την σκέπαζε με τις μικρές κι ωστόσο απέραντες φτερούγες του, σταματούσε ο πόνος κι η τρέλα, το ταβάνι επέστρεφε στην θέση του, κι ο ήλιος το αποφάσιζε να ξημερώσει ακόμα μια μέρα… κι ο  Παράδεισος, στα δυο αθώα  χέρια ανάμεσα, της χαριζότανε!
Μελίσσι ο κόσμος… γεμάτος άνθη, ζωή, καταστροφή. Φτιαγμένος από αγωνία και φόβο… Μα πόσο ανέλπιστα ωραία τ’ άνθη της ελπίδας! … Πόσο όμορφο, κι ας ξετυλίγεται πάνω από λύπες, το ουράνιο τόξο της Αγάπης!
   Εκείνος φοβότανε τα τόξα. Τα τόξα των φρυδιών, των γεφυριών, το τόξο που σχηματίζει μια κομψή γυναικεία μέση, ακόμα και η ελλειπτική καμπύλη της Σελήνης.. Πάνω απ’ όλα, φοβότανε το τόξο του έρωτα. Πόσους έσυραν στο χαμό τα φαρμακωμένα βέλη… πόσοι ξέχασαν αιμορραγώντας ψυχή,  ποιοι είναι, που πάνε... Δικαιότερο  ν’ ανταμώνανε τον δήμιο της ζωής παρά έτσι χωρίς ταυτότητα να περιφέρονται καταραμένοι.
   Την παρατηρούσε να περιφέρεται από δωμάτιο σε δωμάτιο, σωπαίνοντας, σφίγγοντας τα δόντια μην  κραυγάσει… Ύστερα είδε τα μάτια της, μια στιγμή μόνο, όσο σταθήκανε κοιτώντας σαστισμένα στον καθρέφτη με τόση απελπισία και οίκτο, κάποιον άγνωστο.. Με τόσο τρόμο που ένα παιδί πίσω από την πλάτη του λύθηκε να τρέχει, μακραίνοντας, μες τους λυγμούς, μην θέλοντας ν’ αναγνωρίσει τον εαυτό του στα μάτια της. Άκουσε, είδε, ένιωσε, μέσα από την παγωμένη άχνα στο τζάμι, σε μια στιγμή μέσα, την ζωή..

    Είχε συνηθίσει να περιφέρεται ανάμεσα στους ανθρώπους πότε σκιά και πότε φως, μαθαίνοντας από τις ιστορίες τους τι σημαίνει «ύπαρξη».. Μα ποτέ πριν δεν αισθάνθηκε τόσο βαθιά δική του μια δική τους ιστορία. Τα μάτια της τον συγκλονίσανε.. Κάτι που όσο καιρό θυμάται να περιφέρεται στη γη δεν ξανασυνέβη. Είχε δει πολλά, πολέμους, αυτοκτονίες, εγκλήματα… περιφρόνηση, μίσος, αγάπη… πάθος. Μάτια τόσο γνώριμα ποτέ του! Τα γόνατά του λυγίσανε καθώς το παιδί έτρεξε μακριά.. σα να έφευγε η ψυχή του.. Μια γνώση άδικη ήρθε και πίκρανε το στόμα του… Δε θυμότανε πως είχε στόμα… δε θυμότανε πως είχε ψυχή… ούτε πως κάποτε κυλούσε μέσα του κόκκινο αίμα… Ύστερα κατάλαβε… Βγήκε από το καθρέφτη κι άρχισε να ακολουθεί την γυναίκα βήμα - βήμα... Η κόλαση τον τύλιξε καθώς θυμήθηκε… Πως δεν είναι άλλος, από την αιώνια ψυχή της… Άλλος από ένα παιδί… που ξέχασε μέσα από τις ευθύνες που φορτώνει η ζωή τους ανθρώπους, τα «πρέπει» και την αυταπάρνηση, να είναι παιδί… Ένα παιδί που έγινε μάνα, κι απόκτησε ένα άλλο παιδί. Όσο κι αν προσπάθησε, δε κατάφερε να την κάνει να τον κοιτάξει ξανά στα μάτια… «Αντέχω γιατί έχω μια καρδιά που χτυπά για μένα, από τον παράδεισο», έλεγε και ξανάλεγε η γυναίκα, κι έκλεινε δακρυσμένη τα μάτια και χαμογελούσε… «Αντέχω γιατί αγαπάω έναν άγγελο!…» … Και ζάρωνε ολόκληρη, γινότανε μια σταγόνα, ένα δάκρυ, για να χωρέσει ολόκληρη στον Παράδεισο. Κι η ψυχή της τότε, αναπαύονταν  γαλήνια, καταμεσής του ουράνιου τόξου που γεφυρώνει την γη με τα άστρα και τον πόνο με την χαρά της ύπαρξης, εκείνων που αγαπήσανε πολύ.