Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...

26/8/16

ατιτλο


 Να χτίζεις κάστρα με απουσίες
κι ύστερα να τα σκορπάς, να μην μένουνε μνήμες.
Στο «γύρω γύρω όλοι» αυτού του κόσμου,
το να είσαι το κέντρο είναι αβάσταχτα μοναχικό και βαρετό.

Τωρα!


Σκορπώ τις λέξεις, δέρμα παλιό
ένδυμα της άνοιξης ριγμένο
στα πόδια της μελαγχολίας του Φθινοπώρου…
Ατενίζω την βροχή που έρχεται
μεθώντας στο άρωμα των πρώτων σταγόνων
που κουβαλά στα δυνατά σαν χτένια δάχτυλά του
ο άνεμος. Ο ίδιος άνεμος
που καβαλώντας τα κύματα ψιθύριζε απαλά στο αυτί
«μην περιμένεις, το μυστικό είναι πάντοτε το τώρα
κι ο χρόνος αιώνιος..»
Τα σταχιά μαλλιά του αλώνι ονείρων που λιάζονται
προσφέροντας τραχύ ψωμί, και κρασί κόκκινο,
μέσα απ’ το γέλιο θηλυκού αγριολούλουδου,
που άνθισε πάνω στην πέτρα και την υγρή άμμο,
από δίψα για φως.

Διψώ για φως στον απόηχο του φωτός,
η πείνα κι η δίψα πάντα επανέρχεται.
Όσες κι αν σκορπώ λέξεις,
κάτω από την μελαγχολία του φθινοπώρου,
ακούω ακόμα την καρδιά, να χτυπά
ψιθυρίζοντας: «Τώρα!»

4/8/16

Παράδεισος



   Σιωπηλά τα λόγια… μια άχνα μόνο, μα όσα να πει είχε τα είπε…. Κι αν δε τα είπε με φωνή εκείνος άκουσε. Και πως βαστά η καρδιά της, πως λυγάνε σαν καλαμιές τα όνειρά της, θαρρείς θα σπάσουν, μ’ αντέχουνε. Φύσαγε ο άνεμος, κι η ψυχή της γυμνή και μόνη. Ξαπλωμένη στο πάτωμα κοιτούσε τρυπώντας το ταβάνι, τον ουρανό.. κοιτούσε πέρα απ’ όλα … και το βλέμμα της βυθιζότανε στο απέραντο του πουθενά. Εκεί ζούσε, εκεί τραγουδούσε, χόρευε, πενθούσε. Στο πουθενά…
Πως σκοτεινιάσανε τ’ άστρα στην πνοή της.. κι ο ήλιος να σβηστεί κόντεψε, άλλη μέρα μη ξημερώσει.. Οδυνηρό το πρόσωπό της να κοιτά στο καθρέφτη.. τα χέρια της να κοιτά… να θυμάται…. «Ποια διαφορά» συλλογιζότανε, «έχει από μένα ένα φάντασμα… πόση..» … Μα ερχότανε τότε, άξαφνα μες το σκοτάδι της , φως ανθεκτικότερο από τον ήλιο και το στερέωμα, μία τόση δα μικρή λεξούλα, να κάνει πάλι την καρδιά της να χτυπά.. : «Μαμά!» Ένας επίγειος άγγελος, που σαν την σκέπαζε με τις μικρές κι ωστόσο απέραντες φτερούγες του, σταματούσε ο πόνος κι η τρέλα, το ταβάνι επέστρεφε στην θέση του, κι ο ήλιος το αποφάσιζε να ξημερώσει ακόμα μια μέρα… κι ο  Παράδεισος, στα δυο αθώα  χέρια ανάμεσα, της χαριζότανε!
Μελίσσι ο κόσμος… γεμάτος άνθη, ζωή, καταστροφή. Φτιαγμένος από αγωνία και φόβο… Μα πόσο ανέλπιστα ωραία τ’ άνθη της ελπίδας! … Πόσο όμορφο, κι ας ξετυλίγεται πάνω από λύπες, το ουράνιο τόξο της Αγάπης!
   Εκείνος φοβότανε τα τόξα. Τα τόξα των φρυδιών, των γεφυριών, το τόξο που σχηματίζει μια κομψή γυναικεία μέση, ακόμα και η ελλειπτική καμπύλη της Σελήνης.. Πάνω απ’ όλα, φοβότανε το τόξο του έρωτα. Πόσους έσυραν στο χαμό τα φαρμακωμένα βέλη… πόσοι ξέχασαν αιμορραγώντας ψυχή,  ποιοι είναι, που πάνε... Δικαιότερο  ν’ ανταμώνανε τον δήμιο της ζωής παρά έτσι χωρίς ταυτότητα να περιφέρονται καταραμένοι.
   Την παρατηρούσε να περιφέρεται από δωμάτιο σε δωμάτιο, σωπαίνοντας, σφίγγοντας τα δόντια μην  κραυγάσει… Ύστερα είδε τα μάτια της, μια στιγμή μόνο, όσο σταθήκανε κοιτώντας σαστισμένα στον καθρέφτη με τόση απελπισία και οίκτο, κάποιον άγνωστο.. Με τόσο τρόμο που ένα παιδί πίσω από την πλάτη του λύθηκε να τρέχει, μακραίνοντας, μες τους λυγμούς, μην θέλοντας ν’ αναγνωρίσει τον εαυτό του στα μάτια της. Άκουσε, είδε, ένιωσε, μέσα από την παγωμένη άχνα στο τζάμι, σε μια στιγμή μέσα, την ζωή..

    Είχε συνηθίσει να περιφέρεται ανάμεσα στους ανθρώπους πότε σκιά και πότε φως, μαθαίνοντας από τις ιστορίες τους τι σημαίνει «ύπαρξη».. Μα ποτέ πριν δεν αισθάνθηκε τόσο βαθιά δική του μια δική τους ιστορία. Τα μάτια της τον συγκλονίσανε.. Κάτι που όσο καιρό θυμάται να περιφέρεται στη γη δεν ξανασυνέβη. Είχε δει πολλά, πολέμους, αυτοκτονίες, εγκλήματα… περιφρόνηση, μίσος, αγάπη… πάθος. Μάτια τόσο γνώριμα ποτέ του! Τα γόνατά του λυγίσανε καθώς το παιδί έτρεξε μακριά.. σα να έφευγε η ψυχή του.. Μια γνώση άδικη ήρθε και πίκρανε το στόμα του… Δε θυμότανε πως είχε στόμα… δε θυμότανε πως είχε ψυχή… ούτε πως κάποτε κυλούσε μέσα του κόκκινο αίμα… Ύστερα κατάλαβε… Βγήκε από το καθρέφτη κι άρχισε να ακολουθεί την γυναίκα βήμα - βήμα... Η κόλαση τον τύλιξε καθώς θυμήθηκε… Πως δεν είναι άλλος, από την αιώνια ψυχή της… Άλλος από ένα παιδί… που ξέχασε μέσα από τις ευθύνες που φορτώνει η ζωή τους ανθρώπους, τα «πρέπει» και την αυταπάρνηση, να είναι παιδί… Ένα παιδί που έγινε μάνα, κι απόκτησε ένα άλλο παιδί. Όσο κι αν προσπάθησε, δε κατάφερε να την κάνει να τον κοιτάξει ξανά στα μάτια… «Αντέχω γιατί έχω μια καρδιά που χτυπά για μένα, από τον παράδεισο», έλεγε και ξανάλεγε η γυναίκα, κι έκλεινε δακρυσμένη τα μάτια και χαμογελούσε… «Αντέχω γιατί αγαπάω έναν άγγελο!…» … Και ζάρωνε ολόκληρη, γινότανε μια σταγόνα, ένα δάκρυ, για να χωρέσει ολόκληρη στον Παράδεισο. Κι η ψυχή της τότε, αναπαύονταν  γαλήνια, καταμεσής του ουράνιου τόξου που γεφυρώνει την γη με τα άστρα και τον πόνο με την χαρά της ύπαρξης, εκείνων που αγαπήσανε πολύ.