Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009
Άτιτλο..
γεννήθηκα κι εγώ.
Μες σ΄ασήμια σκουριασμένα
στων άστρων το φως.
Κι είδα εσένα, βρήκα εμένα
σ΄όνειρο κρυφό,
σε μαλαματένια στήθη
κάστρα σα βουνό...
Μα τα όνειρα περάσαν
όπως κι ο καιρός,
και μαράζωσαν τα στήθη
απ΄το καημό.
Μες τα θαλασιά σου μάτια
στον χαμένο αδελφό
μια γοργόνα τραγουδάει,
πως να κοιμηθώ...
Το παράπονο με δένει
πάνω στα σχοινιά,
σε καράβι που βουλιάζει
κάπου στ΄ανοιχτά.
Κι είναι γύρω μου γαλήνη,
μα και μοναξιά,
ίσως να σε συναντήσω
στον βυθό ξανά.
Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009
Μία μέρα Ζωή
στα λαγκάδια των θυμών,
σε κρυστάλινα ποτήρια
θαμπές άχνες στεναγμών.
Το τσιγάρο αναμένο
μα το όνειρο σβηστό,
κι είναι διπλοκλειδωμένο
ότι φαίνεται σωστό.
Στο τραπέζι σκορπισμένα
φύλλα από πλατανιά
τα παράθυρα σπασμένα
από ανήμερο βοριά.
Δηλητήριο στα στήθη
κάθε ανάσα και πονάς
για των άλλονε τα ήθη
την καρδούλα ξεπουλάς.
Μα σα κλείνουνε τα μάτια
και κοιμάται πια ο νους,
τα ατίθασα φεγγάρια
δραπετεύουν για αλλού.
Ξεδιψάνε στα σκοτάδια
το ασημένο τους το φως,
και με εραστών τα χάδια
ξεκλειδώνει ο καημός.
Κι είναι αιώνες τα σκοτάδια
και μια μέρα η ζωή,
κάνει τα θλιμμένα μάτια
να ξεχνάνε το πρωί.
Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009
Τρίτη, 06 Οκτωβρίου 2009
Με τα μάτια κλειστά
Ενα τραγούδι που πολύ αγαπάω.. Κι ήθελα καιρό να οπτικοποιήσω....
Ελπίζω να σας αρέσει το αποτέλεσμα! :)))
Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2009
άτιτλο
Μαύρα πηγάδια τα μάτια της... κι ήθελε να πέσει μέσα να πνιγεί.. να μη την αφήσει να φύγει. Ποια δύναμη παράξενη, στη φωνή της, στο αντίο που δε του είπε, του αφαίρεσε όλη τη δύναμη της θέλησης, να ακούσει τη προσταγή της καρδιάς του;Τα χείλη του αγγίξανε δυο πέτρινα χείλη.. η πνοή της σύννεφο ξέπνοο... όχι.. πριν την αφήσει να φύγει, εκείνη ήταν ήδη μακρυά πολύ.. Κι εκείνος έμεινε να κοιτάζει το φαντασμά της, τη σιλουέτα της να καίγεται σα χαρτί στο δειλινό και να σβήνει, βυθισμένος σε μνήμες που πια δε του ανήκανε.. Όπως δε του άνηκε και το μέλλον...
Συναντηθήκανε άθελα, σε κείνο το τοπίο ερημιάς.. δε κοιταχτήκανε... προσπέρασαν ο ένας τον άλλον, ακολουθόντας, σα σε κύκλο, τα ίχνη από τα βήματα που άφηνε ο άλλος ερχόμενος από την αντίθετη κατεύθυνση... συναντηθήκανε και προσπέρασαν βουβά κι οι δυο.. όπως βουβά αφήσανε να τους προσπεράσει η ζωή...
Σάββατο, 15 Αυγούστου 2009
Τα μάτια σου...
γαληνεύουν της ψυχής μου τα φτερά
καθώς σκιρτάν στον ήχο της καρδιά σου,
και το μπορώ, να σε κρατάω αγκαλιά.
Στα μαλλιά σου κάθε έγνοια κοιμάται
σβήνουν οι φόβοι όταν γέρνω κι ακουμπώ,
στα δάχτυλά μου η επιθυμία ταξιδεύει
θάλασσα άγρια, που με καλεί ν΄αφανιστώ.
Κι αν ναυαγήσω και χαθώ μέσα σε σένα
θα γίνω απόηχος καταιγίδας στην ακτή,
σκόρπια φιλιά στην άμμο απλωμένα
να καίνε τα πέλματά σου στη σιγή.
Ήλιος θα γίνω, βροχή να σε ζητήσω
σύννεφο να πιω και να κρυφτώ,
δάκρυ γλυκό, φωτιά στον αφαλό σου
από τ΄αλάτι της ζωής σου να μεθώ.
Είναι τα μάτια σου εισιτήριο για μένα
για του παράδεισου τα μέρη προσταγή,
στον ουρανό τα φτερά μου απλωμένα
και συ η μόνη που ζητώ, να γυρίσω, γη.
Παρασκευή, 07 Αυγούστου 2009
μικρό άτιτλο...
Ήταν ένα μικρό παιδάκι που λάτρευε τον ουρανό.Και τ΄αστέρια..
"Εκεί", του είχανε πει, "εκεί πάνε όσοι αγαπούμε. Εκεί είναι ο παπούς, εκεί και η γιαγιά σου.."
"Που; Δε τους βλέπω.."
"Να, εκεί... σε εκείνα τ΄άστρα.. φανερόνονται τη νύχτα, να μη φοβάσαι το σκοτάδι. Την ώρα που κοιμάσαι, οι άγγελοι τα χαμηλώνουν τόσο που σχεδόν αγγίζουν το μέτωπό σου.."
"Γι αυτό βλέπω όμορφα όνειρα;"
"Γι΄αυτό καρδιά μου όμορφη.. γι αυτό!"
Εκείνο το βράδυ φύσαγε παγωμένος βόρειος άνεμος, και το παιδί ξύπνησε από τη βοή. Σηκώθηκε, πήγε στο παράθυρο και έστρεψε τα μάτια του στον ουρανό. Δάκρυσε φοβισμένο. Ο ουρανός μαύρος, ούτε ο παπούς ούτε η γιαγιά του ήταν εκεί.. Ξάπλωσε πάλι στο κρεβάτι του, κι όσο κι αν τυλίχτηκε στις κουβέρτες, το σωματάκι του δεν έλεγε να ζεσταθεί. Ο ύπνος το βρήκε μες τα αναφιλητά.. Το πρωί σηκώθηκε κακόκεφο, αμίλητο.. Και όλη την εβδομάδα, αρνήθηκε πεισματικά να κοιτάξει πάλι έξω από το παραθυρό του. Δεν μπορούσε να καταλάβει αυτή την προδοσία.. Πως μια τέτοια φοβερή νύχτα, τον ξέχασαν, εκείνοι που τους θυμάται να του λένε πόσο τον αγαπούνε... Σκεφτόταν , πως η αγάπη δε βασταεί για πάντα. Πως ίσως ακόμη και οι γονείς του, να τον πρόδιδαν κάποτε. Και πίκραινε το σφιγμένο στόμα του.
Η μάνα του, είχε δει την αλλαγή. μια ανύποπτη στιγμή πλησίασε τον μικρό και τον ρώτησε, τι είναι αυτό που το βασανίζει. Τα παιδιά δεν αντέχουν τα μυστικά.. Της τά΄πε όλα.. και έπεσε στη αγκαλιά της κλαίγοντας.. "Δε θέλω να σταματήσετε να μ΄αγαπάτε.. δε θέλω.. " Κι η μάνα του τον έσφιξε στην αγκαλιά.. "Πάντα θα σ΄αγαπώ... Το αληθινό φως δεν έρχεται από τ΄αστέρια καρδούλα μου.. Το αληθινό φως, αυτό που κάνει τα αστέρια φωτεινά, είναι το φως της αγάπης. Μπορεί τα αστέρια να τα σκεπάσουνε τα σύννεφα, μα η αγάπη μέσα σου σβήνει όταν συννεφιάζει;"
"Όχι."
"Έτσι δε σβήνει και το φως.. Το βράδυ οι άγγελοι, φέρνουν τ΄αστέρια κοντά στο μετωπό σου, όχι για να σε φωτίσουνε. Μα για να τα φωτίσουνε."
"Και όσοι πήγαν στον ουρανό, παίρνουν φως από μένα;"
"Ο ουρανός έχει ανάγκη το φως σου. Το φως της αγάπης.. όλοι, όσοι ζούμε στη γη, πρέπει να δίνουμε στον ουρανό φως.. Να νιώθουμε πόσο δυνατή είναι η αγάπη.. Και τότε, όσες καταιγίδες κι αν έρθουν, όλες θα είναι περαστικές. Να εμπιστεύεσαι το φως μέσα σου. Κι όταν ακόμη είναι σκοτάδι, και φυσά, και κάνει κρύο.. Άκου προσεχτικά την καρδιά σου και θα το νιώσεις.. Πως μόνος δεν είσαι. Ούτε ήσουν ποτέ.. "
Εκείνο το βράδυ το παιδί, ξάπλωσε ευτυχισμένο, έκλεισε τα μάτια του, και ψιθύρισε.. Ελάτε να πάρετε φως.. Σας αγαπώ! Πολύ πολύ!
Ήξερε, πως κι όταν ακόμη δε βλέπει αστέρια στον ουρανό, εκείνα υπάρχουν. Πως τις πιο σίγουρες απαντήσεις τις δίνει η καρδιά...
Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2009
Σ΄αγαπώ!
Κι ύστερα, έπεσε ένα αστέρι... μία ευχή... μϊα ευχή που ίσως μοιραστήκανε.. γιατί το χέρι της έσφιξε τρυφερά το δικό του.. σα να σφίχτηκε η καρδιά της από λαχτάρα κρυφή.... Στράφηκε προς εκείνη και απαλά με τα δάχτυλα του άλλου χεριού, έστρεψε το προσωπό της προς αυτόν.... κοιταχτήκανε... Μια θλίψη απέραντη στα μάτια της.. κι άλλο δάκρυ... "Δεν μπορώ να αγαπήσω ξανά.."... του ψιθύρισε... "Δεν μπορώ να δώσω χαρά.."... Μα κείνος, σαν να μην άκουσε τα λόγια της, ακούγοντας μόνο τον παλμό της... ανάμεσα στο χέρι του.. στις άκρες των δαχτύλων που σχεδόν αγγίζανε τον λαιμό της, έσκυψε και την φίλησε... Εκείνη, παγωμένη στην αρχή, όπως ένα ερωτηματικό, που δεν τολμάει να ρωτήσει, ύστερα αφέθηκε στο φιλί.... Και κούρνιασε στην αγκαλιά του... Ανοίγοντας κάποια στιγμή, τα μάτια της, πριν αποκοιμηθεί, είδε πέρα στης θάλασσας την άκρη, το φεγγάρι να ζωγραφίζει με φως, τον ορίζοντα.... δεν σκέφτηκε άλλο.. Κούρνιασε και κοιμήθηκε εκεί.. στην αγκαλιά του..Κι ο πόνος της, έγινε πόνος του, κι ο δικός του πόνος, φτερά έβγαλε και πέταξε.. παίζοντας κυνηγητό με την ψυχή του ανάμεσα στ΄άστρα... Την ώρα που ανάλαφρη ήτανε πια, έσκυψε και της ψιθύρισε στο αυτί το πιο μεγάλο του μυστικό.. "Σ΄αγαπώ!.. " Και μες τον ύπνο της, του φάνηκε πως χαμογέλασε και φωτίστηκε το προσωπό της... Έλαμψε και το δικό του πρόσωπο... "Αυτό, είναι! ".. σκέφτηκε.... "Θα της φανερωθώ στα όνειρά της.. εκεί που η αλήθεια του κόσμου, δεν μπορεί να φυλακίσει την αλήθεια της ψυχής... Και στο πιο όμορφο όνειρο, της Αγάπης, θα την πάρω να δραπετεύσουμε... Μέχρι που το όνειρο να γίνει η μόνη αλήθεια, και κάθε άλλη αλήθεια να μαραζώσει και να χαθεί.. Και τότε, θα της ζητήσω, να χορέψουμε! Κι όχι σα να είμαστε μόνοι, αλλά σα να ήμασταν από ανέκαθεν, μόνο μαζί! Σαν ένα... ολόκληρο Ένα... "... Και στα λόγια του, που άθελα τα είπε φανερά, ράγισε το φεγγάρι, κι άρχισε στον ορίζοντα, γαλήνια να έρχεται η αυγή... "Πόσο όμορφο να χορεύουμε στη νοτισμένη, δροσερή άμμο... ".. σκέφτηκε, "κι μέρα να χαράζει στα μάτια της..." Σαν ηχώ μιας λέξης που δεν ειπώθηκε, ένιωσε στο στήθος του την καρδιά της να χτυπά... κι ανάσανε σχεδόν ευτυχισμένος... την αναπνοή της...
"Σ΄αγαπώ! "....
Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2009
"Big.. bang"...
Ο αληθινός κόσμος, είναι αυτός που ανθίζει μέσα μας, όταν δε φοβόμαστε, όταν, ο πόνος κι η χαρά μπορούν να χορέψουν μαζί.. και να ταξιδέψουν την σκέψη στα σωστά μονοπάτια.. Εκείνα που όταν όλες οι ανάγκες μας σβήσουν, όταν καταρεύσουν τα ψεύτικα πρότυπα μιας τίμιας ή ηδονικής ζωής, μιας ζωής ταγμένης σε ένα σκοπό ή άλλον, εκείνα τα μονοπάτια, θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν. Τα μόνα, όταν όλος ο κόσμος χαλάσει.. Και δεν οδηγούν στα άστρα... όπως πολλοί ζωγράφοι, πολλά παιδιά κι ερωτευμένοι φαντάζονται.. Μα συγκλίνουν μέσα μας, γη κι ουρανό, όλα, μπορούν να τα χωρέσουν σε μια μικρή καρδιά. Ή ένα δάκρυ.
Ίσως τα άστρα να μην είναι παρά μια καρδιά που έσπασε... Το big bang, από το οποίο γεννήθηκε ο κόσμος, καθώς μας λένε οι αστρονόμοι, ίσως δεν είναι αλλο από μια καρδιά, που έσπασε απ΄αγαπή...
Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2009
Ένα
Το πρωί, οι κουρτίνες παίζαν με το φως.. Τ΄απαλό χάδι του ανέμου, έφερνε αύρα θαλασσινή, και μνήμες ... που ζητούσαν επίμονα να ξαναγίνουν παρόν... Η παλάμη του, στοργικά σα φωλιά πουλιών, έκρυβε τη καρδιά της... Ολόκληρη, είχε φωλιάσει το κορμί της στο δικό του κορμί.. Τα πόδια τους μπλεγμένα... Της άρεσε αυτή η αίσθηση ανάμεσα στα πόδια της... Πέρασε το χέρι της πάνω από το δικό του.. "Σ΄αγαπώ! Ψιθύρισε.... σ΄αγαπώ!".... Ένα δάκρυ που κύλισε ως τα χείλη της, ήταν η πρώτη γεύση εκείνο το πρωινό.. Ένα δάκρυ, με τόσα πολλά συναισθήματα μέσα.. κι ίσως να είχαν κυλίσει κι άλλα... αν δεν την άκουγε μέσα στο όνειρό του, που ζούσε... Ανασηκώθηκε ελαφρά, έγυρε πάνω από το πρόσωπο της, και το χαμογελό του σαν ήλιος, της ζέστανε την ψυχή... "Κι εγώ σ΄αγαπώ!" της είπε... Τον κοίταξε βαθιά στα μάτια... γαλήνεψε η ψυχή της... "Μα, πως.. πως με άκουσες;" Του είπε παιχνιδιάρικα, μα με απορία.. "αφού σχεδόν, το είπα μέσα μου.. και κοιμόσουν".... "Είναι γιατί σ΄αγαπώ, μικρή μου! Ζωή μου! Φως μου! ".... Το χέρι του κύλησε στο λαιμό της... στήριξε το κεφάλι της, και της έδωσε ένα κατακόκκινο, απαλό φιλί... η μέρα είχε μόλις αρχίσει.. κι ήταν εκεί.. μαζί...
Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2009
Μνήμη παλιά
και μόνο με του αρώματος την χάρη σου, μεθώ,
ξεχνόντας το δηλητήριο που σκίαζε η χαρά σου,
σαν ήλιος μες τα κύματα, στη δύση σου, σκορπώ...
Σε κάποια άμμο μακρινή, που δεν έχεις πατήσει,
με τέχνη αρχαία η θάλασσα τις σκέψεις μου θα βρει,
και σε τρομπέτα άγγελου, σ΄όστρακο θα τις κρύψει,
θανάτου εμβατήριο, πριν απ΄τα χείλη, βγει...
Στο τόπο που μου χάρισες, αγάπης εξορία,
τ΄αγγέλου σέρνω τα φτερά, δική μου τιμωρία,
στα πόδια σου ως οφειλή, που πρέπει πια να κλείσει,
κι ελεύτερο πλέον το κορμί, στη γη του να γυρίσει.
Στην βέρα πάνω, προσευχή, έγραψε το φεγγάρι,
και τούτο πια το ταίριασμα, ποιος θ΄αμφισβητήσει;
Οχιά που κουλουριάστηκε, τριγύρω μου με χάρη,
μα μάταια ψάχνει όνειρο στο στήθος να τρυγίσει.
Κι όταν το φως σβηστό, κι η σιωπή κρεβάτι,
και την ανάσα μου ακούς κοντά στο προσκεφάλι,
εσύ με σιγουριά διπλή στα χέρια θα με κλείνεις,
μα της οχιάς το δάγκωμα, δε θα το αποφύγεις.
Κι αν τούτος μοιάζει επίλογος, στο λέω, αρχή είναι
της συμφοράς ο ποταμός στον ουρανό γεννιέται,
κι όποιος ποτέ του δεν πενθεί ποτέ του δεν πεθαίνει
αυτός ποτέ του και δε ζει, και μόνο υπομένει...
Πέμπτη, 09 Ιουλίου 2009
χίλια θεριά...
τριγύρω σου γυρίζουν,
μου έχουν ξεσχίσει τη καρδιά,
και στ΄άστρα τη σκορπίζουν.
Μ΄ενα βλέμα σου μπορείς
παράταση να δώσεις,
σ΄αυτή την άθλια ζωή,
κι ύστερα ας προδώσεις...
Κι από το θάνατο εγώ,
πνοή καινή θα πάρω,
σάρκα από τη σάρκα σου,
κι αγάπη από τον Χάρο.
Παράδεισος η νύχτα μου
στα σκοτεινά σου μάτια,
ποτάμι τα μονοπάτια σου,
και θάλασσα τα μάγια...
Κι όταν ψηλά στον ουρανό
θα γίνω ένα αστέρι,
και να αλλάζουν οι εποχές,
εμένα τι θα μέλλει;
Στον ουρανό ή στον βυθό,
ίδιο γαλάζιο φόντο,
μαύρο τις νύχτες όπου κλαις,
και φωτεινό στον όρκο...
Αστέρι μέσα στο βυθό
ή δίπλα στο φεγγάρι...
Που για ταξίδια άγνωστα,
ο μόνος θα σαλπάρει..
Τρίτη, 07 Ιουλίου 2009
Της νύχτας τα κάστρα
και τα άστρα μοιάζουν τόσο μακρινά.
Ξεχασμένα βρήκα αρμαθιές κλειδιά,
κάστρα ερημωμένα κάπου στο βοριά.
Κάπου βρήκα εμένα, κάπου και εσένα,
όαση, στο δάκρυ πάνω ζωγραφιά.
Της ερήμου, είπα, είναι τα παιχνίδια
κι όμως όπου πάω, βρίσκεσαι κοντά.
Νύχτα με τα δώρα, νύχτα τρυφερή,
πως θ΄αντέξω νά΄ ρθει πάλι η αυγή;
Μείνε στην καρδιά μου, σφάλισε τα μάτια
όταν με κοιτάξει τον πόνο μου μη δει.
Κι ίσως αν μετρήσω όλα σου τα άστρα,
τότε να ξεχάσω πως τον αγαπώ...
Και θα χτίσω πάλι, όλα μου τα κάστρα
τα κλειδιά στο χέρι, γερά θα τα βαστώ..
Τετάρτη, 01 Ιουλίου 2009
Παιχνίδια ψυχής..
τη νύχτα που ο πόνος τα βλέφαρα θα γύρει.
Όμως ποτέ άμα το πιεις, γυμνή να μη χορέψεις,
μπρος στης ματιά σου το φονιά, καθρέφτη να μη θέσεις.
Κι εσύ, που γύρεψες βωμό, βωμό θε να στολίσεις,
από τα πάθη της καρδιάς, όπου θα μαρτυρήσεις.
Κόκκινο χρώμα, της φωτιάς, σου πρέπει να φορέσεις,
μέσα στη νύχτα να καείς, κι ως το πρωί ν΄αντέξεις...
Καθώς τα άστρα σβήνουνε, να σβήσει κι η φωνή σου,
κι αυτό που φόραγες κορμί, να γίνει η ψυχή σου..
Στάχτη που σκόρπισε η αυγή, από τσιγάρο πρώτο,
κι ο χρόνος το λησμόνησε, χωρίς να κάνει κρότο...
.jpg)