Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

15/11/16

σκέψεις..

Τα μεγάλα εμβληματικά κτίρια, τα σπουδαία μνημεία, ματώνουνε την ψυχή. Δεν αντέχει να τα κοιτά για πολύ. Όλη αυτή η υπεροψία απέναντι στο θάνατο και την μοίρα, η επιβολή του σήμερα στο αύριο, η ανάγκη να νιώσει πιο σπουδαίος ο άνθρωπος, από όσο σπουδαίο μπορεί να τον κάνει η φθαρτή του ύλη και το πνεύμα του, όταν διαποτίζονται από αγάπη. Αγάπη θα πει μοίρασμα, συμμετοχή κι υποστήριξη, θα πει δίνομαι και μέσα από το δόσιμό μου, γίνομαι μία καλύτερη εκδοχή του εαυτού μου. Το μόνο μνημείο που θα έπρεπε να αναλώνει χρόνο για να δημιουργήσει ο άνθρωπος, είναι ο άνθρωπος. Ο χαρακτήρας, οι σχέσεις του, η ζωή. Τι να τα κάνει τα μεγάλα στάδια, όταν τα παιδιά δεν μπορούνε να παίξουνε στις γειτονιές; Τα μεγάλα στάδια είναι για να πλουτίζουνε οι πλούσιοι, και να εκτονώνεται η μάζα. Μαζοποίηση είναι, επίδειξη δύναμης κι επιβολή. Κανένα μνημείο δεν θα είναι ποτέ τόσο σπουδαίο όσο ο κάθε άνθρωπος, τόσο μοναδικό κι ανεπανάληπτο… κι ωστόσο λανθασμένα τα μνημεία κι ο συμβολισμός τους, πιο σημαντικά θεωρούνται από τις ζωές των ανθρώπων.. Δεν είναι καλύτερο από το να έχεις ένα Μέγαρο μουσικής, να έχεις καθηγητές να διδάσκουνε μουσική στα σχολεία; Να χτίζεις ανθρώπους αντί μνημειώδη έργα; Αν μπορείς να τα κάνεις και τα δυο, καλώς τα κάνεις.. Αν όμως το δεύτερο συμβαίνει σε βάρος του πρώτου που είναι και το αληθινά σημαντικό, τότε, κακώς συμβαίνει και θα πρέπει να επανεξεταστούνε η δομή της κοινωνίας και οι προτεραιότητές της.
Γίναμε εξαρτήματα κι ανταλλακτικά μιας εποχής αυθαιρεσίας, γίναμε εμπόρευμα και αριθμοί. Ο δυτικός πολιτισμός, όπως τον ονειρεύονται, τον προβάλλουνε και τον υπηρετούνε τα κέντρα εξουσίας, δεν αφορά τον πολιτισμό, αλλά την οικονομία, και μάλιστα την τσέπη των λίγων. Εμπόρευμα οι αρρώστιες, οι τροφές, τα φυτοφάρμακα, τα φάρμακα.. εμπόρευμα οι τίτλοι, οι θέσεις, το δικαίωμα στην εργασία.. Οι ευρωβουλευτές μας, με εντελώς αδιαφανή τρόπο αποφασίζουνε συνάπτοντας διατλαντικές εμπορικές συμφωνίες στις οποίες απαγορεύεται η δημοσιοποίηση οποιαδήποτε πληροφορίας σχετικά με αυτές. Συμφωνίες που καταστούν τις εταιρείες ισχυρότερες από τις εκλεγμένες κυβερνήσεις των λαών, και τους επιτρέπει να βάζουνε το δικό τους κέρδος πάνω από την υγεία και το καλό των ανθρώπων. Αυτό που αυτοί ονομάζουνε δυτικό πολιτισμό, δεν έχει καμία σχέση με τον πολιτισμό. Η ορθή λέξη είναι «απληστία». Ο «δυτικός πολιτισμός» τους πνευματικά και ψυχικά νοσεί, κι είναι επικίνδυνα αυτοκαταστροφικός, σαν ένα φίδι που καταπίνει την ουρά του..
Είναι τόσο εύκολο οι άνεμοι της απογοήτευσης και της απελπισίας να κάνουνε τους ανθρώπους να ξεχάσουνε πόσο σπουδαία είναι η στιγμή και οι ίδιοι, στην προσπάθειά τους να κρατηθούνε από κάπου για να μη παρασυρθούνε – να ξεχάσουνε ή να πολεμήσουνε - που συχνά ξεχνάνε τον ίδιο τους τον εαυτό, στερώντας του τις στιγμές που τόσο έχει ανάγκη για να αποκτήσει υπόσταση η ζωή. Αυτή θα έπρεπε να είναι πάντα η πρώτη προτεραιότητα: να ονειρευόμαστε, να αγαπάμε, να δημιουργούμε, να γινόμαστε όλο και πιο ανθρώπινοι… Να ζούμε! .. Και να δίνουμε τους αγώνες μας, όταν και όπου χρειάζεται, με το φως αυτό στην ψυχή μας.

σκέψεις



"Αν μπορούσανε κάποια στιγμή, να μιλήσουνε τα βόδια μεταξύ τους, την ίδια στιγμή θα κλείνανε όλα τα σφαγεία" είχε γράψει ο Μπρεχτ...
Όμοια, αν μπορούσε να νιώσει ο ένας άνθρωπος τον άλλον, να τον κατανοήσει όχι σαν κάποιον άλλο μα σαν προέκταση του ίδιου του εαυτού του, ως κομμάτι από την σάρκα του και το πνεύμα του, την ίδια στιγμή θα καταργούσαμε τον θάνατο. Δεν μιλώ για τον φυσικό θάνατο που συμβαίνει, με τον ίδιο τρόπο που τα φύλλα κιτρινίζουνε και πέφτουνε, τροφή στα άνθη της επερχόμενης Άνοιξης, αλλά για τους πολλούς "μικρούς" θανάτους που συμβαίνουνε καθημερινά, συχνά καταργώντας ακόμα και την ισχύ του φόβου του μεγάλου θανάτου.
Κάποτε η αλήθεια ήτανε μία μόνο, απέραντη ως ουρανός, ένας καθρέφτης που μέσα της μπορούσε ο καθένας να δει όλη την εικόνα και ομορφιά του κόσμου. Μα κάποτε ο καθρέφτης αυτός έσπασε, και βροχή τα κομμάτια του σκορπίσανε. Κι από τότε, μάταια, όποιος βρίσκει ένα κομμάτι του νομίζει πως βρήκε την αλήθεια, την εικόνα εκείνου του όμορφου σπουδαίου κόσμου. Μα όσο υπάρχουνε ραγισμένες καρδιές, όσο περισσότερες ραγίζουν, σε τόσα περισσότερα κομμάτια ο καθρέφτης θα ραγίζει και θα σπάει: αυτή είναι η κατάρα του. Κανένα από τα κομμάτια μόνο του δεν μπορεί να πλησιάσει την αλήθεια..
Μα ίσως πάλι, πλανεμένα μιλώ. Ποιος ξέρει, αν μέσα στην νομοτέλεια του ενός, του μόνου, που ορίζει το σύννεφο και το φεγγάρι του, όχι την αρχή μα οπωσδήποτε το τέλος, αν η εικόνα του κόσμου, είναι ολοκληρωμένη και όμορφη, την ύστατη εκείνη στιγμή

4/11/16

αλάτι


Γυμνά πατήματα στην άμμο,
υγρά χνάρια από χρυσό.
Ξεμπλέκει έγνοιες το αεράκι στα μαλλιά
στα κύματά τους  λάβαρα ναυαγισμένα.
Αλάτι είναι πάνω στην πληγή
το δέρμα σου σ΄ αυτούς που δεν αγγίζουν.

3/11/16

Το κορίτσι του κομοδίνου

«Η βασίλισσα αποτραβήχτηκε στα δωμάτιά της. Κανένα σας δεν θα δει…»
Στο κομοδίνο στολισμένη φωτογραφία ενός άλλου κοριτσιού: νεότερο, πιο ξένοιαστο, λιγότερο χαμένο. «Φταίει ο χρόνος που όλα τα φθίνει; Η συνήθεια; Οι αυστηρές φόρμες των ρόλων που πετσοκόβουν ό,τι περισσεύει, καταστώντας ανάπηρη την ψυχή;»… «Ποια αθόρυβη βία υποδουλώνει τους ανθρώπους στον δρόμο της καταστροφής τους;»
Την εξαντλούσε να σκέφτεται, να αποτιμά… «Είναι αδιάφορο…» Σαν καλοπρογραμματισμένο ρομποτάκι έκανε όσα έπρεπε να κάνει για να μην διασαλευτεί η ημέρα εκείνων, που ανυποψίαστοι κι ακόμα αθώοι, ατενίζουνε το μέλλον με αισιοδοξία κι αγάπη για την ζωή! «Σε μια μητέρα αυτός είναι ο πιο σημαντικός της ρόλος: να έχει προτεραιότητα το καλό των παιδιών της».
Στο αριστερό της πόδι κουλουριασμένη η ουρά ενός φιδιού.. το κεφάλι βαθιά χωμένο στα σωθικά της, αργοδαγκώνει το συκώτι, την σπλήνα, την καρδιά, στάζοντας που και που καυτερό φαρμάκι. Ποτέ αρκετό να σκοτώσει, λες και το απολαμβάνει να σαπίζει αργά αργά το θύμα του. Μισή νεκρή μισή ζωντανή, σφίγγει τα χείλη και χαμογελά,  όταν οφείλει να χαμογελάσει. Μα στην πραγματικότητα η πηγή των δονήσεων, οι χορδές της ψυχής της, ξεκούρδιστες είναι κι ανίσχυρες να παράγουν οποιοδήποτε ήχο, ούτε λυγμό. Κατά πόσο λοιπόν, την μουσική που χρειάζεται ένα χαμόγελο, για να υπάρξει.
Σαν τις παλιές ελαιογραφίες η μορφή της. Μαντεύεις πόσο όμορφη ήτανε κάποτε, πόσο εκθαμβωτική, κοιτώντας προσεχτικά πίσω από την ραγισμένη θαμπάδα του λαδιού και τα σκοτεινιασμένα χρώματα. Σαν εικόνισμα στέκει, τόσο προσεκτικά τηρώντας τον ρόλο της, που ξεχνά πως υπήρξε γυναίκα, και κοντά σε αυτήν το ξεχνάνε και όλοι γύρω της… Κι αν κάποτε απρόβλεπτα σκιρτήσει μέσα της, σαν τρομαγμένη παιδούλα λαχανιάζει τρέχοντας από τρόμο κι αφέλεια, όλο πιο βαθιά στο δάσος που ζούνε οι λύκοι. Κρύβεται μέσα στον τρόμο της και γίνεται αυτός ο πιο μεγάλος της τρόμος, που με ξόρκι την ίδια της την ζωή, πολεμάει.
«Η βασίλισσα δεν είναι πλέον βασίλισσα, σε άλλον από τα ίδια της τα παιδιά…»
Τυλίγεται όπως το φίδι στο πόδι της, στις ευχές τους, στο μέλλον τους, στις μικρές χαρές της ζωής τους, κι όταν το αντιλαμβάνεται πως αυτό κάνει, υποφέρει επειδή νιώθει πως απέτυχε στον μόνο ρόλο που της απέμεινε. Διπλά νιώθει ένοχη… κι ολοένα γίνεται πιο αόρατη, να μη την κοιτά, το κορίτσι στην κορνίζα του κομοδίνου.

Η δοκιμασία της Αγάπης

Εκεί που κοιμούνται τα όνειρα
μπορείς να περπατήσεις μόνο ξυπόλητος
με την ψυχή στις πατούσες.
Δακρύζουνε τα όνειρα σαν σε θυμούνται..
Δακρύζουνε σα να είσαι «εσύ», αφού εσύ,
έπαψες να δακρύζεις για ζωντανούς
και δακρύζεις μονάχα για πεθαμένους.

Αν μπορούσες να δεις, να αφεθείς να νιώσεις
περισσότερα από το γαργάλημα στις πατούσες,
θα γινόσουνα μάρτυρας ενός άναρχου κόσμου
όπου το απίθανο ζευγαρώνει με το πιθανό
στην φωτιά του πάθους της ύπαρξης.
Ποτάμια λύπης ανταμώνουνε και γίνονται ένα
σε υπόγειες θάλασσες ευτυχίας,
όπου ο ήλιος δεν δύει και δεν ανατέλλει ποτέ.
Φορά μαύρο μαργαριτάρι την Σελήνη κατάστηθα.
Την αποκαλεί «καρδιά μου!», τον αποκαλεί «Φως!»
Κρυμμένοι ο ένας μέσα στον άλλον, στην σιωπή του βυθού,
έχουν για κάστρο της Αγάπης τους ένα όστρακο
που απρόσεχτα προσπερνάνε οι λέξεις ωσάν ψαράκια,
αόρατο στη νόηση του «εγώ», τυλιγμένο βαθύ σκοτάδι.

Είναι το ίδιο απόρθητο κάστρο που είδες στα μάτια της,
το ίδιο σκοτάδι που φορά η ψυχή της
κρύβοντας την είσοδο και την ευτυχία κι από τους δυο…
Οι λέξεις δεν έχουνε το κλειδί, οι λιακάδες του νου
σειρήνες που θέλουνε να σε πνίξουν με τα φιλιά τους,
μακριά από ότι αγάπησες, πόθησες, είσαι.
Μακριά από εκεί που κρύβεται αληθινά το φως, το «Φως σου!»
Μόνο βαδίζοντας ολοένα βαθύτερα στο σκοτάδι,
μπορείς να φτάσεις στο φως… Είναι η δοκιμασία της αγάπης.

30/9/16

Κυνηγοί ονείρων

«Κυνηγοί ονείρων» , είπε…
Σ’ ένα κοχύλι ο πόνος κλεισμένος μαργαριτάρι έγινε λευκό.
«Απ’ τον βυθό ως την άκρη των κυμάτων, μία υπόσχεση δρόμος».
Κι άναψε το τσιγάρο του με τα πιο πολύτιμα απομεινάρια του φωτός,
εκείνα που σύντομα θά’ ναι χάδι και σάρκα της σελήνης..
Δάκρυ και λάμψη στα μάτια όσων ονειρεύονται, κι αγαπούν!


… και χαμόγελο!

σκεψεις

Είναι τόσο μάταιος αυτός ο κόσμος, ώστε γίνεται ανάγκη το να κλέβω χρόνο, απλώς για να παίζω με τα βότσαλα δίπλα στο κύμα. ( Πόσο παράλογο το να χρειάζεται να κλέψω χρόνο από τον κλέφτη χρόνο… )
Κάποια βότσαλα, φωτιά είναι που πάγωσε, κι άλλα πετρώματα σε απίθανους χρωματικούς συνδυασμούς, εξαρτώμενους από την ποικιλία της οργανικής ύλης, πάνω στην οποία βασίστηκαν. Κοιτώ τον Κορινθιακό και σκέφτομαι, πόσα ζώα, πόσα φυτά, πόσοι άνθρωποι, πόσοι σεισμοί και μεταμορφώσεις του μανδύα συντέλεσαν  στο να δημιουργηθεί κάθε μικρή πέτρα, που πάνω της πατάω; Η υστεροφημία της ζωής είναι υπερεκτιμημένη. Ο χρόνος που ξοδεύουμε από την ζωή σε πράματα που ελάχιστη σχέση έχουνε με την ίδια την ζωή, ως γρανάζια ενός κοινωνικού μηχανισμού που ολοένα απομακρύνεται από τον άνθρωπο και μας αντιμετωπίζει ως εξαρτήματα υποδεέστερα από τον ίδιο αυτόν μηχανισμό, είναι  μάταια ξοδεμένος. Το καθήκον απέναντι σε οτιδήποτε άλλο πέρα από την ίδια την ζωή είναι ανήθικο και δεν προκύπτει από κανέναν φυσικό νόμο. Δεν είναι άλλο από επινόημα εκείνων, που θεωρούνε τον εαυτό τους σημαντικότερο από τους άλλους. Συν τον χρόνο, και καθώς η μια γενναιά διαδέχεται την άλλη, αυτό που στην αρχή διαφύλαττε η εξουσία του φόβου, τα παραπάνω δικαιώματα κάποιων σε βάρος των υπολοίπων, έγινε θεσμός, νόμος, αξία. Με αποτέλεσμα να φτάσουμε σε μια εποχή που, ο συνάνθρωπος κυνηγιέται σαν το άγριο θηρίο, χάνει τη δουλειά του, το σπίτι, το δικαίωμα στην μόρφωση και την περίθαλψη, αρρωσταίνει,  πεθαίνει… κι όλα αυτά δεν είναι παρά στατιστικά στοιχεία.  Και καθώς απαξιώνεται η ζωή, απορούμε γιατί ο απαξιωμένος έκλεψε, σκότωσε, απαξίωσε. Δεν απορούμε όμως για την απαξίωση της ζωής από συνάνθρωπους εργοδότες, πολιτικούς, συνάδελφους που θέλουνε να χτίσουνε καριέρα ακολουθώντας όλους εκείνους τους νόμους και τις αξίες που αντιμάχονται την ιερότητα της ζωής.
Ο ένστολος που υπερασπίζεται την ειρήνη, την οικογένειά του και τους φίλους του, είναι ήρωας. Ήρωα όμως αποκαλούμαι κι εκείνον που θυσίασε την ζωή του, όχι για τις ίδιες αυτές αξίες, αλλά υπηρετώντας τυφλά το σύστημα. Ίσως να είχε γνώση του μάταιου της θυσίας του, όμως η στολή που φορά τον υποχρεώνει να πολεμήσει ακόμα και σε έναν επεκτατικό πόλεμο, ακόμα κι απέναντι σε αδύναμους και κατατρεγμένους, ακόμα κι αν ατομικά βλέπει το άδικο και διαφωνεί. Γιατί φορώντας την στολή παύει να ανήκει στον εαυτό του και είναι απλώς ένα γρανάζι, που το γυρίζει η μηχανή κατά την δική της θέληση και σκοπό. Δεν είναι τυχαίο που καθολικά η κραταιά εξουσία αντιμετωπίζει ως υπέρτατο εχθρό όσους σκέφτονται  παράγοντας κριτική και ιδέες που θίγουν τα συμφέροντά τους.  Υπάρχει βαθύτατο θέμα φυσικής νομιμότητας κάθε που αποκαλούμαι ένα τέτοιο μη ανθρωποκεντρικό σύστημα «δημοκρατικό». Όταν ένας άνθρωπος δεν ανήκει στον εαυτό του, κι ακόμα και στις περιπτώσεις εκείνες που έχει εργασία αδυνατεί να συντηρήσει την οικογένεια και τον εαυτό του, να σχεδιάσει, να ονειρευτεί, να δημιουργήσει, τότε δημοκρατία δεν υπάρχει, μία τέτοια κοινωνία, είναι δημιούργημα του «διαβόλου». Με λίγα λόγια μας έχει πάρει και μας έχει σηκώσει από καιρό!...
Ας μην επιτρέψουμε στην πλάνη τούτη να μας καταβροχθίσει. Η ζωή είναι μικρή και δεν αντέχει μακροχρόνιους σχεδιασμούς… συμβαίνει στο παρόν κι ανήκει στο παρόν, μας ανήκει, αν κατορθώνουμε να κλέβουμε τον κλέφτη, όσο πιο πολύ μπορούμε, και να ζούμε το μόνο που θα έχουμε ή είχαμε ποτέ: Την ζωή μας. 

29/9/16

νεράιδες

Η μελαγχολία φτιάχνει τις πιο όμορφες γέφυρες..  χτισμένες με το ασήμι της καρδιάς και του φεγγαριού,  τόσο δυνατές μέσα στην αυθεντικότητά τους, τόσο εύθραυστες στα λάθος βήματα που θα τολμήσουνε να τις βαδίσουν… Από την καρδιά ως το φεγγάρι κι από το φεγγάρι μέχρι μια άλλη καρδιά.. Τόσες γέφυρες, οι περισσότερες προορισμένες να μην πατηθούνε ποτέ, όχι τόσο από ατολμία, όσο από την φύση της θλίψης που τις έχτισε…
Ασφαλής προορισμός σχεδόν πάντοτε τα άστρα, αφετηρία η θάλασσα. Προορισμός μόνο το φως άνευ ενδυμάτων, σάρκας, άλλον γήινο θάνατο. Ταξίδι μόνο.. που τις πιο πολλές φορές τελειώνει εκεί που αρχίζει, στην φαντασία της Μοναξιάς, κοιτώντας την θάλασσα, τον ουρανό, ίσως την Σελήνη.
Γέφυρες απάτητες, πολεμίστρες ονείρων που πάνω τους κρέμονται ατημέλητες νεράιδες στοιχειωμένες από την απουσία,  φίλων κι εχθρών. Άστρα τα μάτια τους φέγγουνε ως την θάλασσα, καθώς εκείνη αεικίνητη έχοντας σκεπάσει ανθρώπους και πόλεις, γυρεύει ακατάπαυστα τρόπο να  χωρέσει στην αγκαλιά της τις νεράιδες. 

23/9/16

σκιές..

Αναλώθηκε τόσο πολύ στο αν και το ίσως, στο να είναι και να φαίνεται σωστός όλα αυτά τα χρόνια, ώσπου στο τέλος τα χρόνια ατροφήσανε. Σκιά του γίνανε που την έσερνε παντού. Ο άνθρωπος με τον «βαρύ ίσκιο», άκουσε πίσω απ’ την πλάτη του κάποτε. Θα μπορούσε να είχε ειπωθεί για οποιοδήποτε , μια  φράση σε κάποια άσχετη με αυτόν συζήτηση. Θα μπορούσε.. όμως το ένιωσε, πρώτη φορά ακατάληπτα τόσο βαθιά, τόσο καθαρά, πως αυτή η φράση του ταίριαζε γάντι. Σχεδόν οσφρίστηκε την δυσωδία από τα πτώματα τόσων χρόνων, τόσων στιγμών. Ήταν φθινόπωρο, τα πεζοδρόμια σκεπασμένα με καφεκίτρινα φύλλα, νοτισμένα από την πρωινή υγρασία, κι ο ουρανός αδιαπέραστος για τον ήλιο, φορτωμένος σκοτεινά σύννεφα που προμηνύανε καταιγίδα. Ο θόρυβος από τα παπούτσια του πάνω στα φύλα.. ο άνεμος που κρατούσε την αναπνοή του – μα τα χείλη του παγωμένα.. το αδέσποτο που πέρασε με ένα κόκαλο στο στόμα… οι περαστικοί με τα τόσα πρόσωπα όσες και διαθέσεις… Ένας μικρός ανεμοστρόβιλος από το πουθενά, κινήθηκε προς το μέρος του και διαλύθηκε μπροστά του. Όλα σημάδι πως έπρεπε να ασχοληθεί με τους νεκρούς του. Να τους αναπαύσει και να τους τιμήσει στην μνήμη και την καρδιά του, να θυμηθεί.. ώστε να τους πει το «αντίο» που θα του επιτρέψει, ίσως, να βαδίσει με την ψυχή του, όσο γίνεται, λεύτερη.
«Μπορώ να συνεχίσω να τους κουβαλώ», συλλογίστηκε, «να ζήσω ακόμα μια μέρα και άλλες πολλές με τον ίδιο τρόπο, την ίδια ασαφή ως προς το νόημα μεθοδικότητα, ή να αλλάξω…»

Όταν κάποιος σκέφτεται την αλλαγή, μοιάζει με έναν άνθρωπο που στέκεται μπροστά στη θάλασσα και κοιτά τον ορίζοντα, χωρίς την γνώση ενός χάρτη. Σκέφτεται αν είναι σοφό να περιμένει την άφιξη ενός πλοίου για να ξεκινήσει με αυτό το ταξίδι του, ή αν πρέπει να φτιάξει το δικό του, μία βάρκα έστω, ή , αν η αναμονή είναι τόσο αβάσταχτη γι’ αυτόν ώστε έχει γίνει μανία φυγής, μία σχεδία, ή κι ακόμα να ξανοιχτεί κολυμπώντας, για όσο αντέξει… Όσο πιο αδρανής είναι η ζωή του από φανερούς άμεσους κινδύνους, τόσο δυσκολότερο να είναι άμεση η απόφασή του.  Σαν τον καπνιστή, που αγκομαχά και όλο λέει πως θα κόψει το τσιγάρο.. ελπίζει πως θα το κάνει σιγά σιγά και συνήθως δε το κάνει ποτέ, παρά μόνο μετά από κάποιο σοβαρό έμφραγμα ή εγκεφαλικό, όταν δεν έχει τα περιθώρια περισσότερης αναβλητικότητας. Η συνήθεια είναι φριχτό δηλητήριο.

 Η ουδετερότητα του καθρέφτη ύστερα από την σκέψη μιας τέτοιας απόφασης ορόσημο, παύει. Κάθε πρωί από εκείνη την μέρα, που ξυπνούσε στο κρεβάτι του, πάσχιζε πολύ να σηκωθεί, λες και ήτανε δεμένος με σχοινιά… Σχοινιά που καταλήγανε στην καρδιά του σαν χίλιες άγκυρες, και κάνανε κάθε κίνηση επώδυνη. Ακόμα και το ανακάτεμα του καφέ, το στρίψιμο του κεφαλιού έξω από το παράθυρο.. Μα το χειρότερο μαρτύριο από όλα, το να κοιτά κατάματα τον εαυτό του. Φευγαλέα έριχνε μια ματιά στην αντανάκλαση, όχι στα μάτια, ίσα να χτενιστεί, να ξυριστεί.. και όλο έλεγε βλέποντας μα οικειοθελώς χωρίς να κοιτά: «θα αλλάξω».

Άλλαξαν τα μαλλιά του χρώμα, το πρόσωπό του έγινε πιο σκοτεινό, πιο ουδέτερο κι από τη φωνή του, που γινότανε ολοένα πιο ατροφική, σα τα χρόνια που δεν έπαψε να κουβαλά …  Άχρωμος, αδιάφανος, συνηθισμένος. Ώσπου μοιραία άλλαξε θέση με την σκιά του, και ήτανε οι νεκροί εκείνοι που τον σέρνανε… κι εκείνος η δική τους σκιά.

16/9/16

Σκέψεις..


Στα πλαίσια της κοινωνικής συμβίωσης υπάρχουν κανόνες. Κανόνες γραπτοί και άγραφοι. Σε μεγάλο βαθμό οι κανόνες αυτοί καθορίζονται από την επιταγή της κοινωνικής ειρήνης, από την μια, και από την επιβίωση της κοινωνικής ομάδας από την άλλη. Στο σημείο αυτό, είναι σωστό να πούμε πως η ιεραρχική δομή της κοινωνίας είναι καθοριστική. Αν η κοινωνία είναι δομημένη σε σχήμα πυραμίδας, τότε παρότι η βάση είναι εκείνη που στηρίζει το οικοδόμημα, η κορυφή της πυραμίδας έχοντας τον έλεγχο των αποφάσεων, ορίζει κατά κανόνα ως κοινωνική επιβίωση και ειρήνη την δική της  διατήρηση της εξουσίας και προνομίων. Από εκεί ψηλά, μοιάζει απώλεια μικρή, απώλεια μερμηγκιών, η θυσία της βάσης για την μη διασάλευση της δομημένης τάξης.
Αν το πιο ισχυρό ένστικτο είναι η επιβίωση, χρειάζεται κάτι επίσης ισχυρό, μία απειλή συντριβής και θανάτου ακόμα, ώστε η πιθανότητα της επιβίωσης να μοιάζει πιο ιδανική από μια σίγουρη συντριβή. Οι νόμοι, η θρησκεία, η επίπλαστη ηθική, τόσο το μαστίγιο όσο και το καρότο, όλα τα δυνατά μέσα θα χρησιμοποιηθούνε για να αποτρέψουνε, απομονώσουνε και να εξοντώσουν κάθε ροπή προς μία διαφορετική τάξη πραγμάτων. Η οικογένεια, το σχολείο, η πόλη, το κράτος, τα κράτη, όλα έχουν τη θέση τους στο οικοδόμημα. Όσο μεγαλύτερη η απόσταση της κορυφής από την βάση, τόσο ελάχιστης σημασία γίνονται οι ανάγκες της βάσης για αυτούς που είναι στην κορυφή, ιδίως όταν η βάση δεν έχει τρόπο να ελέγξει την σύνθεσή της και τον τρόπο με τον οποίο η κορυφή δημιουργείται. Που σημαίνει πως καθώς τα κέντρα ελέγχου και άσκησης εξουσίας μεταφέρονται έξω ακόμα και από τα κράτη, σε οργανωμένα οικονομικά συμφέροντα, με κύρια αξία και σκοπό της ύπαρξής τους το κέρδος, τότε αλίμονο σε όλους εκείνους που οι μαθηματικές πράξεις, τους θεωρούνε ζημιά κι εμπόδιο.
Η φτωχοποίηση κι εξαθλίωση των λαών δεν έχει σύνορα… δεν έχει σημαία, θρησκεία, γλώσσα. Δεν έχει καν ψυχή. Άνθρωποι αριθμοί, μηδενικά, πράξεις.. Πόσο «κοστίζει» στην σημερινή εποχή της κρίσης, να είσαι άνθρωπος; Πόσο δύσκολο είναι να φορέσει κάποιος ένα μπαλωμένο παντελόνι, ή να χορτάσει λιγότερο, για να μη πεινάσει κάποιος άλλος; Δυστυχώς την γνωρίζω την απάντηση: πολύ. Μα αυτό, όσο κι αν είναι σημαντικό, δεν είναι το πιο σημαντικό. Το να ανακουφίσουμε προσωρινά τον πόνο χωρίς θεραπεία της ασθένειας, είναι αδιέξοδο. Το να φερόμαστε από την μια με αλληλεγγύη και από την άλλη να επιτρέπουμε με την συγκατάβαση, την ανοχή ή την αδράνεια και αδιαφορία, να μας φέρονται ως μυρμήγκια ή αριθμούς, ατιμώρητοι, είναι εγκληματικό, τόσο προς τον εαυτό μας όσο και την ανθρωπότητα.
Το κύτταρο της κοινωνίας είναι ο άνθρωπος.  Η κοινωνία συστάθηκε για να νιώθει μέσα της πιο ασφαλής, πιο λεύτερος, να μπορεί χωρίς φόβο να δημιουργεί και να υπάρχει. Οποιαδήποτε κοινωνική δομή δεν μπορεί να εξασφαλίσει στα μέλη της ειρήνη τόσο με τον εαυτό τους όσο και με τα άλλα μέλη, είναι μία αποτυχημένη κοινωνική δομή και πρέπει να αλλάξει. Και στον βαθμό που η κοινωνία δεν έχει τον έλεγχο αυτής της δομής, είναι απλώς επιβολή. Δικτατορία του φόβου.
Η πρώτη μορφή αντίστασης, είναι να συνεχίσουμε να υπάρχουμε, να παραμείνουμε ανθρώπινοι, αλληλέγγυοι ο ένας στον άλλον, με πίστη στο ότι για τους ανθρώπους δεν υπάρχουνε αδιέξοδα. Υπάρχουν μόνο αδιέξοδες καταστάσεις αλλά η επιλογή να μείνουμε σε αυτές ή να στραφούμε προς άλλη κατεύθυνση, σκεπτόμενοι όχι υπό το μαστίγιο του φόβου αλλά όντως λεύτεροι, μας ανήκει.
«Μας ανήκει»; Δεν υπάρχει ελευθερία δίχως τίμημα, δίχως θέληση που μεταφράζεται σε επιλογές και πράξεις. Άλλο να σκεπτόμαστε και να πράττουμε ως λεύτεροι, κι άλλο το πόσο γρήγορα θα μεταβληθεί μία κατάσταση. Χωρίς ωστόσο το πρώτο το δεύτερο δεν θα συμβεί ποτέ. «Συλογάται καλά όποιος συλογάται ελεύθερος». Αυτό είναι το πρώτο που δεν πρέπει να επιτρέψουμε να μας αφαιρέσουνε λοιπόν: Το να είμαστε ελεύθεροι άνθρωποι αλληλέγγυοι ο ένας στον άλλον.