Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

29/11/14

το κενό

«Χαρισμένο σε κείνους, που όπως εγώ, αγαπήσανε το κενό», έγραψε..
«το κενό είναι ο πιο βέβαιος τρόπος να συναντηθούν οι ψυχές χωρίς
να πληγώσει η μια την άλλην. Το κενό είναι ο μόνος τρόπος να δοθείς
χωρίς να φοβάσαι πως έκανες κάτι λιγότερο ή περισσότερο, από όσο αντέχεις..»

Και γράφοντας αυτές τις λέξεις, έκλεισε το παράθυρο σαν να ήταν απλώς ένα τετράδιο.
Χαμογέλασε. Δάκρυσε. Γέλασε σπαρακτικά δυνατά, σπαρακτικά αθόρυβα…
«Μαμά!.. μαμά τι έχεις, τι κοιτάς;» … «Τίποτα χαρά μου, τίποτα απολύτως»
Και κοιτώντας στα μάτια του παιδιού, οι βεβαιότητες της γίνανε καπνός,
ο πόνος μέλι…  και η μέρα άνοιξε μοναχή της ξανά το παράθυρο.
Το φως της μαρτύρησε πως δεν έχει δική της σκιά, πόσο διάφανη έγινε.
Έφερε τα χέρια μπροστά στο πρόσωπό της, και δεν είδε τίποτα. Τίποτα απολύτως.

Και κατάλαβε πως μπορεί ν’ αντικρύσει πλέον το φως,  χωρίς φόβο ν’ανθίσει
ο σπόρος της ψυχής, κι όσοι την αγαπούνε νιώσουν, ποια αληθινά  είναι.

25/11/14

ατιτλο


"Ακροάζεσαι τους νεκρούς σου;"  της είπε.

"Υπάρχει ένα πηγάδι εδώ, το πηγάδι των πεθαμένων στιγμών.
Από λάθος, έριξα μέσα του ευχή.. όπως καταλαβαίνεις,
μετά απ' αυτό κινδυνεύει να διασαλευτεί ο χρόνος κι η τάξη του.
Κάθε ευχή ανάμεσα σε πεθαμένες στιγμές είναι άκρως τοξική.
για κείνον που την έκανε, όσο και για εκείνους που αντάμωσε.
Δημιουργεί νεκροζώντανους,  και τότε, η καμπύλη του χρονοτόξου
διπλώνει τόσο, που η μια άκρη του αγγίζει την άλλη. Κι ίσως σπάσει.
Αν δεν πάρω πίσω την ευχή, ή έστω να βρω κάποιον να την κάψει,
δε γίνεται να λευτερωθώ από την σήψη του πηγαδιού.
Μιλώ με τους νεκρούς κι είμαι έτοιμη και κατάβαση να κάνω,
αρκεί να λευτερώσω και να λευτερωθώ, απ' τήν ευχή..."

"Ακροάζεσαι τους νεκρούς σου. Και βρίσκεις δικαιολογίες να το κάνεις.
Γιατί δεν είσαι έτοιμη να αποχωριστείς όσα γνώρισες με τ' όνομά τους,
οικεία βλέμματα κι αγαπημένα χέρια. Μιλάς στους νεκρούς σα να σ' ακούνε.
Όμως εκείνοι, δεν κατατρέχονται από τους δικούς μας φόβους κι ανάγκες,
δε χρειάζονται, όπως εσύ, όνομα για κείνους ή τους άλλους. Δεν ακούνε.
Άλλη απάντηση από την εικόνα τους μέσα σου άσκοπα την προσμένεις".

"Η λογική είναι σίδερο πιο βαρύ από τον χαμό", του είπε πικραμένη.
Και δίνοντας ώθηση στα λεπτά σα καλαμάκια πόδια της, πήδηξε στο κενό.

5/11/14

Γλυκό του κουταλιού

Την πίκρα στο στόμα π’ άφησε ο πρωινός καφές
την έρανες ροδόφυλλα και πάχνη από άχνη,
ένα γλυκό του κουταλιού να δέσει ο σεβντάς
την μοίρα με τα πιο άθλια κι ασίγαστα τα πάθη.

Μεσόκοπες σκέψεις και παλιές στίγματα στο δέρμα
μ’ άσπρο σεντόνι σκέπασες τα μάτια της ψυχής.
Από παιδί τις έτρεμες, αλύτρωτες ψυχές
που αδίκως βολοδέρνουνε διψώντας για στιγμές.

Τριπλά σταυροκοπήθηκες αρχίζοντας την μέρα
που πάλι εξημέρωσε, κι ήτανε Κυριακή,
χωρίς σκυλί μονάχη σου έγλυψες τις πληγές σου
κι όπως εχτές συνέχισες στην ίδια τη ζωή.

Κοιμάται το μαρτύριο θεριό που νανουρίζεις,
στα λόγια που αμαρτύρητα σβήσανε στη καρδιά.
Τα σύννεφα στα βλέφαρα βουλιάξανε στις κόχες
στις άκρες των δαχτύλων σου στεγνώνουν τα νερά.

Μα συ γελάς και σκέφτεσαι πως «πάντα κάτι χάνεις»
πως «και ο Κροίσος στάθηκε στα ύστατα φτωχός»,
το φως της μέρας χαίρεσαι μα και τη σιωπή σου
και πως «από το τίποτα, κι αυτό είναι καλό».

9/9/14

άτιτλο

Χωρίς φωνή θυμήθηκε όσα είχε ξεχασμένα
και τα παλιά και τα κρυφά και τα ονειρεμένα.
Ζυγός ήταν τα μάτια της τα χείλη αλυσίδες
στερνό σαν έδωσε φιλί και την ψυχή του πήρε.

άτιτλο

Άστρα τη γη βασάνισαν
με την ομορφιά τους
Κεντήσανε τον πόνο της
πάνω στον ουρανό.

Σώπαινες στο παράθυρο
κοιτώντας τον αχό τους
Κλείδωνες την καρδούλα σου
μη δουν τον στεναγμό

Χτίζοντας στη σιωπή.

Μουτζουρώνεις μια λέξη
που μετάνιωσες,
και στα ερείπιά της πάνω
χτίζεις τη σιωπή.
Γραμμές μπερδεμένες , τάσεις φυγής,
κάποιο ταξίδι σε μέρη
που η πόλη δε σε φτάνει.
μακριά από τους ανθρώπους
από έρωτες, αδικίες, απογοητεύσεις.
Δεν έχει νικητές και χαμένους
γιατί είσαι μόνος σου.
τα δάκρια γίνονται πουλιά βουβά
που φτερουγίζουνε στη σιωπή.
Κι οι χαρές γίνονται
μικρά χαμομήλια τ’ απομεσήμερο.
Ακόμα κι η θάλασσα
χωρά στη σιωπή σου.

Κι ύστερα η μουτζούρα τελειώνει.
Ο αόρατος κόσμος σου γκρεμίζεται
στον πανικό
που φυσά βοριάς στην καρδιά σου.
Όλα όσα πριν εξαφάνισες,
ο πόνος, ο φόβος, οι αδικίες,
η απογοήτευση,
από φαντάσματα παίρνουνε σάρκα
και ζητάνε τη σάρκα σου
να τραφούν.
Κι εσύ αφήνεσαι ελπίζοντας
όταν τελειώσουν το δείπνο τους
να μην έχει απομείνει τίποτα.
Ούτε ψυχή.

ατιτλο

Εκείνος κοιμάται, εκείνη ξαγρυπνά
παγιδευμένη σε ξόβεργα αγάπης.
Μεθά από πόνο, κατάματα η τρέλα την κοιτά
κι ωστόσο σφαλίζει  το στόμα με τα «πρέπει».

3/9/14

Χρόνος αόριστος

Χρόνος αόριστος... νοθεύοντας ένα ατέλευτο παρόν. Σαν τι μοιάζει κάτι που δε συνέβη ποτέ;
Στον καθρέφτη ξεδιπλώνουν μία μία οι απάτες τα φτερά τους. Πεταρίζουνε ως την καρδιά… Δεν τις φοβάμαι… Απ’ τό πρώτο σκίρτημα ως τα τώρα συνήθισα. Αποφεύγω να κοιτώ τον καθρέφτη, κι όταν κοιτώ, γνωρίζω ότι είναι κάποιος άλλος εκεί.. Κάποιο μοχθηρό πνεύμα, μια καταδικασμένη ψυχή. Όχι η δική μου.
Μετρώ με νύχτες τις φωτεινές μου στιγμές και το άθροισμα είσαι πάντοτε συ! . Εσύ που ποτέ δεν υπήρξες παρών και πληρών. Είναι η απουσία σου.. Ίσως, όμως, είναι η δική μου απουσία.. Τόσες ελπίδες κι όνειρα και σε κανένα δε χώρεσε η ψυχή. Θάλασσες και πελάγη, μα κάθε που έσκυβα να πιω από τα χείλη σου, στερεύανε. Μικραίνανε και γινόντουσαν ένα λίθινο κοίλωμα, λιοπύρι… Που στέγνωνε στη δίψα τη ψυχή.
Σεπτέμβρης, λες… απολογισμού ώρα… Μα ακόμα κι οι άνεμοι στερεμένοι.. Σα να κοντοστέκονται, μήπως την ύστατη ώρα φανείς.. Σα να γυρεύουν για να ταξιδέψουν την άκρη της κλωστής, το νήμα της ζωής μου. Στέκονται σάμπως στη μέση του πουθενά, όπως δυο τεράστιες φτερούγες, που δεν ξέρεις αν πέσουνε από τον ώμο, ή αν θα σε σηκώσουνε ψηλά.. ορθάνοιχτες και λαβωμένες από φωτιά. Τα χείλη μου πληγιασμένα από την δίψα σου.. στέκομαι μαζί τους και περιμένω, αυτό που δε θά’ρθει. Γίνομαι προσευχή και θάνατος… και στο τέλος μόνο ένα λίθινο κοίλωμα… που όσο κι αν η μίκρυνε ψυχή δεν την χωράει. Όσο κι αν κλάδεψα τα όνειρά.. Όσο κι αν αρνιέται την ύπαρξή σου και τη δική μου μαζί.

25/8/14

Πεπερασμένο κι αστέρια

Η ζωή, όσο κι αν είναι αδιανόητο για κάποιους να το σκεφτούν ακόμη, είναι ψυχοσωματική. Και λέω "ζωή" επειδή δε θέλω να αδικήσω καμία εκδοχή της. Ότι ζει, έχει ψυχή, κι ανάμεσα στα ζωντανά πλάσματα και ο άνθρωπος. Αν ήθελα να το πάω ακόμα πιο πέρα, θα έλεγα πως όλοι είμαστε φτιαγμένοι από τα ίδια άστρα, το ίδιο "μηδέν", διαδρομή και προορισμό. Χωρίς το σάρκινο σώμα μας η ψυχή θα ήταν τυφλή, κουφή, χωρίς χέρια ή πόδια, πείνα ή δίψα.
Διδάσκεται η ψυχή, μαθαίνει και συνειδητοποιεί την ύπαρξή της, την μοναξιά, την συνύπαρξη. Μα όλα αυτά που μαθαίνει και της μαθαίνουν τον εαυτό της,  η πείνα, η δίψα, η ερωτική επιθυμία, το να είναι άντρας ή γυναίκα, η χαρά της κίνησης, του χορού,  οι εικόνες κι ο λόγος  θα ήταν αδύνατα χωρίς το κορμί.
Δεν ξέρω τι είναι πέρα από εδώ…  Αν η ψυχή παραμένει κάτι από τον εαυτό της όπως τον έμαθε μες το κορμί…  αν γδυμένη από τις ανάγκες της σάρκας,  κρατά μόνο τη συνείδηση της αγάπης, την παρουσία ή απουσία της. Το πιο πιθανό η πεποίθηση αυτή να πηγάζει από την ανάγκη μας να μη χάσουμε όσα γνωρίζουμε και απ’ τον φόβο για το άγνωστο. Έχω δει σπουδαία μυαλά μετά από εγκεφαλικό ή ατύχημα να χάνουν τη νόηση . Κι όπως χάνουν τη νόηση, με μια απλή λοβοτομή, είναι εύκολο  να χάσουν και τη συναισθηματική νόηση. Μπορούν ακόμη με παρεμβολή στις ορμόνες, να αλλάξουνε ερωτικές προτιμήσεις, ή με μια διαταραχή στους νευρώνες του εγκεφάλου, μια καλλιτεχνική φύση να γίνει εξαιρετικά πρακτική και το αντίθετο.
 Όχι, η ψυχή χωρίς το κορμί, δεν έχει σχέση με όσα γνωρίζει  για τον εαυτό της, και η γνώση μας πάνω στο θέμα αυτό είναι στοιχειώδης. Ίσως το ταξίδι «από τα άστρα» να συνεχίζεται… Ίσως τα αισθητήρια όργανά μας και ο νους δεν επαρκούν ώστε να συλλάβουμε την όλη εικόνα, και τίποτα από το μετά να  μην έχει καν σχέση με όσα  υποθέσαμε.

Η ζωή είναι εδώ, κι εμείς είμαστε εδώ. Η ψυχή είναι το ίδιο ευάλωτη με το κορμί μας και άρρηκτα συνδεδεμένη μαζί του.  Η συνείδηση της ψυχής είναι η μορφή του κόσμου όπως την ξέρουμε, για τον καθένα μοναδική, ανάλογη με το αν περιλαμβάνει περισσότερη αγάπη, μίσος, φόβο. Και όλη αυτή η συνείδηση βρίσκεται στο μέρος του κορμιού που ονομάζεται εγκέφαλος.  Ο «χρόνος των άστρων» είναι τώρα…  και το δώρο που μας δόθηκε μοναδικό κι ανεπανάληπτο. Ο χρόνος μας είναι τώρα…  το «μετά» αφορά υποθέσεις γεννημένες από πεπερασμένη γνώση, φόβο κι επιθυμίες.

Οι σκέψεις αυτές δημιουργηθήκανε προσπαθώντας να κατανοήσω μία πράξη αυτοχειρίας ή μία πράξη αυτοθυσίας.  Και οι δυο πράξεις μπορούν να συμβούν για να διαφυλάξουνε αρχές και πιστεύω. Ωστόσο μπορούν να συμβούνε κι από υποταγή στο φόβο κι απελπισία.
Τιμούμε τους ήρωες που διαφυλάξανε γενικότερες αρχές και αξίες , που αφορούνε το γενικό καλό. Γιατί λοιπόν να αρνηθούμε, ως ηρωική πράξη εκείνους που γίνανε αυτόχειρες για να διαφυλάξουνε την δική τους ακεραιότητα; Μήπως η προσωπική πίστη σε αρχές και ιδέες δεν είναι αυτή που στο σύνολό της, δημιουργεί την πίστη στις ιδέες και αρχές γενικότερα, στις αξίες; Κι αν αξία είναι μια ιδέα που είναι γεννημένη μέσα από τις συμβάσεις και την πολυπλοκότητα της κοινωνίας μας, από την ανάγκη της συνύπαρξης  και του προσδιορισμού της θέσης μας σε αυτόν τον κόσμο –μια ιδέα δέσμια της εποχή της λοιπόν και του τόπου που γεννήθηκε, τότε, πως μπορούμε να μη χαρακτηρίσουμε ως αξία πανανθρώπινη εκείνες τις αξίες που σε κάθε τόπο και χρόνο αποδεδειγμένα  γεννιούνται μαζί με το πρώτο κλάμα κι ανάσα ; Την αγάπη, την ελευθερία, την αξιοπρέπεια; Κανείς δε θέλει να ζει χωρίς αγάπη, υποδουλωμένος, ή χωρίς αξιοπρέπεια.

Αρέσκεται η κοινωνία να αντιμετωπίζει ως ασθενείς ή ακόμα χειρότερα, παράσιτα ή καρκινώματα όσους δεν μοιάζουν στην εικόνα που θέτει για τον εαυτό της. Το πρόβλημα εδώ είναι πως η εικόνα αυτή που τόσο επιμελημένα διδάσκεται στα νέα μέλη της κοινωνίας, και τόσο απεγνωσμένα διαφυλάττεται, είναι η εικόνα μίας άνισης κοινωνίας που έχει πάψει από καιρό να είναι ανθρωποκεντρική κι εξυπηρετεί  - καθώς η ισχύ δίνει την ικανότητα σε εκείνον που την διαθέτει να διαμορφώνει κατά το συμφέρον του την εικόνα της κοινωνίας  - συγκεκριμένα συμφέροντα. Η πυραμίδα αξιών της εποχής μας είναι φαραωνικού τύπου κι  έχει στην κορυφή της το χρήμα, ως υπέρτατη αξία, όπου μπορεί να αγοράσει κάθε άλλη αξία. Και στη βάση , ως μυρμήγκια – γρανάζια απαραίτητα αλλά όχι και μη αναντικατάστατα , τον άνθρωπο. Αυτή η κοινωνία θα μιλήσει για πατρίδα, για θρησκεία, για παράδοση, και θα στείλει στο όνομα της πατρίδας, της θρησκείας, των συνεκτικών αρχών, τον στρατιώτη να πολεμήσει για τα πετρέλαια κάποιων ισχυρών, κι ας είναι εκείνοι οι ισχυροί που κάνουνε την οικογένειά του να πεινάει, τον σταυροφόρο ή τον τζιχατζιστή να καταστρέψει ανθρώπους και να λεηλατήσει στο όνομα της μεγαλοσύνης ενός θεού, ή για να προστατέψει μία παράδοση υποταγής. Οι ισχυροί διαφυλάττουν τον εαυτό τους και την ισχύ τους  με όπλα την επιταγή του καθήκοντος, την πίστη,  αλλά και την τιμωρία και παραδειγματισμό, όσων δεν συμμορφώνονται με τις επιλογές τους. Αυτή είναι η συνήθης εικόνα μιας κοινωνίας που στην πραγματικότητα, ασθενής είναι η ίδια, καθώς δεν επιτρέπει στα «κύτταρα της» που το καθένα είναι ένας κόσμος ολόκληρος από μόνο του, να ζήσουν τιμώντας τη ζωή, ως ελεύθεροι άνθρωποι με δική τους βούληση, νιώθοντας σημαντικοί ως μονάδες και μέλη της κοινωνίας επειδή είναι άνθρωποι κι όχι επειδή είναι ισχυροί, με σεβασμό, αγάπη, δικαιοσύνη  κι αξιοπρέπεια. Μία κοινωνία που δε διαθέτει αυτά τα στοιχεία, είναι ανίκανη να διαμορφώνει ορθή κρίση περί ηθικής. Η διάκριση μεταξύ αυτοθυσίας, αυτοχειρίας , δολοφονίας και ηρωισμού δε μπορεί να υπάρξει .

Είναι λάθος , για μένα, να βασίζεται κανείς σε μια ανελεύθερη κοινωνία για να διαμορφώσει την προσωπικότητά του. Η ζωή μας  δίνεται μόνο μία φορά, και πέρα από τα χρήσιμα κι απαραίτητα για τη διαβίωση, είναι και όλα εκείνα που αποτελούνε τη ζωή. που για αυτά ζούμε. Δε ζούμε για να γίνουμε γιατροί,  να χτίσουμε ένα σπίτι, να βγάλουμε  χρήματα..  Αυτό είναι χρήσιμο ίσως, αλλά όχι το ουσιώδες. Ζούμε για να είμαστε ελεύθεροι, να αγαπηθούμε και να αγαπήσουμε, να έχουμε αξία που δεν χάνεται όταν δεν έχουμε τίποτα – αυτό αποκαλώ αξιοπρέπεια, και να δημιουργήσουμε έργα ψυχής.. με το ίδιο τρόπο που ένα παιδί φτιάχνει με τη φαντασία του μία λασπότουρτα..  Η ζωή είναι σύντομη, και δεν μας αφήνει μεγάλα χρονικά περιθώρια για να πορευόμαστε λάθος. Η ζωή συμβαίνει, και είναι τώρα. Και το πιο σημαντικό της δώρο σε μας, είναι η ίδια η χαρά της ζωής…. το να είμαστε και να δρούμε χωρίς φόβο και παρωπίδες, ως ελεύθερα πλάσματα που απολαμβάνουν να δίνουνε και να παίρνουνε αγάπη, και με «λάσπη» την αγάπη, να φτιάχνουνε τις πιο όμορφες τούρτες και να χτίζουν γέφυρες, ανάμεσα στο πεπερασμένο και τα αστέρια!

4/8/14

Κοιτώντας το ίδιο φεγγάρι



Κοιτάζουνε το φεγγάρι κι αυτό αρπάζει φωτιά.
Κάποια άστρα γεννήθηκαν στο πρώτο αυτό άναμμα
στην προσευχή της επιθυμίας να είναι κοντά.
Η απόσταση δε μετρά. Μόνο η επιθυμία
που πάνω από κάθε απουσία κι απόσταση
φτιάχνει γέφυρες από φως και φωτιά.
Κοιτάζουνε το φεγγάρι μαζί κι ας ζούνε χώρια.
Εκείνη γέρνει μ' εμπιστοσύνη στο μπράτσο του,
κι εκείνος τρυφερά την βαστά σα μωρό.
Πως ν' αντέξει τόση επιθυμία χωρίς να καεί
το φεγγάρι; Πυρώνει η νύχτα, αργοκυλά
σε ποτάμια και θάλασσες να δροσιστεί.
Και μαγεύει...  όπως γυμνή γλιστρά, τα νερά
και τα όνειρα.. Μεθά με το άρωμα του έρωτα
τα κοριτσίστικα μάγουλα - κάθε γυναίκα
είναι κορίτσι σαν ερωτεύεται - και τα χείλη
των αγοριών με ρόδα κι αγκάθια.

Κοιτάζουνε το φεγγάρι κι νύχτα ανθίζει.
Μεθά το φεγγάρι, τα άστρα μεθούνε,
ως το πρωί θά' χουν πνιγεί - μεθυσμένα
και θα κείτονται νεκρά
στην δική τους κόλαση και παράδεισο.
Κάτοικοι άλλης γης  κι άλλου ουρανού.

16/7/14

Καφές στην παραλία

Μετράς τα λόγια τα δαντελένια
στου ποτηριού τις άκρες, του καφέ...
Ανακατεύεις  την μοίρα με το καλαμάκι
και γεύεσαι του έρωτα τον ήλιο τον πικρό.

Τρεις κουταλιές ζάχαρη και δύο ο καφές
κι η γεύση του σταγόνα δεν αλλάζει..
Στα χείλη σου παραλίες και ακτές
και θάνατος ο ήλιος που γιορτάζει.

Κι όπως γιορτάζει με τη μνήμη αγκαλιά
κι όπως η μέρα σα τη νύχτα τρυφερή,
νά 'σου στα μάτια μια μικρή ψιχάλα
ευώδιασε μπουρίνι την ψυχή.

Σμαράγδια η θάλασσα σπαρμένη
και διαμάντια, χαμογελά...
Και σου μιλά... Ακόμα μια γουλιά
κι ύστερα, δική της θε να γίνεις.

9/7/14

Μετεωρισμός



Με κοίταξε το κενό και ήξερε τ’ όνομά μου.
Το ψέλλισε αχνά, στο φτερό ενός μικρού ανέμου
που ήταν προσευχή και πνοή μου μαζί.
Σκάλωσαν οι λέξεις στο κενό
δύσπνοια κάλυψε τα στήθη μου
μα και πάλι,
χωρίς ν' ακούσω ένιωσα. Γνώρισα.
Την απουσία σου μέσα στο κενό,
την πνοή σου στη πνοή μου
και την ζωή ντυμένη θάνατο
μέσα στο θάνατο που ντύνεται ζωή.

Χωρίς παράκληση καμία
βάσταξα την αναπνοή,
άφησα τον άνεμο να περάσει
και χωρίς τίποτα
συνέχισα στο Τίποτα
λευτερώνοντας το θάνατο και τη ζωή
από ψεύτικα ενδύματα
κι αβάσταχτες υποσχέσεις.

Κάπως έτσι γεννιούνται τα άστρα μέσα απ' τό τίποτα.

30/6/14

ατιτλο

Η ζωή είναι μοναχικό ταξίδι. Όσες χαρές κι αν ενώσεις, όση λύπη , όση μοναξιά. Είναι ένα ταξίδι στο Όνειρο. Το δικό σου, προσωπικό όνειρο, που μέσα του αποκτά υπόσταση, φως και σκοτάδι ο κόσμος. κανείς δε θα βαδίσει με τα δικά σου βήματα, δε θα δει με τα δικά σου μάτια, κι όσο κι αν σε αγάπησε ή προτίθεται να σ΄αγαπήσει, δε θα σε νιώσει τόσο, που να σε καταλάβει. Επειδη κι αυτός βαδίζει στο δικό του όνειρο. Σμίγουν και χωρίζουν οι ανθρώποι, σημαδεύνουν κι αλλάζουν ο ένας τον άλλον.. γίνονται κομμάτια, ψηφίδες... ψηφίδες για να συμπληρώσει ο καθένας την εικόνα που ταιριάζει στο όνειρό του και μέσα της να φτιάξει ζωή να τραφεί.. να χορτάσει την δίψα, την πείνα, την ανάγκη του να πατά κάπου και να μη μετεωρίζεται χωρίς προσανατολισμό στο αχανές τίποτα του σύμπαντος... Όλοι λουλούδια στον κήπο κάποιου άλλου, κι εκείνοι, λουλούδια στον κήπο μας. Κι ωστόσο παραμένουμε μόνοι.
Η ζωή είναι μοίρασμα.. μεταμόρφωση... παράνοια. Μα πάνω από όλα μοναξιά.

19/6/14

ατιτλο

Οι αληθινές ιστορίες, είναι πολλά μικρά ρυάκια, άλλα από μυστικές πηγές που γεννηθήκανε μαζί με μας.. κι άλλα από στάλες τις βροχής.. μα αρχίζουν κι αποκτάνε υπόσταση όταν όλες αυτές οι ιστορίες ταιριάζουν τους δρόμους τους, σμίγουνε, κι οδεύουν μέσα σε μια κοίτη, για κάποια θάλασσα.. είτε φτάσουνε είτε όχι . Μια θάλασσα που μπορεί να είναι από κύμματα αλλά ίσως κι από άστρα... και που ο βυθός της είμαστε εμείς.

12/6/14

Έλα να φύγουμε

Έλα να φύγουμε..
θα σου κρατώ το χέρι
όπως ο άνεμος τη φτερούγα του πτηνού.
Θα’ ναι ούριος άνεμος
θα φυσά μέσα από την καρδιά μας
με προορισμό πάντοτε την καρδιά.
Όπως γλιστράνε τα μαλλιά σου πάνω στο στήθος μου
άσε χρυσή βροχή να κυλήσουν πάνω μου
οι έγνοιες σου και να γίνουν δικές μου.
Όχι, δεν είναι βάρος. Ευλογία είναι…
βάρος και φυλακή είναι
να με κλειδώσεις απέξω.
Μη σε γελά η γη κι η βαρύτητα.
Χωρίς πτήση
ο κόσμος είναι ανύπαρκτος.
Και δεν υπάρχει ζωή.

9/6/14

Υ.Γ.

«Κοιμούνται» είπε. «Ελαφρά περπάτα.
Στον χάλκινο απόηχο της συνείδησης
τα βήματα ηχούνε σα καμπάνα».
«Κοιμούνται» απάντησα  «δεν ξυπνάνε πλέον
Έσχατο της ύπαρξής τους φαγοπότι, η κόλασή τους».

Θύματα πολέμου

Αλητήριες νύχτες σε σώμα ξένο.
Γιορτές μεθυσμένων μεταναστών
από μια εποχή που δεν υπήρξες
σε μια εποχή στοιχειωμένη.
Θύματα ακήρυχτου πολέμου.
Και μέσα σε όλα αυτά τα τραγικά
να ωρύεσαι πως είσαι παιδί.  «Είσαι γυναίκα»
σου είπα και σε τράβηξα απ’ το χέρι
ενώπιον  των ευθυνών σου.
Των ευθυνών σου που γεννήθηκες γυναίκα.

Ολοένα συχνότερα χιόνιζε στάχτη στους δρόμους.
Ξελογιασμένη, μεθυσμένη,
κατάφερες να βρεις την ύστατη στιγμή
το χερούλι  της πόρτας,
με μαλλιά ψαρά και χέρια άδεια
φέρνοντάς μου μέσα απ’ το τίποτα
πολύτιμο δώρο το χαμόγελό σου.
Κι οι έρημες μέρες σταθήκανε δακρυσμένες
να κοιτούν , έχοντας διασχίσει τόση άμμο,
την όαση των χειλιών σου.
Τα ξάστερα μάτια σου φώτισαν
τους σκοτεινούς ποταμούς της καρδιάς μου.

«Είμαι γυναίκα» είπες.
«Κι έκανα παιδιά και ξέχασα
το χρώμα των μαλλιών που είχα παιδί»
Κι ύστερα μεταμορφώθηκες σε σιωπή.
Με άφησες να πιω, να ξεδιψάσω,
λευτέρωσες την μοίρα
και τα δεμένα ποτάμια μέσα μου.
Έλυσες τα μαλλιά σου.
Πιάστηκαν σ’ ένα μικρό  σύννεφο που περνούσε
και  χάθηκες μαζί του. 

29/5/14

ατιτλο

Είμαι πεπεισμένος πια, πως η μελαγχολία είναι παιδί. Ένα χλωμό, σχεδόν διάφανο παιδί.... Κάθεται και περιμένει κρυμμένο.. Ποιον και τι δεν το κατάλαβα ποτέ μου. Κι άξαφνα, ανοίγει ένα παράθυρο, ή κάποια μυστική πορτούλα, βγαίνει και χορεύει στο φως. Σε ένα δικό του φως, που κάνει τα μάτια του να μοιάζουνε με αρχαία, ξεχασμένα άστρα... Χορεύει.. χορεύει.. κι αρχίζουν να γυρίζουν γύρω του όλα... Η γη ολάκερη παίρνει ρυθμό και γυρίζει, από τα παιδικά, αδύναμα μα τόσο αποφασισμένα γόνατά του. Κι η ψυχή σου φεύγει από το κορμί και φτερουγίζει κάπου μακριά, χαμένη σε αυτές τις παράδοξες περιστροφές της γης.

25/3/14

ιδέα μόνο..

Τη νύχτα που σωπαίνουν οι φωνές
οι κραυγές γλιστρούνε αθόρυβα
από το ταβάνι που τις εκτίναξε η σιωπή
ως τον παλμό,
μιας σμαραγδένιας φλέβας
π’ ονειρεύεται.
Γλιστρούν και πίνουν από τις δονήσεις της
μεθούν και ξεχνάνε πως είναι κραυγές.
Ξεχνάνε αν σε αγάπησα
ή αν σε μίσησα.
Σα ξελογιασμένα κορίτσια
πριν σμίξουνε,
χάνουν τη δύναμή τους
και την κάνουνε δύναμή σου.
Πνοή σου κι όνειρο.
Κι ανοίγεις μεσάνυχτα άξαφνα τα μάτια,
τρεμοπαίζουν τα βλέφαρα από δάκρυα.
Μα ύστερα,
γυρνώντας αθόρυβα πλευρό
μη ξυπνήσουν,
κλείνεις τα βλέφαρα, ώσπου,
επιτέλους ξανακοιμάσαι.

Κάθε σου ταξίδι στο θάνατο
φαρμακώνει τη ζωή.
Και κάθε που ταξιδεύεις στη ζωή
ξυπνά ένας θάνατος.
Κι απ’ όλες τις αλήθειες και τα ψέματα
ως το πρωί παραμένει το πιο μεγάλο.
Η αμνησία.
Τόσα επιτηδευμένα κενά,
να μη πνίγεσαι.
Μα δε στεριώνει και βροχή στη ψυχή σου.
Ένα ρυάκι εδώ, ένα εκεί…
Ούτε πηλός, ούτε λάσπη,
υποψία μόνο..
Μια ιδέα,
καταμεσής μεσονύκτιου ύπνου.

20/2/14

κρυφτό..

Κοιμότανε και ξύπναγε και  στο ενδιάμεσο τακτοποιούσε τις μικρές εκκρεμότητες της. Κοιμότανε τόσο συχνά, όσο χρειαζότανε, ώστε να μην απομένει χρόνος, να ασχοληθεί με τις μεγάλες εκκρεμότητες  της ζωής της. Έτσι, κατάφερνε και τις ξεχνούσε,  κι  όμοια την ξέχασε η ζωή. Κοιμήθηκε πρώτη φορά τον βαθύ αυτό ύπνο, σχεδόν κοριτσάκι..  στην αρχή κοιμότανε λίγο, μα όσο γιγαντωνόντουσαν μέσα της οι ελλείψεις και οι ανάγκες,  για να τις κάνει να σωπάσουν, κοιμότανε όλο και περισσότερο. Και τα κατάφερε. Ο ύπνος έγινε μία μηχανική συνήθεια, χωρίς να θυμάται πια το γιατί..  Οι μέρες της ξέβαψαν, οι νύχτες της γδυθήκανε τα άστρα και τα καλέσματα  και γίνανε ήρεμες νύχτες..
Και το κοριτσάκι συνέχισε να κοιμάται, μέσα σε ένα κορμί που έπαψε να είναι το δικό της. Ελάχιστα, όσο κι αν προσπαθούσε, θα θυμότανε τα κατακόκκινα χείλη της στον καθρέφτη, κι αδύνατο να κοιτάξει πίσω και πέρα από αυτόν, όπως κάποτε, πετούσε  λεύτερη από υποχρεώσεις και «πρέπει» στο δικό της, κατάδικό της ουρανό.
Ο χρόνος,  λένε, είναι ο καλύτερος γιατρός.  Ψέματα.. δεν είναι γιατρός .. δολοφόνος είναι. Κι ό,τι  δεν μπορεί να σκοτώσει το θάβει ζωντανό..  Αλίμονο στα όνειρα - κι εκείνους που τα φέρουν - που έθαψε ζωντανά  δίχως ποτέ να πεθάνουν. Ο ύπνος του θανάτου  δε γνωρίζει τίποτε από την οδύνη εκείνων  που θαφτήκανε ζωντανοί σ’ ένα βαθύ, αμίλητο, καθημερινό ύπνο.  Εκείνων που όταν ξυπνάνε αδιάφοροι, είναι καλό για αυτούς, επειδή, δεν ξυπνήσανε κουρασμένοι.. από μια ζωή γυμνωμένη από θέλω κι ελπίδες. Και που το καλύτερό τους είναι όλο κι όλο αυτό.. μια ήσυχη, συνηθισμένη, αδιάφορη μέρα που καταλήγει σε μια ακόμα πιο αδιάφορη  κι αδιαφανή νύχτα.
Ό,τι συνέβαινε στο βαθύ ύπνο, στα ζωντανά φυλακισμένα όνειρά της, έμενε εκεί  χωρίς ένα γυαλάκι ανάμνησης να αναδύεται στα  σκοτεινά νερά.  Όμως, τα τελευταία πέντε χρόνια, ακριβώς ύστερα από την ηλικία ορόσημο των σαράντα, είχαν αρχίσει αθόρυβα να επαναστατούν.  Το κοριτσάκι μας, ξυπνούσε περισσότερο κουρασμένο παρά αδιάφορο.. . Και καθώς στεκότανε εμπρός στον καθρέφτη, αραιά και που, κάποια αντανάκλαση από γυαλάκι παλιό, σπασμένο, κρυφογλύστραγε στο μάγουλό της, αφήνοντας αιμάτινη χαρακιά στη ψυχή της. Στα πέντε αυτά χρόνια  τα επαναστατημένα όνειρα είχανε αποκτήσει λόγο στην ύπαρξή της  και ταράζανε το βυθό με όλη τους τη δύναμη, να ακουστούνε ως εκεί ψηλά, που κυλά ο χρόνος.. Κι ενώ το συνειδητό αμπάρωνε γερά τις πόρτες  να μη λυθούνε οι τρόμοι του, το ασυνείδητο κέρδιζε συνέχεια έδαφος, μετατοπίζοντας τα σύνορα και τις θύρες του λογισμού, συρρικνώνοντας την κυριαρχία του, πίσω από τα τείχη της οποίας, πάσχιζαν να συνεχίσουν το ίδιο ανέμελα τη ζωή τους  οι μικρές καθημερινές συνήθειες.
Η Ιφιγένεια, αυτό είναι το όνομα του σαρανταπεντάχρονου κοριτσιού, έπιανε τον εαυτό της να δακρύζει χωρίς λόγο, κι ύστερα, μια ξαφνική άμπωτη, να στερεύει όλη της τη διάθεση.. ακόμα και για τις συνηθισμένες, μικρές εκκρεμότητες της ημέρας.  Κι έμοιαζε τότε ένας βράχος καταμεσής σε θάλασσα που έχασε τα νερά της πριν από χιλιάδες χρόνια, κι από αφετηρία ταξιδιών έγινε αφιλόξενη έρημος. 



Εκείνο το πρωινό, ξύπνησε χωρίς διάθεση να κάνει τίποτα..  όχι πως κοιμήθηκε τη νύχτα, αλλά κατά το πρωί λυγίσανε τα βλέφαρά της, κι έμειναν έτσι λίγο παραπάνω κλειστά, από ότι θα αρκούσε για να πει κανείς πως έμεινε και τελείως ξάγρυπνη..  Στην αρχή κλείσανε εσκεμμένα, από φόβο, μήπως καθώς σηκωνότανε από το κρεβάτι ο σύζυγός της, έβλεπε πως τα μάτια της ήταν υγρά. Δεν είχε καμία διάθεση , ούτε να τον βάλει σε σκέψεις, ούτε να εξηγεί, μπρος στην ανησυχία του, το γιατί.  Θα τα κράταγε κλειστά ώσπου να ακούσει την εξώπορτα να ανοίγει και να κλείνει πάλι.. Μα η κούραση την κατέβαλε, περισσότερο από την ξάγρυπνη θλίψη της.. για λίγο μόνο..  Σαν να την είχε πλακώσει στο στήθος μια μαρμάρινη πλάκα, ένιωσε ασφυξία  κι άνοιξε τρομαγμένη τα μάτια προσπαθώντας να πάρει ανάσα…  βαθιά ανάσα.. κι άλλη ακόμα πιο βαθιά να γεμίσουν τα πνευμόνια της οξυγόνο.  Σχεδόν πετάχτηκε από το κρεβάτι όρθια.. κι έγειρε στα  γόνατα να κλάψει  χωρίς κάποια  φανερή αιτία. Ή τουλάχιστον, χωρίς να θέλει να κάνει ερωτήσεις και να πάρει απαντήσεις για την αιτία.
Τον άντρα της τον γνώρισε στα δεκαέξι.. εκείνος ήτανε ήδη παλικάρι στα εικοσιπέντε. Άλλον άντρα από τον Τάσο, δεν γνώρισε.. Ήταν το μπουμπούκι του, η νεράιδά του, το κοριτσάκι του..  Την κοιτούσε στα μάτια κι έλιωνε.. και πάντα με σεβασμό την αγαπούσε. Παιδιά  δεν αποκτήσανε. Ο έρωτας, μέρα με τη μέρα, παραχώρησε τη θέση του σε μια ακόμα πιο βαθιά αγάπη. Και καθώς δεν υπήρχανε παιδιά, έδωσε την καρδιά της ολάκερη στον Τάσο.
« Είσαι τυχερή» , της λέγανε οι φιλενάδες της, «που απόφυγες τις κακοτοπιές από νωρίς» ..  Για πολλά χρόνια ένιωθε ακριβώς έτσι: Τυχερή κι ευλογημένη, πως  η σχέση της με τον Τάσο την βοήθησε να διαφυλάξει την αγνότητα της ψυχής της. Όμως όταν κάποιος γνωρίζει κάποιον άλλον  τόσο νωρίς, προτού ακόμα γνωρίσει τον εαυτό του, τις ιδιαίτερες κλίσεις κι ανάγκες  της ψυχής του, πώς μπορεί να είναι σίγουρος πως ταιριάζει με τον άλλον, και μέσα από τις ίδιες προτεραιότητες αξιών, μπορούν να βαδίσουν μαζί, ως «Ένα», διατηρώντας ταυτόχρονα ο καθένας την ακεραιότητά του;  Όχι, δε μπορείς.. Κι είναι μεγάλη τύχη αν αυτό συμβεί. Παραδομένη στην μεγάλη της αγάπη, η Ιφιγένεια  δεν απόκτησε κάποιες ιδιαίτερες σπουδές, ή επαγγελματική κατάρτιση..  μετέτρεψε το σπιτικό της σε τόπο λατρείας, φρόντιζε να είναι όλα στη σειρά, κι εκείνη, όμορφη,  για τον Τάσο.  Κι όταν , κάποτε, ένιωσε τις ώρες στο σπίτι να μην την γεμίζουν, ασχολήθηκε με τη ζωγραφική.. Το είχε ανάγκη η ψυχή της…  να δημιουργεί! Μα κάποτε κι αυτές οι αποδράσεις, μέσα από τα μπογιατισμένα όνειρα, πάψανε να είναι αρκετά.  Καθώς μεγάλωνε , το σπίτι αντίστροφα γινότανε όλο και μικρότερο κι από παλάτι  έγινε μια κρυστάλλινη φυλακή. «Είσαι τόσο τυχερή» της λέγανε οι φίλες της.. «εσύ δε πληγώθηκες, δεν γνώρισες την προδοσία και την μοχθηρία. Έχεις δίπλα σου φύλακα άγγελο, κάποιον που σε αγαπά κι αγαπάς.. κι έζησες από νωρίς το παραμύθι σου» .. «Είσαι τόσο τυχερή!» … Και στα αυτιά της, η φράση αυτή, ακουγότανε επιτακτικά «μην είσαι αχάριστη».  Γιατί καθώς περνούσαν τα χρόνια, η Ιφιγένεια έπαψε να νιώθει τόσο τυχερή.. κι ένιωθε φυλακισμένη. Φυλακισμένη στην αχαριστία της, όπως το έβλεπε η ίδια, αφού, είχε όσα ίσως άλλοι ποτέ δε θα αξιωθούνε να έχουνε στη ζωή της. Το κυριότερο: Αγάπη. Κι όπως περνούσαν τα χρόνια κι ένιωθε  ολοένα πιο ένοχη, η ενοχή της γέννησε μια συγκαταβατικότητα τιμωρό. Έναν τιμωρό  που υποσυνείδητα κατασκεύασε η ίδια για εξιλέωση της αμαρτωλής της ψυχής.  Κι αφοσιωνότανε ακόμα πιο πολύ, στο σπίτι και τον Τάσο. Γιατί, κάποτε οι δυο αυτές έννοιες θολώσανε.. το σπίτι ήταν ο Τάσος.. κι ο Τάσος το σπίτι.  Ένας γνώριμος τόπος,  όπου τα πάντα συνέβαιναν  με ένα προκαθορισμένο ρυθμό , χωρίς απρόοπτα, που μέσα του υπήρχε ασφάλεια. Η Ιφιγένεια ξέχασε να υπάρχει για την Ιφιγένεια. Οι προτεραιότητές της, πάψανε να είναι προτεραιότητες, κι οι μέρες, πάψανε να φέρνουνε δώρα. Έγινε ιδιαίτερα ευσυγκίνητη, σιωπηλή, αόρατη. Δεν ήθελε να κοιτά τον καθρέφτη, γιατί όποτε τον κοιτούσε στεκότανε εμπρός σε μια άγνωστη, αόρατη παρουσία. Διέκρινε μόνο τα ρούχα που φορούσε και τη σκιά από κάποιες ρυτίδες.. Κι όταν ντυνότανε λίγο πιο καλά, το απαλό μέικ-απ και τα κόκκινα βαμμένα χείλη…
Εκείνο το πρωινό, των σαράντα πέντε χρόνων της η Ιφιγένεια στάθηκε εμπρός στον καθρέφτη, κοιτάχτηκε βαθιά μες τα μάτια και είδε εκείνην. Μετά από πολύ  - πολύ καιρό.. χρόνια! Έφερε τα δάχτυλα στα χείλη… κι ένιωσε πως δεν ήτανε χείλη. Ήταν πληγές.  Άφησε το χέρι να κυλήσει πάνω στο λαιμό ως το αριστερό της στήθος..  Έκλεισε τα μάτια κι αφέθηκε να ακούσει τη φωνή της καρδιάς της. Όχι τους χτύπους.. αλλά τη φωνή… και ταξίδεψε πίσω στον χρόνο. Σε κείνη την εποχή που την σημάδεψε, κι από την οποία, δεν έφυγε αληθινά ποτέ..  Ποτέ δε μεγάλωσε.. δεν έγινε μητέρα.. δε θα γίνει γιαγιά.. δε θα πάψει να είναι παιδί. Κι ωστόσο, γυναίκα. Γυναίκα! Τι λέξη κι αυτή.. πόσο μακρινή.. πόσο εκείνη…  Κι ένιωσε όλη την συνήθεια της καθημερινότητας, μία βαριά τενεκεδένια πανοπλία, πολύ βαριά για ένα παιδί, τόσο άκομψη για μια γυναίκα. Κι ένιωσε και φόβο.. για την γριά που σε λίγο καιρό , έτσι γρήγορα όπως τρέχουνε τα χρόνια, θα είναι. Για την Ιφιγένεια που ξέχασε, και δεν αγάπησε ούτε εκείνη.. Και στην ουσία και κανείς άλλος, αφού, η Ιφιγένεια που αγαπήθηκε, ήτανε μια άλλη.