Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

9/7/11

Πορτραίτο στη βροχή

Εμφανίστηκε φορτωμένος χιόνι... τουρτούριζε. Και δε θα ήταν παράξενο αυτό αν ήταν Χειμώνας.. Όμως μήνα Αύγουστο, με το θερμόμετρο να σπάει  από τη ζέστη, πως εμφανίστηκε έτσι στην πόρτα; Που βρέθηκε τόσο χιόνι... ;
"Ηρέμησε" του είπα, "έλα, κάθισε"... Με κοίταξε έγνεψε αργά καταφατικά με το κεφάλι και μπήκε... Τα βήματά του υγρά, αλλά τα σημάδια που αφήναν στο πάτωμα, σχεδόν αμέσως εξατμίζονταν.
"Είμαι υπό ατμό", μίλησε σαν κάθισε και με κοίταξε. Κι όμως, μου άφησε την εντύπωση πως κοίταγε μέσα από μένα πέρα από μένα. Κάτι αναπόφευκτο. Με το βλέμμα καρφωμένο κάπου εκεί μακριά, χαμογέλασε... "Θα πρόσεξες βέβαια πως λιώνω... "
"Είμαι περίεργος που βρήκες τόσο χιόνι τέτοια εποχή"
"Στην καρδιά μου... " είπε, και τα μάτια του σκοτείνιασαν. "Παράξενο που ακόμα χτυπά... πόσο ανεπαίσθητος ήχος.. πόσο παράξενο που βρίσκει δύναμη το αίμα να κυλά... λες και το ορίζει κάποιο ρολόι. Κι ύστερα λένε πως η Ψυχή δε πεθαίνει. Κι ανησυχούν για το θνητό μας σώμα..." ... Σώπασε... είχε πει όσα ήθελε να πει.
Ο καιρός αλλάζει εύκολα τον Αύγουστο. Θυμίζεται για τα ξαφνικά του μπουρίνια.. Κι ενώ όταν άνοιξα τη πόρτα ο ουρανός γαλανός, χωρίς ένα σύννεφο, το δωμάτιο ήταν τώρα θαμπό από φως... μελαγχολικά μουντό... Ένα δροσερό αεράκι ανέμισε τη κουρτίνα του ανοιχτού παραθύρου.... Μία βροντή, επιβεβαίωσε την αλλαγή του καιρού...
"Θα βρέξει" είπε... ώρα να φεύγω.
"Κάτσε αν θες... θα πας μακριά;"
"Μακριά, κοντά.. σχετικά είναι όλα. " Δεν απάντησε στην προτροπή μου.. Σηκώθηκε χαιρέτισε με ένα νεύμα, , άνοιξε τη πόρτα και βγήκε έξω. Κλείνοντας την πόρτα άρχισε να βρέχει πολύ δυνατά, κι αποφασισμένος να μη τον αφήσω να φύγει μέχρι να "κόψει", σηκώθηκα κι άνοιξα την πόρτα να προλάβω... Μια αστραπή που ακολούθησε δυνατή βροντή, έτριξε συθέμελα το σπίτι . Μα εκείνος δεν ήταν εκεί, ούτε φαινότανε στο δρόμο πουθενά... Κι έμεινα να κοιτάζω τις λίμνες από το νερό.... να μου θυμίζουν τα υγρά βήματά του.
Τον άκουσε με προσοχή αφηνοντάς τον να ολοκληρώσει την ιστορία του.
"Τι θα κάνουμε με σένα και τα θλιβερά όνειρά σου;" Είπε αναστενάζοντας ο Διάβολος. "Το ξέρεις πως δεν υπήρξε αλήθεια αυτή η συνάντηση... η ψυχή δεν μπορεί να δραπετεύσει από το μαρτύριο που της ανήκει".
"Της ανήκει;"...
"Από τη μέρα που αποκτά υπόσταση με χώμα και νερό"....

Ο άνδρας άκουσε.. κι αμέσως ξέχασε τη φωνή που του μιλούσε.. Τα αυτιά του είχαν βοή ανέμου, τα χέρια του, τα πόδια του, η καρδιά του.. μικρές στάλες βροχής που τις κέρδισε το ποτάμι. Το μυαλό του ήταν εκεί.. μα εκείνος δεν ήταν. Πρώτου ακόμα συναντήσει τον εαυτό του είχε βυθιστεί σε αυτό το υγρό ταξίδι... Κι όσο κι αν ο Διάβολος προσπαθούσε να τον πείσει πως είχε δικαιώματα πάνω του... τα δόρατα των λόγων του δε βρίσκανε τίποτα να τρυπήσουν. Στο τέλος, ο Διάβολος, φόρεσε το καπέλο του, πήρε τον χαρτοφύλακα του, σήκωσε το ποτήρι με το νερό που έπινε, και το έχυσε όλο στο πάτωμα...
"Ας είναι" του είπε ... "ας είναι γι αυτή τη .. ζωή... Σου υπόσχομαι πως όταν ανταμώσουμε στην άλλη, όταν η βροχή θα χωρά σε ένα σου δάκρυ, κι η θάλασσα στην καρδιά σου ξανά, θα πληρώσεις το χρέος και για αυτή εδώ τη ζωή. Γιατί κανείς δε μπορεί να δραπετεύσει αληθινά....  από μένα."  

Ένα ζευγάρι καθότανε στην παραλία... Ερχόμενο έλπιζε να δει τον ήλιο να δύει.. Μα ο καιρός δεν είχε τη δική τους διάθεση. Στην αρχή ήταν όλο υποσχέσεις  μα σύντομα τα σύννεφα άγγιζαν από το βάρος τους, τη γη... Άρχισε να βρέχει και εκείνοι, βρήκανε καταφύγιο κάτω από ένα χαμηλό λιόδεντρο... Οι κεραυνοί σχίζανε τον ουρανό, κι η θάλασσα σπαρταρούσε μαζί του.... Κοιτάζανε τη βροχή αγκαλιά, μουσκεμένοι... Το κορίτσι φώλιαζε στο στήθος του αγοριού, και που και που, μοιραζόντουσαν ένα φιλί... Ύστερα, το κορίτσι θυμήθηκε όσα είχε ακούσει...
"Κακώς στεκόμαστε κάτω από δέντρο", είπε στο αγόρι.. εδώ δεν έχει αλεξικέραυνα κι είναι πιθανό να πέσει κάποιος κεραυνός.. "
"Ωχ! .. κι έχουμε και τόσα μεταλλικά αντικείμενα πάνω μας.. " Το κορίτσι, γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια... με το χέρι στο μάγουλο του..
"Ας απαλλαγούμε λοιπόν από  αυτά", είπε, και σηκώθηκε όρθια.. Άρχισε να γδύνεται, και το αγόρι κατάλαβε... έκανε το ίδιο... "Ο βρεγμένος την βροχή δε τη φοβάται" του είπε με νόημα...

Η βροχή μαστίγωνε τα κορμιά τους... μα οι δυο νέοι βρισκόντουσαν στον παράδεισο... Τα κορμιά κι η βροχή γίνανε ένα, και κερνούσε ο ένας τον άλλο να ξεδιψάσουν... "Πόσο όμορφη αυτή η βροχή" είπε το αγόρι, με την ανάσα της σε κάθε του λέξη... Το κορίτσι κοίταξε το πρόσωπό του, κι έτσι όπως τον είδε μες τα σύννεφα, ένιωσε πως ήταν ξαπλωμένοι όχι στην άμμο, μα καταμεσής του ουρανού.. Μόνο αυτός κι εκείνη κι άλλος κανένας.. κι όλος ο κόσμος δικός τους.. "Είναι ασημένια αυτή η βροχή, συνέχισε... "ασήμι ακριβό... Το άρωμά της έχει πλέον το δικό σου όνομα"....

Το κορίτσι, δάκρυσε.. και το δάκρυ του, ασήμι ακριβό, χάθηκε μέσα στο τόσο ασήμι που τους χάρισε ο ουρανός... Οι βροντές, δε κατάφερναν να κάνουν τη καρδιά τους, που ήταν έτοιμη να σπάσει, να μην ακουστεί.. Κι οι δυο νέοι ήτανε ένας παλμός, μια ανάσα... ένα άρωμα... θάλασσα και ουρανός και γη... και τα μάτια τους.. δύση κι Ανατολή μαζί... 
Πέρασαν χρόνι από τότε που συνέβει αυτό.. Πόσο διαφορετική η βροχή τώρα για εκείνη. Πόσο θλιμμένη. Το ασήμι πυρωμένο μέταλλο, φωτιά, της έκαψε την καρδιά πρώτου την φτάσει η είδηση. Δε θα υπήρχε άλλη Ανατολή.. Ο ήλιος της έδυσε χωρίς να της αφήσει ελπίδα πως πάλι θα ξημερώσει. Δυσκολευτήκανε να τον αναγνωρίσουνε, Είχε χάσει κάθε ταυτότητα, διάφανος κι αδιάφορος σα το νερό...  Δε θα τον γνωρίζανε αν δεν είχε πάνω του ένα μικρό ασημένιο κόσμημα..
Μέρες μετά, τόλμησε να ανοίξει ένα μικρό κουτί που είχε στ συρτάρι της. Από μέσα έβγαλε ένα μικρό κόσμημα που ήτανε ίδιο με εκείνο που βρήκανε πάνω του.. μισή ασημένια καρδιά... ένα μενταγιόν που ο χρόνος, είχε σκεπάσει τη λάμψη του. Και το ασήμι τώρα ήταν μαύρο... Το έκλεισε μες την παλάμη της με όλη τη δύναμη της ψυχής της.... και το έφερε κοντά στην καρδιά... Πόσο διαφορετικά θα ήταν όλα, χωρίς τα ανθρώπινα λάθη.. Πόσο διαφορετικά αν σμίγαν οι ψυχές, χωρίς καμιά προστασία.. Όπως τότε που οι ψυχές τους ήταν τόσο κοντά, που δε ξεχώριζες γη ουρανό και θάλασσα...  Ξαφνικά το ασήμι βάρυνε. Πολύ... και δεν άντεχε πια να το βαστάει. Το έβαλε στο κουτί, και το έκλεισε...  Το τοποθέτησε προσεχτικά ανάμεσα στα υπόλοιπα κουτάκια.. με τάξη…

31/5/11

Άτιτλο

Μέρες πετούν ολόγυρα σα τα πουλιά
και γω στο κέντρο ενός αιώνα
που ξέχασε να μπουσουλά.
Σκέψεις μετρώ άχυρα σκορπώντας,
ξυπόλυτος βαδίζω στο κενό
που αφήνουνε στους χτύπους τα ρολόγια,
μήπως την καρδιά μου βρω.

Σαρώνουνε τα βλέφαρα τα νέφη
κι ο ουρανός τεράστια πληγή,
κάπου χτυπάει ένα ντέφι
κι ακούω την αρκούδα να θρηνεί.
Γέλα κι εσύ, φωνάζει ο παλιάτσος,
γέλα να γίνει ωραία η ζωή.
Μα είναι το γέλιο μάρμαρο σπασμένο,
πάνω του δακρύζει η ψυχή...

Άτιτλο

Περπατούσαν χαμογελώντας, χέρι χέρι, στα μικρά στενά κάτω από την Ακρόπολη.. Την βοηθούσε στα μεγάλα ή στενά σκαλοπάτια - όχι πως ήταν αναγκαίο - εκείνος το ήθελε, κι Εκείνη, με ένα χαμόγελο παιδιού, απολάμβανε όλη αυτή την προσοχή κι αγάπη που της είχε... Κάποτε κουράστηκε, αλλά δε χρειάστηκε να το πει.. Ήθελε κι αυτός να κάτσουν κάπου... Κάθισαν σε ένα λευκό, τσιμεντένιο τοίχο, που από κει έβλεπες όλες τις σκεπές της Πλάκας, να φορούν τα άνθη τους και να ξαπλώνουν νωχελικά κάτω από το τρυφερό βλέμμα του ήλιου... Η Αθήνα από εκεί, έδειχνε ένα άλλο πρόσωπο, ανθρώπινο, νοσταλγικό.. Υπήρχε μία ιερότητα στο χώρο και η στιγμή ήταν η πλέον κατάλληλη για να ανοίξει, επιτέλους, την καρδιά του... Ήταν καιρός που τα "Θέλω" του είχαν νικήσει τα "Πρέπει" ...  Το μόνο που ακόμη τον κρατούσε, από το να της φανερώσει όσα νιώθει, ήταν πως δεν ήταν βέβαιος για εκείνη. Πως θα ανταποκριθεί... κι αν την επόμενη στιγμή, είναι πιο κοντά, ή πιο μακριά του...
 Του είχε μιλήσει για το μεγάλο της έρωτα... του είχε πει πολλά αλλά όχι τα πάντα...  Ούτε εκείνος της είχε πει τα πάντα από όσα η διαίσθηση του του μαρτυρούσε. Περίμενε στωικά να του μιλήσει εκείνη, αν ήθελε... Δεν ήταν ο μεγάλος έρωτάς της που τον βασάνιζε, δεν ήταν καμία από της επιλογές της... Ήταν ο δεύτερος έρωτάς της, αυτός για τον οποίο δε του μίλησε ποτέ. Και το γεγονός πως δε του μίλησε, παρά μόνο μια μικρή αναφορά, τον έκανε να πιστεύει πως αυτός ο έρωτας ακόμα βασανίζει την ψυχή της..  Ίσως φοβότανε μη τον πληγώσει βλέποντας πόσο δυνατά είναι όσα νιώθει... ίσως πάλι να είναι η σκιά του προηγούμενου έρωτα.... Ίσως δεν είναι σίγουρη για τα κουτάκια... που μέσα τους με τάξη, βάζουμε τα κομμάτια της ψυχής μας με τρόπο που το ένα να μη επηρεάζει το άλλο... Μπορεί να ζήσει όλη τη ζωή του χωρισμένη μέσα σε αυτά τα μικρά κουτάκια.. μπορεί να κάνει τα πάντα, για να είναι μαζί της, χωρίς να ταράξει τη ζωή της... Αλλά εκείνη δε το γνωρίζει αυτό. Δεν τον νοιάζει να πληγωθεί. Μα δεν αντέχει ούτε τη σκέψη να κάνει κάτι που θα της φέρει πόνο . Γνωρίζει πως κι αν ακόμα έρθει κοντά του, μπορεί πάντα να ανοίξει φτερά και να πετάξει... Έχει αποδεχτεί το γεγονός πως αγαπά την ελευθερία της όσο τίποτα άλλο... Μα και το ελάχιστο του αρκεί... γιατί μέσα του, το ελάχιστο θα είναι ένα μόνιμο παρόν. Γιατί όσο μεγάλος κι αν είναι ο ερωτάς του η αγάπη του για Εκείνη είναι καταλυτική... και του δίνει κουράγιο, ακόμα και να της σταθεί σε κάποια σχέση άλλη.. αρκεί να μη πάψει να ζει κοντά της... και να μπορεί πάντοτε να της στέκεται και να τη φροντίζει.
Όχι, δε τον νοιάζει καθόλου γι αυτόν.. Γι' αυτό, κάθε που μια λέξη έρχεται στο στόμα, μια επιθυμία στα χείλη, ή στα χέρια.. τρέμει... σωπαίνει... ή άλλο θέλει να πει κι άλλο λέει. Δε την αγαπά απλά.. την λατρεύει... Ποτέ πριν σε όλη τη ζωή του, δεν έχει ξανανιώσει τόσο έντονα, τόσο δυνατά, ώστε η ¨Αγάπη"  να μοιάζει λέξη μικρή.. και να είναι η "λατρεία" η σωστή λέξη... Φοβάται τόσο αυτή τη στιγμή που παγώνει το αίμα του.. Φόβος κι επιθυμία μαζί... Δε θα τολμούσε ποτέ να τη φιλήσει για πρώτη φορά, ανάμεσα στη βοή του κόσμου.. Με το χρόνο να τρέχει ολόγυρα τους... Μα εκεί ήταν αλλιώς.. ήταν η τέλεια στιγμή.... Κι όσο κι αν φοβότανε, ήθελε να πιει τα χείλη της.... να τα νιώσει... Κι αυτό ή θα τον κεραυνοβολούσε και θα τα χάλαγε όλα, ή θα ήταν η πιο όμορφη, ως τότε, στιγμή στη ζωή του...
Τον άφηνε να παίζει με το χέρι του στα μαλλιά της, στο λαιμό... Όπως καθόντουσαν ο ένας πλάι στον άλλο,  με το αριστερό χέρι της καρδιάς, τρυφερά την έγειρε πάνω του, και την αγκάλιασε ολάκερη με τα μάτια κλειστά γεμάτος ευτυχία όπως κάθε φορά που την αγκαλιάζει... Μα δίσταζε... έτρεμε....
"Κλείσε τα μάτια σου" , της είπε στο τέλος...
Τον κοίταξε εξερευνητικά... " Γιατί να τα κλείσω;;" ....
" Θέλω να σου πω ένα μυστικό... "
" Και πρέπει να έχω κλειστά τα μάτια μου για να μου το πεις;" ... του είπε γελώντας... Κι ύστερα, βλέποντας την αστεία αμηχανία του, έκλεισε τα μάτια.. "Να .. τα έκλεισα"
Κι εκείνος, έσκυψε και τη φίλησε... σχεδόν δακρυσμένος... κι ήτανε από εκείνες τις στιγμές, που...  δεν υπάρχει πριν ή ύστερα.... Δεν υπάρχει τίποτα που να θες επειδή τα έχεις όλα... κι ούτε μια λέξη δεν υπάρχει να πει κάτι μεγαλύτερο από το φιλί ή το δάκρυ...

18/5/11

Άτιτλο

Χόρεψε σα τρελή πεταλούδα αναζητώντας το φως της... Το φως που γι αυτόν ήτανε η ύλη της ψυχής του. Μα εκείνη τρόμαξε, βλέποντάς τον να ακροβατεί στα εύθραυστα -έτσι της φανήκανε - φτερά του έρωτα... "Μη" του φώναξε.. "θα πληγωθείς.. δε κάνει"
"Και γιατί να πληγωθώ;.. τι σόι λαβωματιά μπορεί να γεννήσει το φως;"
Εκείνη γνώριζε... πως το φως αφήνει τις χειρότερες πληγές... Πολύ βαθύτερες από όσες το σκοτάδι μπορεί να κρύψει μέσα του. Επειδή το φως σου χαρίζει τον κόσμο όλο.. κι όταν λείψει.... τίποτα δε μπορεί να καλύψει το κενό. Και συ, που πριν όλος ο κόσμος σου άνηκε, καταδικάζεσαι να ζήσεις σε αυτή τη τρύπα του τίποτα... Μίλαγε από αγάπη και φόβο... Με στοργή... Μα δεν ήθελε και να τον τρομάξει τόσο όμορφα που πετούσε.. στα εύθραυστα φτερά του. Έτσι τίποτα άλλο δεν είπε...
Διάβασε τη σιωπή της καθαρότερα από τα λόγια ... Έκλεισε τα φτερά κι αφέθηκε στη βαρύτητα για να πατήσει πάλι στη γη... Το τελευταίο που ήθελε, το να την τρομάξει...
Η μουσική συνέχισε να χτυπά, δίνοντας ρυθμό από την καρδιά στα βήματα.... Χωρίς φτερά, οι νότες διαγράφονταν σαν ένα ξύλο που χαράζει την άμμο, κι ο απόηχος τους έσβηνε στο χώρο και το χρόνο. Κάθε νότα μία μοναδική ανεπανάληπτη στιγμή....

2/5/11

σταγόνα 1

"Δεν έχει σημασία πια".... η φωνή της πρόδιδε την αλήθεια του λόγου της. Παγωμένη, χλωμή... Φωτιά που έσβησε κι έμεινε στάχτη να κερνάει ανέμους... Πέρα μακριά, από εκείνη, από αυτόν... που πια αλλού κοιτούσε και βάδιζε, σκυφτός και λεηλατημένος.... ένα σύννεφο περαστικό, ένιωσε το διάφανο κενό της ψυχής της, καθώς εγκαταλείποντας το μαγουλό της, δάκρυ πικρό, άγγιξε το χώμα. Κατοικόντας έτσι σε σώματα δύο. Αυτό που στοργικά τύλιγε τη ψυχή της, μα δε κατάφερνε πια να τη ζεστάνει.. Κι εκείνο που κάθε ψυχή κατοικεί μέσα του. Δυο άγγελοι, είδαν το σταματημένο σύννεφο. Λες κι είχε ρίξει άγκυρα, ο άνεμος δε το κούναγε... Στεκότανε δροσερό μαντήλι, πάνω από τα φλογισμένα μάτια και τα ξανθά μαλλιά της. Οι άγγελοι σταματήσανε το τραγούδι τους, πετάξανε πάνω στο σύννεφο, κλείσαν τα φτερά τους, κοίταξαν το διπλωμένο κορμί... Το μέτωπο στηριζόταν στη γη... Και το σύννεφο όλο να σκοτεινιάζει.... να φουσκώνει.. να μεγαλώνει..  Ώσπου άψυχο το κορμί, έπεσε..
 Το σύννεφο ξέσπασε σε γοερό κλάμα... Κι οι άγγελοι, όπως αν είχαν συναντήσει ένα λουλούδι ή μια πέτρα να λάμπει κάτω από τον ήλιο, με τη σιγουριά του αιώνιου που δε το αγγίζει η φθορά, ανοίξανε τα φτερά και ξαναπέταξαν.

Εκείνος διέσχισε όλη την έρημο της πόλης, μέχρι που βρέθηκε στο δωμάτιό του. Τα ίχνη της φωτίζανε ακόμη τον χώρο.. Διαδρομές από τα μακριά της δάχτυλα, αγγίγματα απαλά, το χρυσάφι των μαλλιών της, η πνοή της.. Μαχαίρια φωτεινά που του σχίζανε την καρδιά.. Και σα να μην έφθαναν όλα αυτά, άρχισε να βρέχει με τόση δυναμη και παράπονο, που δεν υπήρχαν βράχια ικανά να νικήσουν την αγριεμένη θάλασσα μέσα του. Ακόμα θυμωμένος μαζί της... αλλά όχι οργισμένος . Την οργή του ξεθύμαναν οι σταγόνες της βροχής... Ο ακατάπαυστος ήχος που δεν άφηνε την ησυχία να κουλουριαστεί γύρω του και να τον δαγκώσει... Η φουσκοθαλασιά αναμόχλευε τον βυθό φέρνοντας αναμνήσεις στα μάτια του...

χωρίς τίτλο

Υπάρχουνε μέρη της ψυχής, περβόλια που δεν φυτρώνει τίποτα.. Δάση απολιθομένα...  Όροι και θάλασσες δίχως μιλιά... Τυλιγμένα με συρματοπλέγματα, γεννημένα από πόνο και μνήμη κρυφή... Συρματοπλέγματα, που αληθινά χωρίσανε τον κόσμο, το φως από το φως, κι αφήσανε λεύτερο το σκοτάδι. Να περιφέρονται ματωμένα σεντόνια οι ψυχές, γυρεύοντας το υπόλοιπο της καρδιάς τους.. Τον ήχο, τον παλμό στο αίμα που τις στοίχιωσε...
Πριν χωριστεί ακόμα ο κόσμος, σε στρατόπεδα πολιτικής σκοπιμότητας, σε ευνοημένους και αναλώσιμους, χρειάστηκε να φυλακιστεί η αγάπη... Μα πάντα, το άνθος της αγάπης θα βρει λίγο χώρο, χώμα ελάχιστο ακόμα και μέσα στου ανέμου τη χούφτα, να φυτρώσει... Στο δύσκολο καιρό των θηρίων, είναι πάντα το ίδιο σημαντικό, να Είμαστε... Άνθρωποι....

Ήλιος

Καθότανε σε ένα βράχο κι απολάμβανε τον ήλιο.. Ζέσταινε την υγρή του ψυχή και τη στέγνωνε... Πόσα όνειρα στα μάτια του, καθώς οι υδρατμοί τον βοηθούσαν να κοιτά καθαρότερα στο χρόνο πίσω... Ματωμένα γόνατα και μεθύσι γλυκό, τρελό μεθύσι... κι ένα φιλί που θα μπορούσε να ήταν κόκκινο όπως ένα γαρύφαλλο, μα ήταν μόνο... κόκκινο. Χείλη κοριτσιού που τρυφερά αγγίζανε χείλη αγοριού.. Ένα κορίτσι, ένα αγόρι.. κι η Άνοιξη μεθυσμένη να χορεύει ολόγυρα τους... Κι ύστερα ένα ξαφνικό αεράκι που πήρε το αγόρι και το κορίτσι μακριά... και το φιλί τους σκόρπισε στα πέρατα της γης.. Κόκκινο χρυσόψαρο έγινε στη Κίνα... σε μια μικρή λίμνη που μένανε κύκνοι. Άνθη βερικοκιάς σε ένα μικρό λόφο που κοίταζε το Αιγαίο.. Άσπρο γάλα που αρμέχτηκε από ένα μικρό βοσκό στη Νικαράγουα... και πηλός στα χέρια ενός γέρου αγγειοπλάστη... Καθώς το μυαλό του ζεσταινότανε κι η καρδιά του άνοιγε τα πέταλα της, κι ό άνεμος έβρισκε χώρο να περνά πάλι στα μικρά στενά της πόλης που μεγάλωσε, θυμήθηκε το θρανίο στο παλιό του σχολείο... Το παιδί που καθότανε δίπλα του.. τις χαρακιές ... τα μήλα..... τα μεγάλα παράθυρα που φέρνανε το διάλειμμα πριν την ώρα του, ζωγραφίζοντας με φως στο τετράδιο όνειρα... κι η δασκάλα όλο τον ρωτούσε που βρίσκεται.. Κι αυτός τι μπορούσε να πει.. πως να περιγράψει τόσα μέρη μαγεμένα, τις περιπέτειες, τον άμορφο ακόμα έρωτα που παιδί κι εκείνος, έτρεχε μαζί του κι έπαιζε κρυφτό... 1..2....3....4....9..... Πόσο καλά κρυβότανε ο έρωτας..... Πόσα ονόματα, χρωματιστά ενδύματα.... Παραμύθια που γίνανε περιοδικά κι ύστερα βιβλία... σκηνές από ταινίες... μουσική.... και κάποτε στίχοι.... ματιές σε έναν κόσμο άλλο με τα βλέφαρα κλειστά, κι όμως.. Βλέφαρα που στάζανε φως....  Σα να μην είχε περάσει μια ώρα από τότε, μα τα γόνατα του βαρύνανε πιο πολύ από την καρδιά... Κι ενώ θυμάται, δεν ονειρεύεται... δακρύζει... Κάτω από τον ήλιο, το δάκρυ γίνεται χάδι. Γέρνει το κεφάλι αφημένος στο χάδι... κι ακουμπά το μέτωπο σε μνήμη άλλη... στο δικό της μέτωπο.. στα μαλλιά της.... Στα μάτια της μέσα όπως ανοίγει τα μάτια του, βλέπει το φως θάλασσα απέραντη .. πλοία να αρμενίζουνε με τα λευκά πανιά τους..  κάποια από αυτά γίνονται πεταλούδες και δραπετεύουν πέρα από τον ορίζοντα, κάποιες, στα κόκκινα πέταλα της καρδιά του σταθήκανε.... και τη στολίσανε με φως.. Φως που έρχεται από τόσο μακριά.. Φως που είναι τόσο κοντά....
Καθότανε σε ένα βράχο κι απολάμβανε τον ήλιο, συνένοχο ζωής, παρηγοριά κι ελπίδα ανομολόγητη... Κι η θάλασσα σπάραζε μες το αλάτι της... Στην αρχή νόμιζε πως ήθελε να κάνει το φως δικό της.. να το κρατήσει για πάντα μέσα της, θηλυκό αδηφάγο κι ανασφαλή... Μα ύστερα κατάλαβε, όπως το μέτωπο του άγγιξε το δικό της μέτωπο, πως εκείνη γεννούσε το φως... Κρυμμένο σε μια υπόσχεση ταξιδιού που ποτέ δεν έδωσε. Στο τραγούδι μιας φώκιας που ένα παιδί πίστεψε πως ήταν τραγούδι γοργόνας...  και μιας γάτας που ένας ναυτικός πήρε μαζί του, για συντροφιά... την παίδευσε με την αγάπη του σα να ήτανε γυναίκα.. και τη θρήνησε σα να ήτανε γυναίκα... επειδή δε μπόρεσε ποτέ να την καταλάβει, να την αφήσει λεύτερη να γυρνά στα κεραμίδια.. κι επειδή τελικά εκείνος ήταν ο ανασφαλής. Μα τώρα όλα αυτά τα ψέματα κι οι πλάνες, δεν είχανε καμιά σημασία καθώς ένιωθε στο μέτωπο του το φως της.... Τύλιξε τα χέρια του γύρω της... Την κοίταξε στα γαλάζια της μάτια... Τα ταξίδια του κοίταξε και το παρόν του... κι ήξερε πως εκείνη είναι ο ήλιος του.... Το πιο όμορφο φως στη ζωή του.... Το πιο πολύτιμο.... "Σ' αγαπώ!".. σκέφτηκε.. αλλά δε της είπε τίποτα. Μόνο την έσφιξε πιο δυνατά ακόμα στην αγκαλιά του.. Να νιώθει το αίμα της, τον σφυγμό.. την καρδιά της... πάνω στη δική του καρδιά...

11/4/11

Σταγόνες...

"Δεν έχει άλλο μέλι" της είπε.. ""μια σταγόνα μόνο" ... Κι εκείνη, ένιωσε τη γλυκιά βοή από τις εργάτριες, να πασχίζουν από λουλούδι σε λουλούδι, λικνίζοντας τα πιο μικρά άνθη, για να μαζέψουν γύρη και να φτιάξουν, μια τόση δα σταγόνα μέλι. Στα μάτια της η Άνοιξη φτερούγισε απαλά, δροσίζοντας το μέτωπο της από την υστερία των καιρών. Έβαλε το δάχτυλο μέσα στο βάζο, και μάζεψε το τελευταίο μέλι που είχε απομείνει.. Το έφερε στα χείλη της και μετά στα δικά του.. Κι εκείνος, γεύτηκε τρυφερά το γλυκό μέλι, μα πιο πολύ από αυτό, την δική της γλυκιά ψυχή... το δάχτυλό της, την προσφορά.. την έγνοια... Κι αυτή το ένιωσε, και του μέλωσε επιδεικτικά, με όσο μέλι απόμεινε, την μύτη.... "λερώθηκες" του είπε.. "κάτσε να σε καθαρίσω".... Κι έτσι με μια σταγόνα μέλι που θύμιζε Άνοιξη, κατάφεραν να γίνουν γεύσεις κι αρώματα της Άνοιξης... και το ουράνιο τόξο έβρισκε πάντοτε τις σωστές άκρες να ξετυλιχτεί, καθώς ο ένας κοιτούσε τον άλλο, κρύβοντας τον πολύτιμο θησαυρό των ξωτικών στην καρδιά τους...
Για τους ανθρώπους είναι γνώριμο να περπατάνε ανάμεσα σε άγνωστους ανθρώπους... Να βλέπουν ένα τσιγάρο που σβήνει πιο καλά από εκείνον που το σβήνει.. Και να μετράνε τα βήματα με το χρόνο και την απόσταση... "Δέκα λεπτά δρόμος", ή "τρακόσια μέτρα από εδώ" ... στην καλύτερη περίπτωση, "ένα τσιγάρο δρόμος", μιας και το τσιγάρο, στις ερημιές του πλήθους μετράει κι αυτό τον χρόνο... Με τον ίδιο τρόπο που οι φυλακισμένοι μετράνε τις μέρες που περάσανε, χαράζοντας γραμμές κι υπολογίζοντας εβδομάδες και χρόνια.. Για να μη νιώθουν πως περάσανε εβδομάδες και χρόνια, χωρίς να τους αφήσουν έστω ένα σημάδι.
Στο απέραντο λιβάδι που λέγεται νεότητα, καλπάσανε σα δυο άσπρα άλογα, τόσο, που τα δυνατά πόδια τους λυθήκανε, λαχάνιασε η ψυχή τους ευτυχία, κι έγειραν ο ένας πάνω στον άλλο αποκαμωμένοι... με έναν ιδρώτα κοινό, που κυλούσε από πηγή αιώνια, τους ξεδιψούσε, και τους δρόσιζε τα ξαναμμένα κορμιά τους..  Η πνοή τους κοινή, βελούδινο χάδι που με τη στοργή του λευτέρωσε κρυφό δάκρυ, κουβαλημένο ζωή πολύτιμη, από τα στήθη ενός έφηβου κοριτσιού... μέχρι τα τώρα... στα στήθη γυναίκας σχεδόν σαράντα ετών, που θυμήθηκε πόσο ψεύτικος είναι ο χρόνος, κι οι όψεις που δίνει στα κάτοπτρα των ανθρώπων όταν ξεχνάνε ποιοι είναι , που πάνε. Ή πιο σωστά, όχι που.. μα πως.... τον τρόπο. Τίποτα πιο αληθινό από την αιωνιότητα της εφηβείας της... τη μοναδικότητά της...Τη μοναδικότητα της κάθε στιγμής... της κάθε ανυπέρβλητης σταγόνας ζωή.... Κι ήταν το δάκρυ τούτο άγιασμα, ευωδιά, μέλι γλυκύτερο από το μέλι και θάλασσα άγρια, που μέρωσε, και προβάλει καταγάλανη την αγκαλιά της και τον καλεί... Εκεί να κατοικήσει, στην ψυχή της. Κι ήταν τα χείλη του διψασμένα γι αυτό το μέλι, τον συγκλόνισε, καθώς το ένιωσε να στάζει το μάγουλο του, να αφήνει τη γεύση του γλυκιά κι αλμυρή μαζί στα χείλη, κι ύστερα, να σβήνει στη ζεστή σάρκα.. κυλώντας όλο πιο αργά..
"Ένιωσα τη θάλασσα μέσα σου".. της είπε.... "ακόμα τη νιώθω.. με συγκλονίζει... γιατί τα κύματα της που μόλις γνώρισα, περίμενα από πάντα.. για πάντα.. "
Το δάκρυ της έγινε βροχή στην αγκαλιά του... την άκουγε να σπαρταρά , κρύβοντας το πρόσωπο της στο στέρνο του.. κι ύστερα, σήκωσε το κεφάλι φωτισμένο με ένα χαμόγελο... και βλέμμα υγρό, θολό... τον κοίταξε πάλι στα μάτια... Σαν αναδυόμενη Αφροδίτη,  με τα μαλλιά ξέμπλεκα στολισμένα φως, και κορμί ολάκερο πλασμένο από φως... Οι λέξεις της, σχεδόν συρθήκανε ως τα χείλη.. μα ήταν ακονισμένες καλά,  να μην επιδέχονται αντίρρηση.. "Το ξέρεις όμως πως αυτό δε μπορεί να συμβεί... " του είπε.. Κι ήταν κάθε λέξη λεπίδα που τη χάραζε.... Κι αυτός ένιωσε άσκημα πολύ που την ανάγκασε, άθελα του, επιπόλαια, να του πει το αυτονόητο... "Το ξέρω".... Κι έγιναν τα δυο κορμιά μια αγκαλιά μεγάλη και δυνατή.....  που μέσα της χώραγε όλη τους η ζωή.. το πριν το μετά, το Τώρα.. Για λίγη ώρα κοιμηθήκανε, και καμιά σκέψη δε φαρμάκωνε την ευτυχία τους. Ύστερα όμως, πέρασε η ώρα, κι έτσι, ετοιμαστήκανε, και βγήκαν έξω στο δρόμο. Πλήθος κόσμου όπως πάντοτε, ποτάμια που κυλάνε .. και εκείνοι γνώριζαν πως θα έπρεπε ο καθένας τους να κυλήσει στη δική του κύτη.. Μέχρι να φτάσουν στη μεγάλη Θάλασσα... "Στη μεγάλη θάλασσα, δεν έχουν αξία όλες αυτές οι ανοησίες", του είπε, εξωτερικεύοντας τη σκέψη της... Οι σταγόνες της Άνοιξης, και το μέλι που φτιάχνουμε στη ψυχή μας... αυτή είναι η ζωή... Η ζωή μας όλη... Φτάνοντας στη θάλασσα, είναι η μόνη αλήθεια που μας ανήκει.. Αυτό που ζήσαμε, κι έγινε μέσα μας φως.." .... Ακόμα μεθυσμένος την κοίταζε στα μάτια... Την άκουγε σαν ένα παιδί που του διηγούνται παραμύθι... Αποσβολωμένος.. Με μια σιγουριά, πως η στιγμή αυτή θα κρατούσε για πάντα.. Τα ποτάμια δεν είχαν πια σημασία... ούτε η απόσταση.. όπως δεν είχε κι ο χρόνος. " Είσαι πάντα μαζί μου" της είπε στο τέλος.. "¨όπου κι αν είσαι"... Κι ένιωσε την καρδιά του να φτερουγίζει δυνατά σα φτερά αγγέλου.. "Κι όπου κι αν είσαι είμαι κι εγώ .. αλλιώς δεν Είμαι..." Σκέφτηκε πως ίσως τον θεωρούσε πάλι υπερβολικό... μα εννοούσε κάθε λέξη.. Ξεδίψασε με μια σταγόνα ζωής.. με ένα της δάκρυ.. που γύρευε ανέκαθεν.. Πηγή μυστική που όποιος πιει, ποτέ δε θα ξεχάσει ποιος είναι.. και τον τρόπο να πορεύεται..  Την συνόδευσε ως το τέλος του δρόμου που μπορούσε να τη συνοδεύσει.. Έπειτα, έσκυψε την φίλησε τρυφερά και της είπε "καληνύχτα".... Συνέχισαν από αντίθετη κατεύθυνση το δρόμο τους...  Μα παρόλα αυτά αυτός ήταν εκεί όπως κι εκείνη... Κάτω από τα αστέρια, που μάταια παλεύανε να κρύψουν τα πολλά της πόλης φώτα, η Μεγάλη θάλασσα απαστράπτουσα τους χαμογελούσε....

31/3/11

Φτερά πεταλούδας

Όχι δεν ήταν στην Ολυμπία... θα μπορούσε να ήταν στη Ρόδο. Είχε πάει σίγουρα μια φορά για δουλειά.. Κάθισε ολόκληρη εβδομάδα.. μα δε πρόλαβε να δει άλλο από το Κάστρο, τρέχοντας πάνω κάτω, λίγες ώρες πριν το ταξίδι επιστροφής. Αλλά δεν ήταν εκείνο το ταξίδι που τις είδε.. Αν ήταν στη Ρόδο, πρέπει να είχε πάει παλιότερα... πότε όμως;; Προσπάθησε να σχηματίσει στο νου όσο πιο καθαρά την εικόνα. Λοιπόν... Υπήρχε ένα μικρό ρυάκι, ξύλινο μικρό γεφύρι, να περνάνε από πάνω του οι επισκέπτες, πέτρες, και πολλά φυλλώματα σαν τοίχος... Μα σα τα πλησίαζες, ανακάλυπτες πως δεν ήτανε φύλλα, μα πεταλούδες που μοιάζανε με φύλλα... Όταν σηκωνόντουσαν στον αέρα, έμοιαζαν με σύννεφο... καφεπράσινες πεταλούδες με κόκκινες κηλίδες... Ένα όνειρο... Μια πινακίδα απαγόρευε στους επισκέπτες να ταράζουν τις πεταλούδες.... Κι απέναντι από τα ζωντανά φυλλώματα, ένα καφενεδάκι, υπερυψωμένο, με σκεπή ξύλινη...
Για να φτάσει κάποιος σε αυτό το μέρος, έπρεπε να περάσει από ένα μακρόστενο κτίριο, σπαρμένο ολόγυρα αρχαία... ύστερα, ακολουθούσε μονοπάτι.. και πρώτα αντίκριζε φτάνοντας, το μικρό καφενείο.
Θυμάται, υπήρχε ένα παιδί.. ο γιός του; Ένα ζευγάρι που μίλαγε.. την έκπληξη με τις πεταλούδες, την έντονη συζήτηση που ακόμα βούιζε στ' αυτιά του... Λέξη δε θυμάται απ' όσα ειπώθηκαν.. αλλά την αίσθηση των λέξεων, την θυμάται καλά.. Σα κηλίδες στα πράσινα φύλλα...Στα χρώματα των πεταλούδων, με εκείνη την γλυκιά μελαγχολία που κρύβει κάθε χαρά εφήμερη. Φτεροκοπούσαν οι λέξεις χωρίς να ακούγονται, κι αυτός, θαμμένος στα χρώματα... Δε θυμάται .. αν το παιδί ήταν ο γιος του ή ο ίδιος.
Το σιγανό αλύχτισμα του σκύλου, του τρύπαγε την καρδιά. Γύρισε πλευρό.. ξαναγύρισε... έγειρε απαλά πάνω της τυλίγοντας την τρυφερά στα χέρια του.. Κοιμότανε.. θα μπορούσε να τη ρωτήσει αν ήταν ξύπνια.. μήπως θυμόταν κι εκείνη τις πεταλούδες.. αν είχαν πάει μαζί... Η αναπνοή τους συντονίστηκε.. μα δε μπορούσε να κοιμηθεί... Κι ο σκύλος να κλαίει... Με προσεχτικές κινήσεις απομακρύνθηκε, σηκώθηκε, έβρασε νερό για τσάι... Η νύχτα αυτή ήρθε για να του μιλήσει. Κι ο σκύλος, δεν έκλαιγε χωρίς λόγο... Ασέληνη νύχτα, παράξενη... 
Η καρδιά του τον τρύπησε πάλι.. Κι αυτό του έφερε σκέψεις θανάτου... Ποτέ κανείς δεν είναι αρκετά έτοιμος για να πεθάνει..   συλλογίστηκε.. Κι ακόμα... πως η ψυχή κι η πεταλούδα μοιάζουν τόσο πολύ... Κι ακόμα... πως τα φτερά της πεταλούδας μοιάζουν με τα λυγισμένα πόδια ξαπλωμένης γυναίκας.... Κοίταξε το ρολόι.. Τέσσερις και δέκα.... Σφάλισε κι άνοιξε αργά τα μάτια, ανακαλύπτοντας  πως κι αυτό, μοιάζει με τα φτερά της πεταλούδας... Η ζωή όλη, μία σύντομη πτήση... Πόσο διαρκεί μια ζωή;; Πως μπορεί να μετρηθεί πόσο έζησε κανείς; .. και τι νόημα έχει να το μετρήσεις; Χαρές λύπες, προσευχές... αγωνία.. άγχος.. θυσία... Τα όνειρα που δε θυμόμαστε είναι ζωή; Κι αυτά που θυμόμαστε μόνο κάτι; Ένα φόβο, μια λάμψη, ένα ποτάμι που τρέχει.. Το άγγιγμα, πως να χωρέσει στο χρόνο; Πιο ρολόι αντέχει να μετρά τις διαδρομές που αφήνουν τα δάκρυα; Όχι, ψιθύρισε.. η ζωή δε μετριέται.. Ζεις ή δεν ζεις....  Και στα λόγια αυτά τρόμαξε... και βυθίστηκε ξανά στις σκέψεις του...
Μπορεί τα ρολόγια να μη μετράνε τη ζωή.. παίζουν σημαντικό ρόλο όμως στη καθημερινότητά μας.. Και καθώς αφηρημένα του έριξε μια ματιά, η συνείδηση, σκάλωσε στον μικρό δείκτη. Σε λίγο θα άρχιζε να χαράζει.. Και επειδή δεν ήθελε να μιλήσει και να εξηγήσει σε κανένα γι αυτή την ανόητη αϋπνία του, θεώρησε καλό να ξαπλώσει πριν αρχίσουν να ξυπνάνε.. Κι έτσι.. έσβησε τα φώτα και επέστρεψε, εκεί που αρχίσανε όλα.. Στον κόσμο των ονείρων του, που βρίσκονται φυλαγμένα τα πιο μεγάλα μυστικά του.. ακόμα κι από τον ίδιο...
Ίσως, σκέφτηκε, να υπάρχει λόγος που δε θυμάται... Ίσως, να ήταν μια από τις πεταλούδες.. Την ώρα που ξεψυχούσε σε μια άλλη ζωή.. ή, που μόλις άρχιζε να πετάει...

23/3/11

Άτιτλο

Ο δρόμος ίδιος τα πρωινά του όλα
είχε ακούσει ιστορίες , βέβαια, πολλές,
και να που τώρα τον έχει στοιχειώσει
η τόλμη που δεν έδειξε εχτές.

«Δεν φταίω», σκεφτόταν λυπημένος
«που το ποτάμι με τράβηξε μακριά..
Σε χίλια δύο πράματα πνιγμένος
δεν ήτανε δική μου η δουλειά».

Όποτε περνούσε στο ίδιο μέρος
θυμότανε εκείνη τη ντροπή.
Κι όταν την είδε, ένιωσε σημάδι
την κόκκινή της εύθραυστη μορφή.

Στεκότανε ανάμεσα στο πλήθος
χωρίς ο χρόνος να την ακουμπά,
στο τοίχο νεοκλασικού γερμένη
κι ο άνεμος τη χόρευε αγκαλιά.

Το κόκκινό της ανέμιζε κεφάλι
και παίρνανε τα σύννεφα φωτιά,
Θα ταίριαζε να ζει σ' ένα λιβάδι
μα σπάρθηκε σ’ ανθρώπων ερημιά.

Φεγγοβολούσε όταν έλαμπε ο ήλιος
του θύμιζε πως ήτανε παιδί,
πάντα σταμάταγε να την κοιτάξει λίγο
κι ας έσπρωχναν ξοπίσω οι πολλοί..

Πως γίνεται να σταματάει ο χρόνος
αναρωτήθηκαν οι διαχειριστές..
Το κόκκινο τους έφερνε τον τρόμο
γιατί ξεχώριζε ανθρώπους και ληστές.

Δυσκολευτήκαν τη συμφορά να βρούνε,
τόσο μικρή, ριζωμένη σε ρωγμή.
Μια παπαρούνα που την άνοιξη ζητούσε
σ’ ανθρώπων τη διψασμένη τη ψυχή.

Την ξερίζωσαν την πετάξανε στο δρόμο,
μα δεν υπολογίσανε καλά..
Το κόκκινό της δεν ήταν τόσο μόνο,
και σκόρπισε παντού και πουθενά..

Σα χάρτινη η πόλη άλλαζε όψη
βαφτήκανε δρόμοι, άνθρωποι, σκαλιά,
τα κτίρια γείραν μουδιασμένα,
φτερούγιζαν οι ψυχές σαν τα πουλιά.

Τρόμαξαν τότε οι άνθρωποι του κέρδους
και κάθισαν και σκέφτηκαν καλά..
Ένα λουλούδι, τώρα σκορπισμένο,
θα ήταν η καινούργια τους γροθιά.

«Περάστε κόσμε, να δείτε το λουλούδι..
που η ματαιότητα το φύτρωσε στη γη..
Αχ νά’ τανε αλήθεια το τραγούδι
Νά' μασταν ήρωες σε άλλη εποχή».

Έτσι μιλώντας τον κόσμο καλούσαν
να δει με εισιτήριο φτηνό, αυτό,
που όλοι σαν όνειρο ποθούσαν
μ' αλίμονο, «δεν είναι αληθινό...»

Ίσως το είδανε σε κάποια ιστορία
σε παραμύθι που γράφτηκε παλιό.
«Ο χρόνος τρέχει, φτάνει η φαντασία,
μην χάνουμε κι άλλο τον ρυθμό...»

Μία λεπίδα άστραψε στον ήλιο
μα στάλα αίμα δεν έπεσε στη γη..
Στοίχειωσε μονάχα τα όνειρά τους
στην ήδη στοιχειωμένη τους ζωή.

Κι εκείνος, που τόσο τη ζητούσε
σε κάθε που περνούσε τη ματιά,
για λίγο σάστισε όταν δε την είδε,
μα ξέχασε κι εκείνος τη φωτιά.

Παπαρούνα

Παπαρούνα στοίχειωσε το δάσος, ανθρώπων με χαμένη τη μιλιά.
Σε ρωγμή φυτρωμένη από πάθος, που τόσο το λάθος αγαπά.

Σκιές, για λίγο αποκτήσαν  μνήμη, πριν σβηστούνε πάλι στη βοή.
Ένα τεράστιο ορμητικό ποτάμι, στο κόκκινο της στεκόταν μια στιγμή.
Όνειρα στερεμένα από δάκρυα, οι όχθες που μέσα τους κυλά..
λέξεις που απωλέσαν τ΄όνομά τους ανάμεσα σε νούμερα πολλά.

Φοβήθηκαν οι άρχοντες τη γνώση, τη μνήμη που γεννούσε η καρδιά,
γιατί ο χρόνος τους ήταν χρήμα, και χάναν οι πολίτες τη σειρά.
Φιρμάνι βγάλανε, νόμους κι αστυνόμους, το κόκκινο πως είναι βλαβερό,
κι η παπαρούνα το δίχως άλλο, στοιχείο ήτανε τρομοκρατικό.

Την ξεριζώσανε λοιπόν απ' την ρωγμή της, γκρεμίσανε και το νεοκλασικό
στη θέση του υψώσανε μουσείο με εισιτήριο οικονομικό.
Σε  γυάλα βάλαν το λουλούδι, το φόρτωσαν με γράμματα χρυσά.
Φτιάξαν κι ένα όμορφο τραγούδι, και παραμύθια για μικρά παιδιά.

Κι έγινε η παπαρούνα ιστορία... μία ακόμα από τα χρόνια τα παλιά.
Τότε που ήρωες νικούσαν τα θηρία, μόνο με φλόγα, όντα αλλοτινά
από εκείνα που ζουν στα παραμύθια.. μα δεν υπήρξανε ποτέ αληθινά.

Παράξενο όνειρο γιατρέ: μια παπαρούνα... Έχω νοσήσει σίγουρα πολύ...
Η ψυχή μου όλο ταξιδεύει, σε λιβάδι  κόκκινο γίνομαι πουλί..
Κι όλο πετώ μα πουθενά δε φτάνω... Κι όταν ξυπνώ πάντα αιμορραγώ...