Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

28/8/13

Μειδίασμα

   Κοίταξε τα μάτια της…
   Εκείνη ξαπλωμένη ανάσκελα, ατημέλητα, κοιτούσε μ’ ένα ελαφρό μειδίασμα που ερωτοτροπούσε με το φως, τις κουρτίνες στο ανοιχτό παράθυρο. Κι αυτές ανεμίζανε, χαιρόντουσαν τον δροσερό άνεμο που τις έσπρωχνε απαλά, σα χάδι.. Σα το δικό του χάδι, που συνεχιζότανε τώρα με τα μάτια του.. Τα ένιωθε,  να ασελγούν τρυφερά με το γυμνό της κορμί.. Ένιωθε την πληρότητα και μαζί τον πόθο του, να τη ντύνει ευτυχία!  Αυτή η ευτυχία ήταν κι ο λόγος που υπήρχε αυτό το απόλυτα γυναικείο, μειδίασμα! Ο λόγος που το φως σταματούσε στα χείλη της.. κόβοντάς του την ανάσα, σταματώντας την καρδιά του από την ανάγκη ν’ ανασάνει ξανά την πνοή της! Τα καστανά της μαλλιά, ακόμα μπερδεμένα με τα όνειρα….
   Κοίταζε τα μάτια της που κοίταγαν αλλού, κι ο χρόνος σκάλωσε, αρνήθηκε να κινηθεί προς τα μπρος… Κι ύστερα , άξαφνα, το όνειρό του έστρεψε αργά τα μάτια της πάνω του.. Ζούσε στο όνειρό του λοιπόν! Πώς να την αποχωριστεί; Πώς να φύγει; Πώς να γυρίσει πίσω στην κανονική ζωή, και πως, πώς να αντέξει το χρόνο, ώσπου, να τη συναντήσει πάλι; Καθότανε στο κρεβάτι, δίπλα της, και την κοιτούσε…  του έπιασε το χέρι.. του έτριψε τα δάχτυλα, την παλάμη..
«Πρέπει να ντυθούμε.. πέρασε η ώρα»…
Η ώρα! Αυτή η υπέροχη ώρα, που τους ανήκε, πέρασε… Η πραγματικότητά του πιο δυνατή από το όνειρο.. ή μήπως όχι; Όσο μακριά και να βρεθούνε, εκείνη θα είναι πάντοτε γυναίκα του, κι αυτός, σάρκα δική της και αλήθεια μέσα στο ψέμα. Η ζωή τους μία παρένθεση μες τη ζωή κάποιων άλλων.. Όμως ποιος αποφασίζει για το πώς θα ζήσει τελικά; Κανείς. Όλοι το θέλουνε, μα κανείς δεν αποφασίζει με αυτοκυριαρχία. Τα χρόνια δένουν τους ανέμους μέσα σε σπίτια, κι αφήνουν μόνο, ανοιχτό κάποιο παράθυρο, να μη πεθάνει από μαράζωμα το άνθος της ψυχής. Ακόμα και τα αστέρια γίνονται με τον καιρό, φωτογραφίες και κορνίζες που στολίζουν τα «θέλω», στους τοίχους και τα έπιπλα… Ελεγχόμενη τάξη, ένα τεράστιο ψέμα. Κι η αλήθεια, η ύπαρξη, μία μικρή παρένθεση, ένα μικρό ρυάκι σα ρωγμή, να κυλά το απέραντο, όσο χωρά…
   Μια τόση δα ρωγμή τα κόκκινα χείλη της. Έκλεισε τα μάτια κι έγειρε πάνω της , μ’ ακόρεστη δίψα, να ρουφήξει φως και πνοή η ψυχή του… Ύστερα, με μια βαθιά ανάσα και με μάτια ακόμα κλειστά, ψιθύρισε  τρυφερά με απογοήτευση: «ναι, πέρασε η ώρα»… Ντυθήκανε, ο καθένας μόνος του, σταθήκανε αντικριστά και δώσανε ένα τελευταίο φιλί. Πιασμένοι χέρι χέρι, ανοίξανε τη πόρτα, κατεβήκανε τη σκάλα, και λίγο πριν την εξώπορτα αφήσανε και τα χέρια.
    Μαζί και μόνοι….  Αδύναμοι να αποποιηθούνε τις ευθύνες τους και συνάμα αρκετά δυνατοί για να μη το κάνουνε. Την συνόδεψε ως τον ηλεκτρικό, να πάρει το τραίνο.. κι όταν εκείνη αναχώρησε χαιρετώντας τον μέσα από το παράθυρο, με μια μικρή, μυστική χειρονομία, κι ένα μειδίασμα τόσο όμορφο, τόσο γλυκό και μαζί λυπημένο, αυτός δεν ήξερε, αν ήτανε μεγαλύτερη η χαρά του για την ευλογία που τη γνώρισε, ή, η λύπη, της καθημερινότητας χωρίς εκείνη. Το τηλέφωνο χτύπησε, ήταν εκείνη:
«Σ’ αγαπώ!» του είπε… «Ξέρω πως σου ζήτησα να μη το πούμε ποτέ, μα σ’ αγαπώ!»
«Κι εγώ… πολύ. Και ήδη μου λείπεις»…
«Να σου λείπω… έτσι πρέπει… Φιλί μου!»
«Φιλί σου»….
Έκλεισε το τηλέφωνο… « έτσι πρέπει» επανέλαβε τα λόγια της.. Κι άγγιξε ανεπαίσθητα με τον αντίχειρα τις άκρες των δαχτύλων του, αναπολώντας τη ζεστή της σάρκα.. «Έτσι πρέπει;»
Ίσως έτσι έπρεπε. Ίσως είναι η καθημερινότητα που αλλάζει τις αλήθειες και τις κάνει να μοιάζουνε ψέμα… Ίσως οι αλήθειες να μην αγαπάνε αληθινά τους δυνατούς ανέμους, όπως δεν αγαπούνε κι την έλλειψή τους. Ή  ίσως, είναι απαραίτητη μια καλή δικαιολογία, για να αντέχουμε, χωρίς τις θύελλες να ζούμε….

22/8/13

Κουτάκια

Κόπιασε, άμα διψάς, πεινάς, φοβάσαι..
Έχω για σένα τα πιο όμορφα κουτάκια.
Αν κρυφά αγαπάς, ελπίζεις, πεθαίνεις..
Έχω τα πιο κατάλληλα κουτάκια να ταφείς.
Έχουνε κάποια ζωγραφισμένο ουρανό,
κι άλλα μια τρύπα, να κοιτάς με το’ να μάτι.
Κανείς δε θα μάθει αν κρύβουνε λύπη ή θησαυρό,
πέρα από σένα που θα κατέχεις το κλειδί.

Όσα κουτάκια θες!.. να χτίσεις πολυώροφες  πολυκατοικίες
ή να τα βάζεις στη σειρά σα τραίνο έτοιμο ν’ αναχωρήσει
ή,  όπως βαγόνια αραγμένα στο σταθμό,
όπου κανείς δε πρόκειται,  πια, ν’ αναζητήσει…

ότι απομένει



Είδα το όνειρο να στέκεται ολάνθιστο μπροστά μου.
Τύφλωσε η λάμψη του τη λογική μου
παρέλυσε η ομορφιά του τις αισθήσεις μου.
Ένιωσα την τρέλα κοφτερό σπαθί, να μπήγεται στα σπλάχνα μου
και το θάνατο να με κατατρώει, αργά, βασανιστικά,
κι ωστόσο με σαδιστική βουλιμία.
Ένιωσα τη ζωή να γίνεται σκιά και γω σκιά της….
Βάσταξε αυτό χίλια χρόνια νεότητας...

Μα κάποτε, είδα την ομορφιά να δύει όπως ο ήλιος.
Σκοτεινιάσανε τα βαθυγάλανα νερά
και τα εύφορα λιβάδια, γίναν αμόνι
να σφυροκοπά ο παγωμένος άνεμος την αντοχή.
«Ό,τι απομένει», άκουσα ένα σύννεφο να μονολογεί,
«είναι η βροχή. Ούτε η γη, ούτε ο σπόρος.
Μόνο το αιώνιο υδάτινο ποτάμι που κάνει κύκλο».
«Ό,τι απομένει, είναι αγάπη» το διόρθωσε ένας άγγελος.
«Όλα τα άλλα είναι ψέμα και θα χαθούν
σα την ομορφιά, που παρασέρνει ο χρόνος».
«Ό,τι απομένει είναι ο θάνατος» συμπλήρωσε ένας τυχάρπαστος.
«Αλλά ευτυχώς, δε θα γίνω ποτέ λάφυρό του.
Αφήνω το θησαυρό, σε κείνους που του βρίσκουν αξία».

Είδα την ομορφιά να φθίνει, να χάνεται,
και τη νύχτα γυμνή, δίχως το πέπλο της.
Αισθάνθηκα τη γύμνια της στα κόκαλά μου.
Μία γυμνή ψυχή, απόμεινε η μόνη δύναμη,
που να μπορεί να με σώσει από τη γύμνια μου.
Ο θάνατος μου χαμογελά, μιλά και λέει:
«Μόνο ο θάνατος μπορεί να σε σώσει,
από το θάνατο ή τη ζωή σου».
Είδα τη νύχτα να κλαίει, σαν έφηβη,
ανάμεσα στ’ άστρα την αιωνιότητά της.
Κι όλοι να λένε κοιτώντας την περίλαμπρη σελήνη
τυλιγμένη στα γεμάτα βάτα μαλλιά της:
«Τι όμορφη που είσαι Νύχτα, τι όμορφη Νύχτα!»
Κάνοντας ευχές τα δάκρυά της
και ποιήματα τον πόνο της.

Κι η νύχτα θα φύγει, κι η μέρα θα ξαναφύγει.
Ό,τι απομένει, η ερημιά, ο κύκλος, το γυμνό ψέμα.
Ούτε καν η αγάπη, ούτε καν ο θάνατος.

18/8/13

Ελπίδα

_ Μια μέλισσα μπήκε στο αυτί μου! Μια μέλισσααα!!!!
_ Σώπα, ησύχασε, άσε με να δω… Έφυγε πάει!
_  Χριστέ μου!..  ευτυχώς που δε με τσίμπησε…
Αυτή ήταν η πιο έντονη αντίδραση της τις τελευταίες δυο εβδομάδες. Η αδρεναλίνη που κύλησε στο αίμα της, έκανε το χλωμό πρόσωπό  της , να ροδίσει απαλά…  Πλησίασε στο μεγάλο παράθυρο του σαλονιού, στήριξε ελαφρά τα δυο της χέρια στο πρεβάζι, και κοίταξε αόριστα έξω…  Ο καυτός μεσημεριάτικος άνεμος, και το τόσο φως, δε την βοηθούσε καθόλου.  Στάθηκε λίγο, αφουγκράστηκε τη κίνηση στο δρόμο κι ύστερα απογοητευμένη τράβηξε την κουρτίνα και στράφηκε ξανά στο εσωτερικό του σπιτιού. Ήτανε πάλι χλωμή.
_ Πρέπει να φύγω, της είπε. Τον κοίταξε αόριστα, όπως κοιτούσε έξω από τα παράθυρο…
_  Είμαι καλά, μην ανησυχείς… θα μου περάσει.
Την πλησίασε και την αγκάλιασε.. ευχότανε μέσα του να είχε η αγκαλιά του τη δύναμη να απορροφήσει το δηλητήριο που μαύριζε την καρδιά της…  Τον αγκάλιασε κι αυτή. Την κοίταξε λίγο στα μάτια πριν χαιρετήσει, κι έφυγε.
Τον τελευταίο καιρό, ένιωθε πως όλα γύρω της περνούν και φεύγουνε δίχως να μπορούνε να την ακουμπήσουν.. εκτός ίσως , από τον φόβο που έφερε εκείνη η μέλισσα.. το βουητό της. Κι ένα άλλο βουητό που τόσο λαχτάρησε …  Το βουητό της θάλασσας! Πέρα από τους τοίχους, το κάλεσμά της γινότανε μέρα με τη μέρα όλο πιο δυνατό,  αλμυρή πληγή στα στήθη της.. Κι ο χώρος ανάμεσα στους τοίχους, όλο πιο ασφυκτικός, πιο στενός…  Φορές φορές  γύρω στα χαράματα, είχε την αίσθηση πως  πριν προφτάσει να δει την αυγή, οι τοίχοι του σπιτιού θα την καταπιούνε.  Δεν ήθελε να πεθάνει.. δεν ήθελε να ζει.. δεν ήθελε απολύτως τίποτα, πέρα από τον κυματισμό της θάλασσας και τον ορίζοντά της. Όλα τα άλλα άοσμα κι άχρωμα, αδιάφορα.
Μια τυχαία ματιά, της αποκάλυψε τον εαυτό της στον καθρέφτη. Δεν ήτανε πια παιδί, ούτε κορίτσι..  οι ρυτίδες της την κάνανε να φαίνεται μία γοητευτική γυναίκα. Περάσανε γρήγορα τα χρόνια, και δεν πρόλαβε  να συνειδητοποιήσει  το πώς, Πάντα είχε κάτι να κάνει, κάτι για τους άλλους, καθώς από μικρή που νυμφεύθηκε, οι ευθύνες των άλλων την ακολουθούσαν. Πάνω από όλα, ω ναι, έβαζε τα παιδιά της.. Ο χρόνος που αφιέρωνε σε αυτά, την προστάτευε από το κάλεσμα της θάλασσας. Μα τα παιδιά μεγαλώνουνε, κι έρχεται μοιραία κάποτε η ώρα που τελειώνουν οι δικαιολογίες, κι η ψυχή δε μπορεί πια να σωπάσει το κάλεσμα μέσα της. Ένα άγνωστο πρόσωπο κοιτούσε στον καθρέφτη, κι ας ήτανε κάθε ρυτίδα, μία δικιά της στιγμή, η έκφραση ενός χαμόγελου, ο πόνος κι η πίκρα κάποιας απώλειας – σημάδι πως η ρόδα πάντοτε κυλάει - , κάποια αγαπημένη γκριμάτσα, και κάποια άλλη, οργής…  Όλα τα συγνώμη και τα ευχαριστώ, οι σιωπές, οι φωνές, τα λάθη τα όνειρα και οι ευχές.. Όλα ήτανε αποτυπωμένα σ’ αυτό το πρόσωπο, που τόσο δύσκολο της ήτανε να αναγνωρίσει ως δικό της. «Ίσως», αναρωτήθηκε, «έζησα τη ζωή  μιας άλλης, κι όχι τη δική μου».
Υπήρχε ένα μικρό λιμάνι χωμένο στην άμμο..  και μια ξύλινη ετοιμόρροπη προκυμαία. Η άμμος είναι ιδανικό μέρος να βρίσκεις κοχύλια… κι αφιέρωνε ώρες ολόκληρες σε αυτό.  Πόσα διακοσμητικά είχε φτιάξει με τα σχεδόν κοριτσίστικα χέρια της από κοχύλια! Κάθε ένα που έφερνε μες την παλάμη της, είχε την δική του ιστορία και το δικό του τρόπο να της μιλά!.. Συνήθως της μιλούσανε με χρώματα.. άλλες φορές, σιγανά μέσα από τον άνεμο.. κι άλλες  με το φως…  Πόσο πολύχρωμος ήταν ο κόσμος! Απέραντος κι απρόβλεπτος…  γεμάτος μαγεία!  Άκουγε τα βράδια, κάτω από τα πεύκα, τη φωνή της θάλασσας.. Ιστορίες για κάποια γοργόνα που γύρευε τον μέγα Αλέξανδρο..   Ναυτικούς που χαθήκανε αφήνοντας  πίσω στη στεριά έρημες,  τις δικές τους γοργόνες να τους περιμένουνε.. Είχε ακούσει κάποτε κάποιον ψαρά, πριν ανοιχτεί με τη βάρκα του στο πέλαγος, ν’ αποκαλεί το ταίρι του γοργόνα.. και να την αποχαιρετά μ’ ένα φιλί.  Κανείς άλλος δεν είχε δει τόσα πολλά και δεν είχε τόσα να πει, τόσα να κρύψει ή να φανερώσει, όσα η θάλασσα! Σα την ψυχή της…
Ένα βράδυ ο άντρας της  επιστρέφοντας στο  σπίτι  βρήκε μόνο, χάρτινα καραβάκια στη σειρά.. και προσεχτικά τοποθετημένα δίπλα τους, αράδα, διάφορα μικρά κοχύλια... Τρεις μέρες αργότερα  βρήκανε τα ρούχα της διπλωμένα σ’ ένα βράχο  πλάι στην θάλασσα.
Τη νύχτα που εξαφανίστηκε , η Πανσέληνος ήτανε τόσο μεγάλη, που άγγιζε τη γη. Το φως της μπερδεύτηκε στα ξανθά της μαλλιά, και της έβαλε τέτοια φωτιά, που έφθασε ως την ψυχή και την κατέκαιε. Η θάλασσα έγινε η μόνη της ελπίδα, να τη σβήσει…

15/8/13

Κάλεσμα..

Κι αν με σιωπή σκεπάσεις τις εικόνες
δεν θα αντέξουνε.
Πάνω στα λευκά βότσαλα θα καούν.
Θα σκορπίσουν αφημένες στο κύμα
κι όπου κι αν είσαι ή ταξιδέψεις,
θα έρθει ο χρόνος πάλι ν' ανταμωθείτε.
Δεν ησυχάζουν οι θάλασσες
που γεννούνε τα μάτια σου.
Δεν ησυχάζει το κάλεσμα,
δε γίνεται να σωπάσει.
Κάποτε στέλνω στα κρυφά
από το βασίλειο των ονείρων μου,
ένα μικρό ψάρι, ένα γλάρο
ή ένα κρινάκι της θάλασσας
να βρει τη ματιά σου.
Μία ευχή, προσευχή, φιλί.. ή ένα χάδι.
Εικόνα περαστική
που τόσο γρήγορα σβήνεται
μέσα στις άλλες, ώστε,
ίσως δε το προσέξεις καν - μα ξέρω,
πως μια στιγμή έστω
θα γεμίσει την ψυχή σου.
Η ευχή, το φιλί και το χάδι μου!
Θα σε βρω όπου κι αν είσαι,
στην πιο απόμερη αμμουδιά, ή,
μέσα στα ψεύτικα τείχη μιας πόλης..
Δίπλα σε άσφαλτο γεμάτη αμάξια
ανάμεσα σε κόσμο..  ή μόνη.
Θα σε βρει
Γιατί αυτή η θάλασσα
δεν κοιμάται ποτέ,
δε γνωρίζει από κανόνες και πρέπει..
Είναι η θάλασσα των ονείρων μου,
των ονείρων που εσύ γέννησες..
Και πάντοτε ταξιδεύει..
Την γεννάνε τα μάτια σου,
κι αυτή η εικόνα, δε φθίνει.

Τα μάτια σου είναι πράσινα δάση
και διψασμένη γη..
Είναι τα καφετιά φτερά του σπουργίτη
την ώρα που σβήνουν στο φως.
Τα μάτια σου έχουνε το χρώμα των μαλλιών σου.
Κρύβονται σε αυτά παραμύθια,
χνάρια από ξωτικά κι ανάσες δράκων..
Άστρα γεννημένα από Αγάπη και Πόθο,
μου καίνε το βυθό της ψυχής μου!
Τα μάτια σου είναι τα δάση
κι είναι το κάλεσμα της θάλασσας..
Είναι ο ουρανός κι η γη.
Μήτρα του Θεού και δική μου..
Υπέροχος τρόπος να ζήσω ή να πεθάνω,
αφού, εντός σου,
μπορώ πάντα  να γεννηθώ ξανά..

Πως κυματίζουνε τα μαλλιά σου
και μεθούνε τον άνεμο!..
Κάλεσμα είσαι, Φιλί Μου..
Κι η θάλασσα μέσα μου, Εσύ!
Ο παράδεισος στη γη Εσύ!
Κι η κόλαση,  να είμαι μακριά σου..
αν ήτανε ποτέ μπορετό αυτό,
καθώς, απ' όταν τα ξωτικά των δασών σου
με στοιχειώσανε με ζωή,
η σκέψη μου   κι η καρδιά μου
σου ανήκει!
Κι είμαι
ευχή, χάδι, φιλί, όπου εσύ είσαι.
Θάλασσα απέραντη και κυματίζω..
Όνειρό μου, φιλί μου, Ζωή!!!

29/6/13

Κρυφό σύμπαν

Θα φυτέψω τα λουλούδια αναστραμμένα…
Να έχουν τη ρίζα τους στ’ άστρα, και το άνθος τους
Χωμένο βαθιά στη σκοτεινή γη.
Να μη το κάψει, όνειρό μου, το φως.

Θα γελιούνται οι τυφώνες του μίσους,
Από τον λάκκο.. θα προσπερνάνε.
Δε θα φαντάζονται, πως, σε μια τόση δα τρύπα
χώρεσε το απέραντο…

11/6/13

Χρόνος αόριστος.



Χρόνος αόριστος... νοθεύοντας ένα ατέλευτο παρόν. Σαν τι μοιάζει κάτι που δε συνέβη ποτέ;
Στον καθρέφτη ξεδιπλώνουν  όλες οι απάτες  τα φτερά τους. Πεταρίζουνε στη καρδιά… Δε τις φοβάμαι… Από το πρώτο σκίρτημα ως τα τώρα, συνήθισα. Δεν κοιτώ τον καθρέφτη. Κι όταν τον κοιτώ, γνωρίζω, πως είναι κάποιος άλλος εκεί.. Κάποιο μοχθηρό πνεύμα, μια καταδικασμένη ψυχή. Πώς θα μπορούσε να είναι η δική μου;
Μετρώ με τις νύχτες, τις φωτεινές μου στιγμές. Και το άθροισμα είσαι πάντα συ. Εσύ που ποτέ δεν υπήρξες  παρών και πληρών. Είναι η απουσία σου.. Ίσως, όμως, είναι η δική μου απουσία..  Τόσες ελπίδες, τόσα όνειρα, και σε κανένα να μη χωρέσω την ψυχή μου. Θάλασσες και πελάγη, μα κάθε που έσκυβα να πιω νερό από τα χείλη σου, στερεύανε… Μικραίνανε και γινόντουσαν ένα λίθινο κοίλωμα, λιοπύρι…  Που στέγνωνε στη δίψα τη ψυχή.
Αύγουστος, λες… θερισμού ώρα… Μα ακόμα κι οι άνεμοι στερεμένοι.. Σα να κοντοστέκονται, μήπως τελευταία στιγμή φανείς.. Σα να γυρεύουν να βρουν για να ταξιδέψουν την αρχή της κλωστής, το νήμα της ζωής μου. Στέκονται, σάμπως στη μέση του πουθενά..  Τα χείλη μου πληγιασμένα από την δίψα σου.. και στέκομαι μαζί τους, περιμένω… Αυτό που ποτέ δεν έζησα και ποτέ δε θα έρθει. Γίνομαι ολάκερος προσευχή, θάνατος… και στο τέλος τέλος, ένα λίθινο κοίλωμα… που δε χωρά τη ψυχή μου, όσο κι αν μίκρυνε. Όσο κι αν κλάδεψα τα όνειρά της.. κι αν αρνήθηκα την ύπαρξή σου, και τη δική μου μαζί..

Άτιτλο

Τυλίγω τη σπονδή των νεκρών στιγμών , κορδέλα κόκκινη, λάβαρό μου. Το σύνθημα:  " Όχι άλλες αδικοχαμένες στιγμές " ... Σελώνω το πιο άγριο Άτι της Νύχτας, για χαλινάρι του φορώ τα πιο φωτεινά άστρα. Μ ΄ακόμα κι έτσι, τα μάτια του πύλες είναι φωτιάς.. στο χτύπημα της οπλής του σχηματίζονται μικρές λίμνες ιδρώτας... Θάλασσα λες... μα είναι αλάτι που πίνεται, άγιασμα ζωής. Απόψε, σε χρίζω Βασίλισσά μου, μα πρι την αυγή θα έχω κάψει όλα τα πυκνά δάση, κι όλους τους χάρτες. Στη μέση της νήσου, εσύ... Σταυρωμένη, με τα πυρωμένα καρφιά των πόθων, ήρεμη και νεκρή.. Σημάδι να μη χάσει ξανά η Σελήνη το δρόμο της.. Ως το επόμενο γέμισμα της ψυχής σου...  και την ευκαιρία πάλι να σε σκοτώσω από έρωτα. Δίνοντάς σου την χαρά της ανάστασης.. Έτσι ώστε, καμιά στιγμή κοντά σου να μη πεθάνει ξανά, όσο η θελησή σου υποταγμένη θα είναι σε μένα. Άρχοντας και Κύριος της Καρδιάς σου....

7/6/13


Ζωγραφίζω στη σκόνη λουλούδια
και σκορπίζω, αεράκι σ' αυτά, τη ψυχή μου...
Το αναμένομενο: να περπατήσεις πάνω τους,
χωρίς να τα μυρίσεις ποτέ... 





Συναντάς σε ένα τρένο, στο βαγόνι, μια κοπέλα τρελή στα μάτια.. Με κερασένια χείλη, στάζουνε όνειρο πρωινό, και αίμα.. Πάνω στο κορμί της έχει φωλιάσει η συννεφιά μιας μπόρας που έπεται... Στο χέρι βαλίτσα. Τίποτα περισσότερο δεν έχει μέσα από την ίδια... "Δεν ήταν αυτός ο σταθμός", μονολογεί.. Και κοιτά από το παράθυρα τα δέντρα και τις πόλεις να περνάνε. Κι η καταιγίδα ολοένα έρχεται. Χωρίς ένα δάκρυ. Ένα βλεφάρισμα, μια απορία ή μια έκπληξη.
Πάνω από ένα γεφύρι, την είδα να πετά την βαλίτσα στα νερά.. Κατάλαβε πως την κοιτούσα. Θέλησε να τελειώνει με αυτό. "δεν έχει τίποτα μέσα", είπε.  Και τα μάτια της στραφήκανε πάλι στο παράθυρο. Μη καταλάβει κανείς, πως όλο αυτό ήταν μία ακόμα απόπειρα να δραπετεύσει.. Πως , αυτό που ήθελε, από την πρώτη στιγμή που είδε το γεφύρι από μακριά, και το ποτάμι να το διασχίζει, ήτανε να ταξιδέψει πέρα από τις ράγες, τη λογική, σε αυτά τα νερά...  Κι όπου "βγει"...
Ήταν ακόμα ένα πρωινό της όνειρο.. σε εκείνη την ατέλευτη διαδρομή. 


"Όσα χρόνια κι αν περάσουνε αγάπη μου, την ομορφιά σου δε θα την αγγίξει ο χρόνος", της είπε... Κι εκείνη, τον πίστεψε.. ανέβηκε στην οροφή του μεγάλου πετρόχτιστου σπιτού της, κοίταξε γύρω της τον κόσμο. Πρόσωπα του μόχθου, πρόσωπα του πολέμου, πρόσωπα μισά σα φεγγάρια κι άλλα, σκοτεινά σα υγρός πηλός, που περιμένουν ένα χέρι να δώσει μορφή. Σα ρόδι αφέθηκε να πέσει, κι έβαψε στο κόκκινό της το φως.. έβαψε και το σκοτάδι...
Θέλησε η ανόητη, να μοιραστεί την ομορφιά της, με όλο τον κόσμο...

23/5/13

Χωρίς τόπο

_ « Ξύπνα!.. ξύπνα!»
Τα μάτια του βαριά, μέσα από λήθαργο μόλις άκουγε τη φωνή του έφηβου αγοριού. Έριξε μια περίεργη ματιά στα ρούχα του, το δίχως άλλο ήταν ένα φτωχό αγόρι που μεγάλωνε τον περισσότερο καιρό στους δρόμους, παρά στο σπίτι του…
_ «Ποιος είναι;»
_ «μου ζητήσανε να σας ξυπνήσω.. είναι μεγάλη ανάγκη να έρθεις στη πύλη.»
Κάθε φτερούγισμα του ύπνου, χάθηκε στο άκουσμα αυτών των λόγων. Ο άνδρας, κοίταξε ανήσυχος το αγόρι.
_ «Ποιος σε έστειλε;»
_ «Δεν είπε… είπε μόνο πως ήτανε μεγάλη ανάγκη, τόσο μεγάλη που με πλήρωσε καλά!.... Δεν μπορούσε να έρθει ο ίδιος.»
_ «Ω Θεέ μου, φυσικά δε μπορούσε.. Που σε βρήκε, τι σου έδωσε; «
_ «Κοιμόμουν κάτω από τη γέφυρα με την αδελφή μου. Μου ζήτησε να μπω σε αυτό το σπίτι και να σε ειδοποιήσω….»
_ «Κακώς άφησες μόνη της την αδερφή σου.»
_ «Η αδερφή μου είναι αρκετά μεγάλη, και γνωρίζει καλά να προστατεύει τον εαυτό της. Έπειτα με μια φωνή, στο λεπτό πετάγομαι έξω»
_ «Δεν μίλαγα για την αδερφή σου… τέλος πάντων.. τι σε πλήρωσε; «
Το αγόρι κοίταξε καχύποπτα τον άντρα που τον ρωτούσε. Τα λόγια του είχανε κάτι σκοτεινά αινιγματικό...
«Μπαίνεις στο σπίτι μου και με κοιτάς με αυτό το ύφος; Εγώ δικαιούμαι να κοιτώ έτσι, όχι εσύ.. Τι σε πλήρωσε;»
_ «Μου έδωσε ένα ρολόι. Ένα ακριβό ρολόι.»
_ «Πως το ξέρεις πως είναι ακριβό;»
_ «Μη με κρίνεις απ’ τά ρούχα μου.. Σ’ αυτά τα πράματα δε με γελά κανείς!»
_ «Είπες ότι έπρεπε να πεις.. μπορείς να πηγαίνεις… Κράτα, ότι πήρες από δω μέσα.. Δε με πειράζει.»
Στα λόγια αυτά , τα μάτια του αγοριού παίξανε.. δεν απάντησε… βιάστηκε να φύγει όσο πιο γρήγορα μπορούσε.. Εκείνος, ωστόσο, σηκώθηκε χωρίς καμιά βιάση… Ντύθηκε αργά αργά, έφτιαξε κι έφαγε ένα καλό πρωινό, και στη συνέχεια ετοίμασε ένα μικρό σακίδιο με ρούχα… τα απαραίτητα μόνο. Πριν βγει από την πόρτα του σπιτιού, κοντοστάθηκε και πήρε βαθιά ανάσα!.. ύστερα, με βήμα βαρύ, αποφασιστικό, πέρασε τη πόρτα. Σαν κάτι να ξέχασε όμως, σα κάτι να άλλαξε μέσα του, μόλις βγήκε, έστρεψε την πλάτη του και μπήκε πάλι.
Μπρος στα μάτια του στεκότανε ένας χαμογελαστός άντρας, γύρω στα σαράντα. Χωρίς μια άσπρη τρίχα στα μαλλιά του….
_ «Το ήξερα πως θα ερχόσουνα.»
_ «Δεν είχα επιλογή»
_ «Πάντα έχεις…»
_ «Κι όμως, εξαιτίας σου, δεν έχω…. Έχασα όλη μου τη ζωή, ότι είχα και δεν είχα…»
_ « Δικό σου το ρίσκο.. κι αυτό επιλογή είναι»
Ο άντρας, άφησε να πέσει από το χέρι του το σακίδιο.. Με τα δυο του χέρια κράτησε το κεφάλι του, κι από τα μάτια του κυλήσανε δάκρυα απελπισίας… Για λίγο σιωπή, κι ύστερα τον κατέλαβε υστερία.
_ « Δεν ξέρεις τι είναι, να ξυπνάς μέσα σε ένα τάφο… Ότι έζησες, να έχει χαθεί.. να μη σου ανήκει πια τίποτε… Όλοι όσοι αγάπησες, όσα ονειρεύτηκες, όλα.. όλα!!!! … Χρειάστηκα όλη μου τη θέληση, να επιστρατεύσω όλη μου τη λογική, όλη τη δύναμη, για να προλάβω να φύγω από εκεί.. Δε γίνεται να γυρίσω σε ένα τάφο. Δε μου έμεινε επιλογή…»
_ «Παραδέχομαι πως τα πράματα δεν πήγανε και τόσο καλά με σένα…»
_ «Παραδέχεσαι;;… τι κουβέντα κι αυτή!!! Αν μπορούσα να σε σκοτώσω, θα το έκανα, προτού προλάβεις να καταστρέψεις κι άλλους. Αναρωτιέμαι αν εξήγησες στο αγόρι τι συνέβη, όταν το έστειλες να με βρει.. Αν σε ένοιαξε , πως μόλις πέρασε τη πόρτα, το κορμί του έμεινε ακατοίκητο.. Κι η αδερφή του, ώσπου να επιστρέψει, θα είναι πάνω απ’ το κορμί του και θα θρηνεί, πιστεύοντας πως έπαθε κάτι κακό, ή ακόμα χειρότερα πως πέθανε…»
_ «Έλειψε μόλις λίγα λεπτά… Ο χρόνος κυλά ίδια από όποια πλευρά κι αν είσαι…»
_ «Λίγα λεπτά, αρκούνε για το χειρότερο.. Όπως εκείνη η μάνα, που θέλοντας να πάει το παιδί στο γιατρό όσο πιο γρήγορα γινότανε, πέρασε απρόσεχτα το δρόμο, γλίστρησε, κι έχασε το πόδι της κάτω από ένα φορτωμένο κάρο.
Κι εγώ παιδί ήμουνα τότε… εικοσιπέντε χρονών… παιδί… δεν ξέρω καν γιατί σε ακολουθώ σ’ αυτό το αέναο ταξίδι… μέσα σε χρόνους που δε μου ανήκουν. Σε μέρες που δε μπορώ να τις ζήσω… γιατί ο τόπος μου είναι ο ύπνος… Μόνο μια ατέλειωτη απέραντη νύχτα… και σπάνια, τόσο σπάνια.. το λυκόφως…. Να βλέπω τον ήλιο να χαράζει , και κει, όταν όλοι ξυπνάνε, να πάνε στη δουλειά, να ανταμώσουν με ανθρώπους αγαπημένους, συνηθισμένους… εγώ, να μη μου επιτρέπεται να περπατήσω μαζί τους.. να τους αγγίξω… να με δουν. Μόνο τις ώρες που κοιμούνται, μόνο τότε μπορούν…
Και δεν είμαι τότε ούτε σκιά.. ούτε καν μια αντανάκλαση στο νερό… βαδίζω ανάμεσά τους, φάντασμα κι ωστόσο με ψυχή ολοζώντανη… παιχνίδι δικό σου….
Ήμουν εικοσιπέντε χρονών, κι έφθασα σαράντα τρία. Δεν ξέρω τι θα συνέβαινε αν επέστρεφα μετά από τόσα χρόνια σε εκείνον τον τάφο… Τι θα συναντούσα, αν υπήρχε ακόμα, ή αν τα οστά μου βρισκόντουσαν σε κάποιο χωνευτήριο. Μπορεί και να τα έχουνε κάψει… Τι θα απογίνει αυτή η ψυχή, δεν ξέρω. Και συ, να μην έχεις γεράσει μια μέρα... Τι θ΄ απογίνω;»
_ «Έπρεπε να είχες επιστρέψει νωρίτερα.. Δε φταίω εγώ που ήθελες να το παίξεις εραστής των ονείρων.. Μια κοπέλα, που σε γνώρισε και τη γνώρισες, μόνο στο όνειρό της…»
_ «Θυμάμαι…. Η ατέλειωτη νύχτα, δε με αφήνει να ξεχάσω.. θα μπορούσα θαρρώ, να μετρήσω, αν δε βαριόμουνα πιο πολύ κι από την άυλη υπόστασή μου, όλα τα άστρα του ουρανού! .. Τη θυμάμαι.. τόσο καθαρά! Κι είναι η εικόνα της παρηγοριά μου… Η απόσταση που μας χώριζε ήτανε μόλις λίγες μέρες… θα την αντάμωνα μετά την επιστροφή μου, κάποια μέρα, κι εκείνη θα με αναγνώριζε από τα όνειρά της.. Το φαντάζεσαι; Και μόνο αυτή η εικόνα ενός τόσο μεγάλου, τόσο ονειρικού σμιξίματος, με κάνει ακόμα να νιώθω, στιγμές στιγμές, ζωντανός..»
_ «Ξέρω πως δε συμφωνείς μα είσαι ζωντανός… όσο έχεις συνείδηση, είσαι.»
_ «ΟΧΙ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ! ... εδώ και δεκαοκτώ χρόνια …
Το καημένο το κορίτσι.. θυμάμαι το αγγελικό της πρόσωπο την πρώτη φορά που την είδα, στο νοσοκομείο… Αναρωτήθηκα πόση μοναξιά ένιωθε, κάθε που έσβηναν τα φώτα και οι φωνές γύρω της σωπαίνανε.. Αν μπορούσε, στην κατάσταση που βρισκότανε, να καταλάβει την διαφορά φως από σκοτάδι… αν διέκρινε κάποιες φωνές…»
_ «Άκουσα την ευχή σου καθώς περιπλανιόμουνα στο διάδρομο του νοσοκομείου… Την άκουσε κι εκείνη…»
_ « Ποτέ δε περίμενα να νιώσω έτσι, περπατώντας ψυχή με ψυχή, με κάποια….. Δεν ήθελα να επιστρέφω… έμενα όλο και περισσότερο… Κι όταν εκείνη, τρεις μήνες μετά, έφυγε…. Δεν υπήρχε δρόμος ανοιχτός πια, για να γυρίσω… Ξύπνησα μέσα σε εκείνο τον φοβερό τάφο….. Το κορμί μου κοιμόταν ακόμα.. Πως μπορέσανε να μη το δουν αυτό; Πως μπόρεσαν να με καταδικάσουνε ζωντανό; … Προσπαθούσα να πάρω ανάσες.. και δε μπορούσα ούτε στο πλευρό να γυρίσω… Έκαιγε το κορμί μου, ο ιδρώτας κυλούσε ασταμάτητα. Έκλεισα τα μάτια.. προσευχήθηκα… και προσπάθησα να κοιμηθώ… Η αιωνιότητα μου έδειξε μέσα τον τάφο το πιο σιχαμένο της πρόσωπο. Το πιο αδυσώπητο… Κι ύστερα, μια εικόνα δική της, έγινε σανίδα σωτηρίας στο σκοτεινό εκείνο ποτάμι που όλο και με παρέσυρε, χτυπώντας με πάνω σε κοφτερά βράχια… Έσβησαν οι θόρυβοι… οι φόβοι… κι ονειρεύτηκα… Δεν ήμουν πια εκεί..»
_ «Είναι καλό που τα θυμάσαι όλα αυτά, για σένα. Αυτή την εικόνα. Σημαίνει πως, κάποτε, θα ανταμώσετε πάλι… και δεν εννοώ σε κάποιο όνειρο. Αλλά ούτε απαραίτητα, με τις μορφές των ανθρώπων.. Η ζωή έχει ανεξίτηλη φαντασία, στο πώς να χρωματίζει τους καμβάδες της. Όμως τώρα, είναι ώρα να φύγουμε.. Δε γίνεται να μένεις για πολύ, στα όνειρά τους… Το ξέρεις αυτό….»
_ «Το καταλαβαίνω…
Ο χρόνος για μένα είναι τα κύματα της θάλασσας.. είμαι ένα μικρό κλαδάκι στις διαθέσεις της… όπως με φέρνει, έτσι με παίρνει μακριά.. και δε με βγάζει ποτέ, δυο φορές στο ίδιο σημείο.. Κι από ότι καταλαβαίνω, ούτε εσένα… Γι αυτό χρειάζεσαι πάντοτε κάποιον, να με βρει, για να μπορέσουμε να ανταμώσουμε σε ένα μέρος νέο… κι ας μην έχει αλλάξει τίποτα ολόγυρα… Όμως, πως γίνεται να μην αλλάζεις, ούτε εσύ;»
_ «Ούτε εσύ αλλάζεις… είναι η ανάγκη σου να πιστεύεις πως ο χρόνος, μπορεί ακόμα να σε αλλάζει. Κι ύστερα, εδώ που είμαστε, με βλέπεις όπως εσύ θες να με δεις..

Και τώρα, επίτρεψέ μου, να σε καληνυχτίσω… ακόμα μια φορά!..»

15/5/13

Έρημος κι άστρο

Πιάνεται από ένα σύννεφο περαστικό
βουτιά να κάνει στο μεγάλο ωκεανό.
Τόση τριγύρω ανθίζει στο φως ζωή,
αρνείται το παρόν να θυμηθεί.

Ίσως τη λέγανε Μαρία, ίσως Ζωζώ
σα τα ζουζούνια πετά εκεί και δω.
Ίσως ήταν εργάτρια, μπορεί δασκάλα,
πριν στ’ ουρανού ανεβεί τη σκάλα.

Χάρτινοι  οι ρόλοι μοιάζουνε από ψηλά,
μέσα στο φως,  να γίνει φως αποζητά.
Γυμνή αφήνεται στις διαθέσεις του φονιά
στην έρημο, άστρο η ψυχή και προσπερνά.

Μα είναι η ζάλη της όσο βαστά ένα φιλί,
σα σβήσουν τ’ άστρα μόνη πάλι μες τη ζωή.
Γίνεται έρημος, κοιτά τ’ άστρο το μακρινό
ευχή του δίνει να ταξιδεύει πέρα από δω.

Ίσως τη λέγαν Ελένη, μπορεί κι Ευτυχία.
Ίσως Λίνα, ή Τίνα,  ή Γωγώ.
Ασήμαντη στην ερημιά μέσα της πόλης.
Μα μες τα μάτια της, βρήκα το Θεό.

Λευκές σελίδες

Το μικρό σπιτάκι του, χτίστηκε
καταμεσής μιας λευκής θύελλας.
Κάθε πρωί έβγαινε σα το σαλιγκάρι
φορτωμένος τις έγνοιες του μικρού του σπιτιού,
κι επέστρεφε, σέρνοντας κατάκοπα τα πόδια του
στη δύση της μέρας.
Ύστερα φύσηξε πιο δυνατά,
Ο αέρας παρέσυρε το σπιτικό του
κι αυτός έμεινε γυμνός
καταμεσής της λευκής θύελλας.
Με το αίμα του προσπάθησε
ν’ αφήσει ένα χνάρι,
μα στάθηκε αδύνατο.
Στο βιβλίο της ιστορίας
η σελίδα παρέμεινε λευκή.
Σαν ο ίδιος και το σπιτικό του
να μην υπήρξανε ποτέ.

Χάρτινος κόσμος

Τις νύχτες του τις έκανε λευκά καράβια
από χαρτί, αφού έγραψε μέσα τους
την πιο μεγάλη αλήθεια και μυστικό του.
Και τις έστειλε στ’ ανοιχτά να ταξιδέψουν.

Ο κόσμος που τον έβλεπε στην προκυμαία
- χάρτινη κι αυτή -,  να αγναντεύει,
δεν αντιλήφθηκε ποτέ, πως,
η καρδιά του, διπλωμένη σε μικρά - μικρά κομμάτια
βυθιζόταν  με γενναιότητα,  σε  κάποιο βουβό βυθό.

11/5/13

Όμορφες στιγμές

Σηκώθηκε εκείνο το απόγευμα, μ’ ένα ελαφρύ πόνο στο στήθος. Δεν ανησύχησε. Είχε κοιμηθεί καλά, ο αέρας μύριζε βροχή – μοσχοβολούσανε τ’ αρώματα της φύσης – μα ο ουρανός δεν ήτανε σκοτεινός. Μια φωτεινή συννεφιά διέχεε απαλά το φως κι αυτό, έκανε τον πόνο στο στήθος του να μη τον απασχολεί τόσο. Κι αν ακόμα ήτανε να πεθάνει – ήτανε μια υπέροχη ώρα για να συμβεί αυτό. Όχι, δε θα δηλητηρίαζε όλο αυτό το φως, το άρωμα, τους ήχους από τα κοτσύφια που συναγωνιζότανε το ένα τ’ άλλο στο κελάηδημα. Έφτιαξε ένα καφέ και κάθισε στη βεράντα του…
Κι όπως συμβαίνει πάντοτε, τις πιο όμορφες στιγμές μας, η σκέψη του πλημύρισε μ’ εκείνην. Πόσο θα’ θελε να μπορούσε να μοιραστεί όλη αυτή την ομορφιά με κείνην. Και τότε γέννησε η χαρά του μια θλίψη, που ζωγράφισε στα χείλη γλυκόπικρο χαμόγελο.. Γιατί, κατά ένα τρόπο εκείνη ήταν εκεί, μαζί του.. Κι ωστόσο, εκείνη, δε μπορούσε να το γνωρίζει αυτό.. κι ούτε να πάρει τα δώρα που της ανήκανε… Πόσος πλούτος θαμμένος στα σύννεφα….

6/5/13

Αγάπη



«Υπάρχει ένας δαίμονας στην άκρη του κρεβατιού.. Μερικές νύχτες, όταν νυστάζω πολύ, νιώθω να ξυπνά. Όταν δεν μπορώ να έχω τον έλεγχο. Να ξυπνά μες τον πιο βαθύ μου ύπνο. Φοβάμαι να κοιμηθώ όταν τα βλέφαρά μου βαραίνουν σαν σίδερο. Φοβάμαι κι απόψε να κοιμηθώ… σε παρακαλώ… μείνε μαζί μου απόψε. Αν μείνεις δεν θα έρθει ο δαίμονας. Θα παρασιτήσει κάποια ασάλευτη σκιά – έρχεται μονάχα σαν είμαι απόλυτα μόνη μου….»

Τα μάτια της κατακόκκινα και σε διαστολή. Η γυναίκα που στεκόταν εμπρός του ήτανε αληθινά πολύ φοβισμένη. Οι κινήσεις του κεφαλιού, των χεριών, οι ανάσες της, όλα δείχνανε πόσο ανάγκη είχε έναν καλό ύπνο. Υποτονικές, αργές, ασυντόνιστες. Ήταν μια αδύνατη γυναίκα, όχι περισσότερο από τα σαράντα, εξαιρετικά όμορφη! Τα εβένινα μαλλιά της και τα πράσινα αμυγδαλωτά της μάτια, σε συνάρτηση με τη βελούδινη απόχρωση της νυσταγμένης της φωνής, της πρόσδιδαν ένα γοητευτικό μυστήριο, έτσι καθώς το χαμηλό φως σταμάταγε όπως μιλούσε, σα να μην υπήρχε κάτι πέρα από τα κατακόκκινα κερασένια χείλη της.

Ω, ναι, το ήθελε πολύ να παραμείνει εκεί μαζί της, να τη βαστά στην αγκαλιά του. Ούτε φιλιά, ούτε χάδι, τίποτε περισσότερο. Να έγερνε πάνω του, κι η ανάσα της να σβηνότανε στο δέρμα του και τον αέρα π΄ ανάσαινε. Τι άγιασμα! Τι ευτυχία! Αυτό, μόνο αυτό!

_ «Θα μείνω, απόψε θα μείνω κοντά σου… Όμως μη με γυρέψεις το πρωί. Θα φύγω πριν το ξημέρωμα».

Ήξερε πως , αν ξημέρωνε, αν το φως χάραζε μέσα από τη μορφή της, δε θα άντεχε να μη της μαρτυρήσει πόσο την αγαπά – εντάξει, το γνώριζε – αλλά δεν γνώριζε κατά ποιον τρόπο. Ήτανε ακόμα, πάντοτε, ερωτευμένος μαζί της. Κι αν, ίσως, αν σε μια στιγμή αδυναμίας - μια στιγμή που φοβότανε - της ομολογούσε το μυστικό του, θα ξεκλείδωνε τους δικούς του δαίμονες… Μετά από μια τέτοια παραδοχή, φοβότανε πως δεν θα είχε τα ίδια αποθέματα δύναμης, ως φίλος, να την
 στηρίζει στις επιλογές της. Όχι πως δε θα το έκανε. Οπωσδήποτε θα το έκανε. Αλλά δε θα του έμενε καθόλου δύναμη για τον ίδιο, για την ψυχή του.  Και τότε εκείνη θα τα καταλάβαινε όλα, ίσως πληγωνότανε, ίσως απογοητευότανε... μπορεί και να απομακρυνότανε. Δεν ήθελε για τίποτα στο κόσμο να την πληγώσει.

«Θα φύγω πριν το πρωί», επανέλαβε. Κι ας ήθελε τόσο να ξημερωθεί κρατώντας την αγκαλιά. Άλλο στη ζωή του δεν είχε ανάγκη περισσότερο απ' αυτό. Πλην, το να είναι Εκείνη καλά. Γι αυτό, έπρεπε να φύγει.

Απ' τό δαίμονα δε πέρασε απαρατήρητη η διαμάχη μέσα του. Έτσι, όταν η γυναίκα έκλεισε βαριά τα βλέφαρά, τούτη τη φορά, παρουσιάστηκε σ' αυτόν.

_ «Θα είσαι ανόητος αν φύγεις πριν την αυγή», του ψιθύρισε στο αυτί. «Δε θα έχεις ποτέ μια ολοκληρωμένη ζωή προτού αυτό συμβεί»

Πόσο γλυκά βάραινε το κεφάλι της στο μπράτσο του, πόσο γλυκιά μουσική, τι όμορφη ευωδιά, η ευωδιά της πνοής, των μαλλιών της, του κορμιού της….

«Ξέρεις δαίμονα», του αποκρίθηκε στο τέλος, « όλα όσα λες είναι αλήθεια. Μα θα είχανε σημασία, μόνο αν έβαζα τον εαυτό μου πιο πάνω από εκείνη. Αλλά αυτό δε μπορεί να συμβεί, επειδή την αγαπώ.»

Κόντευε πια να ξημερώσει. Απαλά, με στοργή, αποχωρίστηκε τον επίγειο παράδεισό του… κι ολομέθυστος, γεμάτος ευτυχία, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε, έφυγε. Πριν το πρώτο φως της αυγής… Αφήνοντάς της τρυφερό φιλί στο μάγουλο να την φυλά!