Τη νύχτα που σωπαίνουν οι φωνές
οι κραυγές γλιστρούνε αθόρυβα
από το ταβάνι που τις εκτίναξε η σιωπή
ως τον παλμό,
μιας σμαραγδένιας φλέβας
π’ ονειρεύεται.
Γλιστρούν και πίνουν από τις δονήσεις της
μεθούν και ξεχνάνε πως είναι κραυγές.
Ξεχνάνε αν σε αγάπησα
ή αν σε μίσησα.
Σα ξελογιασμένα κορίτσια
πριν σμίξουνε,
χάνουν τη δύναμή τους
και την κάνουνε δύναμή σου.
Πνοή σου κι όνειρο.
Κι ανοίγεις μεσάνυχτα άξαφνα τα μάτια,
τρεμοπαίζουν τα βλέφαρα από δάκρυα.
Μα ύστερα,
γυρνώντας αθόρυβα πλευρό
μη ξυπνήσουν,
κλείνεις τα βλέφαρα, ώσπου,
επιτέλους ξανακοιμάσαι.
Κάθε σου ταξίδι στο θάνατο
φαρμακώνει τη ζωή.
Και κάθε που ταξιδεύεις στη ζωή
ξυπνά ένας θάνατος.
Κι απ’ όλες τις αλήθειες και τα ψέματα
ως το πρωί παραμένει το πιο μεγάλο.
Η αμνησία.
Τόσα επιτηδευμένα κενά,
να μη πνίγεσαι.
Μα δε στεριώνει και βροχή στη ψυχή σου.
Ένα ρυάκι εδώ, ένα εκεί…
Ούτε πηλός, ούτε λάσπη,
υποψία μόνο..
Μια ιδέα,
καταμεσής μεσονύκτιου ύπνου.
Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
25/3/14
20/2/14
κρυφτό..
Κοιμότανε και ξύπναγε και
στο ενδιάμεσο τακτοποιούσε τις μικρές εκκρεμότητες της. Κοιμότανε τόσο
συχνά, όσο χρειαζότανε, ώστε να μην απομένει χρόνος, να ασχοληθεί με τις
μεγάλες εκκρεμότητες της ζωής της. Έτσι,
κατάφερνε και τις ξεχνούσε, κι όμοια την ξέχασε η ζωή. Κοιμήθηκε πρώτη φορά
τον βαθύ αυτό ύπνο, σχεδόν κοριτσάκι..
στην αρχή κοιμότανε λίγο, μα όσο γιγαντωνόντουσαν μέσα της οι ελλείψεις
και οι ανάγκες, για να τις κάνει να
σωπάσουν, κοιμότανε όλο και περισσότερο. Και τα κατάφερε. Ο ύπνος έγινε μία
μηχανική συνήθεια, χωρίς να θυμάται πια το γιατί.. Οι μέρες της ξέβαψαν, οι νύχτες της γδυθήκανε
τα άστρα και τα καλέσματα και γίνανε
ήρεμες νύχτες..
Και το κοριτσάκι συνέχισε να κοιμάται, μέσα σε ένα κορμί που έπαψε να είναι το
δικό της. Ελάχιστα, όσο κι αν προσπαθούσε, θα θυμότανε τα κατακόκκινα χείλη της
στον καθρέφτη, κι αδύνατο να κοιτάξει πίσω και πέρα από αυτόν, όπως κάποτε,
πετούσε λεύτερη από υποχρεώσεις και
«πρέπει» στο δικό της, κατάδικό της ουρανό.
Ο χρόνος, λένε, είναι
ο καλύτερος γιατρός. Ψέματα.. δεν είναι
γιατρός .. δολοφόνος είναι. Κι ό,τι δεν
μπορεί να σκοτώσει το θάβει ζωντανό..
Αλίμονο στα όνειρα - κι εκείνους που τα φέρουν - που έθαψε ζωντανά δίχως ποτέ να πεθάνουν. Ο ύπνος του θανάτου δε γνωρίζει τίποτε από την οδύνη εκείνων που θαφτήκανε ζωντανοί σ’ ένα βαθύ, αμίλητο,
καθημερινό ύπνο. Εκείνων που όταν
ξυπνάνε αδιάφοροι, είναι καλό για αυτούς, επειδή, δεν ξυπνήσανε κουρασμένοι..
από μια ζωή γυμνωμένη από θέλω κι ελπίδες. Και που το καλύτερό τους είναι όλο
κι όλο αυτό.. μια ήσυχη, συνηθισμένη, αδιάφορη μέρα που καταλήγει σε μια ακόμα
πιο αδιάφορη κι αδιαφανή νύχτα.
Ό,τι συνέβαινε στο βαθύ ύπνο, στα ζωντανά φυλακισμένα όνειρά
της, έμενε εκεί χωρίς ένα γυαλάκι
ανάμνησης να αναδύεται στα σκοτεινά
νερά. Όμως, τα τελευταία πέντε χρόνια,
ακριβώς ύστερα από την ηλικία ορόσημο των σαράντα, είχαν αρχίσει αθόρυβα να
επαναστατούν. Το κοριτσάκι μας, ξυπνούσε
περισσότερο κουρασμένο παρά αδιάφορο.. . Και καθώς στεκότανε εμπρός στον
καθρέφτη, αραιά και που, κάποια αντανάκλαση από γυαλάκι παλιό, σπασμένο,
κρυφογλύστραγε στο μάγουλό της, αφήνοντας αιμάτινη χαρακιά στη ψυχή της. Στα
πέντε αυτά χρόνια τα επαναστατημένα
όνειρα είχανε αποκτήσει λόγο στην ύπαρξή της και ταράζανε το βυθό με όλη τους τη δύναμη, να
ακουστούνε ως εκεί ψηλά, που κυλά ο χρόνος.. Κι ενώ το συνειδητό αμπάρωνε γερά
τις πόρτες να μη λυθούνε οι τρόμοι του,
το ασυνείδητο κέρδιζε συνέχεια έδαφος, μετατοπίζοντας τα σύνορα και τις θύρες
του λογισμού, συρρικνώνοντας την κυριαρχία του, πίσω από τα τείχη της οποίας,
πάσχιζαν να συνεχίσουν το ίδιο ανέμελα τη ζωή τους οι μικρές καθημερινές συνήθειες.
Η Ιφιγένεια, αυτό είναι το όνομα του σαρανταπεντάχρονου
κοριτσιού, έπιανε τον εαυτό της να δακρύζει χωρίς λόγο, κι ύστερα, μια ξαφνική
άμπωτη, να στερεύει όλη της τη διάθεση.. ακόμα και για τις συνηθισμένες, μικρές
εκκρεμότητες της ημέρας. Κι έμοιαζε τότε
ένας βράχος καταμεσής σε θάλασσα που έχασε τα νερά της πριν από χιλιάδες
χρόνια, κι από αφετηρία ταξιδιών έγινε αφιλόξενη έρημος.
Εκείνο το πρωινό, ξύπνησε χωρίς διάθεση να κάνει
τίποτα.. όχι πως κοιμήθηκε τη νύχτα,
αλλά κατά το πρωί λυγίσανε τα βλέφαρά της, κι έμειναν έτσι λίγο παραπάνω
κλειστά, από ότι θα αρκούσε για να πει κανείς πως έμεινε και τελείως ξάγρυπνη.. Στην αρχή κλείσανε εσκεμμένα, από φόβο, μήπως
καθώς σηκωνότανε από το κρεβάτι ο σύζυγός της, έβλεπε πως τα μάτια της ήταν
υγρά. Δεν είχε καμία διάθεση , ούτε να τον βάλει σε σκέψεις, ούτε να εξηγεί,
μπρος στην ανησυχία του, το γιατί. Θα τα
κράταγε κλειστά ώσπου να ακούσει την εξώπορτα να ανοίγει και να κλείνει πάλι..
Μα η κούραση την κατέβαλε, περισσότερο από την ξάγρυπνη θλίψη της.. για λίγο
μόνο.. Σαν να την είχε πλακώσει στο
στήθος μια μαρμάρινη πλάκα, ένιωσε ασφυξία κι άνοιξε τρομαγμένη τα μάτια προσπαθώντας να
πάρει ανάσα… βαθιά ανάσα.. κι άλλη ακόμα
πιο βαθιά να γεμίσουν τα πνευμόνια της οξυγόνο.
Σχεδόν πετάχτηκε από το κρεβάτι όρθια.. κι έγειρε στα γόνατα να κλάψει χωρίς κάποια φανερή αιτία. Ή τουλάχιστον, χωρίς να θέλει να
κάνει ερωτήσεις και να πάρει απαντήσεις για την αιτία.
Τον άντρα της τον γνώρισε στα δεκαέξι.. εκείνος ήτανε ήδη
παλικάρι στα εικοσιπέντε. Άλλον άντρα από τον Τάσο, δεν γνώρισε.. Ήταν το
μπουμπούκι του, η νεράιδά του, το κοριτσάκι του.. Την κοιτούσε στα μάτια κι έλιωνε.. και πάντα
με σεβασμό την αγαπούσε. Παιδιά δεν
αποκτήσανε. Ο έρωτας, μέρα με τη μέρα, παραχώρησε τη θέση του σε μια ακόμα πιο
βαθιά αγάπη. Και καθώς δεν υπήρχανε παιδιά, έδωσε την καρδιά της ολάκερη στον
Τάσο.
« Είσαι τυχερή» , της λέγανε οι φιλενάδες της, «που απόφυγες τις κακοτοπιές από νωρίς» .. Για πολλά χρόνια ένιωθε ακριβώς έτσι: Τυχερή κι ευλογημένη, πως η σχέση της με τον Τάσο την βοήθησε να διαφυλάξει την αγνότητα της ψυχής της. Όμως όταν κάποιος γνωρίζει κάποιον άλλον τόσο νωρίς, προτού ακόμα γνωρίσει τον εαυτό του, τις ιδιαίτερες κλίσεις κι ανάγκες της ψυχής του, πώς μπορεί να είναι σίγουρος πως ταιριάζει με τον άλλον, και μέσα από τις ίδιες προτεραιότητες αξιών, μπορούν να βαδίσουν μαζί, ως «Ένα», διατηρώντας ταυτόχρονα ο καθένας την ακεραιότητά του; Όχι, δε μπορείς.. Κι είναι μεγάλη τύχη αν αυτό συμβεί. Παραδομένη στην μεγάλη της αγάπη, η Ιφιγένεια δεν απόκτησε κάποιες ιδιαίτερες σπουδές, ή επαγγελματική κατάρτιση.. μετέτρεψε το σπιτικό της σε τόπο λατρείας, φρόντιζε να είναι όλα στη σειρά, κι εκείνη, όμορφη, για τον Τάσο. Κι όταν , κάποτε, ένιωσε τις ώρες στο σπίτι να μην την γεμίζουν, ασχολήθηκε με τη ζωγραφική.. Το είχε ανάγκη η ψυχή της… να δημιουργεί! Μα κάποτε κι αυτές οι αποδράσεις, μέσα από τα μπογιατισμένα όνειρα, πάψανε να είναι αρκετά. Καθώς μεγάλωνε , το σπίτι αντίστροφα γινότανε όλο και μικρότερο κι από παλάτι έγινε μια κρυστάλλινη φυλακή. «Είσαι τόσο τυχερή» της λέγανε οι φίλες της.. «εσύ δε πληγώθηκες, δεν γνώρισες την προδοσία και την μοχθηρία. Έχεις δίπλα σου φύλακα άγγελο, κάποιον που σε αγαπά κι αγαπάς.. κι έζησες από νωρίς το παραμύθι σου» .. «Είσαι τόσο τυχερή!» … Και στα αυτιά της, η φράση αυτή, ακουγότανε επιτακτικά «μην είσαι αχάριστη». Γιατί καθώς περνούσαν τα χρόνια, η Ιφιγένεια έπαψε να νιώθει τόσο τυχερή.. κι ένιωθε φυλακισμένη. Φυλακισμένη στην αχαριστία της, όπως το έβλεπε η ίδια, αφού, είχε όσα ίσως άλλοι ποτέ δε θα αξιωθούνε να έχουνε στη ζωή της. Το κυριότερο: Αγάπη. Κι όπως περνούσαν τα χρόνια κι ένιωθε ολοένα πιο ένοχη, η ενοχή της γέννησε μια συγκαταβατικότητα τιμωρό. Έναν τιμωρό που υποσυνείδητα κατασκεύασε η ίδια για εξιλέωση της αμαρτωλής της ψυχής. Κι αφοσιωνότανε ακόμα πιο πολύ, στο σπίτι και τον Τάσο. Γιατί, κάποτε οι δυο αυτές έννοιες θολώσανε.. το σπίτι ήταν ο Τάσος.. κι ο Τάσος το σπίτι. Ένας γνώριμος τόπος, όπου τα πάντα συνέβαιναν με ένα προκαθορισμένο ρυθμό , χωρίς απρόοπτα, που μέσα του υπήρχε ασφάλεια. Η Ιφιγένεια ξέχασε να υπάρχει για την Ιφιγένεια. Οι προτεραιότητές της, πάψανε να είναι προτεραιότητες, κι οι μέρες, πάψανε να φέρνουνε δώρα. Έγινε ιδιαίτερα ευσυγκίνητη, σιωπηλή, αόρατη. Δεν ήθελε να κοιτά τον καθρέφτη, γιατί όποτε τον κοιτούσε στεκότανε εμπρός σε μια άγνωστη, αόρατη παρουσία. Διέκρινε μόνο τα ρούχα που φορούσε και τη σκιά από κάποιες ρυτίδες.. Κι όταν ντυνότανε λίγο πιο καλά, το απαλό μέικ-απ και τα κόκκινα βαμμένα χείλη…
« Είσαι τυχερή» , της λέγανε οι φιλενάδες της, «που απόφυγες τις κακοτοπιές από νωρίς» .. Για πολλά χρόνια ένιωθε ακριβώς έτσι: Τυχερή κι ευλογημένη, πως η σχέση της με τον Τάσο την βοήθησε να διαφυλάξει την αγνότητα της ψυχής της. Όμως όταν κάποιος γνωρίζει κάποιον άλλον τόσο νωρίς, προτού ακόμα γνωρίσει τον εαυτό του, τις ιδιαίτερες κλίσεις κι ανάγκες της ψυχής του, πώς μπορεί να είναι σίγουρος πως ταιριάζει με τον άλλον, και μέσα από τις ίδιες προτεραιότητες αξιών, μπορούν να βαδίσουν μαζί, ως «Ένα», διατηρώντας ταυτόχρονα ο καθένας την ακεραιότητά του; Όχι, δε μπορείς.. Κι είναι μεγάλη τύχη αν αυτό συμβεί. Παραδομένη στην μεγάλη της αγάπη, η Ιφιγένεια δεν απόκτησε κάποιες ιδιαίτερες σπουδές, ή επαγγελματική κατάρτιση.. μετέτρεψε το σπιτικό της σε τόπο λατρείας, φρόντιζε να είναι όλα στη σειρά, κι εκείνη, όμορφη, για τον Τάσο. Κι όταν , κάποτε, ένιωσε τις ώρες στο σπίτι να μην την γεμίζουν, ασχολήθηκε με τη ζωγραφική.. Το είχε ανάγκη η ψυχή της… να δημιουργεί! Μα κάποτε κι αυτές οι αποδράσεις, μέσα από τα μπογιατισμένα όνειρα, πάψανε να είναι αρκετά. Καθώς μεγάλωνε , το σπίτι αντίστροφα γινότανε όλο και μικρότερο κι από παλάτι έγινε μια κρυστάλλινη φυλακή. «Είσαι τόσο τυχερή» της λέγανε οι φίλες της.. «εσύ δε πληγώθηκες, δεν γνώρισες την προδοσία και την μοχθηρία. Έχεις δίπλα σου φύλακα άγγελο, κάποιον που σε αγαπά κι αγαπάς.. κι έζησες από νωρίς το παραμύθι σου» .. «Είσαι τόσο τυχερή!» … Και στα αυτιά της, η φράση αυτή, ακουγότανε επιτακτικά «μην είσαι αχάριστη». Γιατί καθώς περνούσαν τα χρόνια, η Ιφιγένεια έπαψε να νιώθει τόσο τυχερή.. κι ένιωθε φυλακισμένη. Φυλακισμένη στην αχαριστία της, όπως το έβλεπε η ίδια, αφού, είχε όσα ίσως άλλοι ποτέ δε θα αξιωθούνε να έχουνε στη ζωή της. Το κυριότερο: Αγάπη. Κι όπως περνούσαν τα χρόνια κι ένιωθε ολοένα πιο ένοχη, η ενοχή της γέννησε μια συγκαταβατικότητα τιμωρό. Έναν τιμωρό που υποσυνείδητα κατασκεύασε η ίδια για εξιλέωση της αμαρτωλής της ψυχής. Κι αφοσιωνότανε ακόμα πιο πολύ, στο σπίτι και τον Τάσο. Γιατί, κάποτε οι δυο αυτές έννοιες θολώσανε.. το σπίτι ήταν ο Τάσος.. κι ο Τάσος το σπίτι. Ένας γνώριμος τόπος, όπου τα πάντα συνέβαιναν με ένα προκαθορισμένο ρυθμό , χωρίς απρόοπτα, που μέσα του υπήρχε ασφάλεια. Η Ιφιγένεια ξέχασε να υπάρχει για την Ιφιγένεια. Οι προτεραιότητές της, πάψανε να είναι προτεραιότητες, κι οι μέρες, πάψανε να φέρνουνε δώρα. Έγινε ιδιαίτερα ευσυγκίνητη, σιωπηλή, αόρατη. Δεν ήθελε να κοιτά τον καθρέφτη, γιατί όποτε τον κοιτούσε στεκότανε εμπρός σε μια άγνωστη, αόρατη παρουσία. Διέκρινε μόνο τα ρούχα που φορούσε και τη σκιά από κάποιες ρυτίδες.. Κι όταν ντυνότανε λίγο πιο καλά, το απαλό μέικ-απ και τα κόκκινα βαμμένα χείλη…
Εκείνο το πρωινό, των σαράντα πέντε χρόνων της η Ιφιγένεια
στάθηκε εμπρός στον καθρέφτη, κοιτάχτηκε βαθιά μες τα μάτια και είδε εκείνην.
Μετά από πολύ - πολύ καιρό.. χρόνια!
Έφερε τα δάχτυλα στα χείλη… κι ένιωσε πως δεν ήτανε χείλη. Ήταν πληγές. Άφησε το χέρι να κυλήσει πάνω στο λαιμό ως το
αριστερό της στήθος.. Έκλεισε τα μάτια
κι αφέθηκε να ακούσει τη φωνή της καρδιάς της. Όχι τους χτύπους.. αλλά τη φωνή…
και ταξίδεψε πίσω στον χρόνο. Σε κείνη την εποχή που την σημάδεψε, κι από την
οποία, δεν έφυγε αληθινά ποτέ.. Ποτέ δε
μεγάλωσε.. δεν έγινε μητέρα.. δε θα γίνει γιαγιά.. δε θα πάψει να είναι παιδί.
Κι ωστόσο, γυναίκα. Γυναίκα! Τι λέξη κι αυτή.. πόσο μακρινή.. πόσο εκείνη… Κι ένιωσε όλη την συνήθεια της
καθημερινότητας, μία βαριά τενεκεδένια πανοπλία, πολύ βαριά για ένα παιδί, τόσο
άκομψη για μια γυναίκα. Κι ένιωσε και φόβο.. για την γριά που σε λίγο καιρό ,
έτσι γρήγορα όπως τρέχουνε τα χρόνια, θα είναι. Για την Ιφιγένεια που ξέχασε,
και δεν αγάπησε ούτε εκείνη.. Και στην ουσία και κανείς άλλος, αφού, η
Ιφιγένεια που αγαπήθηκε, ήτανε μια άλλη.
7/2/14
ατιτλο
Γεμίσαμε με θάνατο από το πρώτο άνοιγμα των φτερών μας.. όμοια όπως γεμίσαμε ζωή.. Γεμίσαμε ζωή και κύνδινο απώλειας.. κι απώλειες.. και φόβο.. Κι ο φόβος έσμιξε με τη ζωή, όπως το σκοτάδι με φως, γέμισε τον ουρανό άστρα, προσευχές κι ευχές, ελπίδες.. κι ακόμα μεγαλύτερο φόβο.
Γεμίσαμε με ζωή, κι αυτό μας έκανε να γνωρίσουμε το θάνατο.. μας δόθηκε η χαρά της πτήσης, κι είναι όμοια πλατιά όσο κι ο πόνος. Μαθαίνεται η ύπαρξη, χτίζεται από τα δυο αυτά υλικά, όποιο όνομα κι αν τους δώσει κανείς. Ζωή και Θάνατο, Φως και Σκοτάδι, Χαρά και Πόνο, Ελπίδα και Φόβο.
Και εγένετο ο Άνθρωπος. Ευλογία και κατάρα μαζί.. τόσο για τον εαυτό του όσο και για τους άλλους..
Κι άλλοι ανοιχτήκανε στα πέρατα του Ωκεανού της Ύπαρξης: "Ας χαθούμε λεύτεροι" σκεφτήκανε.. Κι άλλους τους φυλάκισε ο φόβος.. κι άλλους τους συνέτριψε ο πόνος.. Κι έγιναν μόλοι και βυθισμένες άγκυρες.. Και από τα ερείπια της ύπαρξης, αναδύθηκε μεγαλύτερος από κάθε θαύμα, τόσο μεγάλος που να αναιρεί τα "θαύματα" που τον γέννησαν, ο Θεός.
Και μίκρυνε ο άνθρωπος για να είναι ο θεός μεγάλος.. Και υπερασπίστηκε το μεγαλείο του Θεού, ακόμα και μαχώμενος την ίδια την Ύπαρξη.. εκείνη, που αντέχει να ταξιδεύει καταμεσίς των Ωκεανών, πάρά τους Φόβους και τις απώλειες, που αυτός κρύβει στα σπλάχνα του.. Τα σπλάχνα των Ανθρώπων.
Γεμίσαμε με ζωή, κι αυτό μας έκανε να γνωρίσουμε το θάνατο.. μας δόθηκε η χαρά της πτήσης, κι είναι όμοια πλατιά όσο κι ο πόνος. Μαθαίνεται η ύπαρξη, χτίζεται από τα δυο αυτά υλικά, όποιο όνομα κι αν τους δώσει κανείς. Ζωή και Θάνατο, Φως και Σκοτάδι, Χαρά και Πόνο, Ελπίδα και Φόβο.
Και εγένετο ο Άνθρωπος. Ευλογία και κατάρα μαζί.. τόσο για τον εαυτό του όσο και για τους άλλους..
Κι άλλοι ανοιχτήκανε στα πέρατα του Ωκεανού της Ύπαρξης: "Ας χαθούμε λεύτεροι" σκεφτήκανε.. Κι άλλους τους φυλάκισε ο φόβος.. κι άλλους τους συνέτριψε ο πόνος.. Κι έγιναν μόλοι και βυθισμένες άγκυρες.. Και από τα ερείπια της ύπαρξης, αναδύθηκε μεγαλύτερος από κάθε θαύμα, τόσο μεγάλος που να αναιρεί τα "θαύματα" που τον γέννησαν, ο Θεός.
Και μίκρυνε ο άνθρωπος για να είναι ο θεός μεγάλος.. Και υπερασπίστηκε το μεγαλείο του Θεού, ακόμα και μαχώμενος την ίδια την Ύπαρξη.. εκείνη, που αντέχει να ταξιδεύει καταμεσίς των Ωκεανών, πάρά τους Φόβους και τις απώλειες, που αυτός κρύβει στα σπλάχνα του.. Τα σπλάχνα των Ανθρώπων.
18/12/13
ατιτλο
και θα λιώσουν οι πάγοι,
και τα πρόσωπα
θ’ ανακαλύψουν με έκπληξη
θ’ ανακαλύψουν με έκπληξη
πως τα βλέμματα ακοίμητα,
ζωγραφίζουν ακόμα όνειρα..
Κι αυτό το μειλίχιο φεγγάρι ακόμα,
ζωγραφισμένο από τα όνειρά μας είναι,
από τις μικρές φτερούγες τους
που σχίζουνε το σκοτάδι.
Ακοίμητα όνειρα,
όνειρα που φτερουγίζουν
– κι αν δε τα βλέπεις
–
τις ώρες του πιο μεγάλου ύπνου.
Που τον φοβάται ακόμα κι ο θάνατος.
13/12/13
ατιτλο
«Θα μπορούσα να σε φιλήσω.. μόνο από αγάπη!»
4/12/13
Αντανακλάσεις
Τον τελευταίο καιρό, ολισθαίνω, ολοένα με πιο βίαιη απάθεια
βαθύτερα στο πουθενά. Εμφανίζεται ορμητική, σα παγετός που απλώνει, νεκρώνοντας
το νευρικό σύστημα, αντανακλαστικά, συναισθήματα, όνειρα. Καταργεί τους λόγους ν’ αρχίσει και να τελειώσει η μέρα… ή η νύχτα. Αδιάφορο.
Στο δρόμο πεθαίνουν άνθρωποι, αργά και βασανιστικά
ξεγλιστρούν από τα χέρια της ζωής.
Είμαι σε καλύτερη μοίρα από όλους αυτούς, και, θα είμαι παράλογα γκρινιάρης, να μιλήσω για μηδενισμό μπρος σε αυτό το σύννεφο αφανισμού που μας έχει τυλίξει. Η σκέψη και μόνο του παραλογισμού, κάνει τον πάγο δυνατότερο κι εκμηδενίζει τη θέληση όποιας αντίστασης. Ποτέ δε θεώρησα σημαντικό τον εαυτό μου. Πως είναι αναντικατάστατος για κάποιον, πως αγαπήθηκε τόσο πολύ, ώστε η απώλειά του να σημαίνει αυτόματα την καταστροφή κάποιου άλλου. Ούτε θεωρώ, όπως πιστεύουν πολλοί, πως κάποιο από τα χαρίσματά μου με κάνουνε μοναδικό. Γιατί το μόνο χάρισμα κι ευλογία στη ζωή του ανθρώπου είναι να ζήσει μια μεγάλη, πιο μεγάλη από τη ζωή και το θάνατο, αγάπη! Να πιστεύει σε αυτή τόσο, ώστε να γίνει κινητήριος δύναμη, που θα του επιτρέψει να φτιάξει ένα πιο όμορφο κόσμο.
Είμαι σε καλύτερη μοίρα από όλους αυτούς, και, θα είμαι παράλογα γκρινιάρης, να μιλήσω για μηδενισμό μπρος σε αυτό το σύννεφο αφανισμού που μας έχει τυλίξει. Η σκέψη και μόνο του παραλογισμού, κάνει τον πάγο δυνατότερο κι εκμηδενίζει τη θέληση όποιας αντίστασης. Ποτέ δε θεώρησα σημαντικό τον εαυτό μου. Πως είναι αναντικατάστατος για κάποιον, πως αγαπήθηκε τόσο πολύ, ώστε η απώλειά του να σημαίνει αυτόματα την καταστροφή κάποιου άλλου. Ούτε θεωρώ, όπως πιστεύουν πολλοί, πως κάποιο από τα χαρίσματά μου με κάνουνε μοναδικό. Γιατί το μόνο χάρισμα κι ευλογία στη ζωή του ανθρώπου είναι να ζήσει μια μεγάλη, πιο μεγάλη από τη ζωή και το θάνατο, αγάπη! Να πιστεύει σε αυτή τόσο, ώστε να γίνει κινητήριος δύναμη, που θα του επιτρέψει να φτιάξει ένα πιο όμορφο κόσμο.
Όχι, δεν είμαι πάντα μηδενιστής.. συχνά, συχνότατα, πιστεύω με
ειλικρίνεια στη ζωή και τους ανθρώπους, κυρίως σ’ εκείνους με τα πιο λεπτά κι
ευαίσθητα αισθήματα.. Πως μπορούν να αγγίξουν το θαύμα που δεν άγγιξα, κι αν
άγγιξα κάποτε, δε το θυμάμαι. Πιστεύω και θα έκανα πολλά γι αυτούς, και για κάποιους
πιο αγαπημένους, τα πάντα! Μπορώ να πιστέψω σ’ εκείνους, αλλά όχι σε μένα. Και
δε με στεναχωρεί καθόλου αυτό, ίσως κάποτε, αλλά όχι πια. Μου είναι απλά
αδιάφορο.
Άσχετο, αλλά ίσως και σχετικό: Τον τελευταίο καιρό, ξεχνάω
ολοένα περισσότερο.. Κωδικούς, ονόματα , τηλέφωνα, πρόσωπα, καταστάσεις… Μνήμη
δευτερόλεπτων πολλές φορές.. Κωδικούς που χρησιμοποιώ χρόνια τους ίδιους,
άξαφνα γίνονται “delete”
και πάνε, σε μια απέραντη άβυσσο, με έμενα να προσπαθώ επί ώρα να τους αλιεύσω
και να τους φέρω ξανά στην επιφάνεια. Ξεχνώ πρόσωπα που γνωρίζω καλά,
καταστάσεις που σχετίζονται με αυτά τα πρόσωπα, ακόμη κι αν μιλάγαμε πριν λίγο.
Είναι σα να τα έχω δει όλα αυτά μέσα σε ένα, κακογραμμένο στην μνήμη όνειρο. Κι άξαφνα, το ίδιο ξαφνικά όπως
σβηστήκανε, φανερώνονται κομμάτια τους να επιπλέουν στο νου και να αντανακλούνε
επιδεικτικά το φως.. Φοβάμαι πως ο λόγος για τον οποίο δε θυμάμαι αν άγγιξα
κάποτε το θαύμα, πως, με θεωρώ περισσότερο άνεμο από άνθρωπο, οφείλεται στο
γεγονός ότι ξεχνώ τη ζωή μου. Γνωρίζω μόνο έναν άνθρωπο , σε αυτή, που δεν
ξεχνάω ποτέ.. Αφετηρία, πυξίδα και προορισμό. Ακόμα κι όταν ο πάγος απλώσει
παντού, αυτός ο άνθρωπος, μπορεί να τον ραγίσει. Με ένα νεύμα, μια λέξη, ένα
τίποτα. Δεν ξέρω γιατί συμβαίνει αυτό, γιατί αντέχει η μνήμη να θυμάται ειδικά
αυτόν τον άνθρωπο όταν όλα γύρω έχουν σβηστεί.
Ολισθαίνοντας στο πουθενά, ξεχνώ να γεράσω. Να αγωνιώ, να
φοβάμαι, να λυπάμαι.. πως είμαι ακόμα μια μέρα στη γη, κι η μέρα έχει
απαιτήσεις. Ξεχνώ να φοβάμαι τη ζωή και μαζί και το θάνατο. Δεν υπάρχει
αληθινά, ούτε το ένα ούτε το άλλο. Ένα όνειρο μόνο, και ύπνος.. Είναι ωραίο να
επιπλέεις πάνω απ’ την άβυσσο, μέσα στην άβυσσο, να γίνεσαι άβυσσος.. Να μην
πονάς, να μην υπάρχεις, να μην «είσαι»… Ξεχνάς το χρόνο, κι όταν ξυπνάς, για
όσο, μοιάζει το ξύπνημα σα ξύπνημα παιδιού.. Μια ωραία Κυριακή χωρίς σχολείο…
για όσο, παραμένεις στο πουθενά.
Τα μισά από όσα έγραψα είναι αλήθεια, τα’ άλλα μισά
είναι ψέματα, και κάποια μόνο όνειρο. Αλήθεια και ψέμα μέσα σε αυτό το όνειρο…
3/12/13
παραλογισμοί ερώτων
Μιλώντας για τον έρωτα, οφείλω να ομολογήσω (προπάντων σε
μένα, είναι η αγαπημένη μου ομολογία που αθεράπευτα ναρκισσιστικά, ερωτεύομαι
να ακούω την καρδιά να ομολογεί), πως δεν υπάρχει πιο όμορφη κι ερωτεύσιμη
πλάνη, από τον έρωτα που ερωτεύεται τον έρωτα. Πάντα ερωτευμένος, χαμένος ο
λογισμός, παραδομένες οι αισθήσεις σε ακρογωνιαία ερεθίσματα, αόρατα στους πολλούς
ως την μύτη βελόνας, ή ως χρωματιστή κορδέλα
μέσα σε πολύχρωμο αστρικό σύμπλεγμα,
από κουβάρια με κορδέλες (ζωγραφισμένα ίσως από το όνειρο κάποιου αλλοτινού
παιδιού). Και λέω πλάνη, γιατί τον
χαρακτηρίζει αυτόν τον έρωτα, η ιδιότητα
και ικανότητα να αλλάζει μορφές.. Να γίνεται δέντρο, πουλί, γυναίκα ή νύχτα,
κι ύστερα μια άλλη γυναίκα, άστρο πνιγμένο στη θάλασσα τη μια, ήλιος την άλλη
σε πεντακάθαρο ουρανό. Πάντοτε δυστυχής, πάντα ευτυχισμένος, ποτέ μόνος, μα και
με κανέναν μαζί. Ματαιόδοξος τόσο ώστε ν’ απαρνιέται κάθε δόξα για χάρη του
έρωτα, σα γυάλινες γόβες και στέμμα, που όσο ψηλά σε ανεβάζουνε, το ίδιο εύκολα
μπορούνε να σε γκρεμίσουν στα γόνατα. Μπροστά σε ένα αληθινά μεγάλο έρωτα (αυτή
είναι η πεποίθηση με την οποία αρχίζει πάντα μία ολοκαίνουργια πλάνη), ή στο
τίποτα. Άξαφνα όπως αν γκρεμιζότανε όλος ο κόσμος, (στο τίποτα ενός αληθινού
μεγάλου έρωτα). Παραλογίζομαι; μπορεί… ίσως απλά παίζω, με την αλήθεια,
θέλοντας να την πείσω να μου φανερώσει το υποκοριστικό της όνομα.. Πανέμορφη
κάθε αλήθεια, μέχρι να την κάνεις δική σου.
Τρικυμία
Θα μπορούσα να ζήσω με την τρικυμία για μαξιλάρι. Με μισάνοιχτα τα
μάτια και τις αισθήσεις ακροβολισμένες στα δόρατα του ανέμου. Τρυπάει ο άνεμος
απόψε.. τσιτώνει το δέρμα.. Μα πιο πολύ τσιτώνει η καρδιά.. ξεσχίζεται .
Μικρές, αόρατες αμυχές, που χωράνε όλο τ' αλάτι και τον πόνο της θάλασσας. Ρέει
η ταραχή της μέσα απ' το αίμα, από μικρές και μεγάλες αρτηρίες, ως την ύστατη
άκρη του νου. Πονάει η θάλασσα και πονάω μαζί της. Είναι δικά της τα κύματα,
δικός της ο πόνος , δικός της κι εγώ. Κάθε που με κοιτάζουν τα θαλασσινά της
μάτια, της ανήκω. Της ανήκει η ψυχή μου. Και μιας και πάει καιρός που τον ύπνο μου ορίζει, και το
σκοτάδι απ' τα κλειστά ματόκλαδα ακόμα,
ανήκω στο τρικυμισμένο, αλμυρό, ασίγαστο πάθος της, τη σιωπή και την
αντάρα που κρύβει στη ψυχή της, ολόκληρος.
Μπορώ να ζήσω με αυτή την
τρικυμία στη ψυχή μου - που της ανήκει. Χωρίς να ξυπνώ, χωρίς να κοιμάμαι,
χωρίς να γνωρίζει. Αδύνατη οποιαδήποτε
αντίσταση κι άρνηση στα θέλγητρά της. Τα καταφέρνω να ζω δίχως αυτήν, με
αυτήν.. μα χωρίς την αλμύρα της να δηλητηριάζει γλυκά τις αισθήσεις και το
νου, φαντάζει άσκοπη κι άχαρη η ζήση.
Στυλώνω τα πόδια της ψυχής - ασάλευτο το κορμί, παρατημένο - και κοιτώ
μες το απέραντο, λιθοβολώντας κι εξορίζοντας το χρόνο, τις μέρες, τις ώρες, τα
δευτερόλεπτα. Γιατί ο χρόνος σου ανήκει όταν τον μοιράζεσαι.. αλλιώς γίνεται ένα ανθρωπόμορφο τέρας που
τρέφεται από τη σάρκα σου. Σε κόβει σε μικρά μικρά κομματάκια, και τρώει από
λίγο, σε κάθε στιγμή άδεια, κάθε χαρά ή λύπη, που βαστά η μοναξιά για τον εαυτό
της. Μικροί αιώνες χωράνε τότε στα δευτερόλεπτα, αιώνες ξένοι, που δε σου
ανήκουν και δεν ανήκεις.
Χίλιες φορές, με τα μάτια κλειστά, να ζω.. πέρα από σκοτάδι κι άδειους χρόνους. Σε
θάλασσες που δεν μου ανήκουν, αλλά τουλάχιστον ανήκω, να πλάθω ταξίδια και να
τα βηματίζει η ψυχή μου σε χάρτες, που ύστερα τους καίω, αποδιώχνοντας το κρύο
στη φωτιά και τον καπνό τους...
Φουρτουνιασμένη απόψε η θάλασσα. Σχεδόν
πιστεύω πως την ζωγράφισε η ψυχή μου. Από ανάγκη να μιλήσει η σιωπή της.
19/11/13
σκέψεις
Άνθρωποι θεατές.. που κοιτούν την ζωή των άλλων από το
παράθυρο, τη μελετάνε, σχολιάζουν σκέφτονται.. ή απλώς κοιτάνε... Όμοια όπως
αφηρημένα θα κοιτάγανε τους δείκτες ενός ρολογιού, ή να ανεβαίνει ο καπνός ενός
τσιγάρου. Όπως θα κοιτούσανε μια ηλιόλουστη ή βροχερή μέρα μέσα από το παράθυρ;o τους.
"Γιατί να μην
είμαι εκεί;", θα σκεφτούνε κάποια στιγμή.. "ευτυχώς που δεν
είμαι" κάποιαν άλλη. Χωρίς το διαχωριστικό τζάμι, σπάνια ή ποτέ δε θα
κοιτούσανε τον άλλο τόσο βαθιά και τόση ώρα στα μάτια, το κορμί, τις κινήσεις..
Γιατί θα νιώθανε γυμνοί εμπρός στο βλέμμα του άλλου, γυμνοί απέναντι στις
επιθυμίες τους, και τις αποτυχίες για
όσα δεν τόλμησαν.
"Οι άνθρωποι είναι πτηνά σε χρυσό κλουβί". "
Άγγελοι" ή "δαίμονες" θα πει κάποιος άλλος. "Η ζωή είναι
ποτάμι" , ή "βροχή", ή "βυθός", Ουρανός" ή
"άστρο"... "Ένα λουλούδι" θα πει μια γυναίκα σαράντα ετών
ερωτευμένη ακόμα μια φορά, νιώθοντας τα στοιχειά της φύσης να ποτίζουν το άρωμά
του, θέλοντας να έλξει τον εραστή όπως μια πεταλούδα, και απόλυτα σίγουρη, πως
από το χέρι που τόσο πόθησε θα κοπεί και θα μαραζώσει.
Ένας γέρος κοιτά, με καμάρι τα παιδιά που με τη λαχτάρα και
την υπερβολή τους, κάνουν έξω φρενών τα δικά του παιδιά, όπως κι εκείνα κάνανε
έξω φρενών κάποτε αυτόν. "Ο κόσμος ανήκει στα παιδιά", σκέφτεται..
και λυπάται.. λυπάται τόσο πολύ για όλα τα παλαιά του λάθη, για όσα έχασε κι έκανε τα παιδιά του να χάσουν. Για τον
κόσμο που παράδωσε στα παιδιά..
" Έλα να παίξουμε", λέει ένα παιδί σε ένα άλλο...
Χωρίς σκέψη ή φιλοσοφική διάθεση, αρχίζουν απλώς να παίζουνε.. Όλος ο κόσμος
των μεγάλων κτίζεται άξαφνα και με τόση
ευκολία από την αρχή.
Κάποια στιγμή, το ένα παιδί λέει πως δίψασε... και το άλλο
το ρωτά με σοβαρότητα "στ' αλήθεια ή στα ψέματα;"
31/10/13
μικρό παραμυθάκι
«Κοίτα», της είπε,
κι έδειξε το βάτραχο
που πέρασε απρόσμενα το δρόμο.
Ολόγυρα, η πάχνη είχε απλώσει.
Κι ήταν σα νά’ σβηνε το μονοπάτι
μες τα μάτια της
κι ο βάτραχος η καρδιά του
ο προδότης.
«Κοίτα» της είπε,
για ν’ ακούσει την απόκριση.
Μια λέξη ίσως,
ή μια μικρούλα φράση.
Να γίνει η στιγμή μικρή ανάσταση
στης σιωπής το έρημο μονοπάτι.
Κι εκείνη
όπως είδε την καρδούλα του
έτσι αδέξια το δρόμο να περνάει,
γοητευμένη, στα μάτια τον εκοίταξε,
κι άθελα άρχισε, μονάχη να γελάει.
«Κοίτα» της είπε, «τι αστείος βάτραχος!
Παράξενο εμπρός μας να
περάσει..»
Αστείο, που γρήγορα τελείωσε, καθώς,
ο βάτραχος, στη πάχνη
πάλι εχάθει.
26/10/13
Κραυγές
Τη νύχτα που σωπαίνουν οι φωνές,
οι κραυγές γλιστρούνε αθόρυβα
από το ταβάνι που τις εκτίναξε η σιωπή
ως τον παλμό,
μιας σμαραγδένιας φλέβας,
π’ ονειρεύεται.
Γλιστρούν, και πίνουν από τις δονήσεις της,
μεθούν και ξεχνάνε πως είναι κραυγές.
Ξεχνάνε αν σε αγάπησα,
ή αν σε μίσησα.
Σα ξελογιασμένα κορίτσια
πριν σμίξουνε,
χάνουν τη δύναμή τους
και την κάνουνε δύναμή σου.
Πνοή σου κι όνειρο.
Κι ανοίγεις, μεσάνυχτα, άξαφνα
τα μάτια, τρεμοπαίζουν τα βλέφαρα
από δάκρυα.
Μα ύστερα
γυρνώντας αθόρυβα πλευρό,
μη ξυπνήσουν,
κλείνεις τα βλέφαρα ώσπου,
επιτέλους, ξανακοιμάσαι.
Κάθε σου ταξίδι στο θάνατο
φαρμακώνει τη ζωή,
και κάθε που ταξιδεύεις στη ζωή,
ξυπνά ένας θάνατος.
Κι απ’ όλες τις αλήθειες
και τα ψέματα,
ως το πρωί, παραμένει το πιο μεγάλο.
Η αμνησία.
Τόσα επιτηδευμένα κενά.
Να μη πνίγεσαι.
Μα δε στεριώνει και βροχή στη ψυχή σου.
Ένα ρυάκι δω, ένα εκεί
Ούτε πηλός, ούτε λάσπη…
Υποψία μόνο..
Μια ιδέα
καταμεσής μεσονύκτιου ύπνου.
15/10/13
στερνό φιλί
Απόψε θλίψη τον γυρνά, σιμά του να καθίσει,
με παραμύθια αλλοτινά το νου να σεργιανίσει.
Κι είναι η Πανσέληνος μια ύπουλη προδότρα,
φωτιά ρίχνει στη καρδιά και της αγάπης ξόρκια.
Χωρίς φωνή θυμήθηκε, όσα είχε ξεχασμένα,
και τα παλιά και τα κρυφά και τα ονειρεμένα.
Ζυγός ήταν τα μάτια της, τα χείλη αλυσίδες,
στερνό φιλί σαν έδωσε και την ψυχή του πήρε.
με παραμύθια αλλοτινά το νου να σεργιανίσει.
Κι είναι η Πανσέληνος μια ύπουλη προδότρα,
φωτιά ρίχνει στη καρδιά και της αγάπης ξόρκια.
Χωρίς φωνή θυμήθηκε, όσα είχε ξεχασμένα,
και τα παλιά και τα κρυφά και τα ονειρεμένα.
Ζυγός ήταν τα μάτια της, τα χείλη αλυσίδες,
στερνό φιλί σαν έδωσε και την ψυχή του πήρε.
9/10/13
παράπονο
'Αστρα τη γη βασάνισαν
με την ομορφιά τους.
Κεντήσανε το πόνο της
πάνω στον ουρανό.
Σώπαινες στο παράθυρο
κοιτώντας τον αχό τους,
κλείδωνες τη καρδούλα σου
μη δουν το στεναγμό.
με την ομορφιά τους.
Κεντήσανε το πόνο της
πάνω στον ουρανό.
Σώπαινες στο παράθυρο
κοιτώντας τον αχό τους,
κλείδωνες τη καρδούλα σου
μη δουν το στεναγμό.
8/10/13
Τι βλέπεις.. τι βλέπω;
Κι αν σταθώ ακόμα, μπροστά στα μάτια σου, τι
πιθανότητες έχω να με δεις, τι να δεις αυτό που εσύ φαντάζεσαι; Το
αιώνιο ερώτημα... του να κοιτάς. "Τι βλέπεις.. τι βλέπω;"
7/10/13
Σιωπή
Μουτζουρώνεις μια λέξη
που μετάνιωσες,
και στα ερείπιά της πάνω,
χτίζεις τη σιωπή.
Γραμμές μπερδεμένες,
τάσεις φυγής,
κάποιο ταξίδι σε μέρη
που η πόλη δε σε φτάνει.
Μακριά από ανθρώπους,
από έρωτες, αδικίες, απογοητεύσεις.
Δεν έχει νικητές και χαμένους,
Γιατί είσαι μόνος σου.
Τα δάκρυα γίνονται πουλιά,
βουβά δάκρυα που τώρα φτερουγίζουν
στη σιωπή.
Κι οι χαρές γίνονται πουλιά
Μικρά χαμομήλια, τα’ απομεσήμερο.
Ακόμα κι η θάλασσα, χωρά
στη σιωπή σου.
Κι ύστερα, η μουτζούρα τελειώνει.
Ο αόρατος κόσμος σου, γκρεμίζεται
στον πανικό
που φυσά βοριάς στην καρδιά σου.
Όλα όσα πριν εξαφάνισες,
ο πόνος, ο φόβος, οι αδικίες,
η απογοήτευση
από φαντάσματα παίρνουνε σάρκα,
και ζητάνε τη σάρκα σου
να τραφούν.
Κι εσύ αφήνεσαι ελπίζοντας,
όταν τελειώσουν το δείπνο τους,
να μην έχει απομείνει τίποτα.
Ούτε ψυχή.
1/10/13
Δίλημμα
Κοίταξε από το παράθυρο.. την περισσότερη ζωή του την θυμότανε
να κάνει ακριβώς αυτό. Να κοιτά από το παράθυρο τη ζωή και να ονειρεύεται.
Κάποιες φορές, όπως και σήμερα, θα ήθελε να κλείσει το
παράθυρο και να τραβήξει τη κουρτίνα. Έτσι απλά, να τελειώνει με τούτο το
βασανιστήριο. Να σταματήσει να ονειρεύεται, να σκέφτεται, να ζει.
Μα τον φρέναρε πάντοτε, μια μικρή ελπίδα, που χώραγε μέσα
από κάποια ελάχιστη, αόρατη χαραμάδα. Η ελπίδα πως, ίσως κάποτε, ζήσει κάτι από
όλα αυτά τα όνειρα. Η ελπίδα κι ο φόβος. Ο φόβος, μήπως χάσει την ευκαιρία να
τα ζήσει.
Έτσι πορεύτηκε τις μέρες και τις νύχτες του ως σήμερα. Ως
συνήθως, να στέκεται εμπρός από το ίδιο δίλημμα.. Ανάμεσα στο να πετάξει και να
σβηστεί..
Αυτανάφλεξη
Άνοιγε την μια πόρτα μετά την άλλη,
προχωρώντας - πίστευε - ολοένα βαθύτερα.
Στην πραγματικότητα όμως,
αν αποδεχτούμε το σχετικό ως πραγματικό,
προχωρούσε προς το φως.
«Αυτανάφλεξη».
Αυτό καταχωρήθηκε ως αιτία θανάτου.
Παρά την δυσπιστία, όσοι ερεύνησαν
Συμφώνησαν ως προς ετούτο:
«Αιτία θανάτου: Αυτανάφλεξη».
Το ειρωνικό είναι πως,
μετά από τόσο ταξίδι και τόση προσπάθεια
ν’ ανοίγει πόρτες τριπλοκλειδωμένες
και πόρτες που δεν είχαν ανοίξει ποτέ,
ύστερα από τόσο φως, ώστε έγινε φως,
τον θάψανε βαθιά στο χώμα.
Κι ο καημένος, δεν ήταν από εκείνους
που πίστευαν στην ανάσταση…
30/9/13
Απόστημα
Κυοφορούσε μια τεράστια σιωπή.
Κρυμμένη κάτω από πολύχρωμες λέξεις
και προτάσεις.
Αν πρόσεχες, πίσω από κάθε ωραία εικόνα,
πίσω από κόμματα, τελείες, ανάσες,
θα την έβλεπες.
Μα έβαζε τα σημεία στίξης πολύ βιαστικά,
να μη προλαβαίνεις να δεις, να νιώσεις,
άλλο από ό,τι φαίνεται.
Κι έτσι περπατούσε ανάμεσα στους ανθρώπους,
κι όλοι λέγανε: τι ευγενικός, τι όμορφα που μιλά,
τι ωραία ζωντανή φαντασία, πόσες εικόνες.
τι όμορφος ο κήπος της ψυχής του.
Ούτε όταν η σιωπή έσπασε,
και τα χρώματα , οι εικόνες, το φαίνεσθαι,
βυθίστηκαν στο απέραντο χάος της,
δεν υποψιάστηκαν την αλήθεια.
Γιατί χωρίς ωραίες εικόνες να βλέπουνε,
προσπέρασαν αδιάφορα, χωρίς να τον προσέξουν.
άτιτλο
Συμβαίνει όλη την ώρα.
Διπλώνεται, αναδιπλώνεται,
ξετυλίγεται στον άνεμο ως σημαία….
Ή ως τα μακριά μαλλιά κοριτσιού
π’ αγναντεύει τη θάλασσα.
Στάχτη
Άσπρος σα το πανί
ζωγραφίζει τους φόβους του.
Κι είναι εικόνες
θεάτρου σκιών.
Δε διακρίνει από καιρό μορφές,
μόνο σκιές και φως και αδιέξοδα.
Απέραντο λευκό πανί οι επιλογές του,
όλες σταματούν εκεί: στη σιωπή.
Κάθε μέρα φορά το χαμόγελό του,
λούζεται και χτενίζεται να φύγει η στάχτη.
Μα κάθε βράδυ το μαξιλάρι του γεμίζει γκρίζο,
αστέρια που δεν έχουν ουρανό.
Και ζωγραφίζει με τα δάχτυλα στη στάχτη,
κι είναι η καρδιά του που σιγοκαίγεται δειλά.
Ως το πρωί, θα έχει μείνει ακόμη κάτι,
όσο κι αν καίγεται, δε λέει να σβήσει η φωτιά.
Ασυνέχεια
«Όπως αρχίζει έτσι τελειώνει.»
Αφήνει ίχνη στην άμμο με το ξύλο,
μονολογεί ακατάπαυστα, ακατανόητα.
Οι ώμοι του τσακισμένοι απ’ το βάρος,
σβήνει το κύμα τα σχέδια του.
«Η ασυνέχεια, είναι η συνέχεια
φυσικό επακόλουθο του τρόμου.
Φεύγει, όλο φτερουγίζει, αρκεί να φεύγει,
άτακτα, χωρίς πλάνο σωτηρίας.
Η συνέχεια είναι η ασυνέχεια του τρόμου»
Φορά ένα κουρελιασμένο μπασμένο σακάκι
κι ένα κοντό σορτσάκι παιδικό.
Τα μαλλιά του άσπρα, αχτένιστα, θυμωμένα.
Σχεδιάζει ξανά και ξανά με το ραβδί.
Γνωρίζει πως το κύμα θα τα σβήσει.
Κι αυτή είναι η αγωνία του, να προλάβει
να χαράξει μία νέα γραμμή πριν η παλιά σβηστεί.
Όλο αυτό ξεκίνησε ως παιχνίδι,
κι έγινε η ζωή του.. Άγχος…
Τρόμος πως κάποια μέρα θα χαθεί.
17/9/13
φύσημα
Ένα φύσημα τ' ανέμου η ζωή
και καποια πεσμένα φύλλα φθινοπώρου
να μας θυμίζουνε στιγμές που ζήσαμε
ή κι αλλες που αφήσαμε
στο παραλήρημα τ' ανέμου να χαθούν... Ν.Κ.
και καποια πεσμένα φύλλα φθινοπώρου
να μας θυμίζουνε στιγμές που ζήσαμε
ή κι αλλες που αφήσαμε
στο παραλήρημα τ' ανέμου να χαθούν... Ν.Κ.
Ένα φύσημα τ’ ανέμου η ζωή
και μια πνοή: η Άνοιξη!
Από παλιές που ζήσανε στιγμές
κι εκείνες, π’ αποκοιμηθήκαν
χωρίς να παίξουν,
να φτιάχνει σα χώμα σκάβοντας τη ψυχή
ελπίδες
που θα ψηλώσουνε ως τ’
άστρα!
Η νύχτα θα καρπίσει και αυτή,
ολόγιομη θα κρέμεται η σελήνη
στα κλαδιά που γύμνωσε η θλίψη
και ξάπλωσε κατάλευκος χειμώνας…
Κι όπως θ΄ ανθίζουνε, θ’ ανθίσεις και εσύ,
κι η νύχτα θ’ ανάβει σα γιορτή!
Και θα’ ναι κατακόκκινη η καρδούλα σου
το πιο όμορφο της Άνοιξης λουλούδι..!
Γαλήνη!
Στεκόντουσαν όρθιοι κι αγκαλιασμένοι.
_Θα μπορούσα να το κάνω για πάντα αυτό… της είπε.
_Θα έκανες καμπούρα!
«Ένας σάκος γεμάτος επιθυμίες, όνειρα κι άστρα», σκέφτηκε … Αν τον τσίμπαγε κανείς με κάτι τόσο αιχμηρό,
όσο η πιο βαθιά του αλήθεια, θα έσκαγε όπως ένα μπαλόνι και θα απελευθερωνόντουσαν σαν πολύχρωμες πεταλούδες στο φως.. !
Χαμογέλασε!.. Το μυαλό του γεμάτο συναισθήματα κι εικόνες, μα δεν είπε τίποτα..
Πώς να μιλήσεις για
την αλήθεια, τι να πεις για την ομορφιά,
όταν οι δυο τους ως ένα στέκεται εμπρός σου, την κοιτάς στα μάτια, την ανασαίνεις,
την αγκαλιάζεις, την ζεις; Την ομορφιά
όταν την ζεις δεν την περιγράφεις.. Δε
την μικραίνεις να χωρά σε λέξεις…
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)




