Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

10/5/17

Σταυρός


Μια μελαγχολία κι ένα φυλαχτό
αμαρτωλή ιστορία ενός "σ΄ αγαπώ"..
Δάση οι κουβέντες, βλέφαρα κλειστά
να μετρούν ανέμες καμένες στη φωτιά.
Κι όμως, πάντα μένει να γυρνά κρυφά,
μία φυλαγμένη, αγκάθι στη καρδιά..
Τάζει παραμύθια, ξετυλίγει αλήθεια..

Είχα μια καρδιά, σα πουλί πάει..
πέταξε μακριά...
Είχα μια αγάπη, σύννεφο,
δύσκολα στα βλέφαρα βαστώ...
Ήρθε ο καιρός και πέρασε,
ήρθε και ξαναπέρασε,
και πάντοτε με βρίσκει εδώ.
Πάνω στο δικό σου το σταυρό..

4/5/17

Μάγεια



Κοιτάς τον ουρανό κι ο ουρανός βουρκώνει.
«Ω, μου μπήκε ένα σύννεφο μικρό στο μάτι», απολογείται
κι έπειτα στέλνει το πιο όμορφο χαμόγελό της στο φως
ως διάφανα περιστύλια ναού που αναδύονται να καούν,
παλιές αγαπημένες, που επιμένουνε μαρτυρικά να ζουν
στις πιο σκονισμένες και σκοτεινές γωνιές του νου.

«Ποιος άφησε απεριποίητο τον κήπο της Εδέμ;», ρωτά,
το χέρι σου βαστώντας τρυφερά σκιά που σβήνει η φωνή της.
«Είναι μεγάλη η πόλη, για να βαδίζουμε χωριστά οι δυο..»
Ραγίζει μα δεν σχίζεται η καρδιά, βαστώντας το ποτάμι εντός
και το ταξίδι ως τη θάλασσα εικασία.. «Κανείς άλλος δεν θα πνιγεί»
αναφωνεί, κι ο ποταμός σκεπάζει τις όχθες των ματιών της..

«Είναι μια πόλη αυτή αγαπημένη.. είναι ένα ανθρώπινο δάσος ευχών.
Η μία ρίζα πάνω στην άλλη, μπερδεύονται τα «θέλω» και τα «μπορώ»
Μία λάθος ευχή, ένα λάθος μπορώ, ένα παραπάνω φτεροκόπημα
αρκεί να γκρεμίσει ένα μέρος του δάσους… σακατεύοντάς το.
Ποιος άκαρδος αντέχει να ταξιδεύει πάνω στο πόνο των άλλων;»

Είναι μια πόλη αυτή μαγεμένη… ένα ανθρώπινο δάσος χαμένων ευχών,
«Θέλω» που δεν γίνανε «μπορώ» από ενοχή και φόβο.
Η κόλαση θα είναι πάντα εκείνος ο δρόμος με τις καλύτερες προθέσεις.
Κι αν όλα αυτά τα προσθέσεις, η ζωή μικρή, τόσο μικρή, ώστε να χωρά
στο άνοιγμα που ποτέ δεν δώσαμε στα φτερά μας.. και στο ποτάμι
που έγινε μικρή σταγόνα στην άκρη των βλεφάρων μας.

7/3/17

Διάδρομος


Τελευταία φορά που κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, ήτανε σαράντα πέντε χρονών. Από τότε πέρασε τόσος καιρός που ξέχασε πως μοιάζει το πρόσωπό του. Οι μνήμες του γινόντουσαν ολοένα πιο θολές. Ελάχιστα πρόσωπα θυμότανε ακόμα, κι αυτά όχι ολόκληρα, μα κάποιες σημαντικές για εκείνον λεπτομέρειες.. αν τα συναντούσε τυχαία, σε κάποιο τόπο έξω από τον αναμενόμενο, εκεί που λάβανε χώρο οι μνήμες του, το πιθανότερο θα του ήτανε άγνωστα.
Ζούσε παρακμιακά, μαζεύοντας σκουπίδια του πολιτισμού και μετατρέποντάς τα σε ψωμί, ένδυμα, ακόμα και μικρούς πολύτιμους θησαυρούς. Ένα κουτάκι αλουμίνιο, ο χαλκός από ένα πεταμένο καλώδιο, ένα μπουκάλι , μια χαρτόκουτα, σήμαινε γι’ αυτόν εργασία. Ο χρόνος του είχε συντηχθεί στο σήμερα, ούτε το πριν ούτε το αύριο είχανε εξουσία να κάνουνε τη καρδιά του να ποθήσει ν’ αλλάξει τη ρουτίνα του. Το σπίτι του ένα μικροσκοπικό δωμάτιο που δεν έκανε ούτε γι’ αποθήκη, χωρίς παράθυρα. Αν και χαμηλό το αντίτιμο που πλήρωνε ανεπίσημα στον ιδιοκτήτη, ήταν από κάθε άποψη πολύ ακριβό γι’ αυτό το υγρό και σκοτεινό δωμάτιο. Αυτό όμως δε φαινότανε να τον απασχολεί, καθώς, είχε μια στέγη πάνω από το κεφάλι κι ένα χώρο κατάδικο του, όπου δεν τον είχε ενοχλήσει ποτέ κανείς.. Τα βράδια πριν κοιμηθεί, αράδιαζε γύρω του πολύχρωμα χαρτιά από καραμέλες, ετικέτες, αφίσες, περιοδικά κι εφημερίδες που μάζευε…. Τα ψαλίδιζε αλλάζοντάς τους σχήμα κι υπόσταση, και σύνθετε με αυτά στον τοίχο ανεκπλήρωτες διηγήσεις. Προτού η κάθε ιστορία ολοκληρωθεί είχε ήδη ξεκινήσει να σκεπάζεται από μια άλλη. Μόνο το ταβάνι έχασκε γυμνό από αυτές τις διηγήσεις, μουντό από το γκρίζο της υγρασίας. Σαν ξάπλωνε, υπήρχανε φορές που το ταβάνι μετατρεπότανε σε διάδρομο νοσοκομείου… κι εκείνος επάνω σε φορείο που κυλά, να βυθίζεται σε δίνη, διασχίζοντας τον ατέρμονο διάδρομο παραδομένος σε κάθε τι καλό ή κακό έλθει. Αδύναμος κι αδιάφορος για να το επεξεργαστεί… Ίσως μάλιστα ευχότανε μερικές φορές, κρυφά μέσα του, να κοιμηθεί τόσο βαθιά, που οι τοίχοι, ο διάδρομος, αν είναι πρωί ή αν είναι νύχτα, όλα αυτά, να πάψουνε να υπάρχουνε. Να κοιμηθεί τόσο βαθιά, που επιτέλους να ξαποστάσει η ψυχή του.

Σκέψεις



Η σκέψη που ορίζει ο φόβος και όχι η καρδιά, το άγγιγμα που είναι τυλιγμένο με συρματόπλεγμα και "πρέπει", η ανησυχία της αποδοχής και της υστεροθυμίας, καταδικάζουνε τις λιακάδες να είναι σπιρτόξυλα σε μικρά διαμερίσματα της ψυχής... Διαμερίσματα που αν δεν είχανε ένα μικρό παράθυρο να ατενίζει η ψυχή κάπου κάπου, θα ήτανε απαράλλαχτα τάφοι. Η αποστροφή για ό,τι "καταραμένο" κι αληθινά λεύτερο, είναι η πιο δυνατή μορφή κατάρας. Να ζεις "προστατεύοντας" την ύπαρξή σου από τη ζωή.... Ο φόβος, πως ό,τι κάνουμε, έχει επίδραση πάνω στους άλλους, οι ρίζες που δένουνε τον ένα άνθρωπο με τον άλλο, και ο τρόμος, μήπως σπάζοντας τις ρίζες μας, πονέσουνε.... είναι η πιο δυνατή μορφή κατάρας. Να νιώθεις όλα όσα είσαι, και να μην είσαι.

6/3/17

Το δάσος

"Ποτέ", σου έλεγε η γιαγιά σου, "μη περπατάς μόνη στο δάσος"... "Μη ξεχνάς τον εαυτό σου" , ήθελε να σου πει.. "μη μπερδευτείς ανάμεσα στα πολλά δέντρα, μα να κοιτάς το κάθε ένα χωριστά."
Θυμάσαι το κόκκινο πέπλο, καθώς σερνότανε ανάμεσα σε θάμνους.. Θυμάσαι; Σκιρτούσε το Δάσος, ζωντάνευε στο πέρασμά σου.. Θέλανε να σε κρατήσουνε δική τους τα κλαριά.. Η Σελήνη, μόλις που φώτιζε το πρόσωπό σου, καθώς το φύλλωμα ήτανε πυκνό.. Κι ήταν από το σκοτάδι φοβερότερο το ουρλιαχτό της σιωπής. Τόσο, που στο αλύχτισμα του λύκου, γέλασες ανασαίνοντας βαθιά…
Μα εσύ φύλαγες τον παράδεισο στα χαρτιά που έκρυβες σ' ένα μικρό συρτάρι.... Εκεί, πάνω στις αλήθειες σου, ύπουλη σπορά, σε κάθε λέξη δική σου, ο φόβος.

   Τους έκρυβες πως ήσουνα παιδί, τους μπέρδευε να καταλάβουν πως πίσω από το μπόι που έριξες απότομα, τα δυο σφιχτά καλοσχηματισμένα στήθη σου, πίσω απ' όλα όσα κάνουνε τους άλλους να σε ποθούνε στο δικό τους κόσμο, ήσουνα πάντα παιδί.
Δε φοβήθηκες στιγμή το λύκο, το δράκο, τις φωνές που σε δένανε με μαγεμένες κορδέλες σε μια πραγματικότητα άγνωστη στα παιδικά σου μάτια.. Μα τον κυνηγό τον έτρεμες. Από την πρώτη στιγμή, στο ωραίο του καλωσόρισμα, την προθυμία του να σε λυτρώσει... το ένιωσες! Δεν ήθελε να σκοτώσει το λύκο ο κυνηγός ... εσένα ζητούσε.. Τον παιδικό σου κόσμο... τις ροζ ρόγες και τα τρυφερά σου χείλη... Τι αξία είχε η ψυχή σου για εκείνον; «Αγάπη» σου έταξε... Μα η δική του «αγάπη» δε χωρά τίποτα που να μη του ανήκει.

   Μιλά ο καθρέφτης και ακούς βουβά... ποιος έκλεισε πίσω από το ψέμα την εικόνα σου; Γιατί τους άφησες; Είναι αργά;.. χάθηκαν όλα ή υπάρχει ακόμη χρόνος; Αργογλυστράνε οι μνήμες κρυστάλλινες, σε λίμνη έρημη.. Τι με κοιτάς στα μάτια και δε με βλέπεις; Τι με κοιτάς… αν δε με βλέπεις...
Πόσο όμορφο απόψε το Φεγγάρι... Πως ξεγλιστρά από τ’ ατσάλι του φόβου!...

3/3/17

Άρνηση

Κοιμάται, και ξυπνά με ανοιχτά μάτια.
Φοβάται τα βλέφαρα να κλείσει, ανασαίνει βαριά.
Κοιμάται σε μια θάλασσα από έγνοιες και φτερωτά,
χωρίς βυθό · η αίσθηση του πνιγμού δεν προσγειώνεται.
Τυλίγει το ένα της χέρι πάνω στο άλλο, κρυώνει…
Είναι τα πτερωτά που τόσο θόρυβο κάνουνε,
ή φωνές που ξεθωριάσανε, σα σκουριά στη βροχή;

Σκιάχτρο του εαυτού της το βλέμμα της.
Πως δεν έχει δικαίωμα στο φόβο φοβάται…
Ν’ αντέχει το πόνο δε φοβάται.. να μην είναι δεν φοβάται…
Φοβάται να θυμάται, να είναι, τα όρια της αντοχής της.
Τη γεύση της σκουριάς στο στόμα της φοβάται,
από όλους τους άγνωστους που δεν γνώρισε.
Φτερούγες ξεσχίζουν τα σωθικά της.
Σχοινί από όνειρα ματωμένο τ’ άντερά της ξετυλίγονται
σαν κάπου στην άκρη του να το τραβά χαρταετός.
Δεν τολμά να πιαστεί, δεν τολμά να κοιτάξει ψηλά
· κι αυτό είναι το χείριστο μαρτύριο της από όλα.

2/3/17

Μάτια γεωγραφία

Μάτια γεωγραφία....Τόποι γνωστοί και άγνωστοι, εκείνοι που ξέρεις που οδηγούνε, κι οι άλλοι.. που δε γνωρίζεις που θα σε βγάλουνε.. Κοινός παρανομαστής το δάκρυ... όταν πνιγμένο στην αλήθεια του, ξαφνιάζει συνειδήσεις.. και στρέφονται τα μάτια απορρημένα στον ουρανό, να αναζητήσουν σύννεφα ευθύνης. Μα σχεδόν πάντα, το δάκρυ αυτό, φωτιά υγρή, γεννιέται στην καρδιά ενός Ήλιου, ή μιας Πανσέληνου...

Θέλω...

Δεν Θέλω ψωμί.. το σώμα σου Θέλω..
δεν Θέλω κρασί.. τα χείλη σου Θέλω..
Ωκεανούς απέραντους ταξιδέψαμε..
Μόνο εκείνος ο γλάρος που σκούζει
πάνω στο κατάρτι με φτερούγα σπασμένη..
Σχίζει την ψυχή μου..
Δυο λουρίδες λευκό μετάξι..
Να σου χαρίσω ήθελα τη μια
στα μαλλιά να δέσεις..
Να δέσω την άλλη στην καρδιά μου.
Να μη νιώθω κάθε π' αποχωριζόμαστε.

Κορδέλες λευκές..
όταν φυσήξει δυνατά αν σκορπίσουν..
απαρατήρητες να περάσουν πάνω απ' τά πλήθη
που έχουν μάθει το γαλάζιο και κόκκινο
ν'αναγνωρίζουν.Να μη σε βρουν
στα μάτια μου έτσι γυμνή κι όμορφη..
Μη δουν τα μάτια σου και καταλάβουν
πως η νύχτα γέννημα είναι του πόθου
για Σένα..

Πόσο σκληρό να έχω μάτια μόνο να σε δω,
να κοιτώ μα να μην είσαι..
Κι αδιάφορα να βαδίζω μέχρι
το σκοτάδι να μας σκεπάσει ξανά..

Λύπη

Περιρέουσα λύπη... σκέπασε σα μια λίμνη που απλώνεται πρόσωπα, κορμιά , χειρονομίες... κι άφησε μόνο το φεγγάρι, στη χάση του, μια μικρή λεπτή γραμμή ζωής να λάμπει στα σκοτεινά νερά της... Δεν ακούς τίποτα.... γιατί στο βουβό άγγιγμα βουβά απάντησε ο πόνος. Μα το τραγούδι σου έφτασε από τα πιο σκοτεινά βάθη.. ως το φεγγάρι... και τα μάτια που το κοιτούν με τον ίδιο τρόπο..

Θεριστής

Άσπρα τα νύχια της κρυμμένα στο χιόνι, στη χιονόμπαλα
που φτιάχνει ένα παιδί για να πετάξει στο λαιμό αγαπημένου.
Ω, ξέρει μοχθηρά να κρύβεται και  τη σωστή στιγμή για να θερίσει.

Τα μάτια της βαστά  κλειστά σα νάρκες, όταν τα δεις είναι αργά.
Τα μαλλιά της τυλιγμένα είναι στη  ζωή σου, κι η πνοή σου καράβι
σπάει στα κύματα των ανέμων που σπαρταράνε στη κόμη της.

Θα μπορούσε να ήμουν εγώ, το άλλο μισό μου, το ταίρι μου…
Αν τόσο άγρια δεν είχε συνήθεια να τρέφεται από τις σάρκες της.
Θα μπορούσα να της πω «σ΄ αγαπώ», αν γλυκύτερα κατέστρεφε.

Ήμουν παιδί που την είδα να κομματιάζει έναν - έναν όσους αγάπησα,
κρυμμένη στις αγνές προθέσεις και παιδιάστικα όνειρα, ώσπου,
κατασπάραξε  το μικρό παιδί προσπαθώντας να το νταντεύσει.

Υπάρχει ένα ολόκληρο μαυσωλείο στο πίσω μέρος του μυαλού μου
σκεπασμένο με άμμο και κίτρινα φύλλα. Είναι φορές που ορκίζομαι,
ακούω να τρίζουν οι πλάκες σαν κάποιος να γρατζουνά από μέσα.

Δεν αρκεί να τραβήξω τις κουρτίνες και να μπει φως για να σωπάσουν.
Κάποιος επίμονα γυρεύει τη μνήμη του πόνου, πριν ο φόβος σα χιόνι
φτιάξει τοπία λευκά, γυρεύοντας γαλήνη στο «τίποτα δε συμβαίνει».

Ο χρόνος είναι ερπετό, το γιατρικό του είναι να δαγκώνει θανάσιμα,
να ρίχνει λήθη στη μνήμη λήθη στο «είμαι», στη λήθη τα πιο αγνά όνειρα.
Ο χρόνος είναι  φίλος που χτυπά τη πλάτη και σου λέει: «η ζωή συνεχίζεται».

Ακρωτηριασμένη. Μισή. Δηλητηριασμένη μίσος και πόλεμο, η ζωή συνεχίζεται.
Μα εσύ, μείνε τυλιγμένος την προβιά του εφησυχασμού πως η αθωότητα
κάθε που ένας άνθρωπος νιώθει σημαντικότερος κάποιου άλλου, επιβιώνει.

18/2/17

σκέψεις

Είναι στ’ αλήθεια ο πιο καλός γιατρός ο χρόνος; Ή είναι η άρνηση του εαυτού μας, που μας κάνει να αποστασιοποιηθούμε το πόνο; Εννοώ.. οι μέρες που περνάνε, μήπως είναι φτυαριές χώμα που μας κάνουνε λιγότερο ψηλά να κοιτάμε, μας κάνει ένα με το χώμα; Θεραπεύει ο χρόνος, ή μας κάνει λιγότερους; Λιγότερο ονειροπόλους, λιγότερο διεκδικητές, με λιγότερα αντανακλαστικά στα συναισθήματά… Όπως ζωγραφιά που ξέβαψε στη βροχή κι από τα πολλά της χρώματα απομείνανε αχνές γραμμές... ;

17/2/17

Ευτυχία

Το μυαλό της το μόνο καταφύγιο. Σπηλιές σφαλισμένες από τεράστιες λίθινες θύρες, που ούτε εκείνη τολμά να μετακινήσει. Μέσα τους ένα ολόκληρο οικοσύστημα, που δεν έχει καμία αντοχή στη τοξικότητα, μα ούτε κι επαφή μ’ οτιδήποτε τοξικό. Πίσω από τις κουρτίνες των ματιών της, το αβρό πρόσωπο, τους ξεχασμένους στα παραμύθια τρόπους της που την κάνανε να μοιάζει περιφερόμενη σκιά δίχως υπόσταση στο σκληρό κι απατηλό παρών της στον κόσμο των άλλων, ζούσε με χαρά παιδική στο δικό της παράδεισο αλλά και τη δική της κόλαση, που αποτελούσε προαύλιο του παραδείσου. «Ξωτικιά» την αποκαλούσανε οι πιο κοντινοί της που ωστόσο κι αυτοί απέχανε έτη φωτός από εκείνη.
«μαγεία είναι, οτιδήποτε αγαπάς… ο τρόπος της αγάπης το αλλάζει, το κάνει ομορφότερο, δυνατότερο…»
«Κι η φαντασία; Δεν είναι μαγική η φαντασία;»
«Μικρούλα μου, η φαντασία είναι απλώς φαντασία.. μαγική μπορεί να είναι μόνο η πραγματικότητα, μόνο ότι γίνεται να υπάρξει και μέσα του να χαθείς.. να το ζήσεις!»
Κουβέντες μιας άλλης εποχής, παιδούλα ήτανε τότε, με τη γιαγιά της… Καθώς η μάνα της την εγκατέλειψε για να ζήσει αβίαστα το μεγάλο της έρωτα, αλλά και για να απαλλαγεί από το φορτίο να μεγαλώσει ένα παιδί που αμφίβολο αν μπορούσε ποτέ να σταθεί μόνο στα πόδια του, η γιαγιά της υπήρξε ο μόνος γονιός αλλά και η μόνη πραγματική της φίλη. Μετά το θάνατό της, η πραγματικότητα στην οποία βρέθηκε έγινε τόπος αφιλόξενος, κι εχθρικά θλιβερός. Χωρίς να το καταλάβει, άρχισε να φτιάχνει τη δική της πραγματικότητα και να κλείνεται όλο και περισσότερο μέσα της, για να ζήσει! Τα πιο όμορφα που είχε γνωρίσει και όσα ήθελε να γνωρίσει, υπήρχανε σε αυτό τον κατάδικό της κόσμο.. Κρυστάλλινα νερά από ένα ρυάκι που βούταγε τα χέρια της μικρή, όταν η γιαγιά της την πήγαινε τα καλοκαίρια στα πατρικά της εδάφη.. στην αντίπερα όχθη του , που ήτανε σκεπασμένη από πυκνή βλάστηση, βρίσκανε καταφύγιο βάτραχοι και πουλιά, δίνοντας μία ιδιότυπη συναυλία. Τεράστιοι θησαυροί κρυμμένοι σε μικρά βότσαλα.. Η γιαγιά της γνώριζε τα πετρώματα, και τα είχε διδαχτεί καλά…  Πόσα χιλιάδες χρόνια, πόσα διαφορετικά υλικά από της αρχή της ύπαρξης του κόσμου, για να φτάσει σ’ εκείνη ένα μικρό κομμάτι πετρώματος… Κάποια από αυτά ήτανε οργανική ύλη.. μέρος ενός πλάσματος που διψούσε, πεινούσε, που όπως όλοι αγαπούσε τη ζωή, και φοβότανε το θάνατο… Τόσο ασήμαντα όλα και μαζί τόσο σημαντικά..  Η ασημαντότητα σε όλες της εκφάνσεις, είναι ότι πιο αιώνιο και πολύτιμο μπορεί κανείς να κατέχει ή να είναι ποτέ. Όπως μια τόση δα στιγμούλα, μικρότερη κι από τη στιγμή που ένα βότσαλο που κάποιος εξφενδόνισε,  αγγίζει το νερό και ξεκινά να βυθίζεται στη λίμνη.
«Είμαστε ένα πολύχρωμο παζλ» σκεφτότανε, «από πετραδάκια, ήχους, αγγίγματα.. από διάφανες σιωπές και πολύχρωμα δάκρυα που μέσα τους κοιμούνται κι ονειρεύονται ουράνια τόξα… είμαστε το σύννεφο που ταξιδεύει και η βροχή ή το χιόνι ή το χαλάζι που σκορπά ο άνεμος.. και που με τη σειρά τους θα ξεδιψάσουνε τον πόθο για ζωή… Μα πιο πολύ, είμαστε, είμαι, όσο μπορεί να είναι κάποιος κάτι περισσότερο από τη λάμψη που αντανακλάται στο νερό ή το μέταλλο, ή τη πέτρα, ή το λευκό οστό ακόμη, είμαι, ταξίδι.»
Το αναπηρικό της καροτσάκι, ήταν εκεί για να ξεγελά τους άλλους.. τους υποκριτές που πιστεύουνε πως όλα έχουνε την ανατομία μιας πεπερασμένης εξήγησης. Πριν κάποια χρόνια, οι ίδιοι θα λέγανε πως η γη είναι επίπεδη, κι αν τώρα δέχονται πως είναι στρογγυλή και η γη είναι ένα ουράνιο σώμα όπως τόσα και τόσα άλλα, είναι μονάχα γιατί το διδαχτήκανε. Τα όριά τους, σταματάνε στο φόβο να αναμετρηθεί το πεπερασμένο τους γνωστό με ό,τι δε γνωρίζουνε, δε φαντάζονται, δε μάθανε ότι υπάρχει. Αν είναι δυνατό, να έχουνε τα θαύματα όρια, να έχει όριο η ζωή.

Το σωματάκι της ήτανε αδύναμο πια, ένα ζωντανό λείψανο… οι νοσηλευτές, δεν βρίσκανε τρόπο να κάμψουνε την όλο και πιο παρατεταμένη αποχή της από το φαγητό και τη συμμέτοχή της στα κοινά. Παρατηρούσανε με έκπληξη την ευτυχία που συχνά στόλιζε σα φωτοστέφανο το πρόσωπό της, αδυνατώντας να το εξηγήσουνε με κοινή λογική.

Η ευτυχία της Ευτυχίας, γιατί έτσι λεγότανε το κορίτσι, έμελλε σύντομα να τραυματιστεί ανεπανόρθωτα. Ο πόλεμος έφτασε σε μια στιγμή, έξω από τη λίθινη πόρτα της και τη βομβάρδισε… Τα ματάκια της ανοίξανε έντρομα, κοιτώντας όλες αυτές τις ψυχές ολόγυρά της να φτερουγίζουνε τρομαγμένες, μη βρίσκοντας τρόπο ή τόπο να πετάξουνε, με φτερά σπασμένα  ακόμη ή και χωρίς καθόλου φτερά… Η πραγματικότητά της και η πραγματικότητα του κόσμου, σμίξανε. Κι αν μπορούσε να ανεχτεί τη δική της δίψα, πείνα, να καταλαγιάσει το δικό της φόβο, δε μπορούσε ωστόσο να κάνει το ίδιο  για όσους κοίταγε γύρω της. Τα παιδιά, τα νεαρά κορίτσια κι αγόρια, τη Λουΐζα, την σκυλίτσα που είδε σακατεμένη… Θα ήθελε να τους φωνάξει, να τους πει «ελάτε δω, ελάτε να κρυφτείτε στον κόσμο μου, ώσπου ο κόσμος να γίνει πάλι δικός σας!»..  Μα αυτός ο κόσμος, φτιάχτηκε μόνο για κείνη και μόνο εκείνη μπορούσε να δει…  Πως να προσκαλέσεις κάποιον σε ένα μέρος που γι’ αυτόν δεν υπάρχει; Έτσι η Ευτυχία διάβηκε τη κομματιασμένη λίθινη πόρτα του κόσμου της, εκθέτοντας τον εαυτό της σε μια πραγματικότητα διαφορετική από εκείνη που ανήκει.
Το καροτσάκι της βρέθηκε κομματιασμένο, κάτω από την πλάκα του δεύτερου ορόφου..  Το μικροκαμωμένο κορμί που βρέθηκε εκεί κοντά, τσακισμένο,  σκεπασμένο από πληγές και χώμα, ήτανε δικό της… ακόμα ανάσαινε… τα χείλη του κινηθήκανε αργά και απαλά… Ο διασώστης έσκυψε πάνω της, «όλα θα πάνε καλά, σε βρήκαμε τώρα, όλα θα πάνε καλά!» Της είπε να την ενθαρρύνει… Η Ευτυχία, δάκρυσε… κουνούσε ακόμα τα χείλη. Ο άντρας πλησίασε το αυτί του ν’ ακούσει… άψυχοι οι ήχοι, μα τους άκουσε, προτού το κορίτσι σιωπήσει για πάντα: «μακάρι να μπορούσα να σας πάρω μαζί μου»….  

8/2/17

Τριαντάφυλλα

   Τριαντάφυλλα στο στόμα, κυλάει το αίμα από φιλί σε φιλί, από στόμα σε στόμα. Βάζει τελεία το σκοτάδι. Όχι, φυσικά και δεν είναι τέλειο ούτε το σκοτάδι, κανείς δεν είναι τέλειος. Πολλές οι χαραμάδες, οι σκέψεις, οι τύψεις… τα φωνήεντα. Μετά από λίγο παράταιρα μοιάζουνε όλα και η γλυκιά μέθη δίνει τη θέση της σε δίνη. Μία δίνη που άλλοτε σε ανεβάζει ψηλά χωρίς δίχτυ ασφαλείας κι άλλοτε σε τραβά στον πάτο.. μα κι αυτός ατελής. Πάντα υπάρχει χώρος να πέσεις πιο χαμηλά. Κι έτσι οι πιο συνειδητοποιημένοι απλώς αφήνονται κι απολαμβάνουνε την ροή των πραγμάτων. Απολαμβάνουνε αυτό που δεν μπορούνε να αλλάξουνε: τη φθορά. Κι εν τέλη κατορθώνουνε, οι πιο τολμηροί από αυτούς να βρούνε κάποια κομμάτια από τις σάρκες τους..  Τα κάνουνε παπούτσια, τοτέμ, καμβά ζωγραφικής… κι ενίοτε τα χαράζουνε και τα κόβουνε σε ακόμα μικρότερα κομματάκια. Τα βάζουνε στη σειρά, ανασύροντας από την μνήμη και την τριβή τους με τον κόσμο, όσων γνωρίσανε, κι άλλα μικρά κομματάκια. Τα ταιριάζουνε ακούγοντας μουσική και ήχους από νύχια που σπάζουνε στη προσπάθεια να κρατηθούνε από κάπου, σα να είναι μέρος ενός παζλ… Κι αναζητάνε στη θλιβερή σύνθεση την εικόνα του όλου, προσπαθώντας να προσδιορίσουνε το στίγμα τους… Το παράξενο είναι, πως τελικά όλο αυτό αποδίδει… Κι από εκείνους που γυμνωθήκανε, ξεσχιστήκανε, ματώσανε, γίνανε κομμάτια, προκύπτουν οι πιο όμορφες αλήθειες, παρότι με τον πλέον φρικιαστικά μαρτυρικό τρόπο. Γιατί μόνο όσοι κομματιάσανε την εικόνα τους και χάσανε τον εαυτό τους, έχουνε τρόπο και δύναμη αναδημιουργώντας απ’ ότι απέμεινε από τα λαμπερά ψέματα, τις μαραμένες προσδοκίες, τις γνώσεις με τις οποίες ανατραφήκανε, μόνο αυτοί, κρατώντας εκείνο που άντεξε, που μοιράστηκαν, που κέρδισαν χάνοντας κάθε πλάνη, μπορούνε να δούνε και να νιώσουνε αληθινά, την μεγάλη εικόνα του κόσμου μέσα τους, και το αντίστροφο.

Ζωή

    Οι μέρες σα τρυποκάρυδος σκάβανε όλο βαθύτερα στη καρδιά της Οι νύχτες ωστόσο ήταν χειρότερες· σκάβανε σα τρωκτικό. Δαγκώνανε τα σωθικά, κομματιάζανε τα πιστεύω της... Την κάνανε να κλαίει, κρυφά, μη το καταλάβουνε τα παιδιά, οι γονείς, ο σύζυγος, κι ύστερα θα έπρεπε να εξηγεί.. Να εξηγήσει τι, που δε γνώριζε και η ίδια τι συνέβαινε, γιατί ήτανε τόσο δυστυχισμένη.... Γιατί;
Δεν είναι λίγες οι φορές που ο θύτης ερωτεύεται το θύμα. Ιδίως, όταν ο θύτης είναι γέννημα του ίδιου του θύματος. Έτσι και το μικρό τρωκτικό, αγάπησε τη γυναίκα που τόσο αφοσιωμένα πια, βασάνιζε κάθε βράδυ. Στην αρχή ήτανε απλώς όνειρο, έπειτα έγινε σκέψη, φαντασίωση, εμμονή. Κάθε νύχτα τυλιγμένη αόρατα δάκρυα, όταν όλα τα φώτα σβήνανε, ταξίδευε προς μία αθέατη Πανσέληνο, ζωγραφισμένη από χρυσό κι ασήμι πάνω στα πελώρια κύματα της ζωής της.. Στάζανε τα δάκρυα στα κύματα κι εκείνα για λίγο χαμηλώνανε φτιάχνοντας γεφύρι από σπασμένους καθρέφτες τ’ ουρανού και νεκρά άστρα. Τότε βάδιζε ξυπόλητη ώσπου με ματωμένα τα πόδια έφτανε σε μια ολόφωτη από τη Πανσέληνο πίστα, στη μέση του πουθενά. Τρεμούλιαζε η καρδιά, από δειλία και το ψύχος, μα τότε ερχόταν εκείνος, απαλά της έπιανε την παλάμη και της ζητούσε να χορέψουνε. Άναβε ο ουρανός όλα τα άστρα, σκοτείνιαζε απαλά η σελήνη κι η τρυφερή μελωδία ενός ταγκό, νανούριζε κάθε πόνο, καθώς ακουμπούσε την καρδιά του..
Κάθε πρωί της έλειπε όλο και πιο πολύ εκείνος ο άγνωστος.. και κάθε βράδυ, ένα δάκρυ ολοένα πικρότερο, άνοιγε δρόμους στα κύματα να τον ανταμώσει σε μια Πανσέληνο πλασμένη από την βαθύτερή της ανάγκη να Υπάρξει.. να υπάρξει σα γυναίκα, σαν άνθρωπος που έχει ανάγκη να αγαπηθεί και να αγαπήσει.. Αν το πίστευε με ειλικρίνεια πως αυτό μπορεί να συμβεί, η αθέατη πανσέληνος ίσως να μην είχε υπάρξει ποτέ.. κάθε νύχτα μεγάλωνε το φωτεινό στεφάνι να χωρά τη παγερή της μοναξιά.
Χαράματα.. κι έπαιρνε το δρόμο του γυρισμού, ματώνοντας τα πόδια ακόμη μια φορά στο μοναχικό ολόδικό της μονοπάτι, ακροπατώντας μη ξυπνήσει κάποιος… βαστώντας την ανάσα και τον ενθουσιασμό βαθιά στα στήθη, κρυφά, σα παιδί που φοβάται το μάλωμα επειδή αμέλησε το διάβασμα για να παίξει, να κοιμηθεί, να ονειρευτεί… Και τότε έγινε το κακό… Κάποιος άναψε το φως, και το μονοπάτι σκόρπισε στα αφρισμένα φτερωτά της θάλασσας που τρομάξανε… Το αγαπούσε το μπλε της θάλασσας.. κι η θάλασσα την αγαπούσε, την είχε κόρη, υπό την προστασία της. Ήξερε να της μιλά, να τη παρηγορεί.. να την κρατά στην αγκαλιά της όταν άλλη αγκαλιά δεν υπήρχε… Μα αυτό που της αποκαλύφθηκε κάτω απ’ τίς φτερούγες των κυμάτων ήτανε άγριο και σκοτεινό, ξεπερνώντας τις αντοχές της… Άρχισε να πνίγεται, αδύνατο ν’ ανασάνει.. Τα μάτια της πλημυρίσανε τρόμο.. Κούναγε απέλπιδα πόδια και χέρια χωρίς νόημα, χωρίς σκοπό.. Κι έπειτα εντελώς ξαφνικά, αφέθηκε να βουλιάζει σε μια αδιάφορη άβυσσο. «Η ζωή μου!» , πρόλαβε να σκεφτεί.. ύστερα σιωπή στις σκέψεις της.. Μόνο η ψυχή της θρηνούσε, χωρίς θρόισμα, χωρίς ίχνος πως θρηνεί, την αιχμαλωσία της.
«Πόσο καιρό υπνοβατούσε; Γνωρίζετε;»…
« Την είχα δει άλλες δυο φορές… δεν της είπα τίποτα, μη τρομάξει… Τρομάζει εύκολα όταν κάτι αφορά την υγεία της. Έμενα άυπνος να την κοιτώ, να σιγουρευτώ πως όλα είναι εντάξει.. Στριφογυρνούσε στο σαλόνι, χαμογελώντας… Κι εγώ την καμάρωνα, γιατί σπάνια την είχα δει στα τόσα χρόνια να χαμογελάει τόσο ανέμελα, τόσο ευτυχισμένα!.. Αυτό ήταν περίπου πριν τρεις μήνες..»
«Η σύζυγός σας, δεν πάσχει από κάτι οργανικό… όλα φαίνονται φυσιολογικά.. Άγνωστο γιατί δεν αντιδρά… ούτε καν συσπά τα βλέφαρά της, δεν ονειρεύεται. Όμως όλα λειτουργούνε σωστά.. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε, να περιμένουμε.»

    Πόσο γλυκιά σήμερα, πόσο όμορφη! Απολάμβανε τα γαλαζοπράσινα νερά που τα χρωματίζανε τα πεύκα κι ο ουρανός. Πως έλαμπε η άμμος στ’ άγγιγμά της!... Κι ο άνεμος, με ελαφριά ταραχή ερωτοτροπούσε απαλά με την αιώνια ψυχή της… Πόσο απέραντη αυτή η ομορφιά, πόσο πλανεύτρα! Έτσι ξεγέλασε την αγαπημένη του και του έκλεψε τη ζωή , παρασέρνοντάς την όλο βαθύτερα , ώσπου αποφάσισε να την κρατήσει δική της.. Την επέστρεψε δίχως ψυχή… δίχως πνοή.. χωρίς ορίζοντα στα μάτια. Κράτησε τη ψυχή της κι επέστρεψε ένα άδειο κορμί.. Κι ήτανε τόσο όμορφα τα μαλλιά της ακόμα, όπως τα στεφανώνανε τα φύκια, τόσο άσπρη η επιδερμίδα της… Τόσο άδικος ο χαμός της!..
Από τότε τη μίσησε. Ήτανε φορές που με το καΐκι του αγνοούσε τον κακό καιρό, τον δαίμονα μέσα της.. Δεν τον προκαλούσε απλώς, σχεδόν τον παρακαλούσε.. Λες κι η ψυχή του θα έβρισκε το λυτρωμό αν είχε το ίδιο τέλος μ’ εκείνη.. Ας σμίγανε πάλι, έστω και κάτω από τα κύματα… αν ήτανε μαζί, τι νόημα θα είχε να ελπίζει σ’ έναν άλλο παράδεισο; Ποιο νόημα να έχει χέρια, στήθος, πνοή, όταν η αγκαλιά του αδειανή; Τέτοια ζωή αβάσταχτη..
Εντάξει, δεν την γνώριζε δα όλη του ζωή …. Τρία χρόνια μόνο… Τόσο τον αξίωσε ο Θεός.. Τρία χρόνια που αλλάξανε τη ζωή του και του αποκαλύψανε το λόγο που πλάστηκε ο κόσμος: μόνο για να γεννηθεί Εκείνη. Ευλογημένος που τη γνώρισε και μοιράστηκε μαζί της, για όσο, τη ζωή... Γιατί ο κόσμος υπάρχει ακόμα;… Οι μέρες και οι νύχτες… Πως αντέχουν τ’ άστρα ν’ ανάβουνε κάθε βράδυ, έτσι όπως ορφάνεψαν από το βλέμμα της; Με ποια δύναμη ο ήλιος καταφέρνει να σέρνεται ως την ανατολή.. ; … Κι εκείνος; Γιατί αναπνέει; Τέτοιες ήταν οι στιγμές, αβάσταχτες, όπου αγνοούσε τη φουρτούνα και τον άνεμο, και χωρίς ίχνος φόβου ανοιγότανε μεσοπέλαγα… Αυτός ο Θεός κι η θάλασσα…. Περιφρονώντας την δύναμη και των δυονών…
Η Πανσέληνος έμπαινε στο δωμάτιο, από το μικρό παράθυρο που δεν είχε κουρτίνα, φωτίζοντάς το απ’ άκρη σ’ άκρη… μαζί και τις σκέψεις του.. Εικόνες τον επισκέφτηκαν από Πανσέληνους άλλες και δεν λογάριαζε πια να κοιμηθεί μη σωπάσουν.. και του μείνει μόνο ο πόνος συντροφιά. Τούτες οι μνήμες, είχαν το άρωμά της, το φως από το χαμόγελό της, την γλυκύτητα των τρόπων της… Ο άνεμος τράνταζε την εξώπορτα… που ήτανε κι η μοναδική πόρτα του σπιτιού του, μιας κι επέλεξε από όταν συνέβη το ατυχές γεγονός, να μη μείνει στο σπίτι που ετοιμάζανε για να ζήσουνε, αλλά σε ένα άλλο, που είχε παλαιότερα ένας θείος του, δίπλα στη θάλασσα, χτισμένο πάνω στο πλάτωμα ενός βράχου.. Πιο πολύ παράγκα ήτανε, παρά σπίτι.. Δεν ήθελε να κατοικεί μονάχος στο σπίτι τους. Μα η Πανσέληνος που τόσες φορές κοιτάζανε μαζί, ήρθε και τον βρήκε, φέρνοντάς του εκείνην… Καθώς στριφογύριζε το δωμάτιο γινότανε όλο και πιο μικρό. Δεν τον χωρούσε πια.. Έτσι φόρεσε τα ρούχα, τις γαλότσες, το αντιανεμικό, και κίνησε για το καΐκι του… Έλυσε τα σχοινιά, κι έβαλε ρότα για το φεγγάρι… Δεν άργησε να ευθυγραμμιστεί με το φωτεινό του μονοπάτι.. Χαμήλωσε τη μηχανή κι αφέθηκε να το ακολουθεί… Κάπου κάπου, του φαινότανε σα να έβλεπε εκεί που έσβηνε το φως, τη σιλουέτα μιας γυναίκας που χορεύει.. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία.. Τα κάνει τέτοια τερτίπια η θάλασσα τη νύχτα… Ένα μικρό σύννεφο, μια σκιά… σε ξεγελά και σου φανερώνει εκείνα που ίσως, θα ήθελες να δεις… Μα σύντομα άρχισε να αναρωτιέται αν κοιμότανε… και το ταξίδι του λάμβανε χώρο σε ένα όνειρο.. Γιατί όσο περνούσε η ώρα έβλεπε τη γυναίκα καθαρότερα, ξεχώριζε πια τη μορφή της, τα μαλλιά … απολάμβανε το ρυθμό του κορμιού της, και σχεδόν άκουγε τη μελωδία… Το θεώρησε της μοίρας του αυτό το μονοπάτι και συνέχισε να προχωρά .. Σχεδόν την έφθασε, χόρευε πια μπροστά στην καρίνα …. Έστριψε προσεχτικά το τιμόνι, να τη πλευρίσει.. Να δει από κοντά αυτό το αλλόκοτο θαύμα, τούτο το μυστηριώδες πλάσμα της θάλασσας… και τότε την έχασε.. Σαν να μην υπήρχε ποτέ, σα να τον γελούσανε τόση ώρα τα μάτια του, εκείνη, δεν ήτανε πια εκεί. Σώπασε τη μηχανή.. σταμάτησε.. κι αφέθηκε στο κύμα να τον ορίζει… Βγήκε από τη καμπίνα, και γονατίζοντας στα ξύλινα σανίδια, έσκυψε και κοίταξε στα κύματα και τότε την είδε πάλι! Να προσπαθεί απέλπιδα να ανέβει στη επιφάνεια.. Να κουνά τα χέρια κοιτώντας τον κατάματα.. φωνάζοντας βουβά: «Σώσε με!»… Ήταν αντικριστά του… δε το σκέφτηκε.. έβγαλε τις γαλότσες και πήδηξε στο νερό.. Άπλωσε τα χέρια του να την πιάσει… Μα εκείνη όλο και βούλιαζε.. Βούλιαξε μαζί της, μη την χάσει. Σχεδόν την τύλιξε με τα χέρια… μα τα χέρια του δεν σφίξανε τίποτα.. Εκείνη, σα να μην ήτανε ποτέ εκεί… Έκανε αγωνιώδη προσπάθειες να τη βρει, ψάχνοντας ξανά και ξανά.. μα τίποτα. Ειδοποίησε την ακτοφυλακή… Τα λόγια του, ακουστήκανε λόγια μεθυσμένου.. Πανσέληνος.. αναμνήσεις.. και πόνος. Κακός συνδυασμός για την λογική. Επειδή όμως γνωρίζανε πως είναι έμπειρος ναυτικός, ψάξανε ακολουθώντας τα θαλάσσια ρεύματα για αρκετές ώρες.. Κι εκείνος έμεινε ν’ αναρωτιέται, αν στ’ αλήθεια την είδε ή το μυαλό του άρχισε να του φτιάχνει παιχνίδια…
Τον επόμενο καιρό δεν κατάφερνε να ξεχάσει όσα είδε. Έκλεινε τα βλέφαρα κι έβλεπε τα γεμάτα αγωνία μάτια της να τον κοιτάζουν ορθάνοιχτα.. άκουγε ακόμα και την κραυγή της, «Σώσε με!!!»… Όλο πιο έντονα όλο πιο συχνά τον κυρίευε η απελπισία της άγνωστης γυναίκας. Πέρασε κι άλλες φορές από εκείνο το σημείο με το καΐκι, ποτέ όμως νύχτα… Νύχτα το απόφευγε. Ίσως υποσυνείδητα να είχε πιστέψει πως η γυναίκα ήτανε, αν υπήρξε, στοιχειό της θάλασσας. Το φάντασμα κάποιας αδικοχαμένης ψυχής… Κι αν ήταν έτσι, αν τον κρατούσε εκείνη η άγνωστη στην αγκαλιά της, τότε πως θα έβρισκε τη δική του αγαπημένη; Την θάλασσα δε την φοβότανε, ούτε τον χαμό. Αυτό όμως, τον τρόμαζε. Μα και πάλι, αδύνατο ν’ αγνοήσει αυτά τα μάτια και αυτή την κραυγή: «Σώσε με!..»

   «Ασήμωσε να σου πω την μοίρα σου.. Είσαι καλός άνθρωπος, μα κάποιος έχει βάλει κακό στο νου για σένα! Ασήμωσε και θα σου ποιος και πως να φυλαχτείς… »… Όσες φορές κι αν ακούσεις τις γύφτισσες, τα ίδια θα λένε.. Κι αν είναι καμιά κοπέλα, θα της τάξουνε και μια καλή τύχη.. Πιάνανε ένα τόπο, το σαρώνανε με ζητιανιά και κλεψιά, σκαρφιζόντουσαν χίλιους τρόπους να γδύσουν τον κόσμο.. Κι ύστερα όπως εμφανιστήκανε, έτσι ξαφνικά και φεύγανε. Σ’ εκείνον, με το σκαμμένο απ’ τον ήλιο, τον αέρα και το αλάτι πρόσωπο, δεν πηγαίνανε. Έμοιαζε άγριος, μα πιο πολύ από άγριος παράξενος. Τον προσπερνούσανε σα να μην ήταν εκεί, προτιμώντας τους υπόλοιπους θαμώνες του καφενείου. Εκείνη η νεαρή κοπέλα όμως, ήρθε και στάθηκε μπροστά του παρατηρώντας τον με το αλλόκοσμο βλέμμα της. Δεν έμοιαζε γύφτισσα, ήτανε ξανθιά με κατακόκκινο από τον ήλιο δέρμα, γεμάτο φακίδες… Φορούσε ένα πολύχρωμο μακρύ φουστάνι, κι έτσι όπως πέρναγε εμπρός του, στάθηκε, γύρισε, κι έμεινε να τον κοιτάζει για λίγο, πριν πει: «δως μου το χέρι σου»… Τα μεγάλα της μελιά αμυγδαλωτά μάτια, τον ζέσταναν. Άφησε τη παλάμη του πάνω στη δική της.. Κι εκείνη, χάιδεψε αργά, σχεδόν ερωτικά το ροζιασμένο χέρι με τα ακροδάχτυλά της.. Έπαιζε. Άλλωστε παρά την παραμελημένη κι άγρια όψη του ήταν ωραίος άντρας. Κι ενώ μελετούσε χωρίς αληθινά να μελετά την παλάμη, κάτι είδε.. πάγωσε.. Το ένιωσε στο αίμα της όπως τον άγγιζε. « Να προσέχεις! … Ζεις ανάμεσα σε δυο κόσμους. Σου στέλνει κάποια… ζει και αυτή σε δυο κόσμους… Αν τη βοηθήσεις θα σωθείτε κι οι δυο από μεγάλο μαρτύριο…» .., «Ποιος τη στέλνει; Ποια;» … Η κοπέλα σήκωσε τα μάτια της, τον κοίταξε.. «Δεν ξέρω!» είπε βιαστικά, και τραβώντας τη παλάμη της έφυγε όσο γρηγορότερα μπορούσε μη περιμένοντας ούτε τ’ ασήμωμα.. Το περιστατικό αυτό τον έβαλε σε νέες σκέψεις. Ίσως τη γυναίκα στα όνειρά του να την έστειλε η αγαπημένη του.. Ίσως είχε κάποιο μήνυμα να του δώσει.. Το σίγουρο ήτανε έτοιμος πλέον, να ξαναπάει … ακολουθώντας στον κατάλληλο καιρό, πάλι το μονοπάτι του φεγγαριού… Ένα ταξίδι, που ωστόσο, δεν έμελλε να γίνει ποτέ..

    Πλησίαζε Δεκέμβρης… Ο θάνατος φτερούγιζε στον αέρα… του έτρωγε τα σωθικά… Οι πρώτες νιφάδες τον βυθίσανε σε μεγαλύτερη κατάθλιψη. Δεν είχε δύναμη να δει κανένα.. και κανένας δεν τον είχε δει μέρες τώρα… ούτε η θάλασσα. Απέφευγε να βγει από το σπίτι… Έτρωγε μετά βίας… ξάπλωνε… σηκωνότανε... στριφογύριζε σαν αγρίμι στο κλουβί. Τα σύννεφα είχανε καλύψει τον ουρανό, κι ο αέρας παγωμένος με πολλά μποφόρ… Απαγορευτικός. Σα να μην έφτανε αυτό, είχε έλθει από την θάλασσα πυκνή ομίχλη κι η ορατότητα μηδενική… Το ραδιόφωνο απέκλειε σύντομη μεταβολή του καιρού. Η εστία έκαιγε ασταμάτητα.. Τότε άκουσε χτύπο στην πόρτα.. στην αρχή δεν έδωσε σημασία, φαντάστηκε πως είναι ο βοριάς. Η πόρτα ξαναχτύπησε.. παραξενεμένος ποιος να ήτανε με τέτοιο κρύο, σηκώθηκε από το τζάκι και προχώρησε επιφυλακτικά προς την πόρτα.. «Ποιος είναι;» φώναξε δυνατά, μα απόκριση δεν πήρε. Άνοιξε την πόρτα και η ομίχλη γλίστρησε μέσα στο καλύβι.. Μόνο η βοή του ανέμου.. Κανείς… Αμπάρωσε τη πόρτα και στράφηκε να κινηθεί προς τη φωτιά… στο πάτωμα υγρές πατημασιές… σήκωσε το κεφάλι, κοίταξε ολόγυρα μα τίποτα… Τα έβαλε πάλι με το μυαλό του, αγνόησε το γεγονός και ξανακάθισε στο τζάκι. Στις άκρες της εστίας η στάχτη σχημάτιζε ένα παχύ στρώμα.. Δεν είχε ασχοληθεί να την αδειάσει… Επάνω στη στάχτη, με έκπληξη είδε γραμμένο ένα όνομα… ένα όνομα που γνώριζε καλά: «Ασημίνα». Έτσι λέγανε την αγαπημένη του…. Τινάχτηκε πάνω, κοίταξε πάλι ολόγυρα.. τίποτα.. αλλά τα νωπά ίχνη ήταν ακόμα εκεί… Ίσως ήτανε κι η ίδια εκεί μαζί του…. μα όσο κι αν έψαξε για κάποιο σημάδι, δε βρήκε… Ξημερώματα πια, αποκαμωμένος, ξάπλωσε και κοιμήθηκε….
Δυο γυναίκες στεκόντουσαν πάνω από το κεφάλι του όταν άνοιξε τα μάτια.. Η μια ήταν η Ασημίνα.. Η άλλη ήταν η γυναίκα που είχε δει να χορεύει στη πανσέληνο εκείνο το βράδυ και που ύστερα χάθηκε… Πόσο ήρεμα τα μάτια της τώρα… Χαμογελούσανε … Μυρωδιά φρεσκοψημένου καφέ στον αέρα! Και το παράθυρο γεμάτο χιόνι… Η Μίνα κάθισε πιο κοντά του, κι έγειρε πάνω του κρατώντας τον αγκαλιά.... Δάκρυσε από χαρά! Η άλλη γυναίκα αμίλητη, τους κοιτούσε χαμογελώντας… Δεν είχε νου για συστάσεις.. Του αρκούσε που κρατούσε την αγαπημένη του αγκαλιά… Όλα όσα ήθελε, είχε ανάγκη, ήθελε να γνωρίζει, ήτανε μέσα σε αυτή την αγκαλιά! Ύστερα η ξένη γυναίκα σηκώθηκε όρθια… ακούμπησε το χέρι της πάνω στον δεξί ώμο της Μίνας… κι αυτή, με μια αργόσυρτη ανάσα, έλυσε τα χέρια της απ’ το κορμί του, έπιασε τα δικά του, και μέσα τους ακούμπησε ένα μικρό διπλωμένο χαρτί.. έσκυψε στο αυτί και του ψιθύρισε… « τη λένε Ζωή!». Κι ύστερα, σα να φύσηξε ο άνεμος και να τις πήρε εξαφανιστήκανε και οι δυο… Τινάχτηκε όρθιος, έτρεμε και η καρδιά του κόντευε να σπάσει… Κανείς!.. πάλι μόνος του… ένα όνειρο ήταν μόνο.. το μπρίκι άδειο… Κανείς…
Τότε συνειδητοποίησε πως στη σφιγμένη παλάμη του, κρατούσε ακόμα το χαρτί. Το σοκ μεγάλο… ξεδίπλωσε αργά το χαρτί.. μέσα του διπλωμένο ένα άσπρο φτερό.. δυο λέξεις.. «Βρες με» ….. κάθισε στο κρεβάτι και κοίταζε μια τις λέξεις στο χαρτί μια το φτερό.. «Τη λένε Ζωή», ψιθύρισε…. Και το χέρι του έτρεμε..
Τώρα είχε ένα φτερό, κι ένα όνομα.. Κι ήτανε κι η Ασημίνα στη μέση… Τι σχέση είχαν όλα αυτά μεταξύ τους; Τι σχέση είχε αυτός ή η Ασημίνα με τη Ζωή; Τι σημαίνει το φτερό; Να ψάξει.. να ψάξει που; Πως; .. Το κεφάλι του κόντευε να εκραγεί, μα από την άλλη, όλη του η μελαγχολία είχε εξαφανιστεί μέσα σ’ εκείνη την αγκαλιά όπως το χιόνι λιώνει στη φωτιά. Το κορμί του γέμισε πάλι δύναμη, το μυαλό άρχιζε πάλι να λειτουργεί… Έφτιαξε ένα καφέ, καθώς προσπαθούσε να σκεφτεί από πού να αρχίσει… Η γυναίκα αυτή πνίγηκε άραγε όπως η Ασημίνα και δεν έχει βρεθεί η σωρός της; Ανέσυρε από τη μνήμη του όλη τη σκηνή που έζησε όταν την πρωτοείδε…. Μα δε κατέληγε πουθενά…
Την περισυλλογή του έσχισε ο πένθιμος ήχος της καμπάνας.. .. σε ένα μικρό νησί, όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους… Αποφάσισε να βγει στην πλατεία του χωριού να ακούσει τι συνέβη… Το χιόνι έπεφτε ασταμάτητα, αν δεν είχε αέρα θα το έστρωνε και στα βράχια της Θάλασσας… Στο λιθόστρωτο μονοπάτι, περνούσανε δυο γυναίκες.. Τις άκουσε.. Μιλάγανε δυνατά για να νικήσει η φωνή τους τον άνεμο. Λέγανε για μια γυναίκα που βρέθηκε νεκρή, θαμμένη βαθιά στην άμμο… «Η Θάλασσα την ξέθαψε, κι ευτυχώς, πριν την τραβήξει μέσα της, την βρήκε ο Ψαραντώνης, που με άλλους δυο πηγαίνανε για να τραβήξουν στη στεριά τη βάρκα τους, μην την βουλιάξει ο αγέρας.. ούτε που καταλάβανε στην αρχή πως ήταν άνθρωπος…» …. «Έγκλημα δηλαδή;» …. «Αν δεν ήτανε φόνος γιατί να τη θάψει; Είπανε πως ήταν εκεί πάνω από δυο μήνες… » …. «Την καημένη.. Ο Θεός ας αναπαύσει την ψυχούλα της. Μάθανε ποια είναι; …» … «Δεν άκουσα κάτι..»
Για να φτάσει στη χώρα, περνούσε αναγκαστικά από τον μικρό λιμένα… εκεί δένει κι ο Ψαραντώνης την βάρκα του. Κάπου εκεί λοιπόν τη βρήκανε, κοντά στο καΐκι… Κι όντως, είδε από μακριά μαζεμένο κόσμο… Άκουγε διάφορα σκόρπια λόγια… Τότε είδε πως έλειπε το καΐκι του…. Το πήρε μέσα η θάλασσα; Όχι, οι κάβοι ήτανε λυμένοι.. Το καΐκι κάποιος το πήρε… Μα πριν τελειώσει τον συλλογισμό του, άκουσε που συζητούσανε με γυρισμένη την πλάτη στη θάλασσα.. «Μαζέψανε οι λιμενικοί το καΐκι του Θωμά, βρέθηκε προσαραγμένο στον όρμο που έβγαλε η θάλασσα τη Μίνα…» .. «Κι ο Θωμάς;» .. «Ο Θωμάς αγνοείται»…