Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

29/2/12

Ατιτλο

Παράξενα, σαν πόλη με κοιτάς.
Ακίνητη να στέκω, στο ταξίδι σου μπροστά..
Κι όμως.. κοιτάς εμένα. Όχι τη θάλασσα...
Ίσως, γιατί μαζί σου τη κουβαλάς..
Εγώ θα σου λείψω... το παράθυρο... η καρέκλα
που στέκομαι κάθε πρωί, κοιτώντας έξω, και κάθε δείλι..
Χαρισέ μου μια σταγόνα βροχής.. Υπόσχομαι..
Δε θ΄αποχωριστώ ποτέ το αρωμά σου.. Συννεφιά μου...
Που η καρδιά μου σε ονόμασε Αγάπη...

Ατιτλο

Από τις άκρες του φεγγαριού θα πιαστώ,
από το φως που στάζουν τα μάτια σου στην καρδιά μου.
Θαρρείς ποτάμι είναι, να γλυστρίσω με καλεί
στη καρδιά σου...
Πατήματα αστερόφωτα, ντυμένα σκιές...
Αόρατα κυλούν από κορφή σε κορφή,
ως τον αδάμαστο βράχο..
Που τόσο γλύκανε το φως σου..
Ποιος μίλησε για βράχο; Σύννεφο είναι πια...
Σκορπίζει το ονομά σου σε όλα τα άνθη..

Ατιτλο

Το τραγούδι σταμάτησε στις άκρες των δαχτύλων σου..
Τελευταία πνοή, ένα δάκρυ... Σκίρτησε η καρδιά.
Και σώπασε.
Άπνοη η χέρσα γη, υποδέχτηκε, πελώριο το φεγγάρι.
Μάτια δεν είχε να κλάψει ο ουρανός...
Φοβήθηκες πως θα βρέξει, άνοιξες ομπρέλα.Μάταια.
Μάτια δεν είχε ο ουρανός πια να σε δει.
Στα κλειστά του βλέφαρα, τυλίχτηκα, να μη βλέπω το φεγγάρι.
Κουκουλώθηκα τη σιωπή, σιωπή μου,
ακολουθόντας στα ονειρά μου, σκιές ονείρων.
"Παράξενο" , είπες, κι έκλεισες την ομπρέλα..
Τα δαχτυλά σου υγρά, θα βρέξει φοβήθηκες..
Δε φαντάστηκες στιγμή, πως φιλιά ήτανε...
ύστατο αντίο, ψυχής.. Μιας προσευχής...
Που σώπασε πια.. και "πάει"..

Άτιτλο

Μέρες τυφλές σκορπάνε τ΄αρωμά τους
και συ, αναμεσά τους
σα το παιδί το φως να κυνηγάς.
Μπλέκονται στα κλαδιά τους οι έγνοιες
ως χαρταετοί,
κι όπως πυκνώνει συνεχώς το δάσος
το νιώθεις,
πως όπου νά΄ναι ο λύκος θα φανεί.
Το φως θα κυνηγάει
σαν εσένα,
το φεγγάρι στα δόντια του τροφή.

Πως να μερέψεις.. πως,
τον λύκο που γυρνά όταν κοιμάσαι
ή όταν ξάγρυπνος αστέρια αναζητάς
και της Σελήνης το ξεσχισμένο πέπλο.
Ένα καθρέφτη
θα σου χαρίσω αν με βρεις,
να βρεις ό,τι ζητάς κι ό,τι γυρεύεις.
Στα μάτια αν με κοιτάξεις θα τον δεις..

Κι ας μη με βρεις.. κι ας μη σε δω..
Το ψέμα μας θα μοιάζει αληθινό.
Κι αν είναι όνειρο η ζωή,
ίσως αργήσει , στο ψέμα, ο λύκος να μας δει.
Κάθε του δόντι ένα δέντρο
που φύτεψε στην ψυχή ο χρόνος.
Τα μάτια του
τυφλά όπως οι σκέψεις...

Σε κοιτά με τα δικά σου μάτια,
όταν δεν έχεις τρόπο να κρυφτείς.

14/2/12

Άτιτλο

Ποια μυστική Ωδή, ξεκλείδωσε τα κόκκινα βελούδινα ενδύματα, βασίλισσά μου γεννημένη στη σιωπή, και ρόδισαν τα μάγουλα από του πόθου το ζεστό χνώτο, προτού ακόμη το μαλακό ακροβάδισμα των δαχτύλων ανταμώσει των αγκαθιών τις αιχμές στου φεγγαριού το κρυφό μονοπάτι;
Δεν είναι όλα στο φως, πλασμένα με φως... Το ίδιο το φως σκοτεινής μήτρας γέννημα είναι... Όπως τα περισσότερα παιδιά του φωτός, σκιές... Και συ έχεις απλώσει τη σκιά σου , συννεφιασμένε έρωτά μου, αγάπης όνειρο... και στη σκιά σου ζω, σκιρτώ, ανασαίνω...
Σύννεφο γίνομαι που ταξιδεύω στους ποταμούς και τις πηγές, τις ασημένιες και πράσινες λίμνες όπου λούζεται η νύμφη των γαλανών σου ματιών, ελπίζοντας, μια στάλα να πιεις από μενα.. Μια στάλα να πιω απ΄το υγρό γυμνό σου κορμί... Μια στάλα φως απ τα ξανθά σου μαλλιά... ανάσα από τα κόκκινα χείλη σου...
Φοβάμαι να πω πόσο με μεθά τ' άρωμά σου, πόσο το χάδι σου, Ψυχή μου, γλυκά μου φαρμακώνει το αίμα, την ζωή μου ορίζοντας..την θέλησή μου...
Μια νύχτα που οι φωτιές θα ανεβαίνουνε ως τον ουρανό, σκεπάζοντας οι καπνοί τη σελήνη, θα χάσεις το δρόμο σου, κόρη του φωτός, και θα έλθεις απέναντί μου.. τις φλόγες κοιτώντας.. παρατηρώντας με ως να μ' έβλεπες πρώτη φορά, πόλη που καίγεται, για να έχει παντού δρόμο να βαδίσει η δική σου Άνοιξη...
Όταν η φωτιά δε θα αφήσει τίποτα όρθιο.. όταν τίποτ' άλλο δεν θα μείνει να κατασπαράξει.. παρεκτός εκείνο που δε μπορεί να γίνει στάχτη, να λυτρωθεί.. η καρδιά μου... ο δικός της χτύπος ωδή στερνή, ατέλευτη, θα ψιθυρίζει τ'ονομά σου.. γλυκά... ήρεμα.. όπως γνωρίζουν οι καρδιές να μιλάνε.. Άλλο από τ' όνομά σου δεν θα ακούγεται... Τίποτε άλλο, παρεκτός την καρδιά σου.. Καρδιά μου!

10/2/12

Ατιτλο

Κάλπικα κέρματα, παλιά φεγγάρια,
στη χούφτα βάσταγες τα βράδια...
Στη τόση θλίψη σου είχα απορήσει
πως λάμπεις όμορφα σαν δύση!

Κάθε φεγγάρι, απ’ τά θαμμένα,
στα μάτια φώτιζε τα περασμένα,
ασήμι γλίστρησε στο μάγουλό σου
και σφράγισε τα χείλη σου κερί.

9/2/12

ατιτλο

Ξέρω πως ήμουν άδικος μαζί σου
στο όνομα της αλήθειας.
Δεχόσουν στωικά το άδικο
στο όνομα της αλήθειας,
επιτρέποντας μου να σε αργοσκοτώνω στο Φως.
"Η αλήθεια" έλεγες " είναι προτιμότερη από το ψέμα".
Να ήξερες αλήθεια πόσο με βόλευε αυτό.
Φορές φορές γινόμουν απίστευτα σκληρός μαζί σου,
ξεπερνώντας με Δούρειο Ίππο την ανοχή σου
τις ανοχές μου.
Δε σε αγάπησα. Δε σε μισώ.
Δε μπορώ να πω, "δε σε νοιάζομαι".
Φαντάζομαι θα σου έκανε καλό μακριά μου.
Όταν γίνομαι κακός σε θέλω κοντά.
Κι όταν θέλω το καλό σου σκληραίνω..
Μα δε συμβαίνει πάντα.
Γιατί δεν είμαι σίγουρος
πιο είναι για σένα το καλύτερο.
Μου λες πως δε σε ξέρω,
μα σε γνωρίζω καλύτερα από εμένα.
Γι αυτό μπορώ τόσο καλά να σε χρησιμοποιώ
κι ενώ σου έχω ανοίξει την πόρτα
κι είσαι έτοιμη να το βάλεις στα πόδια
με μια λέξη να σε βαστώ εδώ..
Χωρίς τίποτα να σου τάζω.
Ακόμη και τώρα, σ αυτό το γράμμα
δε κρύβω την αλήθεια
παρότι φανερώνω περισσότερα
από όσα χρειάζεσαι ή ζήτησες να μάθεις.
Ίσως, επειδή δε θέλω καμία ενοχή
που τόσο σκληρά σου φέρομαι...
Ίσως, γιατί γνωρίζω
πως ακόμα κι έτσι
η θέλησή σου μου ανήκει..

Άτιτλο

Σκοτεινό κάτοπτρο τα μάτια σου,
σκοτεινή η ψυχή.. Φοβισμένη...
Σου λέω "έλα",
μα συ δε μπορείς να δεις το φως.
Σβήνεται ο ήχος πριν σε φτάσει
στον απόηχο των βημάτων σου,
καθώς γύρω γύρω γυρνάς
πληγωμένο θηρίο,
στον ίδιο κύκλο.
Αιμοραγεί η ψυχή σου σκοτάδι...
Κι όλο κρύβεσαι.. σε καταπίνει η σκιά.

Μάταια... μάταια προσπαθώ να δω
τα μάτια σου.....

άτιτλο

Ποιος χρόνος..
ποιος τόπος...
ποιο φως και ποια καρδιά...
Και πως να τη γνωρίσω...
Πόσο καιρό, ταξιδεύουν τα άστρα
πρωτού συνθλιβούν
το ένα
πάνω στο άλλο.

Κι ύστερα φωτιά..
κι ύστερα σιωπή..
ένα ακόμη ταξίδι..

2/2/12

Ατιτλο

Κάθε που διάβαζα ένα μήνυμα,
τους πάπυρους έκαιγα...
Σκόρπιζα στο χιονιά τις στάχτες.
Δεν είναι πως δεν αγάπησα τις λέξεις..
Μα που τόσο όμορφα
ο άνεμος ταξιδεύει τις στάχτες..
Έτσι, που να μην ξέρω κάποτε
αν υπήρξα.. υπήρξες.. αν ματώσαμε.
Να μπορώ να σε σκέφτομαι
σα νιφάδα χιονιού, πάλλευκη....
Κι εγώ παιδί χαρούμενο που σε κοιτάζω..
Κάθε φορά ξεκινώ να έρθω
στα όνειρά σου...
Νύχτες παγωμένες, έναστρες...
Μα με προλαβαίνει η αυγή..
Βήμα μετέωρο η ψυχή...
και συ νιφάδα που λιώνει
μες την παλάμη μου...

Άτιτλο

Σαν μέλι κυλάει ο χρόνος αργά, σκαλώνοντας σε μνήμες... Μνήμες τραχιές.. και μνήμες γλυκές. Παράξενο που δε πρόφτασε να τον αγγίξει η ψυχή. Μπροστά από τα μάτια της περάσανε μέρες και νύχτες, άστρα και συννεφιές.. Κι ένας ήλιος Λαμπρός, που έκανε τα πέταλα και τους μίσχους από τα άνθη, το κύμα και τη θάλασσα να ριγήσουν από ηδονή. Σαν διαβάτες, που περνώντας κλέβανε το βλέμμα καθώς κατάματα κοιτούσανε, και με μουσική υπόκρουση των βημάτων και της καρδιάς, το παίρνανε μαζί τους.. και φεύγανε. Πόσα παλιά ενδύματα, πεσμένα ολόγυρα.. Πόσα παπούτσια ταγκό.. Χνάρια ημερών που προχωρήσανε, φύγανε, ξεχνώντας εδώ καρδιά και κορμί. Φτερουγίζει η ψυχή στις απουσίες γυρεύοντας εκείνο που λείπει. Κι ύστερα γκρεμίζεται στο κενό. Στο πάτωμα ακίνητη, θυμάται.. ονειρεύεται.. Όνειρα που λησμονήσανε να μιλούν, όνειρα που στέκουνε ακίνητα σα τα φτερά της ψυχής, όπως κοπάδι προβάτων μέσα στην ομίχλη... Η ησυχία τραβάει τις παλιές μέρες σαν το μαγνήτη... Δειλά πλησιάζουνε το θεριό της ψυχής καθώς κείτεται στο πάτωμα... Πίνουν από τα βλέφαρα που σκεπάζουν τα μάτια... στεγνώνουν τα μάγουλα. Κι αθόρυβα χάνονται πάλι αφήνοντας όχθη γυμνή, πληγή, το δρόμο που κύλησε το δάκρυ. Τόσο γυμνή, τόσο πληγή, που το δάκρυ τρέμει μη κυλήσει ξανά..
Η Άνοιξη Γαλαξίας μακρινός. Ράγισε η καρδιά από το κρύο.. Μαύρο έτρεξε νερό.. Μαύρα δάκρυα που ποτέ δε φτάσανε στα μάτια να γίνουνε μαργαριτάρια... Να τα φυλάξει ένα ένα στη θάλασσα.. σαν ευχές. Ή στον ουρανό.. ως άστρα.. Μια ξεχασμένη φωτογραφία στο πορτοφόλι , κύλησε από τη ρωγμή της καρδιάς της ως τα πόδια.. Παράξενο. Γιατί το πορτοφόλι διπλοκλειδωμένο. Ανεξήγητο μυστήριο η καρδιά.. Που βρίσκει, που κρύβει τα κλειδιά.. Ότι ώρα θέλει ανοίγει... Ότι ώρα θέλει, κλείνει... Μια ματιά στη φωτογραφία αρκεί να γίνουν τα πόδια της μάρμαρο. "Έχουνε δίκιο", σκέφθηκε, "πως οι μνήμες σκοτώνουν. Κι αν δε σκοτώσουνε… φαρμακώνουν" ...
Κι όμως, κάτι μέσα της, της λέει να συνεχίσει... πως ο χειμώνας είναι η Άνοιξη που κοιμάται.. Κι ο χρόνος ένας παιχνιδιάρης έφηβος που γέρασε και ζηλεύει, το μέλι που κυλάει απ’ τις καρδιές των ανθρώπων, όταν γελάνε, χορεύουν, ερωτεύονται.. Το μέλι, που δεν καταφέρνει μες την αιωνιότητά του να γευτεί... Το μέλι που γεννά η μέλισσα της ζωής, κάθε που δυο ανθρώπινες καρδιές σμίγουνε... με τόσο πόνο που γεννά Αγάπη.. Τόση αγάπη που γεννά Φως, που καταργεί τον πόνο...
Κι ενώ πονά.. συνεχίζει.. Στο όνομα των άστρων που ακόμα δεν υπήρξανε...
Νικόλας Παπανικολόπουλος

καληνύχτα

Καληνύχτα,
στου μεταξιού τη θάλασσα
ταξίδι να σε πάει.....
σε κάθε κύμα της ψυχής
φιλί να σε κερνάει...

Ακροβάτης

ανάμεσα σε δυο κόσμους..
Το ίδιο σχοινί.. η ίδια απόσταση.
Εσύ και στον ένα και στον άλλο..
Έχει νόημα να περάσεις απέναντι;
Ίσως το πιο βαθύ σημειο της επαφής
το κενό να είναι...
Μα δε θα το μάθεις ποτέ
χωρίς να περάσεις στην άλλη άκρη..
Αν ανήκεις εκεί ή εδώ...

Κι είναι φορές που δε μπορείς
να σταματήσεις πετάλι να κάνεις..
Μη κοιτάς κάτω , μόνο εμπρός..

1/2/12

Ανατολή

Βήμα το βήμα μάκρυνες
το φως θα σε σκεπάσει.
Το κόκκινο θα κλέψει της αυγής
από τα μάγουλά σου...
Δύση θα γίνει.. μα προχωράς,
κοιτώντας πέρα
από το σβήσιμο των περιγραμμάτων.
Στην κοιμισμένη Ανατολή,
που σ΄ονειρεύεται..

21/1/12

Άτιτλο

Είναι ο χρόνος ανοιχτή πληγή.
Είναι πηγάδι η ζωή, μέσα στο χρόνο.
Καίει ολόγυρα η άμμος την ψυχή.
Με τα φτερά στα χέρια,
περπάτησε ως εκεί..
Όλα τα άστρα αναμένα
μα ο φόβος τα βαστάει μακρυά..
Του θανάτου.
Πως να κατοικήσει η ψυχή εκεί
και πως να φύγει;
Τα πεσμένα στα πόδια της πούπουλα κοιτά.
Πόσα όνειρα που ο άνεμος θα πάρει...
Τα σκελετωμένα της φτερά
ορθάνοιχτα, τρυπούν με πόθο τη Σελήνη...
Κι εκείνη.. του ήλιου η ερωμένη,
τα πόδια της ζηλεύει τα γυμνά.

Άτιτλο

Κι έφθασα ίσως στη μέση..
Το τέλος μας κανείς μας δεν το ξέρει.
Κι έφθασα ίσως στο τέλος... με τα ίσως.
Μα ίσως υπάρχει ακόμα καιρός.

Ταξίδεψα άλλοτε με τα δάχτυλα
κι άλλοτε τα φτερά της νύχτας φορώντας.
Θυμάμαι με την καρδιά.. θυμάμαι με το σώμα.
Ακόμα και με το κενό.. την απουσία.. θυμάμαι...

15/1/12

Ανέμη...

Ταξιδεύεις μόνη σε στίχους για καράβια
στις νότες πάλι μαγκώνει η κλωστή
κι αρχίζει κόκκινο κουβάρι να γυρίζει...

Κι είναι ανέμη η ψυχή, ανέμη και το χέρι.

5/1/12

ατιτλο

Σε περίμενα.. κι ήλθες.
Με κοίταξες σαν ένα αστείο ανθρωπάκι,
τόσο χαζό ήταν το βλέμμα μου όπως σε κοιτούσα...
Δε το ήξερα.. Δε το είχα καταλάβει.
"Κοίτα" μου είπες
δείχνοντάς μου παλιές φωτογραφίες...
"Λιώνεις"
Ήξερες όλη σου τη δύναμη.
Κι η αξιοπρέπεια μέσα μου σώπαινε...
Αμαχητί παρέδωσε ξίφος κι ασπίδα
στα πόδια σου.
Απαλά, μη πονέσω απαλά τα έσπρωξες
και βημάτισες ως την κορυφή του θρόνου σου...
Απαλά.
Δε τον ήθελες τούτο τον θρόνο.
Δεν ήθελες και να με πονέσεις....
" Σήκωσε τα όπλα σου" μου είπες
"και προχώρησε..
 Άλλαξε την καρδιά σου.
Βάλε στόχους"...

Σε κοίταζα ως να γκρεμιζόμουν.
Σήκωσα τα όπλα, ως ηττημένος.
Βημάτισα αργά.. απαλά....
Από την αίθουσα του θρόνου
ακουγότανε ένα ταγκό
που όλο έσβηνε...
Γύρισα προς τη μουσική
λίγο πριν τη σιωπή...
Τράβηξα με το ξίφος μου μία γραμμή...
Έσκαψα ένα βαθύ λάκκο.
Τύλιξα μικρό πτερωτό την ψυχή μου σε πορφύρα.
Και την έθαψα...

Κράτησα την καρδιά μου...
Αδύνατο ν' αποχωριστώ τη μορφή σου...
Κι ύστερα, γύρισα πάλι την πλάτη,
στα απαλά σου βήματα....
Αφημένος στον μεγάλο δρόμο
της σιωπής...

18/12/11

ατιτλο

Φύσηξε αέρας και σήκωσε σύννεφα γκρίζα ταξιδιάρικα...
Απόμειναν οι κάκτοι να τον κοιτάνε καθώς περνά...
αυτός μόνο.. μες την απέραντη ερημιά...

Φεγγάρι παγωμένο τύλιξε την απελπισία στα αγκαθια τους
Σώπασαν οι μνήμες.Κοιμήθηκαν χωρίς άστρο στην αγκαλιά..
Με τη σιωπή στα χείλη και τα όνειρα στάχτη βαδίζει σκυφτή...

Το φεγγάρι απόψε δε θα δει το πρόσωπό της.. Σκοτεινό...
Σκοτεινότερο από τη νύχτα στην έρημο.
Όπως μόνο  καρδιά π' αγάπησε μπορεί να σκοτεινιάσει...

16/12/11

ατιτλο

Είναι η φωνή της στον  καθρέφτη
στο κρύσταλο μέσα εγκλωβισμένη..
Το βλέμμα της χίλια ποτάμια
που στεγνώσαν από νερό.

Η  θάλασσα ακόμα την καλεί
στο στήθος της πληγή αγαπημένη.
Κι ας έχει τον πόνο μόνη οφειλή
τα βράδια της μπορεί και ταξιδεύει.

Μες της σελήνης τα μακριά μαλλιά
τα μάτια της σκεπάζει μη θυμάται.
Τα άστρα παίρνει όλα αγκαλιά
στο στήθος της τα πνίγει σα θυμάται..

Κι η θάλασσα τα κάνει αστερίες..
σε παραλίες έρημους τα κρύβει..
Στα όνειρα τα άδεια της τα κρύβει
να τις πληγώνουν τις λευκές πατούσες.

Μα πως να ταξιδέψει μ΄'ενα δάκρυ...
Πως να γεμίσει χίλιους ποταμούς;

άτιτλο

Είναι ο θάνατος σα σιωπή..
πόσο αλήθεια με ευτυχία μοιάζει...
κι είναι το δάκρυ,
στιγμές στιγμές σα τη βροχή
κι η σκέψη νέφος μαύρο
και η ψυχή αγιάζι...

Κι ίσως μια λέξη να μην ειπωθεί...
Μην ειδωθούν τα μάτια με τα μάτια...
κι η αγκαλιά μένει αδειανή...
Όμως ..
που πάνε τα όνειρα όταν κυλάνε;
Όταν βουβά, σκοτεινιασμένα,
με την αντάρα σμίγουν της βροχής
και με του χρόνου το βαθύ ποτάμι...
Πως είναι
όταν πνίγονται οι μοναξιές αντάμα; ...

Δεν είναι σα σιωπηλή γιορτή;

Καλημέρα


Είναι το γκρι ο τέλειος καμβάς..
Φως και σκιά μαζί κοιμούνται,
την ερημιά τους μοιράζονται...
γεννάνε όνειρα ζωής
να περπατήσεις.. να αγγίξεις..
το άρωμά τους να βαφτιστείς...
Κι Αγάπη να μεθύσεις...
Να μεθύσουν τα πόδια, τα χέρια..
η καρδιά...
Στου ήλιου την πρώτη Καλημέρα!

15/12/11

ατιτλο

Συντρίμια ερώτων.. σάρκα καρδιάς ανεμίζει
γατζωμένη στις κοφτερές κόχες.
Κουρτίνα η αναμονή του ύπνου....
Και το δωμάτιο κενοτάφιο χαράς.
Διαδρομές που αγαπηθήκανε,
κορμι ζυμωμένο με όνειρα
από τις διαδρομές σου..
ως της ψυχής τη σιωπή....
Εκεί σε κρύβω..
εκεί που αγαπώ να κρύβομαι..
Μακριά από βοή, σκέψη... χρόνο...

Μα η αυγή γελάει με τη σιωπή μου...
Δακρύζω στη σκληρότητα των χρωμάτων της..
Κι είναι τα όνειρα τότε
ως προοσευχές νεκρών
και το κορμί μου απέραντο μαυσωλείο..
Κι είναι τότε που όσο σε ευγνωμόνησα σε μισώ
για όσα χάρισες.. κι ύστερα τα πήρες...

...Ψέματα λέω...
Μήπως σήμερα χωρίς εσένα κοιμηθώ..
... να κοιμηθώ.....
....να κοιμήσω ξεχασμένα όνειρα...
....μη σε ζητάνε....

ατιτλο

Κι αν μελαγχολήσω, μη δίνεις σημασία.
Θάλασσα η ψυχή και τρικυμίζει...
Πάρε νερομπογιές και ζωγράφισε την τρικυμία...
Θα δεις πόση γαλήνη τότε σε τυλίγει..

Κι αν με δεις να καίγομαι, αγνοησέ με.
Και πύρωσε της καρδιάς το μέταλο εντός μου.
Είναι η φωτιά που ξέρει να αλλάζει
του ατσαλιού το νήμα που τη ζωή οδηγεί..

Κι αν δεις ένα λουλούδι σε ένα κάμπο,
μη φανταστείς πως πάντοτε λουλούδι ήταν.
Την τρικυμία διάβασε τ ανέμου στη ψυχή του
και της φωτιάς την ευλυγισία στο κορμί..

10/12/11

Άκου

Άφησε σε παρακαλώ τη μουσική να σε οδηγήσει.
μη ρωτάς... μη μιλήσεις...
Γύρε το κεφάλι σου πάνω στο στήθος .. κι άκου...
Άσε τη μελωδία.. τις νότες.... να οδηγούν τα βήματά σου.
Την ανάσα σου... Άκου...γύρε πάνω μου .... νιώσε!...

Σε βαθύ ποτάμι μας οδηγούν με πάθος οι νότες..
Μη φοβάσαι.. αφέσου.. στροβιλίσου.. φύλλα είμαστε...
Που ο αγέρας έριξε το ένα πάνω στο άλλο..
δεν έχει δύναμη το ποτάμι να μας χωρίσει...
έτσι μούσκεμα όπως κολάς επάνω μου...δε μπορεί...

Ας σκαρφαλώσουμε αγαπημένη στάλα στάλα τη βροχή
μέχρι τα μαύρα σύννεφα.. πιο ψηλά να σταθούμε...
Ψηλότερα από τον κεραυνο, στα άστρα ανάμεσα...
Θα στολίσω μετεωρήτη στα μαλλιά σου.. ήλιο στα στήθη..
Στον γαλαξία του κορμιού σου θ' ανακαλύψω τη γη...

Εξόριστος στον παράδεισο, μάτια μου, στα μάτια σου να ζω.
Εξόριστη στην αγάπη μου, να γεννήσεις την Πανσέληνο...
με ασημένιες κλωστές τα ονειρά μου να δένεις γύρω σου...
Ανατολή συ και Δύση... Μέρα και νύχτα... Ουρανέ και Γη...
Πνοή μου.. Ψυχή μου... Γλυκό μου όνειρο...

Άκου... γύρε πάνω μου κι άκου...

Ύπαρξη

Συνάντησα ένα ναυτικό
που δεν ταξίδεψε ποτέ του..
Κάθε πρωί ως τη δύση
στεκότανε στο λιμάνι
δίπλα από εκεί που δένουνε τα πλοία..
Και κοίταζε πέρα μακριά τον καιρό...
Τον ορίζοντα κοίταγε..
Τον πλησίασα μια μέρα
και είδα στο βυθισμένο του πρόσωπο
άξαφνα να λάμπει ένα διαυγές χαμόγελο...
Αλλάξανε χρώμα τα μάτια του..
Δεν άντεξα.. ρώτησα.
αν και μου το είχανε πει στο νησί...
Είναι τρελός... να του μιλάς από απόσταση..
"Τι βλέπεις;"...
Ασάλευτος, αποκρίθηκε..
το πρόσωπό του έγινε πιο βαθύ,
φώτισε το χαμόγελό του..
αφρισμένο κύμα
που σκορπίζεται στη σαγήνη του ήλιου..
"Βλέπω δυο γαλάζιους Ερωδιούς
με κόκκινο λαιμό
να πετάνε δίπλα δίπλα..."
Σώπασε.. σκοτείνιασε... ανησύχησα...
"Τι βλέπεις;"ξαναρώτησα...
"Βλέπω την καραβέλα του Χριστόφορου Κολόμβου...
Νομίζει πως στην Πορτογαλία γυρνά..
μα σκοτάδι την έχει τυλίξει..
Πόσο ωραία τα νερά των Αζορών..
τα πρόσωπα των Τάινος δε γνωρίζουν
πως η συμφορά με το πρόσωπο της χαράς ήρθε..."
Το χείλος του έτρεμε... το σώμα του έτρεμε..
μα ρώτησα...
"Γιατί δεν ταξιδεύεις;"
..
"Ταξιδεύω όλη την ώρα...
γεννήθηκα πάνω σε ένα χάρτη..
Τον διάβασα τον έσκισα κι έφτιαξα έναν άλλον..
Στο λευκό χαρτί μια κουκίδα έβαλα μόνο...
εμένα..."

Συνάντησα κάποτε ένα κυνηγό...
Κάθε απόγευμα ντυνότανε στρατιωτικά ρούχα
και γύριζε τις ωρες που μεσουρανούσε ο ήλιος..
Κάθε απόγευμα, φορώντας τα στρατιωτικά
χανότανε σε ποτάμια από φώτα και κόσμο
ανάμεσα από πανύψηλα κτίρια
ώσπου το φως έσβηνε... ερήμωναν οι δρόμοι..
και τα κτίρια τα ψηλά γυμνά μοιάζανε
έτσι εκτεθειμένα στον αέρα και την βροχή
στα χαμόσπιτα δίπλα...
Εκείνα είχαν ψυχή να τα ζεστάνει...
Μα εκείνος ψηλά κοιτούσε... στα παραθύρια...
Κάποτε στεκότανε κάτω από το ίδιο παράθυρο
κοντά χρόνο.. πάντοτε την ίδια ώρα...
Γύρω μετά τις μία, μόλις σβήνανε τα φώτα
μία σκιά στεκότανε μπροστά στο παράθυρο συλλογισμένη..
Ίσως γυναικεία φιγούρα - δεν ήτανε σίγουρος...
Ύστερα από λίγο το παράθυρο έκλεινε
Τότε ψιθύριζε "καληνύχτα" .. κι έφευγε...
Ύστερα το παράθυρο δεν ξανάνοιξε...
Κι έπαψε να περνά από αυτό τον δρόμο.

Συνάντησα κάποτε ένα κυνηγό.
Που δεν έφερε λάφυρο.. δεν είχε όπλο..
φορούσε μόνο τα στρατιωτικά του ρούχα...
και έλεγε .. "είμαι κυνηγός".

Όταν πέθανε βρήκαν στη τσέπη του ένα μολύβι...
κι ένα χαρτί πάνω στο τραπέζι του...
Έγραφε ψηλά..
"Τα πιο όμορφα άστρα...τα ξεχασμένα από τον κόσμο
άστρα αόρατα..  πρέπει παιδί να γίνεις για να τα βρεις..
Μα φυλάξου.. αν μάθουν πως είσαι παιδί... θα σε τιμωρήσουν..."
Κι από κάτω... έγραφε ονόματα οδών που δεν υπήρχαν....
και πάνω τους σχεδιασμένα μικρά μικρά αστέρια...
Τα περισσότερα ήτανε στην οδό Απελπισίας...
Κάποια στην οδό Ονείρου..
Άλλα στην οδό Έρωτος, και λίγα.. στην οδό Αγάπης.
Υπήρχε και η οδός Τρέλας,
η οδός των Παιδιών και η οδός των Χαμένων Παιδιών..
Λίστα ολόκληρη γεμάτη ονόματα οδών κι αστέρια...

Συνάντησα ένα κυνηγό αστεριών
και δεν έμαθα το όνομά του...
Τον πρόσεξα όταν τον είδα να με παρατηρεί..
Από φόβο τον πρόσεξα.. κι ας μέναμε δίπλα..
Αντικριστά διαμερίσματα του ίδιου ορόφου...

Τον είπανε τρελό, όπως τον ναυτικό.

Περάσαν χρόνια, δίχως οι μέρες ν' αλλάζουν...
Μόνο το πρόσωπό μου μπροστά στο καθρέφτη
κι η ψυχή μου που μύριζε μαυσωλείο επιθυμιών.
Ζήλεψα τον χάρτη του ναυτικού...τ΄ άστρα του κυνηγού...
Την κάθε μέρα με το δικό της νόημα.. το δικό της ταξίδι....
 Αρχή χωρίς τέλος...

Μη λες λοιπόν μάταιο τον ερωτά μου για σένα...
Επειδή δεν έχω πλοίο να ταξιδέψω...
ή απόχη να μαζέψω τα άστρα...
Μόνο ένα χαρτί... κι ένα μολύβι... και λίγους στίχους...
Να με κάνουνε να υπάρχω...

7/12/11

Αστέρι

_ Κοιμάται ο πόθος Αντιγόνη;
_ ... κοιμάται...
_ Κι άμα κοιμηθεί ο ποθος, ξυπνάει μετά;
_ Δεν ξέρω.. ίσως.. αν δε χάσει το δρόμο... μα ίσως και να μην ξυπνήσει ποτέ....
Κοίταξε το προσωπό της στον καθρέφτη...  τα μάτια.. την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια. Δάκρυσε....
_ Κοιμάται ο ποθος... σα την αρρώστια κοιμάται... ποτέ δεν ξέρεις πότε θα κάνει μετάσταση... αθόρυβα απλώνει τις ρίζες του και σε στοιχιώνει...
Κι ύστερα, έστρεψε το βλέμμα του αλλού, πήρε ένα λευκό πανί και σκέπασε τον καθρέφτη.  Δεν την είχε ανάγκη πια.. δεν την ήθελε πλέον. Με βήματα αργά, βαριά, που κανανε τα σανίδια να τρίζουν προχώρησε ως το παράθυρο. Ούτε που το κατάλαβε πως διάνυσε αυτή την απόσταση, τα πόδια του μόνα τους τον οδηγήσανε εκεί.. Άνοιξε τα παλιά ξύλινα πατζούρια να μπει φως... Κι ένιωσε τις ρίζες μέσα του να σκιρτάνε γυρεύοντας κι αυτές φως..  " Ω Θέ μου!" Αναφώνησε νιώθοντας τη δυναμή τους. Όμως... η καρδιά του βάσταγε ακόμα... Οι ρίζες του πόθου δε καταφέρνανε να τρυπήσουνε την αγάπη του για εκείνη.. Φορές μόνο... θόλωνε το αίμα του από πίκρα... από μοναξιά.. φορές μόνο...
Έπειτα γινότανε πάλι κύριος του εαυτού του.. Οι ρίζες σωπαίνανε... και το φως ζωγράφιζε στα χείλη του, το όνομά της... μόνο με αγάπη. Όταν το φως, ερχότανε από τα δικά της μάτια αυτό αρκούσε για να μείνουν οι ρίζες ασάλευτες. Να μη ζητάει τίποτα.. σα να φοβόντουσαν οι ρίζες μη την τρομάξουν.... ή επειδή είχανε όλο το φως που είχαν ανάγκη...
Παρόλα αυτά, η καρδιά ανησυχούσε.. όσο οι ρίζες κουλουριάζονταν γύρω της, εκείνη δεν ένιωθε καλά..  Φοβόταν την πίκρα, που σα μωβ δηλητήριο, καραδοκούσε στο αίμα .. στις λέξεις... γεννώντας μικρά αποστήματα που τον κάναν άσκημο. Έτσι ένιωθε στα μάτια της μπροστά κάθε που κάποια ρίζα κέντριζε την καρδιά του.. Άσκημος. Και τότε μόνο η αποδοχή κι η αγάπη της αγκαλιά της μπορούσαν να τον λυτρώσουνε... Φτάνει να ήταν εκεί... και  να νιώθει την ανάσα της, τον σφυγμό της.. Τη ζεστασιά της ψυχής της.
Μια μέρα του χάρισε ένα αστέρι... Δηλαδή δε του το χάρισε ακριβώς.. αλλά του έδωσε μια λέξη, ένα λόγο να ονειρεύεται.. Κάποτε του χάριζε συχνά λέξεις.. Μα τώρα αυτό ήταν σπάνιο για εκείνη.
_Μήπως θες να σου δώσω μια άλλη λέξη;
_ όχι! .. δε θέλω άλλη λέξη...
Πόσα βράδια ξενύχτησε με αυτό το αστέρι..  τα χείλη της.. τα μαλλιά της.. τα μάτια της...  Να το κοιτά και να μη τολμά να το αγγίξει... Μες την καρδιά του έφεγγε. Μια λέξη ανταξιά της δε βρήκε. Ίσως φταίει που σωπαίνει πλέον σα την συλογάται ο πόθος... ίσως φταίει το μωβ δηλητήριο... που σκοτώνει τις λέξεις πριν γεννηθούνε.. σαν αμαρτία που δεν αντέχεται να δει το φως.
Σκέπασε τον καθρέφτη και δάκρυσε... για όλο το κακό που έφερε η παράξενη αρρώστια του.. Για το καταστραμένο του αίμα.. την ασκήμια του που τον εμπόδιζε να σταθεί αντίκρυ της και να πει.. " σ αγαπώ" .. Κι αυτό το " σ αγαπώ" να πετάξει με φτερά πάλευκα, φως  στο φως, αγγελός της και προστάτης της.. Χωρίς ένα μαύρο πούπουλο... χωρίς μια υποψία.. ως την καρδιά της... 
Πέρασε η μέρα, νύχτωσε... Κι αυτός έμενε στο παράθυρο μπροστά ως να μην είχε δύσει ο ήλιος... λάμπαν τα μάτια του στο φως.. στο φως που άγγιξε τα χείλη του καθώς σχηματίζανε σιωπήλα, με χαμόγελο, το όνομά της.. 'Εμεινε να κοιτά περιμένοντας .. δίχως να προσδιορίσει τι...  ίσως ένα αστέρι... Ένα μακρινό αστέρι.... που από κει ψηλά, ακόμα κι όταν δε φαίνεται, καταφέρνει να φωτίσει την καρδιά του...
Στο σκοτάδι δε φαίνεται η ασκήμια του.. ίσως και να μην υπάρχει... Κι ίσως, έστω και με χείλη που σιωπούν, από απόσταση τόση... η καρδιά του λεύτερη πετώντας,  καταφέρει να της πει " σ αγαπώ" ...κι εκείνη να το ακούσει...  Δίχως ένα μαύρο πούπουλο στις φτερούγες...

4/12/11

Καπνός

Κουράστηκα να ζω μόνο για άλλους...
.. κουράστηκα να ζω...
με καρδιά που δε μου ανήκει..

Θα κάτσω στο πεζούλι σου ζωή,
θα κάτσω να ξαποστάσω...
Κι ίσως κοιμηθώ
στο πολύβοο δρόμο σου
μη γυρίσω....

Με κούρασαν οι αλήθειες σου
που μου στερούν το ψέμα...
Κάθε ανάσα μου πληγή
κάθε πληγή δάκρυ κρυφό,
θάλασσα να διασχίσω...

Μα ίσως απόψε κοιμηθώ
στ'όνειρο χωρίς όνειρο
να σεργιανίσω...

Ποτέ δεν ήμουν στον κόσμο μέσα,
από τα σπλάχνα σου ως τα χτες,
καπνός μόνο,  στης γιορτής τη φωτιά.

Αρκετά...

3/12/11

ατιτλο..

 Φωτογραφία Έλλη Ψύχα

Καλημέρα σας κόσμε, καλημέρα αγάπη, καλημέρα ζωή!
Μεσημέριασε πια... μα η ζωή είναι πάντοτε ωραία.. Καλημέρα!
Η ζωή πάντα αρχίζει .. κάθε μέρα.. κάθε λεπτό... κάθε πνοή..
Η Ζωή είναι ωραία και σε πείσμα των καιρών, παραμένει ωραία.
Γι αυτό φόρεσα τα λευκά μου ενδύματα, το λευκό καπέλο μου,
τη χαρούμενη βεντάλια μου βαστώ.. και σας φωνάζω καλημέρα!!!

Τα κόκκινα βαμένα χείλη μου, την άσπρη μου επιδερμίδα τονίζουν...
Κι όμως.. είναι και κάτι ακόμα, κάτι πιο ωραίο από τα Ιωνικά κιoνόκρανα..
Μια υπόσχεση.... μπορώ αν θες να στην ψυθιρίσω στο αυτί....
Τα ωραία πράματα, μόνο έτσι πρέπει να λέγονται.. Ψιθυριστά...
Όταν οι καρδιές είναι κοντά, δε χρειάζεται να φωνάζουμε...
Μην ακούτε που φωνάζω καλημέρα!!! Φωνάζω για να με ακούσουν
όσοι τους ψίθυρους ακούνε της καρδιάς.... Κανείς άλλος....

Καλημέρα ζωή, καλημέρα Αγάπη, καλημέρα έρωτα....!!!
Κοιτάξτε πόσο όμορφα γλυστράει το φως στη λευκή επιδερμίδα μου..
Έτσι ντυμένη στα λευκά, μοιάζω νυφούλα...
Ο πλατύγυρος του άσπρου μου καπέλου, σκεπάζει τα μάτια μου..
Αλλά εσείς πιστέψτε στην εικόνα.. Όχι εσείς... όχι εσείς....
που με ακούτε σιγανά να μιλώ ...  Εσείς μόνο!!! Που σας φωνάζω!!!
Καλημέρα!!!!

Ο τσίγκινος κερματοδέκτης, εμπρός στον λευκό μου θρόνο,
θα βοηθήσει να γίνει καλύτερη και για τους δυο μας... αν πιστέψετε...

άτιτλο

 Φωτογραφία Έλλη Ψύχα

Χιλιόμετρα μετά, χαθήκανε όλοι...
Χιλιόμετρα ταξιδιού μέσα μου...
Δεν υπήρχανε πλέον πρόσωπα,
όψεις κτιρίων, εσύ...
Ή μήπως υπήρχες μόνο εσύ;
Ζεστό παλτό σ'ένιωθα
να μου ζεσταίνεις την καρδιά..
το κορμί.. εσύ μόνο!
Κάθε μου βήμα ,
ο δρόμος μου όλος εσύ...
Όσο πιο μακριά σου έφευγα
τόσο γύριζα κοντά σου...

Τα φώτα γίνανε αιχμηρά βέλη.
Κάθε βήμα μια δική σου φωνή,
μια δική σου ματιά..
Αδυσώπητα η μνήμη
εντείχησε το διάδρομο της μοναξιάς..
Κι όλο έρχομαι..
κι όλο φεύγω...
Κι όλο καίγομαι
από τα βέλη
που πύρωσε η ματιά σου....
Κι όσο καίγομαι
-τι παράδοξο αλήθεια-
τόσο περισσότερο
να τυλίγομαι στο παλτό...

Κάνοντας κύκλους,
γύρω από την ζωή μου
Ζωή μου!

Το μπαουλάκι της καρδιάς

Στην οδό Αμνησίας...
Εκεί τον γνώρισα.
Ήταν θυμάμαι εθνική εορτή...
Με κάλεσε να γιορτάσουμε
μαζί...
Όλη μέρα κουνούσαμε σημαιάκια,
τρέχαμε, γελούσαμε...
Όλη μέρα πάνω κάτω
βαδίσαμε παρέα..
Η ώρα πέρασε.. νύχτωσε...
Του πρότεινα να μείνει στο σπίτι
να συνεχίσουμε τη γιορτή.
Το δέχτηκε...
Γιορτάζαμε την πατρίδα μας
ως το πρωί...

Το πρωί έλειπε...
Πήγα.. τον βρήκα...
Στην οδό Αμνησίας
όπου τον πρωτοείδα..
Μου συστήθηκε πάλι
από την αρχή..
"Η πατρίδα" μου είπε
"σας χρειάζεται"..
κι εγώ που τόσο
τον είχα πλέον αγαπήσει,
"ναι" είπα..
"Είμαι διαθέσιμη
σε κάθε θυσία"...
Και τότε
με παντρεύτηκε...

Κάθε πρωί, έλειπε....
Τον έβρισκα πάντοτε στην ίδια οδό..
Ποτέ δε με θυμόταν το πρωί..
Τα βράδια μόνο, σα νύχτωνε..
με είχε έγνοια....Λίμναζε
καράβι τσακισμένο στην αγκαλιά μου.
και κάθε πρωί έφευγε...
Όλο και πιο μακριά...
Τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται
καθώς περάσανε χρόνια..
Έπαψα να τον γυρεύω...
Περίμενα μόνη στο σκοτάδι,
να φανεί..
Έπαψε κι εκείνος
να λιμνάζει κάθε βράδυ.

Ένα βράδυ δεν ήρθε πια..
Δεν γύρεψα να μάθω..
Περίμενα με την πόρτα ανοιχτή...
Ύστερα σφράγισα την πόρτα..
Σφράγισα τα μάτια...
Σίγουρη πως είμαι μόνη,
άνοιξα το μπαουλάκι της καρδιά μου,
κι αράδιασα εμπρός μου
όλη μου τη ζωή...
Όνειρα παλαιά.. όνειρα ξεχασμένα...
Πριν ξημερώσει ,
κουρασμένη  να κλαίω στα γόνατα...
μπήκα στο μπαούλο
και τό κλεισα....

2/12/11

Ακροβάτης του Έρωτα

Δαίμων, Άγγελος, Θεός
ή άνθρωπος...
Ζωή ή στιγμή,
κεραυνός ή επιβάτης
σε ταχεία θανάτου.

Πατώ μια στο λευκό
μία στο μαύρο
τους κανόνες αντιστρέφοντας
εγώ,
που αύριο δε θα είμαι
και χτες δεν ήμουν.
Διεκδικώντας ζωή..
Την στιγμή...
όπως θες πες το.
Δε θα μπορέσω να σου μάθω
αυτό που ήδη γνωρίζεις.

Οι λέξεις.. οι σκέψεις....
κάθε τι που εξηγούμε
αλλάζει όψη... στην καρδιά.
Κι η ψυχή μου,
δεν αντέχει λέξεις άλλες,
καινούργια νοήματα,
πορφύρες ή χώμα
να τρυπά των ματιών μου
το όνειρο.
Και τη διάφανη σιωπή μου
να σκοτεινιάζει...

Μίλα μου με χάδι,
και θα σ' ακούσω..
Με τη φωνή του κεραυνού μίλα μου.
Δε θα ξεχάσω ότι πεις...
στη φωτιά σου μέσα...
Άσπρο ή λευκό,
εσύ ή εγώ.. οι άλλοι...
στη πυρά του μέσα,
στο καμίνι του Έρωτος....
Ανάγκη δεν έχουν
από πριν και μετά...
από ταυτότητα...

Γι αυτό σου λέω...
άσε με να ονειρεύομαι...
Να χαϊδεύω
με την πατούσα μου τις λέξεις
και την ίδια στιγμή,
το άλλο πόδι στο κενό να είναι..
Μη τρομάζεις... μην φοβάσαι...
Τον έρωτα γυρεύω
που με έμαθε να είμαι
κι ύστερα κρύφτηκε
αφήνοντας πίσω του άχρηστα στολίδια
και μια πλαστή ταυτότητα...

Ξέρω,
πως εκεί που θα ματώσω,
εκεί είναι...
Κι ο έρωτας.. κι η ζωή μου...
.. κι εσύ....

1/12/11

N.K + N.Π.

Κι έγειρα το κεφάλι μου δειλά
να βρω τον ουρανό μου
μέσα από μια σχισμή φωτός
που είχε ακόμα μείνει…

Κι ο ήλιος έξω έφεγγε
Κι ήταν ακόμα μέρα…

Ν.Κ.

Πετάρισε στο βλέμμα
η καρδιά,
στα φτερά των βλεφάρων
αφέθηκε..

Κι ήσουν εσύ ο ήλιος,
της μέρας τ΄όνειρο...

Γλάρος λευκός
που κεντάει το μπλε,
με Φως π' αποκοιμήθηκε...
στη σχισμή της κουρτίνας.

Κι ήσουν εσύ,
και η νύχτα και η μέρα..
Η κουρτίνα.. και το Φως...


Ν.Π.

28/11/11

ατιτλο

Βαρύτιμο ασήμι.... στο λαιμό σου το φόρεσες..
χείλη απαλά...κατάβαση κάνανε
στον Άδη της καρδιάς σου..
Και ζήλεψε η σελήνη του φιλιού το φως...
το λευκός στήθος στα χείλη του....
Κι έλαμψε και εκείνη, από ζήλεια,
τη νύχτα καίγοντας των εραστών...
Κι ήταν το φως της ως κερί αδύναμο,
στων ματιών σου το φως εμπρός,
στης ευτυχίας το δάκρυ....
Κι ήταν λαμπάδα αναμένη το κορμί σου...
Κι η θάλασσα όλη, στα στήθη μας μέσα...
φουρτουνιασμένη..
μην αντέχοντας απόσταση καμία....

Αγάπης πιοτό

Της αγάπης το πιοτό, δεν είναι κέρασμα...
Της αγάπης το πιοτό είναι βροχή..
Ποταμός είναι άγριος και θάλασσα....
και στα μάτια σου, άγριο πουλί...

Ουρανός να γίνεις πρέπει για να πιω
xωματένια στήθη και ζεστό φιλί...
Κάψε με σαν ήλιος σύννεφο να γινώ
Χόρεψέ με στων ανέμων το κορμί...

Κι ύστερα, ποτάμι κάνε με, θάλασσα πλατιά,
Στόμα σου και σώμα σου, να μη διψώ ξανά...

Νικόλας Παπανικολόπουλος

23/11/11

Ατιτλο

Πίσω από τα ψέματα των κατόπτρων
και τις αντικρυστές ματιές
υπάρχει εκείνος που γνωρίζεις...
κι η ψυχή του, ψυχή σου είναι...
 Ύλη πρώτη των άστρων..
 Ύλη πρώτη και της σκοτεινής νύχτας,
 που στα σωθικά της καρπίζει μυστικά το φως...
Μη κοιτάς απένατι..
μέσα σου κοίτα.. Και θα με βρεις...

ατιτλο

Όαση συμπόνιας, χαμόγελα βρεγμένα..
Ψυχές εξατμισμένες, σκορπίζουνε,
από τα χαμόγελα στα φυλώματα των δέντρων.
Ανασάνει Ο θεός το έργο του,
κι ευωδιάζει στα ροδισμένα μάγουλα
ο Έρωτας κι η Καλοσύνη του.

ατιτλο

Στη μνήμη του αίματος,
θα σκύβουν τα όνειρα, εφιάλτες πια,
να ξεδιψάει ο πόνος τους.
Σκιές σκιές, θα χάνονται
στα πτυχώματα της κουρτίνας του νου...
και φως πιο δυνατό από το αίμα
που κυλάει μέσα μου, και θυμάται..
και θυμάμαι...
άλλο δε θά' χω....

Κι όταν η επιστροφή σου κυριεύσει ολότελα
όση τρέλα μ απόμεινε,
από τα σπασμένα κλαριά του έρωτα,
τα τσακισμένα φύλλα - φτερά νεράιδων
( πιστεύω ακόμα στα παραμύθια),
θα τυλιχτώ το κορμί μου
και σφίγγοντας τα δυο χέρια μου
το ένα πάνω στο άλλο..
θα νιώσω να φυτρώνουν πάλι φτερά
στους ώμους..
Κι ίσως απόψε
με πτήση από το έβδομο πάτωμα
κατοικήσω στην ουράνια ευτυχία
που χάρισες δηλητήριο στο αίμα μου.

ατιτλο

Κι αν σε σκεπάσει το κρύο του χειμώνα,
αν το λευκό του πέπλο την επιδερμίδα σου ντύσει...
Αν η άβυσος γύρω σου κατοικήσει και σε κάνει νησί...
Και βοή ανέμων σμίγει στο καλεσμά της  γη θάλασσα κι ουρανό...
Και μέσα από τα δόντια του χρόνου, να διαβώ πρέπει, για να σε βρω..
Δίχως φως.. άστρο ή κερί... ή σπίθα σπίρτου....
παραμερίζοντας μία μία τις κουρτίνες των φόβων σου...
Θα σε βρω.....

Ακούγοντας την καρδιά σου...  θα σε βρω....

Γιατί όπου και νά σαι, μπορώ να σ' ακούω, καρδιά μου...

ατιτλο

θα έρθω αγνώριστος...
Δε μοιάζω σε ότι ονειρεύτηκες..
Θα έρθω Άγνωστος...
Μη με κοιτάξεις με τα μάτια...
Μη ψιλαφήσεις στα δαχτυλά σου
τη μορφή μου.
Στην καρδιά μου ακούμπα....
Νιώσε....
τα κύματα που ξεπηδούν σε κάθε χτύπο
με μοναδικό προορισμό τους, εσένα...
Νιώσε...
Το πέταγμα ενός γλάρου,
τον πόθο στα φτερά του...
Μη με κοιτάς στα μάτια με τα μάτια...
Μη λες πως με κοιτάς μέχρι να δεις
τις φλόγες....
που σιγοκαίνε πίσω από τα βλέφαρα
τη ζωή μου  Όνειρό μου!...

Δε θα με γνωρίσεις έτσι άραχνο όπως κάρβουνο
αν τη φωτιά δε λευτερώσεις....
Και μαζί μου καέις...

22/11/11

Ατιτλο

Σε θυμάμαι...
κοριτσάκι ακόμα να χάνεσαι
στις διάπλατες σελίδες των βιβλίων
με τα μάτια ορθάνοιχτα..
Να κοιτάνε πέρα από τις λέξεις..
πιο μακριά και πιο μετά
από εκεί που αρχίζει και τελειώνει το παραμύθι...
Σε θυμάμαι..
με τα κερασένια σου χείλη να ευωδιάζεις
την ψυχή που κατοικεί στο στήθος μου..
Το άρωμά σου.. τη πνοή σου... Ανάσα μου!
Σε θυμάμαι...
Στο δικό μου παραμύθι δεν έφυγες ποτέ..
Σε ανασαίνω κι αποστηθίζω όλα τα ποιήματα
που σκορπίζει ο άνεμος στις κινήσεις σου..
Πάλεται το στήθος μου, Ανάσα μου,
στο θροισμά σου...

Σκορπώ τα φύλλα του φθινοπώρου,
τις λευκές νιφάδες,
τα βηματά σου να σκεπάσουν από διαβάτες.
Απείραχτα να μείνουν, ώσπου, καρδιά μου,
την Άνοιξη να ξαναφέρει ο ερχομός σου.

Ακούω την μουσική,
που κάνει το κορμί σου να θροίζει,
και με αόρατο μανδύα κρυμένος
στο παραμύθι που δε ζήσαμε ακόμα,
περιμένω, να με δεις....
να με πιστέψεις....
να μου κρατήσεις πάλι το χέρι...
Και να βαδίσουμε δίπλα ο ένας στον άλλον
αφήνοντας ίχνη από άστρα,
να μαρτυρούν σε όσους βλέπουνε
τον δρόμο των παραμυθιών..
Εκείνον, από την καρδιά ως την καρδιά.
Και πάλι πέρα.. και πάλι δώθε..
Τον δρόμο, που αγαπά να βαδίζει
η Αγάπη...

Δες με.. πίστεψέ με... κι όλα θ' αρχίσουν από την αρχή.
" Μια φορά κι έναν καιρό..."

19/11/11

Ατιτλο

Ο χρόνος μου τελειώνει πάνω στη γη..
και πρέπει να εγκαταλείψω όσα συνήθισα..
κι όσα αγάπησα..
Με γυμνό το φως της ψυχής να ταξιδέψω
στο Φως...
Κι όμως δε μπορώ. Βαριά λύπη με δένει...
Δεν είμαι το νιογέννητο φως που ήμουνα..
Ούτε ο άνεμος ο αδέσμευτος..
Ό,τι ήμουνα δεν είμαι κι ούτε μπορώ πάλι να γίνω.

Ο χρόνος τελειώνει.. πλησιάζει η ώρα..
Κι εγώ δεν είμαι πια πνεύμα ή άγγελος.
Πήλινα γίνανε τα αρχαία φτερά μου,
σπασμένος πηλός η καρδιά..
Και τα όνειρα άργιλος, άμμος....
Ταξιδεύουν πάνω τους ποτάμια από άστρα
το ίδο συχνά με της ερήμου την δίψα
και την απελπισία.

Κάνω μικρές συμφωνίες με τον διάβολο
κρυφά από τον Θεό ...
Δύο παιδιά που σμίγουν σε ώρες παιχνιδιού
πέρα από πρέπει....
Διαπραγματεύομαι την αιωνιότητα
με αντάλλαγμα να είμαι θνητός.
Ο διάβολος αγαπά το αιώνιο.. κι εγώ αγαπώ το χώμα...
Και την σπασμένη πήλινη καρδιά μου.
Στο χώμα μέσα,
θα μπορέσει κάποτε να ξεχαστεί...

H Ζωή Μιας Νεράιδας - μέρος 1ο

H  Ζωή Μιας Νεράιδας ( της κόρης μου Δανάης Παπανικολοπούλου Λαλέ - ετών 12 )

Στην λίμνη Στυμφαλία υπάρχει μια νεράιδα η Λέπρα. Όμορφη με δέρμα κρύο σαν τον πάγο, μαλλιά καστανά σγουρά, τα μάτια της ήταν μπλε σκούρο στο χρώμα του ουρανού  και  χαρακτήρα γλυκό, απότομο, ήρεμο και γαλήνιο σαν το νερό. Κόρη του Ήλιου και της Σελήνης αλλά επειδή την ζήλευαν πολύ οι γονείς της εξαιτίας της ομορφιάς της την έδιωξαν από τον ουρανό κι από αστέρι που ήταν την έκαναν νεράιδα και την παγίδεψαν στην λίμνη Στυμφαλία. Η Λέπρα μπορούσε να βγει μόνο τα βράδια επειδή και τα αστέρια μόνο την νύχτα φαίνονται αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν, έτσι κι αυτή. Κάθε βράδυ όταν έβγαινε χόρευε τον πιο λυπηρό χορό, μόλις τέλειωνε ο χορός κολύμπαγε στην λίμνη αργότερα κοίταζε τον ουρανό, έβλεπε τα αδέρφια της τα άστρα και την μητέρα της να την κοιτάζουν από ψηλά κι εκείνη άρχιζε να κλαίει. Έτσι περνούσε κάθε βράδυ η Λέπρα, μόνη και στεναχωρημένη σε όλη την παιδική της ηλικία με καμία ελπίδα για ευτυχία.
Σε μια άλλη χώρα ένα πριγκιπόπουλο ο Ντέρεκ μεγάλωνε. Αλλά αυτό το πριγκιπόπουλο δεν ήταν κακομαθημένο όπως τα άλλα πριγκιπόπουλα, μεγάλωνε με δυο γονείς υπερπροστατευτικούς και άκουγε κάθε βράδυ τις φωνές τους που μάλωναν αλλά μπροστά σε κόσμο έκαναν την χαρούμενη οικογένεια όμως όταν έφευγαν όλοι κι έμεναν μόνοι τους πάλι μάλωναν. Ο Ντέρεκ δεν άντεχε πια όλους αυτούς τους τσακωμούς των γονιών του, πολλές φορές του ερχόταν να τρέξει έξω από το σπίτι και να αρχίσει απλώς να τρέχει χωρίς να έχει προορισμό, χωρίς σκέψεις και αναμνήσεις απλά να έτρεχε μακριά από όσα των πληγώνουν και τον κάνουν να νιώθει καταπιεσμένος να πήγαινε σε μια χώρα μαγική και πανέμορφη, ονειρική χωρίς να ανησυχεί για το τι θα συμβεί στην ζωή του και να ζει έτσι για πάντα. Aλλά ήξερε ότι δεν γίνετε κάτι τέτοιο επειδή υπήρχαν ακόμα πολλά ερωτηματικά για τον έξω κόσμο που έπρεπε να μάθει. Πάντως  όταν κοίταζε τον ουρανό ηρεμούσε και χαμογέλαγε στα αστέρια τα οποία είχαν προβλέψει ένα υπέροχο μέλλον για τον ίδιο.
Η Λέπρα κι ο Ντέρεκ μεγάλωναν σταθερά αφού περνούσαν τόσο εύκολα τα χρόνια σαν μέρες κι οι μέρες σαν ώρες. Ώσπου ήρθε η μέρα που έγινε κάτι πολύ θλιβερό πατέρας του Ντέρεκ πέθανε!  Ντέρεκ δεν μπορούσε να το αντέξει αυτόν  τον πόνο ακόμα κι αν μάλωναν πολύ συχνά κι όμως τον αγαπούσε βαθιά μέσα στην καρδιά του πολύ δυνατά για αυτό λοιπόν κι ένα βράδυ έφυγε από το σπίτι του ήταν νύχτα ατελείωτη για τον ίδιο δεν άντεχε να μένει στο ίδιο σημείο στο οποίο μάλωνε με τον πατέρα του αντί να τον αγκαλιάσει να τον ακούσει τι έχει να του πει μιας κι είναι μεγαλύτερος από εκείνον και ήξερε πολλά περισσότερα  για τον κόσμο για τους ανθρώπους κι όμως εκείνος προτιμούσε να μαλώνει μαζί του. Υπήρχαν και καλές στιγμές όπως τότε που ήταν Χριστούγεννα στην αγκαλιά του πατέρα του κι άνοιγαν τα δώρα χαρούμενοι ή όταν είχαν πάει βόλτα στο δάσος κοντά στο σπίτι τους κι είχαν κάτσει πάνω σε ένα κούτσουρο και του έλεγε ιστορίες με γοργόνες, νεράιδες και ξωτικά κι τα πίστευε όλα αυτά .Τα βράδια πριν κοιμηθεί του έλεγε ένα παραμύθι κι ύστερα την πιο γλυκιά καληνύχτα και τον έπαιρνε κατευθείαν ο ύπνος, κι τώρα τίποτα σιωπή και μόνο σιωπή έτσι εκείνο το αναπάντεχο βράδυ αποφάσισε να φύγει για λίγα χρόνια μακριά από το σπίτι του, δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Ντύθηκε, πήρε μαζί του μερικά πράγματα, πήγε στους στάβλους πήρε το άλογο που του είχε χαρίσει ο πατέρας του.  Αυτή η μέρα τον έκανε να νιώσει πολύ μεγάλος αν και ήταν μόνο δώδεκα ετών, κι όμως επειδή ο πατέρας του του είχε πει ότι είναι πια άντρας εκείνος το είχε πιστέψει. Θυμάται ακόμα και την πρώτη φορά που προσπάθησε να ανέβει στο άλογο του είχε φανεί τόσο περίεργο που στην αρχή φοβόταν να δοκιμάσει αλλά τώρα ανέβηκε με πολύ ευκολία, διότι ο πατέρας του του είχε μάθει. Άρχισε να ιππεύει και γρήγορα το άλογο ξεκίνησε να τρέχει, από τα μάτια του Ντέρεκ έτρεχαν δάκρυα σαν ποτάμι ξαφνικά ένιωσε μια ζαλάδα κι λίγο αδύναμος τότε έπεσε από το άλογο και χτύπησε το κεφάλι του. Όταν ξύπνησε είδε ότι βρισκόταν μπροστά σε μια μεγάλη λίμνη του φάνηκε βαθιά. Κοίταξε γύρω του δεν έβλεπε πουθενά το άλογο... ένιωσε τόσο άχρηστος που έχασε το δώρο του πατέρα του που μόνο αυτό είχε πια, αφού είχε μάθει ότι η μητέρα του είχε ήδη βρει άλλον άντρα . Ένιωθε μόνος. Δοκίμασε να κολυμπήσει στη λίμνη ώστε να ξεπλυθεί από τα χώματα και τις λάσπες. Όταν τελείωσε κάθισε κι έκοψε ένα μήλο κι έφαγε κάτω από το δέντρο μπροστά στη λίμνη και κοίταγε πέρα μακριά στα βουνά κι έκανε όνειρα πολλά και γεμάτα αλλά δεν ήταν σίγουρος αν μπορούσε να τα πραγματοποιήσει δυστυχώς του έλειπε η αισιοδοξία, για να τα κάνει αληθινά.

Δανάη Παπανικολοπούλου Λαλέ

18/11/11

Ατιτλο

Γιατί…;
αναρωτήθηκε…
στρέφοντας το βλέμμα της προς τον ουρανό…
Γιατί να μη μπορώ να πετάξω κι εγώ τόσο ψηλά…
Από κει πάνω όλα φαίνονται μικρά,
λίγα, μακρινά, απλά, εύκολα, ήρεμα, αδιάφορα…
Αυτό χρειαζόταν… σκέφτηκε…
και κοίταξε με θλίψη τα βρεγμένα της φτερά…

Nάντια Κωνστάντου

Κι ο ουρανός που την άκουσε, σκοτείνιασε περισσότερο...
Μέσα στην μαύρη του καρδιά τ άστρα μοιάζανε ακόμα πιο λαμπερά.. πιο ποθητά...
Πόσο θα ήθελε η ανταριασμένη από τις χιλιετίες ψυχή του,
από τις φωτιές και σιωπές ανείπωτες.... πόσο... πόσο πολύ...
μια σταγόνα δάκρυ να ήταν στα μάτια της,
πρωτού αυτό σύννεφο γίνει, βροχή...
Πόσο στην μικρή της καρδιά να χωρέσει ήθελε....
Κι όλο ανάβανε πιο δυνατά τα αστέρια στο ουράνιο αίμα του..

Πόση μοναξιά να είναι όλα μικρά, μακρινά, αδιάφορά...

Αχ!.. το πετράδι του πόνου, στα μάτια της....
πόσο τό θελε να τό χε για καρδιά.....
κι ας ήταν ένας χτύπος.. ένα δάκρυ.. η ζωή του όλη....

Νικόλας Παπανικολόπουλος