Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

26/9/12

άιτλο

Από του τάφου τ΄άσπρο φως, σαν έχει σεληνόφως,
σεντόνι πήρα σιωπής τις λέξεις να σκεπάσω,
και πόθων που σβηστήκανε, τον πόνο να χαράξω
εκεί όπου το σούρουπο δειλά σφυγμό τολμάει.

Με μαύρο δάκρυ η νυχτιά, στον κόκκινο καρπό σου,
το αγαπημένο της παιδί, στη μέρα εγκαταλείπει.
Και κείνη το σεβάστηκε το μαύρο της το δάκρυ,
κι ανέγγιχτη τρεις φορές, στη νύχτα σε γυρίζει.

Την τρίτη και φαρμακερή, στο στόμα σου αράχνη
που έχτισε μ΄υπομονή ιστό από ασήμι
στα δόντια σου συνθλίβεται, τις λέξεις λευτερώνει,
και σπαρταρώντας μυστικά της νύχτας φανερώνει.

Και γίνανε τα μάτια σου της μοναξιάς στολίδι,
άστρα την νύχτα γέμισαν και σένα με μολύβι.
Μα πριν στρερέψει η αναπνόή, αναπνοή θα δώσω,
στου Προμηθέα τα δέσμα να σε διπλοκλειδώσω.


24/9/12

άτιτλο

Τόσες πολλές ελπίδες, τόσα χαμόγελα.. τόσα φτερά , ορθάνοιχτα για να πετάξουνε.. χωρίς να κάνουνε μια πτήση ολόκληρη. Ολοκαίνουργια φτερά...
_Και τι θα τα κάνεις τόσα φτερά;
_Ακόμα δεν κατάλαβες... έτσι;... Δεν είναι τα φτερά.. είναι οι ψυχές.. η ψυχή μου... Που ονειρεύεται πτήσεις με ξένα φτερά. Δεν είναι φτερά αυτά που μαζεύω... Δεν είναι οι πεταλούδες το ζητούμενο. είναι η ίδια η ψυχή μου... Βλέπεις, όλος ο πλούτος γύρω μου δε θα είχε καμία σημασία, χωρίς την ισχύ που μου δίνουνε αυτά τα φτερά... που μου ανήκουν...

Τον κοίταξε στα μάτια.. και δεν είδε τίποτα... σκέφτηκε μόνο πως, ακόμα κι οι χαρές του, νεκρές φτάνουν στα χέρια του... Τον κοίταξε με λύπη κι αποστροφή.. Δεν είπε τίποτα άλλο... Τον άφησε να κρεμάει με προσοχή τις πεταλούδες στον τοίχο... έκλεισε την πόρτα πίσω του. Και βγήκε στο φως....

21/9/12

Είμαι η βροχή

Είμαι η βροχή.
Κι είσαι ο άνεμος...
Το σώμα μου σύννεφο στις διαθέσεις σου..
Είμαι η βροχή..
κι είσαι το κιτρινισμένο φύλωμα του φθινοπώρου.
Ψάχνοντας ένα διψασμένο σου άγγιγμα
ταξιδεύω στ απόνερα...
Ο δρόμος με βγάζει όλο στ ανοιχτα
μιας άγριας θάλασσας,ναυαγισμένων Ωραίων "Θέλω".
Οι γλάροι σχίζουν την ψυχή μου,
σπαρταρά τ ονομά σου στο ράμφος τους..

Είμαι η βροχή. Και είμαι εσύ..
Στις σκοτεινές ανάπαυλες του πόνου,
όταν κοιμάμαι κι ονειρεύομαι
σε μια γούβα
παγίδα ανύποπτων περαστικών,
γίνομαι εικόνα σου..
Αντανακλώντας των ματιών σου
τα άστρα..

11/9/12

ατιτλο

Ακούσιες σχίζουν ενοχές το σεντόνι...
Δε φτάνει να μείνει η νύχτα μακριά,
το φεγγοβολισμά σου...
Συνθλίβονται οι ενοχές στα θέλω...

συνθλίβομαι στην απουσία..
"Σου".. "Μου"..
είναι καιρός που η αντωνυμία
έχασε τη σημασία της.

Φοβάμαι, πως αν δεν δραπετεύσω
από το σεντόνι,
θα με θάψουνε μαζί του ...
πνιγμένο από όνειρα...

5/9/12

Άτιτλο

Χαράζω τη σιωπή με άστρα...
φτιάχνοντας ποτάμια φωτός..
από την καρδιά μου ως την καρδιά σου..
Αυτός νομίζω είναι καλός λόγος,
να ξαναμάθουμε το αλφάβητο από την αρχή.

Το να βηματίζουμε ανάμεσα στ άστρα....

4/9/12

ατιτλο

Ρακένδυτος πέρασε ο Έρωτας από τις χαραμάδες της πόλης,
σφραγίζοντας με φως τα μάτια που φίλησε η μοναξιά..
Λίγος καπνός λίγη πνοή... τόσο μόνο βάσταξε..
Κι όμως το σώμα του βάρυνε αιώνες σιωπής...
"Ζωή"το αποκαλέσανε άγνωστοι περαστικοι,
θαυμάζοντας τα πυροτεχνήματα των στιγμών.
μα εσύ ήξερες.. κυλάρισε μέσα σου η μοναξιά...
Φαρμάκι που δε θα γιατρευτεί από δάκρυ.
Μια κραυγή μόνο.. κι αυτή μισή...
Η άλλη μισή κάηκε στη φωτιά που οδηγεί στην κόλαση.
Την κόλαση, να Αγαπάς μα να μην Είσαι....

.. Επειδή έχεις μισό σώμα, μισή καρδιά, ψυχή μισή...

31/8/12

Αστροφωτισμένη



Ήσουν τόσο όμορφη..... δεν είδα καθαρά το πρόσωπό σου. Λάμπανε όμως τα χείλη σου, κάτω από το φως των άστρων.. και τα μάτια σου... δυο γαλάζια φεγγάρια που μου καίγανε την καρδιά.. Μία έλλειψη ονείρου η μορφή σου... σα την ημισέληνο που κρέμεται στο λαιμό σου... και κει στο βάθος, πάνω από την καρδιά σου, να λάμπει ένα ξεχασμένο φιλί.. Που λαχτάρησα κάποτε να σου δώσω..
Πλησίασα... κοντά και έσκυψα στο πρόσωπό σου...αλλά ακόμα δεν μπορούσα να το δω...χάιδεψα το μάγουλο σου και τότε αισθάνθηκα το δάκρυ σου...σε ρώτησα γιατί κλαις μα δεν απάντησες… έσκυψες ελαφρά το κεφάλι... Ακούμπησα το δικό μου στο δικό σου. Σε σκέπασα με τα χέρια μου κρατώντας σε έτσι, σιωπηλά, για λίγο... Το χέρι σου γύρεψε το δικό μου... η ανάσα σου στάθηκε... Ένιωσα την καρδιά σου να χτυπά πιο δυνατά. Και τότε, το ομολόγησες... χωρίς να με κοιτάς...  χωρίς να κομπιάσεις: «Θέλω να χωρίσουμε…. Ναι δεν γίνεται αλλιώς....δεν γίνεται....καλυτέρα μην με φιλήσεις....γιατί τότε δεν θα υπάρξει γυρισμός....αφού το ξέρουμε και οι δυο ότι μαζί δεν θα μπορέσουμε να είμαστε ποτέ....θα συναντιόμαστε μόνο στα όνειρά μας....και όταν έχει φεγγάρι πάντα θα σε θυμάμαι και θα σε αναζητώ.... καλυτέρα έτσι....ίσως να πονέσουμε λιγότερο.... ίσως θα έχουμε λιγότερα να θυμόμαστε…. αν όλα ήταν αλλιώς....ίσως....»
Ήθελα να της πω... «Μείνε... δεν θα αντέξω χωρίς εσένα.. Ξεριζώνεται η  καρδιά μου... άδεια είναι όλα»… μα το βρήκα τόσο εγωιστικό.  Ίσως πάλι, θα έπρεπε να φανώ εγωιστής. να μην την χάσω.. και σε όλη αυτή την πάλη, δεν έλεγα τίποτα..
«Δεν έχεις τίποτα να πεις; να φωνάξεις; να με βρίσεις; κάτι;» ... Σιωπή.. οι λέξεις πνιγόντουσαν  πριν φτάσουν στα χείλη.. Τόσες  σκέψεις.. τόσα πράματα να πω.. «Σ αγαπώ!.. μείνε..»  Μα τίποτα... Στο τέλος μόνο, είπα: «Έχεις απόλυτο δίκιο.. καλύτερα τώρα παρά μετά. Αν αυτό θες, αυτό θέλω»...Με κοίταξε παγωμένη.. χαμογέλασε... Σχεδόν δάκρυσε χαμογελώντας.. Ύστερα τίναξε το κορμί της, σα να τίναζε από πάνω της κάτι εντελώς ξένο, σηκώθηκε και στάθηκε εμπρός στο παράθυρο. Τι τεράστιο φεγγάρι! ... Απόρησα, αν αυτό κοιτούσε, ή βαθιά μέσα της... Έτρεμε το κορμί της... κι ένιωθα όπως αν στεκόμουνα εμπρός σε ένα γκρεμό...  την άκουσα πάλι να μιλά.. Η φωνή της μόλις ακουγότανε..  «Πάντα θα σε σκέπτομαι πάντα θα σε θέλω....κάποτε θα με ευγνωμονείς που
σου ζητώ να μην ξανασυναντηθούμε....το πάθος δεν καταλήγει πουθενά… και οι αδιέξοδες σχέσεις.. είναι καταδικασμένο αυτό που θέλουμε να ζήσουμε πριν γίνει… κράτα το βλέμμα στα μάτια μου....την φλόγα και δεν θα με ξεχάσεις....»
«Ξἐρω πολλές αδιέξοδες σχέσεις χωρίς πάθος» .. ήθελα να της πω.. «Το πάθος είναι η ζωή...» ... Μα οι άνθρωποι είναι δέντρα, γεμάτα ρίζες...  Πως να σπάσεις τις ρίζες σου χωρίς να πληγώσεις τον άλλον; Μάνα είναι πάνω από όλα.. ύστερα γυναίκα.. Ύστερα το Πάθος. Για μας τους άντρες δεν είναι έτσι.. Μα για εκείνη το μαρτύριο αφόρητο. «Μίλησες για πάθος...  όμως εσύ πρώτη μίλησες γι αγάπη.. γιατί; ...»
«Δεν υπάρχει γιατί....μην ψάχνεις....καλυτέρα να φύγουμε χωρίς να πούμε τίποτα άλλο…»
Κι ωστόσο έτρεμε... Ένιωθα όλη τη δύναμή μου πάνω της.. Την δύναμή μου,  που της επέτρεπα να αποτινάξει.... Το ήθελα αυτό; να τελειώσουνε όλα εδώ; όχι.. Σίγουρα όχι... «Καληνύχτα» της είπα... χωρίς να γυρίσω να την δω.. άλλωστε εκείνη κοίταζε από ώρα μόνο την Πανσέληνο. Βγήκα από το δωμάτιο, έκλεισα την πόρτα απαλά... Κι έφυγα όσο πιο γρήγορα μπορούσα..
Τα περισσότερα σπίτια είχανε πια κλειστά τα φώτα.. οι δρόμοι έρημοι.. Και  γω πιο έρημος ακόμη. Σήκωσα το βλέμμα στον ουρανό και κοίταξα το φεγγάρι που καιγόταν στα μάτια της.. Με έρωτα κι απελπισία.. «καληνύχτα!» Του ψιθύρισα τρυφερά.. και συνέχισα, χωρίς βιασύνη το δρόμο μου…

Νικόλας Παπανικολόπουλος και Maria Veleri   ( συν + γραφή )

29/8/12

Φτερό σπασμένο



Πως να ισορροπήσει με ένα φτερό σπασμένο; .. Καθότανε στο πρεβάζι, στον έκτο όροφο.. Κι από κει κοιτούσε ούτε κάτω, ούτε πάνω.. Μόνο πέρα μακριά.. Κοιτούσε τα πτηνά που πετάγανε... και πιο πολύ τα χελιδόνια, που σαν αυτά, δεν υπάρχει άλλο φτερωτό, να αγαπά τόσο το πέταγμα! Κοιτούσε τα σύννεφα που ερχόντουσαν όλο και πιο κοντά, πιο γεμάτα... βαριά... Κι ήξερε πως ήτανε θέμα χρόνου να βρέξει... Κι ο άνεμος σώπαινε... περιμένοντας την βροχή κι εκείνος.. Σώπαινε κι η καρδιά του... Κι έτσι, χαμένος στη σιωπή, και στο ύψος .. κοιτούσε αιχμάλωτος αυτό που δεν έμαθε να κάνει. Αλλά μπορούσε μια χαρά να το φανταστεί:  να πετά... και έτσι  δειλά τίναξε τα φτερά του....και πέταξε....επιτέλους το είχε καταφέρει… πέταξε μακριά....και όλα έδειχναν τόσο όμορφα από εκεί ψηλά... έφτασε το σύννεφο της βροχής.. ντύθηκε τις στάλες που κουβαλούσε. Και συστήθηκε με τον άνεμο... «Σε περίμενα».. του είπε ο άνεμος, χαϊδεύοντας απαλά τα μαλλιά του..  «Σε περίμενα, για να αρχίσει να βρέχει. Οι άνθρωποι χρειάζονται την χαρά της θλίψης σου, το όνειρο ενός αγγέλου με ένα φτερό... που ωστόσο είναι Ολόκληρο.."
«Ένα φτερό».. ήχησε η λέξη στο αυτί του σα σφαίρα! .. έκλεισε τα μάτια και τ άνοιξε, τρομαγμένος.. Κι είχε ακόμα ένα φτερό.. Κι είχε πάρει να βρέχει...
«Σε περίμενα», άκουσε να τρέμει μια φωνή, που δεν είχε ξανακούσει... Ξεκάρφωσε το βλέμμα από το άπειρο.. κοίταξε δίπλα του.. Ένα κορίτσι, στεκότανε εκεί με ένα φτερό.. «Σε βρήκα από την βροχή στα μάτια σου.. κι από τον κεραυνό της καρδιάς σου που έσκισε τη σιωπή..»
"Πάρε με αγκαλιά" της είπε... Κι εκείνη τον τύλιξε στα χέρια της.. κι εκείνος  την έδεσε στα δικά του... Κι έτσι μαζί, αμίλητοι, αφήσανε την απάτη του έκτου ορόφου πίσω τους.. Μπρος τους δεν είχανε πια το βάθος μιας πτώσης.. ούτε το όριο ενός παραθύρου.. Με τα δυο τους φτερά, σαν ένας , πέταξαν ψηλά.. Πιο όμορφα κι από τα χελιδόνια.. Πιο πέρα κι από την βροχή..

Νικόλας Παπανικολόπουλος και Maria Veleri   ( συν + γραφή )

22/8/12

κι έτσι θαμπή


Κι έτσι θαμπή, πίσω από το φως που τύφλωσες το κορμί μου, να καίγεσαι... Ρόδο κόκκινο από πόθο.. κι ορθάνοιχτο από Αγάπη... "Και τι είναι το όνομα της Αγάπης" , μου είπες. " Δε φτάνει για μας... δε φτάνει να μας σκεπάσει... Όπως με σκεπάζεις εσύ.. κι εγώ εσένα.." 

...στην άκρη του κόσμου


Καθότανε στην άκρη του κόσμου.. ήτανε πεπεισμένος πως αυτό έκανε αφού από εκεί δε γινότανε να πάει πιο πέρα. Οι φίλοι όλοι άχρηστοι. Άλλωστε σε τέτοιες περιπτώσεις λένε τα συνηθισμένα: «Η ζωή συνεχίζεται και πρέπει να συνεχίσεις να ζεις» .. ή.. «αν ήταν γραπτό, αν άξιζε, θα ήτανε στη ζωή σου» ..ή.. «Θα δεις, πως κάποτε θα γελάς με όλα αυτά..  τα έχεις υπερεκτιμήσει» .. ή.. «το καλύτερο φάρμακο είναι ο χρόνος» .. ή .. «τρώγοντας έρχεται η όρεξη» …. Πόσο άχρηστη κάθε συμβουλή τους. Εκείνοι δε πονάνε.. δεν μπορούν να νιώσουν την άβυσσο.. Πως είναι, να έχεις φτάσει στο τέλος του κόσμου, κι η μόνη δυνατή διέξοδος, να βαδίσεις τον ίδιο δρόμο προς τα πίσω.. αργά, βασανιστικά, λυτρωτικά. Ζώντας ανάμεσα στα ερείπια των αναμνήσεων, να τρέφεσαι από αυτές, και να δημιουργείς μικρές ιστορίες.. λίμνες όμοιες με αυτές που αφήνει πίσω της μια καταιγίδα όταν κοπάσει στις γούβες ενός δρόμου των νότιων προαστίων, κι  αντανακλούν  μέσα τους ψηφίδες της εικόνα σου.  
Κάθε εικόνα έχει τουλάχιστον τρεις τρόπους να την κοιτάς. Όπως την βλέπουν οι άλλοι, όπως την βλέπεις εσύ.. κι εκείνη την μορφή,  που χωρίς να σου συστηθεί, γνωρίζεις πως είσαι εσύ.. κι ας μη σου μοιάζει καθόλου. Η μορφή που ακολουθεί κάθε σου βήμα, μα παρουσιάζεται όταν πονάς πολύ, ή στη σιωπή. Κρίνοντάς σε  που την καταδίκασες ν’ ακολουθεί, αντί να πορεύεστε μαζί..  Δαγκώνει τη σιωπή με τα μάτια:  «Δεν είναι η βροχή, δε φταίνε οι γούβες του δρόμου.. εσύ φταις που δε κατάφερες να με βρεις. .. φταις που η εικόνα σου σπασμένη χίλια κομμάτια..»
Περπατώντας ξανά και ξανά, στον ίδιο δρόμο, από την  Ύπαρξη ως την άκρη του κόσμου, έψαχνε απεγνωσμένα να βρει ένα καινούργιο λουλούδι.. ένα πέταγμα πτηνού.. ένα σύννεφο..  Οτιδήποτε θα μπορούσε να αλλάξει κάπως το τοπίο. Έλπιζε ακόμη;  Είναι δυνατόν;  Όχι δεν ήταν ελπίδα. Αλλά το όνειρο…  Ξεχνιότανε. Παρηγοριά πολύτιμη…
 «Εδώ είσαι;» …. Του είπε..
 Τα πόδια του μετέωρα πάνω από την άβυσσο.. Τα μάζεψε ντροπιασμένος.. Απάντησε με ήρεμη φωνή, αργά, μη μαρτυρήσει τίποτα. «Εδώ»  - λες και θα μπορούσε να είναι αλλού…  
«Σε γύρεψα απόψε» ..   
Χαμογέλασε τρυφερά… απόψε η νύχτα θα ήταν  γεμάτη άστρα…  τρικύμισε η θάλασσα στην καρδιά του..  Στο βάθος του ορίζοντα, ένα χάρτινο καραβάκι, φορτωμένο όνειρα, άρχιζε το ταξίδι του…. στο βαθύ άγνωστο…  «Εδώ είμαι.. πάντα εδώ… για σένα..»

10/8/12

Άστρο στον ουρανό..


Τον κοίταξε στα μάτια  και του έστειλε ένα φιλί.. μπροστά στη πόρτα του σπιτιού της..
Το άρπαξε, καθώς φτερούγισε, και το ακούμπησε απαλά στην καρδιά του…  εκεί, που βρισκόταν όλη η ψυχή του….  Φοβότανε τον αποχωρισμό….  πως ίσως δεν επιστρέψει..  Σχεδόν βεβαιότητα ο φόβος  αυτός  τον τελευταίο καιρό. Σχεδόν επιθυμία.
Είναι παράξενο, να κατοικούνε νεκροί στον κόσμο των ζωντανών. Να βαδίζουν ανάμεσά τους, με εμμονές που δεν είναι πια εμμονές.. αλλά ένας σκούρος λεκές θλίψης, φτιαγμένος από χρώματα δυνατά.. το κόκκινο του αίματος, το μπλε το βαθύ.. την μωβ αύρα όταν το ένα αγγίζει το άλλο, όπως οι επιθυμίες όταν αγγίζονται μα δε παντρεύονται..    Το κίτρινο που έχουν τα σταχοχώραφα στο θέρος, το καστανοπράσινο των σκιερών από πλατάνια ποταμών..  Μνήμες. Παγιδεύονται οι ψυχές στις επιθυμίες τους, δεν μπορούν να προχωρήσουν.. Κι έτσι κατοικούνε φως και σκιά, στα πιο όμορφα, τα πιο αγαπημένα των ανθρώπων.  Στην πρωινή δροσιά και στη γλυκιά σέπια του ρόδου που τυλίχτηκε την φλόγα του χρόνου.  Μα πιο παράξενο ακόμα, όταν οι ζωντανοί, άθελά τους, περνούν το κατώφλι του κόσμου των  νεκρών. Και γίνονται σκιές, ενώ βαθύ κόκκινο ζεστό ακόμα, κυλά αίμα στις φλέβες , με τρόπο που να μην ανήκουν τελικά ούτε ανάμεσα στους ζωντανούς, ούτε ανάμεσα στους πεθαμένους.
«Δεν ανήκω εδώ» , σκεφτότανε καθώς περπατούσε ήδη στο δρόμο. «αν θέλω αληθινά να κάνω κάτι για εκείνη, πρέπει να μάθω να ζω χωρίς εκείνη. Κι ας είναι αδύνατο να ανασάνω χωρίς να την σκεφτώ» …. Η αδιαφορία τον είχε ήδη τυλίξει, όπως η γαλάζια φλόγα του χρόνου, τον άλλαζε καίγοντας τα πιο μεγάλα του θέλω, τα  ανθισμένα ρόδα του και το γαλάζιο ακόμα τ’ ουρανού…  Βήματα χωρίς νόημα, τον φέρανε πίσω, σ’ ένα τόπο που έμοιαζε με τη ζωή που κάποτε πίστευε για ζωή. Μα κάθε πρωινό, κάθε βράδυ, τυλιγμένος στις ίδιες φλόγες, καιγότανε… ποτέ δεν γινότανε στάχτη…  καταδικασμένος να καίγεται αιώνια, σε κάθε πνοή του, στη σιωπή μιας μεγάλης αγάπης. Στη σιωπή της ζωής του.
Αποδέχτηκε αυτή τη σιωπή, όπως ο νεκρός οφείλει να αποδέχεται πως είναι νεκρός. Μα με κίνητρο ακόμα πιο δυνατό. Από αγάπη. Τη δύναμη που ορίζει τα θαύματα. Και την αντοχή. Ζούσε σ’ ένα σκουρόχρωμο θαμπό λεκέ… μιας ζωής της οποίας υπήρξε λαθρεπιβάτης.
Ο άνεμος μύριζε βροχή..  Το πρωί η μέρα άρχισε ηλιόχαρη, μα από το μεσημέρι κι ύστερα ο καιρός άλλαξε δραματικά. Μολυβένια συννεφιά  κάλυψε τον ορίζοντα κι  από κάπου κοντά, ακούγονταν βροντές.  Απέναντι από το μπαλκόνι του, στο βάθος, υπήρχε μία συστάδα Κουκουναριές… Από τα πανύψηλα δέντρα, είχαν σηκωθεί κοπάδι τα κοράκια και πέταγαν άναρχα.  Αλάφρωσαν τα σύννεφα στο πέταγμά τους.  Και το βλέμμα του αλάφρωνε κι αυτό.. κι ήταν,  σαν η μπόρα που θα ξεσπούσε σε λίγο σα να μην ήτανε μπόρα.. Αλλά τρικυμία…  σα νά’ ταν  ο ουρανός θάλασσα, θηλυκό με παράξενους τρόπους, κι η ψυχή του καράβι που ναυαγεί στο βυθό της.. Πόσες εικόνες δε φέρανε  στα μάτια του τα μαύρα τους φτερά.. Κι αν ήταν μαύρα, με μωβ ζωγράφιζαν στα νέφη… με κόκκινο και βαθύ μπλε… 
Ο άνεμος μύριζε βροχή.. κι ήταν σα να είναι η βροχή τ’ άρωμά της….  Πόσοι μουσκεμένοι πόθοι, ταξίδεψαν, πόσες φορές, από τα μάτια του ως το μηδέν.  Το τίποτα της ύπαρξής του.. επειδή η γραμμή της ζωής του εκεί που άρχισε εκεί έμεινε.. Μόλις μια τελεία - χωρίς παύλα…   Που να στρέψει το βλέμμα και να μην είναι εκείνη;...  τι νόημα έχει να συμβεί οτιδήποτε, να λάμψει ή να σκοτεινιάσει ,  μακριά της; Μα ευτυχώς, όλα συμβαίνουν γι’ Αυτήν.. Γι αυτήν ο άνεμος φυσάει όλο και πιο δυνατά, για τον ορίζοντα κάτω από τις μακριές  της βλεφαρίδες   αγριεύει η θάλασσα να κυριεύσει  τον ουρανό…  Γι αυτήν υπάρχει ο ουρανός κι η γη..  Γι αυτό γεννήθηκε κι ο ίδιος.. γι αυτό , και δεν Υπάρχει…  Γιατί μόνο αν Εκείνη  Υπάρχει… όλα είναι σωστά κι έχουν νόημα..  Όλα!
Κι έκανε τότε επίκληση στον άνεμο… να έχει φτερούγες να πετά…  να βουλιάζει ψαράκι του ουρανού στη δίνη των επιθυμιών.. Να βουλιάξει για πάντα εκεί ψηλά.. να γίνει άστρο … κι από εκεί να την προσέχει όταν κοιμάται φωτίζοντας τα όνειρά της..  Κι ο άνεμος τον άκουσε, σήκωσε άγριο κύμα η θάλασσα.. Άρχισε η μπόρα…. Ένα ένα τα κατάρτια των ονείρων του, σπάσανε….  Σκόρπισαν τα πανιά..  Το ξύλινο σώμα του χάθηκε… θάφτηκε σε σιωπή που δεν αντέχει ο χρόνος…. Κι η ψυχή, λεύτερη, Φως, πήρε να λάμπει στο βυθό τ’ ουρανού… σα  χαμόγελο παιδιού, για κάποιον που αγάπησε πολύ.. τόσο πολύ, που η Αγάπη του, δε θα σβήσει ποτέ… κι ούτε το χαμόγελό του…

10/7/12

Πηνελόπη

Ξήλωνε κλωστές η Πηνελόπη, μέτραγε στο υφάδι τη φθορά.
Σεργιάνιζε ο χρόνος στο μυαλό της είκοσι έτη συναπτά.
Μ' απόψε θα ανταμώσει το ρημαγμένο φάντασμά της
στου Οδυσσέα την αγκαλιά... Τρέμει στο καθρέφτη τη ψυχή.
Mη τη σκιά απ΄τό φτερό της δει στο βλέμμα, μα κείνη λείπει
στα μέρη που δε βάδισε ποτέ. Κι αρώματα άλλων γυναικών
μπλεχτούνε στα μαλλιά της, θανάτου στεφάνι.

Τώρα που του ανδρός της την σκέπασε η σκιά,
τ΄ονομά της, σαν όνομα νεκρού, μπορεί ν΄αναπαυτεί
στη ρίζα βράχου απόκρημνου, αφού, έτη είκοσι συναπτά
αδύνατο στάθηκε να μάθει να πετά.. Ευτυχισμένη!
Που από της μοίρας δραπέτευσε το χρυσό κλουβί...

8/7/12

ατιτλο

‎Πληγώθηκα τόσο πολύ, που κανένα κλειδί πια, δε μπορεί να μ΄ανοίξει... Παγιδευτήκαν οι μνήμες,μακριά από το παρόν... Αν κοιτάξεις αθόρυβα από την κλειδαρότρυπα θα δεις πως τα ονειρά μου γίνανε τίγρεις.. Θηρια με νύχια και δόντια.. Καταφάγανε τις σάρκες μου ως την ψυχή. Και τώρα, ερείπια του χρόνου, σκελετωμένα κι αδυναμα, αργοπεθαίνουν από ασυτεία.

26/6/12

Λευκή φλόγα

Την ευτυχία που κρύβεται
στην ανθισμένη λύπη,
σαν ονειρεύεται
εκείνο που της λείπει,
να μαρτυρώ δεν πρέπει.

Δένω στου Φεγγαριού
το άρμα, την ψυχή μου,
στις σκοτεινές νύχτες
να φλέγεται,
όνειρο στ΄ όνειρο μέσα.

Κι ας είναι η φλόγα η λευκή
όλη η ζωή μου.

19/6/12

Βιολί

Δάκρυσε ο ήλιος.. και γίναν τα καυτά δακρυά του αγκάθια, βάτα, που πάνω τους κάλεσε ο Θεός την Αγάπη, ξυπόλητη να περπατήσει, για να δοκιμάσει την πίστη της. Κι η αγάπη, ξεσχίζοντας τις πατούσες της, βάδισε πάνω στα κοφτερά αγκάθια.. Έγινε το αίμα της λουλούδια, ρόδα κόκκινα. Χωρίς ένα βαχ, ένα βογγητό, ένα παράπονο. Βάδισε τη μοίρα που της έταξε ο θεός... Κι ο Θεός μαλάκωσε, κοίταξε τα κόκκινα ρόδα, τον κόκκινο ήλιο που έδυε.. στο σούρουπο, φώναξε τη νύχτα να σκεπάσει τα πόδια της Αγάπης με τα μαλλιά της, και να πάρει στην αγκαλιά το βουβό πόνο της.. και γέμισε της νύχτας ο κόρφος άστρα.. Βουβά αχ, παράπονα ανείπωτα..

Έκοψε τότε ο θεός αχτίδες από τον ήλιο και τη σελήνη.. έσκαψε το ξύλινο κουφάρι ενός δέντρου.. Την αλήθεια έκανε δοξάρι.. Τό έδωσε στον Άνθρωπο.. "Σύ" του είπε, "θα γίνεις η φωνή της Αγάπης. Τα βογγητά της ν΄ακουστούν, να τη λυτρώσεις από τον Θάνατο του πόνου της.. Γι ανταμοιβή, θα σου χαρίσω την ομορφιά που κρύβει ο πόνος της. Το χρυσάφι και το ασήμι της πίστης της, τον θησαυρό των Αθανάτων, στην καρδιά σου. Θα είσαι Θεός, σαν αγαπάς και αγαπιέσαι".

ατιτλο

Ήρθε η νύχτα, σε σκέπασε με τα λεπτά της δάχτυλα και σου ψιθύρισε: "Είσαι Άλλος". Και τ΄άστρα λάμψανε αλλιώς, σα μάτια ερωτευμένου ανθρώπου, όταν ανακαλύπτει τη μοναξιά του στην επιθυμία του.Κλείσαν κι ανοίξαν τα βλέφαρα.. κι έμειναν τα μάτια να κοιτούν στο παράξενο φως, την πόρτα, τα παράθυρα, τους τοίχους. " Είμαι άλλος!;" Αναρωτήθηκες καταμεσίς της νύχτας, καβάλα στο όνειρο, λαμπρός και θαμπωμένος. Ακίνητο το ποτάμι της ζωής σου, λίμνες φορτωμένες ασήμια τα μάτια σου... Υγρά.. να ρωτάνε κι αυτά όπως η σιωπή σου.. "Είμαι;"
"Δεν έχουμε χρόνο", φώναξε σκουντώντας σε ένα μικρό αδύναμο ανθρωπάκι.. Θαρρώ παιδί.. "Η πόρτα θα κλείσει πριν ακόμα ανοίξει", είπε, και σε τράβηξε από το χέρι ως την κλειστή πόρτα. "Άνοιξέ την!" σε παρότρυνε. "Θα βρεις τους νεκρούς σου, εσένα, και την καρδιά πού΄χεις χάσει"... Έφθασες το χέρι στο πόμολο, τ΄άγγιξες, και περίμενες... Το τραγούδι ενός κότσυφα, έλυσε την θελησή σου... έμεινε το χέρι ακίνητο. Τα μάτια ονειρευόντουσαν ασταμάτητα την αλήθεια πίσω από την πόρτα.
Όταν συνήλθες το παιδί είχε χαθεί.. Υσηχία απόλυτη. Ο κότσιφας ακόμα ακουγότανε, μόνο αυτός. Μα η πόρτα ήτανε αμπαρωμένη.. και το χέρι γλύστρησε από το πόμολο.. Χέρι ενός μεσήλικα γέρου... "Κάπως έτσι", σκέφτηκες, "τα χάδια κι η αγάπη που δεν τόλμησα.. σαν αυτή την πόρτα.."

17/6/12

.. να πετάξω..

Θέλω να πετάξω ψηλά..
πάνω από σένα και μένα..
την βαρύτητα του έρωτα
και την παράκρουση της πίστης
στο αδύνατο.
Θέλω να πετάξω...
αφήνοντας άδειο το κέλυφος
της ελπίδας..
Κενό το σώμα..
Να γκρεμιστούν οι ναοί
που οι Θεοί κατοικήσαν...

Θέλω να πετάξω ψηλά,
χωρίς φωτιά ασίγαστη
να γεννά άστρα.
Να σχίσω το χρόνο,
το πόνο...
Χωρίς δρόμο επιστροφής
ή έγνοια...
Θέλω να πετάξω...
Απλά να πετάξω....
Ψηλά...

10/6/12

Φτερό (Νικόλας Παπανικολόπουλος & Δάφνη Παπαστεργίου)

Θυμάσαι;...σου είχα πει κάποτε,με τα φτερά σου ψήλωσέ με...άνοιξε τις φτερούγες σου και σήκωσέ με....εκεί που ο νους ψηλώνει και η ψυχή θεριεύει στα στήθια...δείξε μου ουρανούς....

Θυμάμαι... ήταν η ώρα που ο ουρανός άγγιζε τη γη.. Όλος ο κόσμος, στηριζότανε σε μια πιρουέτα σου.. Στριφογύριζε... Βροχή αστεριών έπεφτε από τα μαλλιά σου στο στήθος μου... Η μουσική έπαιζε.... μα η καρδιά μου είχε σταματήσει.. Πως να μη θυμαμαι;; Κείνη την ώρα, γεννιόμουν στα μάτια σου... !

Τις αυταπάτες μου τις έκαψα...κι απ' τη στάχτη τους γεννήθηκε η φωτιά σου...κόκκινο...τούτο το χρώμα διάλεξα, αυτό μου ταιριάζει...έβαψα όμορφα τα χείλη κι άνοιξα το παράθυρο ολάκερο τον κόσμο να τον βάψω...και το φεγγάρι ζήλεψε,ξεδιάντροπα προκλητικό,έκλεψε το χρώμα που φύτεψες στην καρδιά μου...

Πόσο φτωχό ήτανε το δύστηχο φεγγάρι, μπρος στο κόκκινο των χειλιών σου... Πόσο σκοτεινό στη ταραχή μπρος που το βλέμμα σου έφερε... καιγόντουσταν τα δαχτυλά μου...στο λευκό μετάξι της σάρκας σου... Βιάστηκε να κλέψει το κόκκινο ένδυμα πριν πέσει.. να τυλιχτεί μέσα του ζηλεύοντας το φιλί... Σκοτείνιασαν τα άστρα εκείνη την ώρα.. Κι ήσουν ολόκληρη μια φλόγα... στην παλάμη μου μέσα...

Του έρωτα φτερά αγγελικά,πόθος ασίγαστος ,της φαντασίας φτερουγίσματα σε δίνες πορφυρές,ακροβασία συνειδητή και αναπόφευκτη, κάνε για πάντα μου να αιωρούμαι επίκινδυνα λυτρωτικά.. δεν είναι η ζωή κάτω απ' τον ήλιο ένα όνειρο..

Τα άγνωστα μονοπάτια.. αυτά είναι τα μέρη μας.. Τόποι πρωτόγνωροι όπως κάθε ανάσα σου.. Ποτάμια που κυλάνε στις φλέβες σου και μου ανήκουν... γιατί η καρδιά σου είναι η δική μου καρδιά.. Αν σταματήσει, θα πεθάνω... Αν πονέσει πονώ... κι όταν, είναι ευτυχισμένη, οι χτύποι της είναι ο ορισμός της μουσικής.. Στην όχθη του Θανάτου, ξεδιψάει ο Έρωτας από τον ακόρεστο πόθο της Αγάπης.. Πέρα από τα ανθρώπινα είναι εκείνο που ζητώ. Μεγαλύτερο κι από τους δυο μας... Μόνος δε φτάνω ως εκεί.. Χωρίς εσένα δε μπορώ να πετάξω τόσο ψηλά.. Γύρε πάνω μου... Όλη... Ο ουρανός απόψε άνοιξε... Πύλη έγινε το αιώνιο... στην ευτυχία μας.. που με ποτίζει η καρδιά σου... Κι όλα  όσα χωράει η ύπαρξη, πλανήτες φωτεινοί, και φεγγάρια που σβήσαν.. Όλα.. σου ανήκουν!
θα περπατήσουμε απόψε στις γειτονιές των Αγγέλων.. Θα σε κάνω κούνια στην ημισέληνο.. την ουρά ενός κομήτη θα δέσω στα μαλλιά σου... Ήλιοι καινοί, τα στήθη σου..

Αρσενικός ο έρωτας κι η αγάπη θηλυκή. Ποταμός και λιμνοθάλασσα. Τόξο σου εγώ,βέλος εσύ. Σμίξιμο φλογερό,υποταγμένη και δυνατή κι ετοιμοπόλεμη, αιχμαλωσία ηθελημένη ,σαν άγαλμα της Αργούς στην πρύμνη σου,κι ο άνεμος τις φιλντισένιες κορδέλες να ξεγελά με ψυθύρους ερωτικούς ψιθύρους.....

Πες μου, πως γίνεται να βλέπεις όνειρα μέσα στο όνειρο αυτό που ζούμε; Με ταξιδεύεις από τη  φωτιά στη θάλασσα.. κι από τα άστρα στη γη σου.. Τη γη μας... Ποια θέληση, όσο κι αν τεντώνει η χορδή, μπορεί να με στείλει μακριά σου, πέρα από την επιθυμία ξανά να σε συναντήσω; Φέρνοντας στα μάτια σου τα πιο όμορφα που δεν έχουν ειδωμένα... μικρά αγάλματα σκαλισμένα από τον άνεμο το κύμα, και τη φωτιά; Λουλούδια που υπήρξανε γιατί υπάρχεις, μόνο να ζήσουν των ματιών σου το θαύμα.. Πες μου... πόσο να φύγω μακριά σου, όταν η ψυχή μου, κι η καρδιά μου, είναι Εδώ; Δεμένη την έχεις τη θάλασσα στις διαθέσεις σου.. Καράβι σου νά μαι.. και συ η πρύμνη που δε φτάνω ποτέ.. Κι όμως, μ ανήκεις..

'Αλογα αφηνιασμένα οι αισθήσεις...μάρτυρες οι ώρες στα ανθρώπινα τα πάθη...κατάσαρκα φορώ τους στεναγμούς του έρωτά σου,χωρίς αιδώ ταξίδεψέ με κι οι κυματισμοί της θάλασσάς σου ας ζαλίσουν τα όνειρά μου....βωμός ο έρωτας κι εγώ θυσία στην καρδιά σου..........

Στην καρδιά μου.. στην καρδιά σου.. το ίδιο είναι. Αλυχτούνε απόψε οι λύκοι.. Δονούνται τα κτίρια και γέρνουνε..η κόκκινη αδύναμη φλόγα της Σελήνης σκιά γίνεται στα σκονισμένα δρομάκια της πόλης. Ξέρεις, εκεί κρύβονται οι πιο μεγάλες ανεκπλήρωτες αγάπες.. Όχι στις λεωφόρους... Μια ζωγραφιά στο νερό απόψε ο κόσμος, κι αλλάζει... μ ένα σου άγγιγμα... Στην αγκαλιά σου, σάρκα μου, αίμα μου, πνοή μου.. όλα αποκτούνε νόημα.. Η αυτοχειρία των ποιητών.. οι προσευχές των νεκρών... τα μωρά που γεννιούνται.. Κοντά σου, έχει νόημα ο πόνος κι ο κόσμος... Αγάπα με... μη γκρεμιστεί... Να μη χαθεί η ελπίδα, Φως μου.. Κι ο χρόνος... μη σβήσει, χωρίς το παρόν.. Χωρίς εσένα.. Και την Αγάπη σου! Λάτρεψέ με... Κανε με Θεό... κι όλο τον κόσμο στον χαρίζω...!

Άκου....!Ήχοι στο πάτωμα...ξυπόλητα φτερά...άσε με να κουρνιάσω στην αγκαλιά σου...κι ας είναι η φωτιά σου να με κάψει...ταξίδεψέ με....δική σου κάνε με ξανά...με δυό φτερά του έρωτα τα κάστρα τα πορθήσαμε...παραδώσου....

.. Τα κάστρα πέφτουνε, δε χαρίζονται... Κι είναι χαρά μου, ξανά να πολεμήσουμε... ώσπου η αυγή στον άναρθρο ήχο σου, να ξυπνήσει...και κουρασμένη, από τις πολλές μάχες μας, ειρηνικά και πάλι, να ξαπλώσει.. χαδι δροσερό, στα αναμένα μαγουλά σου.. Αυτόν τον πόλεμο, τον αγαπάει η Ζωή... Το ταξιμό της νιώσε στη μοίρα μας.. που μας ενώνει..

Ασπίδα τα φτερά σου...προστάτης της ψυχής μου,τύλιξε στις φλόγες τα όνειρά μου...ως το πρωί...καρδιά μου θα 'μαι πλάι σου...φως και σκιά σου....

Νικόλας Παπανικολόπουλος κ Δάφνη Παπαστεργίου ( συν + γραφή 2 )

9/6/12

Ατιτλο

Ήταν ο χρόνος δύσκολος πολύ
Θύελες σαρώσανε την πίστη.
Μαύρα φτερά η ελπίδα φόρεσε,
σα πεταλούδα πετούσε η ψυχή
γυρεύοντας στα μάτια σου γαλήνη.

Ανοίγαν τα φτερά κι ύστερα κλείναν.
Μίκραινε ο κόσμος στην καρδιά μου.
Μαύρισε από τα λάθη ο ουρανός,
σμήνη πουλιά την πεταλούδα μου μαδήσαν.

Άπληστη η νύχτα γι΄άστρα μοναχής ψυχής
τρυφερά μέσα στον πόθο της τα πνίγει.
Αφήνει μόνο σϊωπή να βρει η Αυγή
από τους χάρτες των ονείρων, πού΄χουν γίνει.

Δεν ξέρω τι απογίναν τόσα άστρα
κι αν κάποτε, ίσως, τα ξανασυναντήσω.
Εμένα μού΄μεινε μονάχα η σιωπή
και λευκή Αυγή. Χωρίς σημάδι να γυρίσω.

Σ΄ένα κοχύλι, χάραξα τ΄ονομά σου
και τό΄κρυψα. Σ΄ασάλευτο βυθό.
Σκόρπισα στην άμμο την καρδιά μου
κι άφησα τον άνεμο, σύμβουλο κι οδηγό.

Κι ωστόσο τρέμω, νύχτες με αστέρια
να κοιτώ ψηλά στον ουρανό.

8/6/12

ατιτλο

Με σιωπή πιο βαθιά από την αλήθεια
ανθίζει όταν σε συλογούμαι η μορφή σου.
Εικόνισμα που το φοράω στην καρδιά
τ΄αδιάφορα σκοτάδια μου να καίει.

Γυμνή κουρνιάζει πάνω μου η μοναξιά
της σιωπής το μέλι στα χείλη μου ζητώντας.
Έχει την τρέλλα στεφάνι στα μαλλιά
στ΄ακροδάχτυλα τον πόνο παγωμένο.

Είναι στο βλέμμα της το κάλεσμα ωραίο
το χαμογελό της γλυκιά θλίψη με κερνά,
πως μου θυμίζει η πνοή της τ΄αρωμά σου
κι η αγκαλιά της την άδεια μου αγκαλιά.

Ζωή (Νικόλας Παπανικολόπουλος κ Δάφνη Παπαστεργίου)

Σα το μολύβι που ταξιδεύει στο χαρτί...και τόπους άγνωστους στα μάτια φανερώνει....έτσι και της αγάπης σου η ματιά....

σαν πέφτει πάνω της το φως του φεγγαριού λούζεται η ψυχή μου απ'τα ασήμια της...

Χλωμό το προσωπό μου στο σκοτάδι.. ως να φανείς.. κερί που σβήνει από στιγμή σε στιγμή, λες, μ΄αντέχει...ως να φανείς... Της προσευχής μου κάλεσμα , εσύ.... στοιχιό μου.... Γκρεμίζονται στις σπίθες των βημάτων σου τα άστρα στην ποδιά σου... Μια αγκαλιά γεμάτη φως, το κάλεσμά σου, Όνειρό μου...

της αγάπης η θάλασσα στα μάτια σου βρυχάται κι ακτινοβολούν τα χρώματά της....την ουσία της στην απουσία σου μετρώ...δώρο για μένα θεόσταλτο...πόθοι κρυφοί και σκοτεινοί χορεύουν στην μελωδία της....ανάσες τρυφερές μες στ όνειρο

Γλυστρώ στις άκρες των βλεφάρων σου, αστράφτοντας... στων χειλιών σου την άκρη.. ταραχή που στα κυμματά σου γεννήθηκε...
Γλυστρώ από το άδειο κρεβάτι ως τα άστρα... Κάθε βράδυ... Κάθε που σωπαίνει το πλήθος...

κυνηγούσες πολυ πρωι...πουλιά και ήλιο γύρευες...κι αντι για προσευχή έπινες αγίασμα....οι άνθρωποι τελειώνουν έλεγες..και τα τσιγάρα....ξετύλιγες τις σιωπές σου στην αγκαλιά μου...και για χειμώνες και καλοκαίρια μου μιλούσες μ αυτές...

κι έμαθα να ζω στη σιωπή σου, όπως σκιά σου στο φως... Έμαθα τον τρόπο που μιλούν τα δαχτυλά σου συλαβίζοντας το "σ΄αγαπώ" .. έμαθα να σου μιλώ με τα χείλη χωρίς να προφέρω λέξη μία... αγγιζοντάς σε.. Στα μαλλιά σου, έκρυψα τα αρώματα από την Άνοιξη... στο στήθος σου, τα πιο εύγεστα φρούτα του καλοκαιριού.... Τη μελαγχολία του φθινοπώρου γνώρισα σ΄εκείνα που έβλεπες με κλειστά μάτια.. Τον βαρύ χειμώνα... στην απουσία σου....

γι αυτό σ' αγάπησα..για να μπορώ να ανασαίνω από τα χείλη σου υπάρχει λόγος ν ανασαίνω...υπάρχει έρωτας απέναντι από τον κάθε θάνατό μου να με ξαναγεννάει...

Να γεννιέμαι και να πεθαίνω.. ας πεθαίνω χίλιες ζωές, για μια στιγμή αιωνιότας μέσα σου... σταγόνα δικό σου αίμα.... χίλιες ζωές κι άλλες τόσες.. ας πεθαίνω...

αναρωτήθηκες γιατί η ζωή δεν βγάζει νόημα; δώστης το νόημα το δικό σου..απορείς γιατί η στιγμή περνά ανώνυμα; τ όνομα το δικό σου δώστης..

Στο κάτοπτρο κοίτα, στη λίμνη που γονατίζουν οι ψυχές πνοή να πάρουν... Υδρατμούς ονείρων να λουστούν.... και δάκρυα άστρων... Εκεί που οι άγγελοι παρακαλάνε, για λίγη θνητή αγάπη τα φτερά τους να κοπούν... και δες με.. δες σε... πόσο ωραία, πόσο ωραίος, είμαι όταν με κοιτάς. Είσαι η ζωή κι είμαι η ζωή σου... Ομίχλη ύπαρξης, μέχρι το ονομά σου να πεις στο στόμα μου... κι εγώ το δικό σου όνομα, πνοή μου, στο στόμα σου... Τίποτα δεν έχει νόημα, πέρα από όσα αγγίζεις... Αγάπη μου!

κι αν είσαι του φεγγαριού τ άλλο μισό άσε με στα χείλη σου πανσέληνο χαμόγελο να συμπληρώσω...ανατολη σε γέννησε δύση να γίνεις της ζωής μου, της νύχτας όνειρό μου... σ αγαπώ...

Νικόλας Παπανικολόπουλος κ Δάφνη Παπαστεργίου (συν+γραφή)

4/6/12

Μέλι (Νικόλας Παπανικολόπουλος κ Miafora kienankairo)

Είμαι ένα μικρό λουλούδι, οι ρίζες μου κατοικούν στον άνεμο... σε κοιτώ με μάτια ορθάνοιχτα και σου φωνάζω: μυρισέ με..

...μυρωδιες ουρανιων τοξων στον αερα..κοιτα γεμισε ο ουρανος σου 8αλασσα.

είναι οι πεθυμιές πνιγμένων, πόθοι καταργημένοι από του θάνατου το ξυράφι... Κύμματα ολάκερα, αμέτρητο βάθος κι ορίζοντας ως του κόσμου το τέρμα... Όμως εσύ μη φοβηθείς.. μη
κοιτάξεις πέρα από όσα σου ανήκουνε.. εκείνα που αγάπησες δε μπορεί κανείς να στα πάρει..

περα απ΄τα συμπαντα η σιωπη μου ακουγεται...περα απο το απειρο η λατρεια μου για σενα..το Εσυ που κολυμπαει στο αιμα μου..το Εμεις μεσα απο την πρωτη Ανατολη γινεται φως φωτια χρωμα και με τυλιγει..

Είμαι ένα μικρό λουλούδι, όταν με κοιτάζεις.. κι όταν ονειρεύομαι πως με κοιτάζεις.. Ριζωμένο στην απελπισία που τρέφει ο έρωτας. Είσαι η φωτιά στα μάγουλά μου, κι η ζωή μέσα μου.. Ο θάνατός μου είσαι όταν λείπεις... μα επειδή θέλω να σε δω πάλι αντέχω... Αγαπησέ με, κραυγάζει η σιωπή μου... Η αιώνια θάλασσα των ψυχών, σωπαίνει στο πόνο της πνοής μου... στο όνομά σου... Κι η νύχτα ξεχνά να σβήσει τα άστρα της... στα μαλλιά.. στα βλέφαρά σου από κάτω... στη καρδιά μου..

8α8ελα να σκοτωνα την αποσταση. .-.αλη8εια ποιο δικαστηριο σε δικαζει για εναν τετοιο φονο?8α8ελα ποσο τρομακτικο ακουγεται να 8ες να 8ες να 8ες...- 8α8ελα να σκοτωνα την αποσταση να απλωσω τα χερια να αγγιξω πορο πορο το λατρεμενο σου προσωπο ... Να αποτυπω8ει στις παλαμες μου να παρω τη μορφη σου...να περασω τα ακροδαχτυλα μου σε κα8ε ενα πορο της μορφης σου...Να αγγιζομαι κ να ανασαινεις πανω μου ...

Να είσαι και να μην είσαι... πόσο παράξενο! Να ζεις και να μη ζεις... Τα ακροδαχτυλά μου πληγές ονείρων.. αιμοραγούν εσένα... αιμοραγούν εμένα... ζωγραφίζω από σένα και μένα καινούργια όνειρα, να δραπετεύω πρωτού σβηστώ μεσα στις φλεβες σου

ειμαι αιμα κ οξυγονο ..σε περιεχω..ειναι φορες που νιω8ω να φουσκωνεις μεσα μου να ξεχυλιζεις απο το Ειναι μου κ ειναι φορες που ο πονος με ξυπναει απο το ονειρο κ το ηλιοβασιλεμα τρυπαει το βλεμμα μου..8ανασιμα γερνει ο ηλιος στην απουσια σου...

Είναι φορές που γίνομαι λουλούδι.. κι άλλες που γίνομαι πτηνό.. ή μικρό χρυσόψαρο, στη σκιά ενός νούφαρου... μα είναι φορές, που φωτιά γίνομαι όλος, κι έπειτα σκοτάδι ως να σκέπασε τέφρα το φως.. και δεν είμαι τίποτα, όταν, δε νιώθω την αγάπη σου - καθόλου.

περα απο το απειρο ... 8υμασαι? Υπερ-αν8ρωπινα μεσα σε ολες τις διαστασεις Εμεις.. πυγολαμιδα η ψυχη σου μεσα μου...σπερμα του συμπαντος η αγαπη μας και οι σιωπες μας παρουσια...

Σκοτάδι στη σκιά σου ας είμαι, να σ αγαπώ με τη σιωπή.. άμμος στο βυθό της θάλασσας που θα βρέξεις τα πόδια σου.. ή μόνο ένας ήχος, από το θρόισμα του του ενδυματός σου..

ωκεανε μου...φουρτουνασμενη 8αλασσα χυνομουν μεσα σου... γαληνιε ουρανε μου...γεμιζα με ιπποκαμπους τα καταλευκα συννεφα σου... κ το μαγικο 8αλασσοδεντρο μου που στα κλαδια του καμαρωναν εντελβαις κ ουρανια τοξα χαιδευε το απεραντο σου... μεταμορφωνοσουν σε μαγικο δασος .. εφτιαχνες ξεφωτα με 8εικες μουσικες ... Ανατολη του ειναι μου... να σου φερω δωρο στα ποδια σου τον κοσμο ολο...να πιω στιγμες σου να ξεδιψασω τον πο8ο της ψυχης...

Πως χώρεσαν όλα σε ένα δάκρυ... Το τόξο του ουρανού... το φως από το πρόσωπό σου, η χαρά κι η λύπη... εγώ κι εσύ... Σμίξιμο τελευταίο και παντοτινό.... πέρα από ζωή και θάνατο.. πέρα από τα δεσμά του χρόνου.. σμίξιμο αγάπης υπέρμαχης και παντοτινής.. Κι αν δεν με αγαπάς αρκετά πια.. αγαπώ και για τους δυο μας..

σε αγαπΑΩ φωναζες κ ολη η αλφαβητος εστηνε χορους μεσα στη λεξη σου... μα με αγαπας ακουω ακομη τις σιωπες σου...Υπερ-αν8ρωπινη λατρεια μου.. νιω8εις τα παντα μου κ σε εχω μεσα μου κ ζω μεσα σου κ δεν ξερω πια αν μου λειπεις μα ξερω πως αγκαλιαζω το απειρο στη σκεψη σου...Εαυτε μου...

Έγινα οι λέξεις σου..πίστεψα.. αφέθηκα... να ταξιδεύω και να είμαι.. στην αγάπη σου.

τα λογια σου οξυγονο στις αρτηριες μου, λαδι στη μηχανη της ζωης μου, ανασα στα πνευμονια μου, τα θελω μου γινονται μπορω μου, ετσι απλα επειδη σ΄αγαπάω!!!

Ότι θελήσεις γίνομαι... ότι ζητήσεις είμαι... αρκεί να είσαι δώ, να με πιστεύεις, να μ αγαπάς, και να το νιώθω.

Να σου χαρισω τον κοσμο ολο μεσα απο τη μητρα μου να φερω στα ποδια σου ολο το συμπαν μεσα απο την ψυχη μου...Ζω μονο επειδη με αγαπας!!

Νικόλας Παπανικολόπουλος κ Miafora kienankairo (συν+γραφή)