Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

24/10/08

το τέρας που τρέφεται με αγάπη..

Σα κλείνουν τα μάτια το βράδυ
σε ύπνο βαθύ, σκοτάδι..
το ακούς που ουρλιάζει στ΄αστέρια
και τρομάζει
των αγγέλων τα χέρια.
Μοιάζει ο κόσμος μόνος, με φόβο.
Εφιάλτης η ανάσα, που διώχνω...

Κι ύστερα πάλι η ώρα,
ρυθμικά την καρδιά τη κουρδίζει.
Δίνει σήμα, να κρύψει το "Τώρα"
απ΄την αυγή, που ωραία ροδίζει..
Νέα πρόσωπα, μάσκες καινούργιες
ήχοι σιωπών καλύπτουν τα ίχνη,
φοράς ανάποδα το δέρμα
που ακόμη φόβο μυρίζει.

Και της μέρας σκαφτιάς, εργάτης,
σα σκουλήκι τρυπάς το ωραίο.
Φτερουγίζουν μακρυά σου τα σμήνη
και ρωτάς τι έχει απομείνει..
Μες τα χέρια σου βαστάς ένα χάρτη
από πρέπει και μη, απ΄ αλάτι,
στις πληγές ως επίθεμα βάζεις,
της καρδιάς τις ρωγμές να σκεπάζεις.

Μία στοίβα χαρτιά η ζωή σου,
κάπου γράφουν πως είσαι σπουδαίος,
έντιμος εργατικός και νέος.
Να προσέχεις τα όνειρα λένε
που τις μοίρες ανάξιων καίνε..
Κάπου γράφει, μα είναι σε στοίβες
και θυμάσαι σκόρπια, ελπίδες.
Μία τάξη, θαρρείς, πρέπει μόνο.

Και μια ώρα, το αλάτι δε φτάνει.
Ενός γέρου το κορμί πια φορείς,
μοιάζει η έντιμη δόξα με τάφο
που σε καλεί να ξεκουραστείς..
Σε ένα χαρτί, σου λεν, δεν υπάρχεις
και πως εσύ ν΄αρνηθείς...
Με τ΄αδύναμα χέρια του γέρου,
δεν μπορείς ν΄ αντισταθείς.

Τις ημέρες κρυφά λευτερώνεις
το τέρας που αρνιόσουν καιρό.
Τη σκιά σου τρώει και λιώνεις
που δε του φύλαξες φως αρκετό..
Τους καθρέφτες κομμάτια τους κάνει,
να σε δει δεν αντέχει στιγμή.
Γιατί εκείνο, πάντα αγαπάει,
το παραμύθι, που ζούσες παιδί..

22/10/08

Κόκκινη καρδιά σε μαύρο κάστρο

Πίσω από τις λέξεις, ένα παιδί που κοιτά μέσα από το τζάμι, σε ένα παράθυρο που βρίσκεται ψηλά πολύ.
Το παιδί μοιάζει αόρατο, τόσο αόρατο που δεν έχει από χρόνια φωνή.
Το κάστρο είναι μαύρο, τυλιγμένο από ένα άσπρο σύννεφο.
Μια κόκκινη καρδιά χτυπά στο αόρατο παιδί, μονότονα σα ρολόι. Μετρά μόνο τα δευτερόλεπτα και δείχνει πάντα δώδεκα η ώρα..
Το παιδί κοιτά χαμηλά.. Κάθε άνθρωπος έχει ένα μοναδικό χρώμα. Μια αύρα. Και πινελιές διαγράφουν πορείες. Χρώματα αναμειγνύονται και γεννούν άλλα χρώματα..

Το δωμάτιο μαύρο. Έχει χάσει τα χρώματά του από καιρό.. Κοιτά τους περαστικούς, και τον πληγώνει η λάμψη των βημάτων τους.

Η μικρή του καρδιά, ραγίζει.. μα πάντα χτυπά. Σταθερά, αργά, μονότονα.
Ένα κόκκινο δάκρυ, κυλά στο αόρατο μάγουλο. Φτάνει στα χείλη, και τα ποτίζει αρμύρα.

Έκπληξη!

Το δικό του χρώμα, είναι το κόκκινο.. Μετά από αιώνες, Υπάρχει ακόμα…

Πως θα ήθελε το κόκκινο , το δικό του κόκκινο, να έβαφε τα βήματα κάποιου. Άγνωστου.. έστω..

18/10/08

χάρτινα καραβάκια..

Τις πιο μεγάλες νύχτες, έφτιαξα κάστρα
της αγάπης μας φωλιά, κλέβοντας άστρα.
Μα το κύμα στον πρωινό τον άνεμο
τα σχέδιά μου σκόρπισε στην άμμο.

Για ένα δάκρυ που ποτέ δε κύλησε
κι απόμεινε φωτιά μες τη καρδιά μου,
η θάλασσα που αγαπώ με μίσησε
και με φουρτούνα πνίγει τα όνειρά μου..

Τώρα και σένα η θάλασσα σου μίλησε
με το φεγγάρι σου είπε, πάντα λείπω,
και συ αγάπη μου τη πίστεψες
και μ΄άφησες μονάχο να ελπίζω..

Με πόσα καράβια σού΄στειλα μηνύματα,
τσαλακωμένα τα επέστρεφε η αυγή..
Χάρτινα μοιάζαν χωρίς πίστη μες τα κύματα,
δεν αρκούσε για να φτάσουν η ευχή.

Τώρα στον ήλιο στεγνώνω τις ελπίδες μου
γυρεύοντας ξανά να ταξιδέψουν.
Ο ουρανός πύρωσε στον πόνο μου,
μάγμα αγάπης τα ντύνω, να αντέξουν.

15/10/08

άτιτλο

Σφραγισμένο το στόμα
με ένα φιλί,
σέπια πεθαμένου ρόδου.

Βαφή νικοτίνης στο μυαλό,
και το χέρι τρέμει
μόνο. Με ένα ποτό.

Κάθε γουλιά,
δηλητήριο σιωπής,

εμβατήριο καρδιάς
που ποτέ δε θ΄ακούσεις.

Νύχτωσε.
Στον πάτο του ποτηριού
ένα σου δάκρυ..

Γελάς, πρόποση κάνεις
και σπονδή...
Στο τίποτα...

10/10/08

Το ταξίδι.

Υπάρχουν φορές που τα καράβια να δένουν πρέπει στη στεριά, να περιμένουν να μαλακώσει ο καιρός, όσο κι αν η ψυχή θέλει... Χρειάζεται και η σιωπή. Να φτερουγίζουν γλάροι άσπροι οι σκέψεις, πότε μακραίνοντας προς τα βαθιά, και πότε γυρνώντας στο μόλο. Να κουράζονται και να ξεκουράζονται, σε εικόνα που απλά κοιτάς. Και σε μια γωνιά της εικόνας, εσύ, αόρατος, όνειρο μέσα στο όνειρο.. με τα μάτια ανοιχτά σχεδόν κοιμάσαι, και ο χρόνος σε τυλίγει με λευκό σεντόνι. Σαν παιδί που τυλιγμένο ζεστά, στέκεται στο παράθυρο εμπρός και κοιτά έξω, την βροχή, να λυγίζει τα φύλλα των δέντρων, και να παρασέρνει τις έγνοιες... Ρυάκι που ταξιδεύει για τόπους μακρινούς, και μια μέρα θα το ανταμώσεις, και θα σε γνωρίσει, στην μεγάλη βαθιά θάλασσα... Θα σου μιλήσει με το όνομά σου, και θα σου πει.. " κανείς δε σε αγάπησε όσο εγώ.."
Κοιτάζω γύρω μου τους ανθρώπους, και κάποιες φορές νιώθω στην έκφρασή τους, αυτό το κακό συναπάντημα με την μοίρα. Τα σημάδια βλέπω από την πάλη τους με τα θνητά τους όρια... Τον θάνατο να γελά κρυμμένος σε ένα τσάκισμα κάτω απ΄τό μάτι.. την θέλησή τους για ζωή, στον τρόπο που αγγίζουν με το χέρι τους.
Σε αυτούς τους ανθρώπους, δεν τολμώ να διαβάσω τα μάτια. Φοβάμαι, γιατί λένε πολλά, πιο πολλά από όσα πρέπει να ξέρει κανείς για τον άλλον... Μα μιλάει όλο το κορμί τους, μια καμπύλη έχει γίνει από τον άνεμο, τόξο καλοδουλεμένο, ταλαιπωρημένο από τα βέλη του "θέλω"..
Έχουν πάντα ένα τελευταίο βέλος, φυλαγμένο σε μια κόκκινη φαρέτρα.. Ένα βέλος για το πιο μεγάλο ταξίδι. Τυλιγμένο με μια φοβισμένη προσευχή, να είναι εύστοχο.
Αν δεν ήτανε οι φουρτούνες, πόσο αλήθεια αλαζόνες κι όμοιοι θα ήμασταν με τον διάβολο... Καταμεσής της κόλασης και του παραδείσου ταξιδεύουμε. Με άνεμο την αγάπη, και χάρτη την καρδιά μας. Γεμάτο ναυάγια το ταξίδι, φωνές πνιγμένων, φωνές ναυαγών και παρεκλίσεις.. Βαστάμε τον χάρτη, και προχωράμε. Ένα χάρτη μαγικό, που ολοένα αλλάζει μορφή όσο ταξιδεύουμε.. και το ταξίδι ατελείωτο. Με μικρά μόνο, λιμάνια σιωπής...
Αλίμονο σε όποιον τον χάρτη έχασε, και ξέμεινε στα λιμάνια τούτα για πάντα, να ζηλεύει τους γλάρους που τόσο λίγο αντέχουν να ταξιδεύουν... και σαπίζει στην ασφάλεια του ελάχιστου...

8/10/08

άτιτλο..

Ίσως όλο αυτό να μην ήταν καν αγάπη.. Μόνο ψίθυροι της καρδιάς στον άνεμο, κι ο άνεμος να τους γύρισε πίσω, πιο δυνατούς από ότι έπρεπε. Η νύχτα παίζει παιχνίδια με τις σκιές και τους φόβους.. Γεννάει "θέλω" πιο μεγάλα από το αναστημά μας, "αγαπώ" πιο δυνατά από τους χτύπους της καρδιάς.. Γεμίζουν, μικρά πτερωτά ερωτήματα την μικρή μας ζωή... Ενώ η απάντηση, είναι απλή και κοντά. Στα μάτια ανθρώπων που μπορούμε να αντικρίσουμε. Να αγκαλιάσουμε. Να μοιραστούμε μαζί τους την ύπαρξή μας.
Όλα τα άλλα, παραμύθια, από μια άλλη μας ζωή, άστρα παλιά, ή άστρα που ξημερώσανε πριν την ώρα τους.. Σε ουρανό άλλο. Δεν έχουμε αγγέλων φτερά, ούτε ραβδί μαγικό. Άλλο από την καρδιά μας δεν έχουμε.. Μόνο αυτό τ΄ακριβό, το πολύτιμο "αγαπώ"... Τόσο πολύτιμο, που αν χαθεί χάνεται μαζί του η ζωή μας, η ύπαρξή μας όλη. Γι αυτό να το κρύβεις πρέπει σε καρδιές ανθρώπων που είναι δίπλα σου.. Πραγματικοί όσο ένα άγγιγμα, αληθινοί σαν το παρόν. Και τα παραμύθια της καρδιάς, χάδι νά΄ ναι μόνο στις κορυφές των δαχτύλων, την ώρα που το τζάκι αναμένο συντροφεύει τη μοναξιά σου, ακούς μουσική, και πίνεις ποτό.. ή όταν με μια κούπα ζεστό τσάι, κοιτάς έξω απ΄τό παγωμένο παράθυρο τα χρυσοκκόκινα φύλλα να σκορπάνε.. Τόσο μόνο να βαστά το παραμύθι. Και να μη στοιχειώνει το είναι σου, βαραίνοντας τους ώμους με την χαρά μιας πτήσης που δεν ανήκει σ΄ανθρώπους. Δεν είμαστε άγγελοι... πρέπει να μάθουμε να περπατάμε.. στην καλύτερη των περιπτώσεων να χορεύουμε.. πάντα, για όσο βαστά η μουσική..

6/10/08

αφιερωμένο..

Κάθε φορά που σε συλλογιέμαι
τρέμω γλυκά, μήπως φανείς.
Γεμίζω στάχτες κάθε γραπτό μου,
φιλιά, που καήκανε εντός μου.

Λέξεις δε βρίσκω να σου γράψω
έχουν σε αιώνες μοναξιάς ταφεί.
Σκέψεις τσαλακωμένες, πεταμένες,
στην πυρκαγιά της σιωπής.

Βγαίνουν καράβια τα όνειρά μου
για τη δική σου Αμερική.
Ένα να φτάσει, η καρδιά μου,
κι ο στόλος μου ας βυθιστεί..

Θα είναι όμορφη η ζωή μου
αν με νιώσεις μια στιγμή.
Θα είν΄ αρκετό για να υπάρξω
σ΄ένα σου όνειρο, φιλί!

5/10/08

θα περιμένω..

Και ξημέρωσε μέρα άγρια,
βορά στον βόρειο άνεμο..
Με τα μάτια κλαμένα αποχαιρέτησες
τον εαυτό σου, και συστήθηκες
άλλη μια φορά στον καθρέφτη.
Συστήθηκες, όχι για να το πιστέψεις..
Μα για να το πιστέψουνε, εκείνοι,
που σιωπηλά παρακολουθούνε,
κάθε σου κίνηση. Γελάστηκαν!
Το είδωλό σου, περάσανε για σένα.

Μα εγώ που σε ξέρω, στον ουρανό κοιτώ,
τις νύχτες που άθελά σου ονειρεύεσαι
και δραπετεύεις, να σε δω!
Το φως σου θα γνωρίσω.
Γιατί μόνο αυτό μπορεί να φωτίσει
τις ώρες που σεργιανά η μοναξιά μου..

4/10/08

της αγάπης το παίδεμα..

Χάνομαι μες τα μάτια σου
και σβήνεται η ζωή μου
θάνατος όταν με κοιτάς
και τάφος η σιωπή μου..

Αδράχτι είναι η ομορφιά
που με κερνάς στα χείλη,
μάλαμα τ΄ όνειρο που ζω
και τα κορμιά ασήμι.

Σε είδε και σε ζήλεψε
ο πόθος και εμπλέχθει
στη ζάλη πού΄χει η καρδιά
και τη ματιά σου φέγγει..

Άγγελοι που σεργιάνιζαν
είδαν την ομορφιά σου,
ρίξαν τα άσπρα τους φτερά
να ζήσουνε κοντά σου.

Για σένα στόλισε ο Θεός
την πλάση με αγάπη,
σαν σε κοιτάει χαίρεται
κι ο ήλιος πάντα λάμπει.

Μα εμένα η καρδούλα μου
στον Άδη ταξιδεύει,
όπου έχουν μάτια, βλέπουνε,
εσένα, με παιδεύει...

3/10/08

όρια..

Εκεί, στην άκρη της ερήμου υπάρχουν κάποια όρια. Κανείς δεν τα ξέρει πριν τα διαβεί, κανείς δεν γνωρίζει πριν τα φτάσει, αν έχει το κουράγιο να τα περάσει ή όχι. Αόρατα σύνορα, που χωρίζουν τον κόσμο στα δυο. Τον κόσμο σου. Στον πριν και το μετά, που δεν αντέχει το ένα το άλλο. Βολική είναι η άμμος, για να σβήνουν τα ίχνη βημάτων που δεν οδήγησαν πουθενά.. κάπως έτσι θα έπρεπε να σβήνουν κι οι μνήμες. Και δεν καταλαβαίνω, γιατί αυτό δεν συμβαίνει, σε ένα κόσμο πλασμένο από αμνησία..

άγγιξε με..

Μέσα σε τούτη τη σιωπή,
θολό τοπίο,
θαλασσά μου αλμυρή,
νιώθω το κρύο.

Ίχνη δακρύων
σβήνονται στη μοναξιά σου
δρόμο γύρεψα
να βρεθώ πάλι κοντά σου.

Να μαζεύω αχινούς
απ΄τά όνειρά σου,
κάθε φόβο να παίρνω
μακρυά σου.

Να σε λούζω
φως μου, με αγάπη,
να σε ντύνω
με φιλί και χάδι.

Αγκαλιά με όλα
τα αστέρια,
τα μαλλιά σου προσευχή
στα δυο μου χέρια.

Και θα φτιάξουμε
την πιο όμορφη ιστορία,
απ΄αυτές που δε χωράνε
στα βιβλία.

Μόνο άπλωσε το χέρι,
κι άγγιξέ με..
με αιμάτινο μαχαίρι,
κάρφωσέ με.

Και ο πόνος μου το δρόμο
θα ανοίξει..
Η πληγή θα χρωματίσει
κάθε θλίψη.

2/10/08

Η συναυλία..

Εκείνη στη σκηνή.. τα φώτα χαμηλά. Μες το σκοτάδι, το πρόσωπο κρυμμένο. Ακούς τη φωνή και ματώνεις. Το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατα, μα η ψυχή ταξιδεύει... Το θρόισμά της κάνει την πλατεία να αναριγήσει. Χίλιοι άνθρωποι, μια καρδιά. Ένα κερί αναμμένο.. και μες την φλόγα του εσύ... Δεν είσαι μόνος λες, μα είσαι μόνος. Γιατί εκείνη είναι στη σκηνή, την ακούς, την ερωτεύεσαι, την αγαπάς. Και κείνη, με το πρόσωπο κρυμμένο στο σκοτάδι, θα τελειώσει το τραγούδι της και θα φύγει. Ελπίζεις να σε νιώθει, μα το φοβάσαι πως είσαι γι αυτήν ένα άστρο μέσα σ΄ έναστρο ουρανό. Η φλόγα ενός ακόμη κεριού, ενός, μέσα στα χίλια, μέσα στη μια και μοναδική φλόγα που λάμπει στα μάτια και κυλά στο μάγουλό της... Δεν το βλέπεις, το διαισθάνεσαι στα χείλη της καθώς τραγουδά, στη σπασμένη από συγκίνηση φωνή. Δεν σε βλέπει, μα η παρουσία σου τη φωτίζει και γλυκαίνει τη θλίψη της με ένα χαμόγελο....
Ποτέ δε θα μάθει πόσο την αγάπησες, κι ας το ξέρει ήδη. Ποτέ δε θα σε κοιτάξει στα μάτια, κι ας την λάτρεψες.. ας την αγαπάς.. Σε αγαπάει, μα ... σαν ένα άστρο μακρινό. Και συ, να νιώθεις τυχερός που είσαι το άστρο της!

1/10/08

Όπου είσαι κι εγώ..

Σ΄ έχει τάξει η μοίρα
στης καρδιάς την αλμύρα,
όσα νιώθεις πλημμύρα
στων ματιών σου το φως.

Μ΄ ένα πέπλο σιωπής
το πρόσωπό σου σκεπάζεις
το τσιγάρο πληγή
που στα χείλη ανάβεις.

Ραγισμένα καράβια
σε καλούνε ξανά,
με σχισμένα πανιά
σε ταξίδια μεγάλα.

Κι η ψυχή σου σκορπά
στους ανέμους, το κύμα,
την αγάπη ζητά
σε δυο μάτια γαλήνια.

Στό΄χω πει, σ΄αγαπώ,
κοφτερό το μπορώ
τα φιλιά μου ματώνει,
και η θάλασσα μωβ.

Την σελήνη κοιτώ
τρυφερά της ζητώ
με μαντήλι το φως
τα φιλιά να σου φέρει..

Στό χω πει, σ΄αγαπώ,
όπου είσαι και γω,
θα με βρεις στον βυθό
στα πιο μαύρα κοράλλια.

Στα αστέρια, αγκαλιά
σα φοβάσαι στη γη
και κοιτάς στα ψηλά,
και ελπίδα γυρεύεις.


30/9/08

Το γράμμα..

Ένα γράμμα, ένα τσιγάρο, και λίγο ποτό. Η νύχτα γλυκιά με την απουσία σου. Γλυκιά, σε αυτά που με κάνουν να θυμάμαι, μα και σκληρή. Κρύα.. Τις ώρες εκείνες που μέσα στη θολή μου θλίψη, πιστεύω πως είσαι κάπου εκεί και χαμογελάς.. Σου μιλώ, και δεν απαντάς. Και γω ξυπνάω.. στην πραγματικότητα που δε γράφει το όνομά σου.
Μερικές φορές σκέφτομαι, πως αν είχα μια δεύτερη ευκαιρία, ίσως έκανα πάλι τα ίδια λάθη.. Να περιμένω να καταλάβεις πιο πολλά από όσα δείχνω, να διαβάσεις την σκέψη... τις ανάγκες μου. Έτσι είμαι... Μπορώ να αλλάξω μόνο για λίγο, μα ο χρόνος ξαναφέρνει στο φως όλες τις κακές μας συνήθειες. Έπειτα, ούτε εγώ μπόρεσα να διαβάσω εσένα. Ακόμη και κείνη την μέρα της έκρηξης, την μέρα που έχανα κάτω από τα πόδια μου ό,τι τυφλός θεωρούσα δεδομένο. Εσένα.. την ζωή μου κοντά σου.
Το ξέρω πια, τίποτα δεν είναι δεδομένο. Όλα πρέπει να κερδίζονται ξανά και ξανά... να χτίζουμε διαρκώς καινούργια γεφύρια. Κι όμως , ακόμη δεν ξέρω αν μπορεί να με ωφελήσει αυτή η γνώση. Αν μου έκανε καλό. Μπορώ να προσπαθήσω, μα αληθινά δεν ξέρω πόσο.. το χειρότερο, τρύπωσε μέσα μου ο φόβος. Η αμφιβολία. Και αν ακόμα γυρίσεις, το δηλητήριό του θα μετριάζει την χαρά. Και δεν θα είναι χαρά, κι ας μην είναι κι ο θάνατος που νιώθω..
Θέλω ακόμα να σου πω, πως για τα πιο μεγάλα ταξίδια, φτάνει μια αγκαλιά, μόνο. Πως, κάθε φορά που γυρνάς την πλάτη, ότι και να σε ανάγκασε, χάνεις ένα κομμάτι από τον καλύτερο εαυτό σου, Και βάζεις υποθήκη την ζωή σου στην μοναξιά... Πως φταις κι εσύ, όσο εγώ. Ίσως περισσότερο, γιατί δεν μου φανέρωσες πόσο πολύ πονάς.. Άφησες να γεννηθεί και να μεγαλώσει ένα ποτάμι υπόγειο, που στο τέλος σάρωσε τα πάντα. Το άκουγες τις νύχτες που κοιμόσουν πλάι μου. Και σφράγιζες την ψυχή σου να μη το ακούσω.. καλοπροαίρετα ίσως.. και να η κατάληξη.
Σε θέλω τόσο πολύ, κι όμως δεν είμαι πια σίγουρος.. Είμαι ωστόσο βέβαιος πως θέλω πάλι να προσπαθήσουμε. Κι ας ξέρω, πως μπορεί να μην οδηγήσει πουθενά...

Το γράμμα αυτό το έγραψα με αφορμή ένα άλλο γράμμα, αντί σχόλιου. Ένα γράμμα της συνμπλόκερ Maya, την οποία ευχαριστώ για την έμπνευση!

Ειν΄η αγάπη..

Είν΄η αγάπη σα νερό
που τη ζωή ποτίζει
γλυκά κυλά στο μάγουλο
τον πόνο σα χαρίζει.

Άλλους τους κάνει άγγελους
και άλλους τους κολάζει
άλλους τους πάει στον ουρανό
κι άλλους στη γη τους βάζει.

Σα θα το βρεις το σ΄αγαπώ,
φως των ματιών σου βάλτο
σήμαντρο μέσα στην καρδιά
στην αγκαλιά σου πάρτο.

Να το προσέχεις σα παιδί
να το φιλάς σαν κόρη,
σα βασιλιά να το ακούς
και σα θεό, να τό΄χεις.

Γιατί Θεού είναι πνοή
και στέμμα στη καρδιά σου,
μα όταν μείνει ορφανό
θα γίνει συμφορά σου.

26/9/08

παρόν

Σμίξανε μέλλον, παρελθόν
και γέννησαν το τώρα.

Και γω που πάντα έψαχνα
χώρο για να υπάρξω
στην αγκαλιά τους τρύπωσα
θανάτους να ξεχάσω.

Συνάντησα όσα έζησα
και όλα όσα ποθούσα,
με ένα φιλί ερωτικό
κοντά σου να τα ζούσα!

Ένα φιλί όπου κανείς
ποτέ δε θα το πάρει
δε θα υμνήσουν ποιητές,
δε θα το δει φεγγάρι.

Γιατί ποτέ δε δόθηκε
στο μέλλον μας ταμένο
μα και θαμμένο από καιρό,
σε χάρτες ξεχασμένο..

25/9/08

σ΄αγαπώ...

Ήμουνα άρωμα, νοτισμένη βροχή.
Φύλλο κίτρινο, πατημένο, στη γη.
Θλίψη βαριά μου έγερνε το κεφάλι
κι άνεμος, τις έγνοιες μου έσβηνε.
Και μαζί με κείνες, και γω, έσβηνα.

Και τότε μέσα από σύννεφα μαύρα
ήρθες εσύ, Εσύ!
και φώτισες την βροχή
που κοιμόταν στα μάτια μου,
λευτέρωσες με δάκρυα την ελπίδα
και έδωσες φτερούγες στην καρδιά.

Κι ο κόσμος έγινε
με μια σου ματιά πιο όμορφος!
Μου έδωσες λόγο να περιμένω την αυγή
και μια προσευχή, για όταν νυχτώνει.
Οι θλίψεις σκορπίσανε στα πέραττα
και έμεινε μόνο μια, μες την καρδιά,
θλίψη κι ελπίδα μαζί.

Όμορφη σα λουλούδι,
δίχως το κίτρινο φως του θανάτου,
ρίζωσες στη καρδιά
και μέθυσες κόκκινο
τις μέρες και τις νύχτες μου,
τα όνειρά μου!
Γεννήθηκα πρώτη φορά
κι ας πέθανα χίλιες,
την ώρα που ένιωσα "σ΄αγαπώ! "

22/9/08

Εξόριστος διάβολος

"Δεν είμαι άγγελος" είπες.
"Εξόριστος είμαι μάτια μου διάβολος"...

Η νύχτα σε εξόρισε σε τόπο μακρινό.
Εκείνο τον τόπο των ανθρώπων.
Μαζί τους περπάτησες για λίγο,
μιλήσατε
σε πονέσανε και τους πόνεσες..
Σε αγαπούσε η νύχτα,
σαν παιδί σε αποχωρίστηκε από τα σπλάχνα της.
Σου χάρισε το πιο φωτεινό της φεγγάρι
όταν γυμνό κολυμπούσε στα νερά.
Κι όλα της τ΄αστέρια.
Το ένιωσα όταν σε είδα.

Ένα ήταν καρφιτσωμένο στο μαγουλό σου,
σημάδι της μοίρας.
Και δυο ακόμα,
κρυβόντουσαν στο χαμογελό σου.
Τα μάτια σου πύλες ήταν.
Φωτιές βγάζανε.
Τυφλωνόμουν να τα κοιτάξω,
στην αντίπερα όχθη
μου φάνηκε είδα τον προμηθέα.
Δεν ήταν εκείνος,
πυρκαγιά ήταν που τα σωθικά μου έκαιγε
πριν καν φτάσω εκεί.

Στα μέσα του δρόμου που με καλούσε
πάντα γονάτιζα κι έσκυβα στο κεφάλι.
Δεν είχα φτερά για να πετάξω
τόσο μακρυά.
"Πάρε τα δικά μου"είπες,
"έκπτωτος είμαι. Δεν μου χρειάζονται..."
Και γω το δώρο σου που λαχτάρησα τόσο
ποτέ δεν πήρα.
Ίσως να έφταιγε κείνος ο ιστός της αράχνης
που με μπέρδευε,
και με έκανε να νομίζω πως πετάς.
Ίσως φταίει πως ακόμα αυτό πιστεύω.
Ότι θα πετάξεις.
Φταίει ο τρόπος που τα κινείς πάνω στους ώμους σου,
φταίει πως πάνω σου μοιάζουν αγκαλιά μεγάλη.


Με αίμα κατακόκκινο, χάραξες πάνω μου
τα γράμματά σου,
και γω σου χάρισα την καρδιά μου.
"Πάρ΄την" σου είπα,
"ούτε εγώ την χρειάζομαι.. δώρο. "
Μα δεν την πήρες.

Φοβάμαι την μέρα που ξημέρωσε φορτωμένη μυστικά.

16/9/08

Έλα..

Μείνε δίπλα μου, κι αν λέω φύγε, μείνε.
Τα λόγια και τις τρέλες μου ξέχνα,
στα μάτια κοίτα με και μάθε με,
πως ζω στη τρέλα μόνο για σένα.

Έχω μάθει να ακροβατώ όταν λυπάμαι
στην κόψη όσων αγαπώ, να κοιμάμαι.
Έχω μάθει.. να κρύβομαι μακρυά σου,
όταν δε μπορώ να τυλιχτώ την αγκαλιά σου.

Άγρυπνη, όσο κι αν πίνω σε θυμάμαι..
Δίχως την νύχτα, δίχως την μέρα,
η ζωή μου άγονο κρεβάτι,
από την έρημο να προσπαθώ να βγω..

Έλα, κι αν λέω φύγε, εσύ έλα..
Τα μάτια κρύβω επειδή σε αγαπώ,
το φως μου σβήνω,
να το ανάψεις μόνο εσύ, ζητώ..

Τράβα με στην αγκαλιά σου
πριν χαθώ,
σβήνομαι και θα με χάσεις..
Έλα, πρόλαβέ με όσο ακόμα ζω..

χρόνος...

Σωτήριο το βλέμμα σου φωνάζει
είμαι εδώ, για σένα και για μένα.
Κιτρίνισε η φωτογραφία που βαστώ,
τα χρόνια κείνα τώρα είναι περασμένα.
Άνθη σιωπής, κέρινα φιλιά βαστώ
στο μάγουλό μου, ελπίδες, μαδημένα

Παίζει η σκόνη της ψυχής μου με το φως
που μπαίνει απρόσκλητο από τη χαραμάδα.
Τρίζουν οι ρόλοι της ζωής καθώς περπατώ
σε ξύλινα δάπεδα, σαρακοφαγωμένα.
Ο παράδεισος, κατοίκησε κι εδώ,
τα πούπουλα αγγέλων σκορπισμένα.

14/9/08

εκείνη..2 & εκείνη..4

.
Η σιωπή, ήρθε σαν επακόλουθο της χαράς. Της χαράς εκείνης, που το σώμα ως πιο σοφό δέχθηκε, μα η ψυχή αρνιότανε πεισματικά να αποδεχθεί. Άραγε τι θα ήταν η ψυχή χωρίς σώμα; Πως θα μάθαινε να υμνεί τον έρωτα, τον πόνο, πως θα ήταν δυνατό να νιώσει τον πόθο; Ανάσανε βαθιά, και σφίχτηκε πιο πολύ πάνω στο γυμνό του στήθος. Είχε συναίσθηση πως όλα είναι υπέροχα τόσο, ώστε είναι αδύνατο να κρατήσουν για πολύ. Έπειτα η διάθεση μεταβάλλεται, και όσο κι αν Αυτός πιστεύει τα λόγια του και η καρδιά του πάλλεται από τη φλόγα του έρωτα, όσο σίγουρη κι αν είναι για το τώρα, τρομάζει να αφήσει τον εαυτό της να τον πιστέψει. Τον πιστεύει Τώρα, μα Αύριο; Το γκρέμισμα φοβάται, το ταπείνωμα μιας παραλογισμένης ερωτευμένης γυναίκας.... Κι όμως, τον αγαπά. Αυτό που φοβάται συμβαίνει. Και πονά, γιατί θέλει να το πιστέψει μα δεν μπορεί, πως όλα τούτα θα κρατήσουν για πάντα..
"Κοιμάμαι", σκέφτηκε, "κι αν ανοίξω τα μάτια θα ξυπνήσω. Κι αν ξυπνήσω, μπορεί πια να μην είμαι στην αγκαλιά του, μπορεί να είμαι μόνη σε ένα σκοτεινό δωμάτιο"... Κι έσφιγγε τα χείλη της πάνω του, κι ευχόταν να μην ξυπνήσει ποτέ!

..............................

Η νύχτα πέρασε, και το πάθος έγινε άσπρο μελαγχολικό καράβι. Ο νους, σιωπηλά έστεκε στην προκυμαία.. περίμενε. Μα η ψυχή δοσμένη ήταν πια στην στεριά αυτή, όπου βρισκόταν ότι αγάπησε. Σα το μωρό κούρνιαζε στο στήθος του, σα μωρό που δεν ήθελε να γεννηθεί.. Το πρωινό φως του παραθύρου, σκέπασε απαλά τα όνειρά της.. Τα όνειρα που έβλεπε με τα μάτια ανοιχτά, σχεδόν θολά από δάκρυα αγάπης. Από τα πιο όμορφα δάκρυα της ζωής της...

12/9/08

Εκείνη.. 3

"Θα ήθελα να αγαπηθώ ως τον θάνατο", μονολόγησε...
Κι ο Θάνατος, κρυφός θαμώνας στις χαρές της, άκουσε τον κρότο που έκανε το φως καθώς ράγισε μέσα στα μάτια της. Το κλείσιμο των βλεφάρων δε μπόρεσε να συγκρατήσει ένα μαύρο δάκρυ που κύλισε βαρύ μέσα στο ποτό της. Πήρε πρώτα μια ρουφηξιά καπνό, κι ύστερα ήπιε όλη της την επιθυμία για ζωή. Σε αυτό το μαύρο δάκρυ. Από το παράθυρό τα φώτα ενός μικρού καφενέ, και το ερωτευμένο γέλιο κάποιου ζευγαριού.. Η πόλη κοιμάται, μα ο έρωτας όχι. Αν κοιμότανε ο έρωτας, ίσως να μη στεκότανε ξάγρυπνη στις τρεις το πρωί να σκέφτεται... Ίσως τα όνειρα μπορούσαν, σαν τον ιστό αράχνης, να βαστήξουν κοιμισμένη την μικρή της ζωή.
"Μπορεί να έχω πεθάνει και να μη το ξέρω", σκέφτηκε ζαλισμένη από το ηδύποτο. " Η σκιά μου με σκέπασε, τα ενδύματα που φόραγα κοριτσάκι, πάνε... πάνε..." Φαντάστηκε στο μυαλό της το ένδυμα να αλλάζει χρώμα και μορφή, όπως η σήψη αλλάζει την όψη όσων ξεψυχήσουν. "Το φως, ήρθε και με ξεπέρασε..."
Νικόλας Παπανικολόπουλος

11/9/08

σ΄ αγαπώ..

Μη φοβάσαι ν΄αγκαλιάσεις,
παίξε να με πλησιάσεις
με τα ρόδα π΄αγαπώ,
ζωγραφιά στα μαγουλά σου,
ποτισμένα δάκρυά σου
που να πίνω λαχταρώ.

Να ζεσταίνουν την ψυχή μου,
χάρισμά σου η ζωή μου,
σαν στο σώμα σου ανθώ.
Τυλιγμένες υποψίες
οι παλιές σου προδοσίες,
βότσαλο που το πετώ...

Στης ψυχής μου το σκοτάδι
λίμνη που σβήνει τον Άδη
όταν εσένα ακουμπώ.
Στα λυτά τα μαλλιά σου
άστρα είναι τα όνειρά μου,
άχου πόσο σ΄αγαπώ!

Να κοιμάσαι αγκαλιά μου
Θε μου συ, και ερωτά μου,
προσευχή μου της ψυχής.
Είναι ο κόσμος σκορπισμένος
στην κακία παραδομένος
όταν μακρυά μου ζεις.

άτιτλο..

Οι καθρέφτες δεν έχουν ποτέ νόημα... Όλα ανάποδα τα δείχνουν... Το αριστερά δεξιά, το όμορφο άσκημο, το άσκημο όμορφο... Πίσω από τον καθρέφτη, εκεί που τα δάχτυλα δεν φτάνουν, η αληθινή εικόνα του εαυτού μας. Και το τζάμι με το είδωλο φύλακας είναι της αλήθειας, να μην αφήσει κανέναν να μπει.. Την επόμενη φορά, να κοιτάξεις στην ματιά αγαπημένου... που σ΄αγαπά! Στα μάτια ενός συντρόφου, του παιδιού την ώρα που σε αγκαλιάζει, στο φως που λάμπει για σένα στα μάτια ενός φίλου... Και την πύλη την τρομερή, που ψεύδεται, κλειστή δε θα βρεις. Την εικόνα σου την αληθινή θα συναντήσεις, αυτήν, για την οποία αγάπη τόση, σου αξίζει!

9/9/08

νύχτα και μέρα..

Χάδι οι λέξεις εβένινου πέπλου, την αρμονία του ανταμώματος μέρας και νύχτας χτύπο κάνουν στην καρδιά μου. Άσμα ζωής, που το ακούς αγγίζοντας τον καρπό, ασπάζοντας του λαιμού την έλειψη, καθώς απαλά το κεφάλι γέρνει στον ώμο. Χορογραφία στήνουν οι ήχοι των φωνηέντων με τ΄άστρα, σεντόνι το φως της νύχτας, που σέρνεται και αποκαλύπτει το κάλλος ψυχής γυμνής. Κάθε αχτίδα του ήλιου, φιλί. Τέτοιες στιγμές, η μέρα αδημονεί να έρθει κι η νύχτα διστάζει να φύγει.... Τα ίδια όνειρα, στην ίδια αγκαλιά. Ώρα άπιστη. Και το κορμί, παραδομένο στην πυρά..

8/9/08

Εκείνη..

"Ήθελε να δείχνει κακή, εξωφρενικά κακή φτάνει να μην ήτανε εκείνη ....
Η καρδιά του μικρού παιδιού που κουβαλούσε μέσα της , έπρεπε να πεθάνει για να Ζ ή σ ε ι ......"

Άρχισε να βρέχει, εκείνη μέσα από το παράθυρο και το παράθυρο κλειστό. Θάνατος η βροχή τούτη. Τόσο νιώθει μέσα της πνιγμένη, που οι μικρές στάλες στο τζάμι μοιάζουν με σίγουρο θάνατο. Πνίγεται και θέλει αέρα, ανοίγει το παράθυρο, κι ο άνεμος τυλίγει το αναψοκοκκινισμένο της , σχεδόν μελανιασμένο κορμί. Την ραπίζει σαν κατακτητής, τρυπώνει μέσα από τα λεπτά της ενδύματα, αγκαλιάζει το σφιγμένο εγώ της, και την φιλά στα χείλη. Κι εκείνη, ανήμπορη σαν πεταλούδα, ανοίγει τα φτερά της να ισορροπήσει, στηρίζεται στις άκρες των δαχτύλων σαν να κάνει πιρουέτα.. Όλο της το είναι αντιστέκεται. Φοβάται τον άγνωστο τούτον άνεμο, το μετά.. Φοβάται μη πάρει μορφή και σχηματίσει το πρόσωπό του.. Εκείνου... Κι όλα όσα με τίμημα έχτισε αποδειχθούν ψέμα. Μα περισσότερο, μήπως, αυτή η εφήμερη διάθεση ονείρου, την ξεγυμνώσει κι έπειτα την προσπεράσει..
Κάτι μέσα της της μιλά, της φωνάζει πως όλο αυτό μόνο εφήμερο δεν είναι. Μα κάτι τέτοιο θα ήταν πέρα για πέρα καταστροφικό. Θα σήμαινε πως η ζωή της δεν είναι ούτε θα μπορούσε ποτέ να γίνει, κάτι περισσότερο από ένα φύλλο στον άνεμο. "Όχι" σκέφτηκε, φανερά μετανιωμένη που άνοιξε το παράθυρο, "όχι, τα φύλλα έρχονται και παρέρχονται. Το δέντρο, ο κορμός έχει αξία. Αυτός είναι καλά ριζωμένος, και θα είναι εκεί και το επόμενο καλοκαίρι, και τον άλλο χειμώνα". Και με απόφαση και πόνο, έκλεισε το παράθυρο, ανάσανε βαθιά, και μηχανικά κίνησε για να φτιάξει καφέ πριν ξυπνήσουν τα παιδιά και της στερήσουν την ελάχιστη αυτή απόλαυση.

Νικόλας Παπανικολόπουλος

5/9/08

Ανατολή...

Νέφη τα μάτια σκοτεινιασμένα, η μέρα κρύφτηκε πίσω από τα σφαλισμένα βλέφαρα.Τι να βαστήξουν δυο μάτια κλειστά σαν είδαν τη θάλασσα, κι ακόμα ταξιδεύουν; Δεν ήτανε το πλοίο δικό μου, κι ας το αγάπησα. Ας μέρωσα το τραχύ ξύλο του με της αγάπης το "θέλω", η δύναμή μου μικρότερη ήσαν από τη δύναμη που έχουν τα κύματα. Από τον πόθο της ψυχής σου να ταξιδέψει πιο πολύ...
Λιμάνι μικρό η αγκαλιά μου, δε σε χωράει πια. Τα πανιά ορθάνοιχτα και φουσκωμένα παρά τον "αναποδιάρη" καιρό. Βλέπεις καρδιά μου, δε το έμαθες ακόμα, πως για τα πιο μεγάλα ταξίδια φτάνει μία αγκαλιά.
"Ξημέρωσε" είπες, " πρέπει να φύγω". "Ξημέρωσε" είπα, "φύγε..." Κι η νύχτα ήταν όλη βάρος δικό μου, να σε δω δεν ήθελα να φύγεις. Όχι μόνος.
Βάστηξα όλα τα άγρια κύματα, το μουγκρητό τους έκανα σιωπή να ακούς μόνο την καρδιά μου. Τίποτε άλλο. " Είμαι μαζί σου, πάντα.." .
Μα το ταξίδι είχε αρχίσει, προτού βάψω το αντίο μου κόκκινο, σαν την Ανατολή. Άνοιξα τα μάτια, κι η Ανατολή ήταν μόνο για μένα. Η θάλασσα λευτερώθηκε, κι αθόρυβα, όχι καθώς περίμενα, με τράβηξε μέχρι τον μαύρο βυθό της. Μου έδωσε την αγκαλιά που εσύ πια δε μπορούσες.
Με έπιασε βίαια ο ήλιος από το χέρι, και με έσυρε μαζί του, πάνω από την θάλασσα. Άφησε πληγές στο χέρι. Κοιτάζω τις πληγές, μα ο πόνος ξεκινά από της ψυχής το ρίζωμα . Κι είναι όνειρο κακό, να ζω και να μη μπορώ να ξυπνήσω. Χωρίς εσένα, να υπάρχω....

3/9/08

Ευτυχία

Στου ουρανού το δώμα καθισμένη
τη γη κοιτάς, όπου η ευτυχία αναπνέει
ολίγον τι ξεψυχισμένη, σχεδόν κοιμάται.
Όμορφα όνειρα ο ύπνος της υφαίνει
κι ας μοιάζει σαν τρελή, παρανοημένη
καθώς στο θεωρείο του τρόμου ανατέλλει.
Κι όλο το θέατρο, θεατές κι ηθοποιοί
τα βλέμματα κλεφτά στρέφουν σε κείνη.
Ένα χαμόγελο, έστω τρελό, αρκεί
πορφύρα να κάνει τη δυστυχία που τους ντύνει.

Την πίστη σου όπως φαίνεται ανασαίνει
του χνώτου σου την ζεστή ελπίδα,
γυμνή κοιμάται, κι ας το γνωρίζει,
πως γύρω γύρω την ζώνουνε τα φίδια.

Εσύ υπάρχεις ! και αυτό αρκεί
του κόσμου να ανάβουνε τα άστρα.

Άνθη ψυχής

Το ύψος θα μετρήσω
ως τη γη,
με τα φτερά κλειστά
πτήση για μένα.
Ρόδι η καρδιά
και η αγάπη μια ευχή,
τα σύννεφα θα βάψει
μολυβένια.

Τα όνειρα
σταγόνες της βροχής
άνθη ψυχής να ξεδιψάνε,
σαν εσένα.

2/9/08

άτιτλο

Της εκκλησιάς τα σήμαντρα
ω, τους πιστούς καλούνε
κι οι χτύποι της καρδούλας σου
εμένα προσκαλούνε.

άτιτλο

Μέσα σε δρόμους φωτεινούς
χάνεις το φως σου
χάνεις τον έλεγχο
τρελαίνεις το μυαλό σου.

Τα δαχτυλά σου τα φτερά
μιας νυχτερίδας
που της ψυχής το μελάνι
την ταξιδεύει
δίχως ραντάρ και χωρίς ελπίδα
από πρόσωπα σε τοίχους αγριεμένη.

Είναι οι στίχοι σου βαριά καταιγίδα
και την πλημύρα το σώμα ανασαίνει.
Ένα σωσίβιο που χρόνια σε στενεύει
πετάς - κολυμπάς
μα τίποτα την αμαρτία δε ξεπλένει.

Κρυφά σε κοιτάζει η νύχτα μες την πόλη
σε δρόμους υπόγειους στημένο ραντεβού.
Θα σε γυρέψει όταν πια θα ξημερώνει
κι όταν ήδη θα φεύγεις για αλλού.

1/9/08

Το σύνδρομο του Προμηθέα

Καπνός τα λόγια
στάχτες οι πράξεις
φλόγα η αλήθεια.

Καμίνι τα μάτια.

Ζαβώνουν σαν ήλιοι
σου τρων τα συκώτια
κατάρα παλιά.

Τα βλέφαρα χώμα
με κόπο σκεπάζουν
τη συμφορά.

Το χέρι μου βάστα.

Φοβάμαι, το ξέρεις
το νιώθω πως τρέμεις
κι ας μ΄αγαπάς.

27/8/08

Ασημένιο όνειρο.

Μικρό ασημένιο όνειρο
κρεμάω στο λαιμό σου,
φιλί, όπου χτυπάει η καρδιά
για φυλαχτό δικό σου.

Να το φοράς κάθε βραδιά
σαν κρύβεται η σελήνη
με της αγάπης μου το φως
τα στήθη σου να ντύνει.

Στο παραμύθι σου να ζω
συ της ψυχής μου μοίρα
κι απ΄τό λαιμό σου να γλυστρώ
στου κάστρου σου τη θύρα.

Όσους κι αν όπλιζα στρατούς
τα τείχη σου να ρίξω
χωρίς σκάλα τα μάτια σου
ποτέ δε θα κερδίσω.

8/8/08

άτιτλο

Η σιωπή της έλυσε τα χέρια
άνεμος γίνανε, αθόρυβα μαχαίρια.

Κι ο νους της ρόδο, κόκκινο, ανθισμένο
σε πόλη ανθρώπων καλά καλά κρυμένο.

Τα πεταλά της σκόρπια απ' όταν ανοίξαν
να μη τα βρούνε εύκολα  ληστές.

Μέλισσες την ψυχή της σπυρί σπυρί συλλέξαν
ξεδιαλέγοντας το φως μες το σκοτάδι.

Σε παλιό καθρέφτη θολωμένο, είδωλο θαμπό
σαν κερί που σιγοσβήνει, κοιτά την ζωή.

Σκιές οι θλίψεις καπνός που ταξιδεύει,
στο συννεφό του ξαπλωμένη μοίρα γυ-μ-νή.

Δάκρυ το "μι", κυλά στο στήθος, καίει
την γυναίκα που εντός της κατοικεί.

1/8/08

Γραφή..

Τα λόγια πένα στάζει
οξύ που την καρδιά χαράζει
από παράπονο είναι καμωμένα
από αγάπης όνειρο μουσκεμένα.

Η πρώτη ύλη της ζωής πάντα η ίδια:
τα "θέλω" και τα " παραμύθια".
Είναι φορές που δε φτάνει η αλήθεια
να ξημερώσει η μέρα στη συνήθεια..

Καταργείς τη μέρα, πέπλο η νύχτα
τα όνειρά σου στα κρυφά ενυδατώνει
μα η έρημος την θάλασσα ζυγώνει.
Το πλοίο θα σε πάρει μακρυά...

28/7/08

Ένα "σ΄αγαπώ"..

Στα άστρα κοιτάχθηκες, σε λίμνη μέσα
το είδωλό σου όταν έσκυψες να δεις.
Του ουρανού σου γνώρισες την μπέσα
κι από αυτό, δεν ξέφυγε κανείς.

Κι αν τ΄όνομά σου μ΄άκουσες να λέω
την ώρα που κοιτούσες την ψυχή,
το ξέρεις πως ήτανε τυχαίο.
Εσύ κρατούσες πάντα το κλειδί.

Όσα τα άστρα τ΄ουρανού, και οι ελπίδες.
Όσα τα θέλω της ψυχής και τα μπορώ.
Γεννήθηκες λες τυχαία, όμως είδες,
πως πίσω απ΄όλα ήταν ένα "σ΄αγαπώ! ".


Εμπνευσμένο από το ποίημα της Γεωργίας Νεφέλης " Εγώ χίλια κομμάτια"

26/7/08

Λευκό σεντόνι..

Λευκό σεντόνι έστρωσες φτηνού ξενοδοχείου,
στα όνειρά σου μια φορά, μετά να το πετάξεις.
Μα το λευκό το έβαψα σταγόνες της αγάπης,
με το αλάτι της ζωής, τ΄άρωμα της θαλάσσης.

Λευκό σεντόνι ήτανε μα τώρα ζωγραφιά σου,
το στολίσανε πουλιά τραγούδια στ΄αγγιγμά σου.
Στην άκρη του κοιμήθηκε ήρεμη η σελήνη,
κι ο ήλιος την στόλισε, δάκρυα π΄άστρα ντύνει.



Εμπνευσμένο από το "άσπρο σεντόνι" της Λαμπηδόνας.

κόκκινα πέταλα

Παπαρούνες κόκκινες οι πόθοι
έχουν τα μάτια μου κυκλώσει
Το κορμί μου ηλιόχαρο λιβάδι
στον άνεμό σου τό΄ χω παραδώσει.

Τώρα τα πέταλα γυρισμό δεν έχουν
του έρωτα τον σκοπό χορεύουν
Άμα με δεις στα μάτια θα μεθύσεις
την ταραχή που έφερες θα ζήσεις.

Κι όταν σαν άνεμος πάλι φύγεις
καρδιά μου την μιλιά μου σου χαρίζω
Τα κόκκινα πέταλα μου στόλισμα σου
στα όνειρά σου πάλι να γυρίζω.

24/7/08

άτιτλο

Διάφανο το δέρμα, νύχτα μοιάζει. Μα σαν ανάμεσα από τα πόδια σου περνώ αέρας,το θρόισμα του φορέματός σου μ΄αγκαλιάζει. Σα χάδι, που τώρα πια δεν είμαι εγώ... φωλιά μου θα το κάνω.... φωλιά να κοιμίσω και να τρικυμίσω όλα τα ανώνυμα όνειρά μου... Στις πτυχές κρυμμένα, στα πόδια σου ν΄ανεμίζουν αντί εμένα.. Όμορφα σαν πυγολαμπίδα που σβήνει στο φως το φως της, στο ρίξιμο του ενδύματος θα σβηστώ.. έτσι κι αλλιώς, ξεχασμένος από καιρό, στο δάσος τούτο, της ψυχής, το μαγικό..

23/7/08

Θρόισμα

Το μυστικό που γέννησε
πάθος σκοτεινό
μια χέρσα γη,
Εσύ.

Μες το μαντήλι
φυλώ
χαμομηλιού ανθό
και της ελιάς
το δετό ασήμι.

Στη θάλασσα θα το βρέξω,
στα πορφυρά όνειρα
που ανασαίνουν
τα χείλη σου,
να το χαρίσω.

Στο θρόισμα της ψυχής,
σαν πέσει η νύχτα,
αντί για λόγον άλλο.

20/7/08

άτιτλο

"Για κατηγορώ θα σου φέρω μόνο ένα κοχύλι"...
Στάθηκα ώρα πολύ στη φράση τούτη.. άργησε η σκέψη να ελιχθεί, να βρει τον δρόμο. Την θάλασσα νόμιζα άκουγα. Με όλη της την απεραντοσύνη, κάλεσμα θαρρούσα στην αρχή, παιάνες και ταξίδια.. χάρτες πάθος, δρόμοι άλλοι. Μα ύστερα η βοή ακουγότανε πιο καθαρά, τα κύματα φανερώσανε τους ψιθύρους. Και τελικά ήταν μόνο ένας. Ένας επαναλαμβανόμενος ψίθυρος, σκορπισμένος και ξεθωριασμένος, από τον άνεμο και το παιχνίδι του με το νερό. Μα τον άκουσα, και τα πόδια μου γίνανε άμμος οστράκου, η ψυχή ίσα πρόλαβε να φτερουγίσει, και σβήστηκε. Η φωνή ήταν ενός μόνο ναύτη που υπηρέτησε στα βασιλικά μου καράβια, την ώρα που το σκοτάδι να σκεπάσει πάλευε την πνοή του. Ήταν μόνο ένα "αγαπώ"... Από όλη την θάλασσα, τα τόσα ταξίδια και τα τόσα ναυάγια, το ύστατο τούτο "σε αγαπώ", που έμεινε μετέωρο... Το όστρακο άντεξε, μα γω ράγισα. Γιατί ποτέ, πουθενά, δεν άκουσα τόσο καθαρά την αίσθηση αυτή της λέξης.
Η θάλασσα, ας λένε ό,τι θέλουν. Αρμύρισε από τα δάκρυα.. και μόνο.

Νικόλαος Παπανικολόπουλος

18/7/08

άτιτλο

Το κάλεσμα άκουσα
κι από τα βάθη της γης αναστήθηκα
κι έγινα ζωή, έγινα Άνθρωπος.
Στον αστράγαλό σου χρυσόδετος λόγος.
Αναρριχιτής πόθων κι επιθυμιών,
ταξιδευτής σε λευκά τοπία σάρκας.
Κι ερημίτης στη κοίτη του παραδείσου σου.

17/7/08

σε τόπο αγαπημένο..

Γεννήθηκε σε κόσμο ξένο, άγνωστο.
Στην αρχή του φερόντουσαν με προσοχή,
μα γρήγορα βαρεθήκανε και τον παρατήσανε.
Σαν νεοσσό που βρήκανε παιδιά
κι αφού καλά καλά παίξανε μαζί του,
τον προσπεράσανε βαριεστημένα.
Ίσως και να ήταν νεοσσός,
ίσως και να είχε φτερούγες λευκές
γιατί στα όνειρά του έβλεπε όλο να πετάει,
γύρω από κείνη, στα φτερά την τύλιγε
και η ευτυχία απόλυτη, το αίμα γινότανε φως.
Στα όνειρά του. Μα το όνειρο την αυγή,
που ξύπναγε στο γεμάτο σκόρπια πούπουλα
κρεβάτι, μόνος, με πόνο άλλαζε.
Μια μέρα φύσηξε άνεμος,
κι από το ανοιχτό παράθυρο
είδε σα σπασμένα κλωνάρια
τα φτερά του να κόβονται, σαν ξερόκλαδα,
και να καταλήγουν βάρκες λευκές στη θάλασσα.
Τις είδε να βουλιάζουν.
Πλέον δεν είχε χέρια μήτε όνειρα.
Αμίλητος ένα πρωινό, άλλο,
όταν όλα δείχνανε πως τα ναυάγια είχανε σβηστεί μέσα του,
κίνησε κι έφθασε ξυπόλητος στη θάλασσα μπρος.
Το δάχτυλα των ποδιών,
σχεδόν βουλιάξανε στη βρεγμένη άμμο.
Μέρες, μήνες, χρόνια,
έμεινε εκεί να αγναντεύει τα χαμένα όνειρά του.
Μέχρι που η θάλασσα τον ερωτεύτηκε,
σκαρφάλωσε στον λαιμό, τα μαλλιά,
τον αγκάλιασε και τον φίλησε.
Δυο λευκές φτερούγες μοιάζαν τα κύματα
καθώς τον θάβανε σε τόπο αγαπημένο..

15/7/08

Φύση νεκρή..

Φύση νεκρή μία καρδιά παρατημένη
λίμνη όπου χρυσόψαρο πια δε ζει,
άνεμος στην έρημο να τριγυρνάει,
ζωή που η ζωή την άφησε λειψή..
Δίχως τα μάτια, δίχως τα χείλη,
χωρίς ένα χάδι να σκιρτεί..
Μία καρδιά που οι χτύποι της είναι λίθοι
που σε πηγάδι ο χρόνος τους πετεί..

Φύση νεκρή, σάρκα διψασμένη,
δάκρυ δάκρυ μακριά πετάει η ψυχή.
Από όλους και από όλα ξεχασμένη
σε δυο στήθη ανάπηρα έχει κρυφτεί..
Μέχρι να σβήσει το φως.. και η τρέλα.
Από ραγισμένη φλέβα ο πόνος να χυθεί..

14/7/08

ομόκεντρος κύκλος

Κυματίζω σημαία στο πεδίο των μαχών,
τα όμορφα μαλλιά σου μες τη μνήμη..
Μες το σώμα σου καίει όσο έχω ανάγκη φως
το μάγουλό σου από την φλόγα του ροδίζει.

Καμία ανάσα δική σου δε θ΄αφήσω,
στην αγκαλιά μου τον παλμό θα σβήσω...
Νεκρή, χωρίς πνοή, με την ψυχή δική μου
να χαρίζω και να σου παίρνω την ζωή μου.

Κι έπειτα, κάστρο άλλο θα σε ντύσω
στων ματιών τις πιο ψηλές τις πολεμίστρες,
κάθε που επέζησε στρατιώτη να συντρίψω
με που φαρμάκωσε ο πόθος βέλη τις ελπίδες.

Κι όταν ντυθώ ζωή μου την ζωή σου
στρατιά καμιά δε θα βρεθεί να μας νικήσει,
με το φιλί κι ασπίδα τη πνοή σου,
στον ουρανό η αγάπη αυτή θα κατοικίσει.

αστεγος Θεός

Θεός δεν ήμουν
μα μες τα μάτια σου
και τούτο το μπορώ.
Κομμάτια οι ναοί
μες την καρδιά σου.
Και γω άστεγος
με σένα ουρανό.

10/7/08

Θέλω..

Μέσα στο σκοτεινό μυαλό σου
να γίνω θέλω ανατολή τα βλέφαρα ν΄ανοίξεις,
αίμα κόκκινο να βάψω τ΄ άσπρο σάβανό σου
μία ακόμη φορά από το θάνατο να γυρίσεις.

Ένα παράθυρο το στόμα σου σαν κλέφτης να τρυπώσω
και με φιδιού τη χάρη, τον δαίμονά σου να εξοντώσω.
Που χρόνια μέρες νύχτες στην έρημο σε έσυρε δεμένη
και την ψυχή σου έθαψε σε όαση από όλους ξεχασμένη.

Μα πάλι, μπορεί δύναμη τόση να μην έχω
στην κορυφή μιας πυραμίδας τον ουρανό να στερεώσω.
Στο πιο βαθύ λαγούμι της ψυχής σιωπή να μαζευτώ
πλάι στη θλίψη σου νεκρός για να ξαπλώσω.

5/7/08

Ερωτας

Ξημέρωμα Σαββάτου
φωνή ερωτική
με είχες αγαπήσει
εκείνο το πρωί.

Μου λες καφέ σου φτιάχνω
με ζάχαρη πολύ
στα χείλη σου την φέρνω
στο πρώτο το φιλί.

Ξημέρωμα Σαββάτου
τσιγάρο να σε πιω
στην τελευταία ανάσα
μαζί σου να σβηστώ.

Νικόλαος Παπανικολόπουλος


Ξημέρωμα Σαββάτου
πνιγμένο στη σιωπή
σαν ψίθυρος θανάτου
που ψάχνει να με βρει

σαν όνειρο που θέλει
αλήθεια να γενεί
σαν κύμα που οδεύει
προς την καταστροφή...

Evaggelia-p


Η νύχτα που μας βρήκε,
μας κοίμησε μαζί.
Ξημέρωμα Σαββάτου.
Στα μάτια σου Ανατολή.

Σου είπα "Καλημέρα"
Μου είπες "Σάγαπώ,
και τούτην την ημέρα
μαζί σου θα την δω..!"

Ξημέρωμα Σαββάτου.
Και αύριο Κυριακή.
Ακόμη κι αν νυχτώνει,
το πρωί θα είσαι εκεί..

..να μου πεις ξανά Καλημέρα..!

Ηλιαχτίδα


Μέσα στους στίχους να χαθώ
και πρωινό καφέ να πιω
μια καλημέρα να ανταλλάξω
πέρα από την πόλη και το φιάσκο.

Ζαφορα

4/7/08

Η νύχτα δίψασε

Η νύχτα δίψασε για σένα
τα μάτια σου τα ονειρεμένα
σκοτάδι ζήτησε να γίνει,
σεντόνι το κορμί σου να τυλίγει..

Η νύχτα σκόρπισε στους πέντε ανέμους
μαζί με όλους τους ερωτευμένους.
Τα λόγια της καρδιά σου να γυρέψει
άστρα στο λαιμό να τα φορέσει.

Η νύχτα που ήταν πάντα ξελογιάστρα
στων φιλιών σου φυλακίστηκε τα κάστρα
από τον ήλιο αρπάζει τη σελήνη
και στα μαλλιά σου μεθυσμένη τη στολίζει.

Η μικρή νεράιδα

Χάθηκε μες τη σελήνη
μία κόρη των λιμνών.
κι επιπλέει το ραβδί της
φως σε σκοτεινό νερό.

Ασημόσκονη η ψυχή της
αστεράκια του ουρανού,
άδειο γέρνει το κορμί της
ταξιδεύει για αλλού.

Κι απ΄τό φως το μαγεμένο
με μια θλίψη αγοριού,
γέρνει ο άνεμος σκυμμένος
και τα χείλη προσκυνεί..

Χάθηκε μα το φιλί της
στους ανέμους κατοικεί.
Τις πιο άγριες τις νύχτες
στην καρδιά σου θα κρυφτεί.

Τότε η μικρή νεράιδα
θα σου πει πως σ΄αγαπά,
και ποτέ δε θα πεθάνει
αν μοιράζεις τα φιλιά...

3/7/08

άστρο μικρό

Άστρο μικρό που κοίταξες
το άστρο το μεγάλο
κι έσβησες μες στο τόσο φως.
Τα χέρια που σε δείχνανε
τώρα θα σε ξεχάσουν.

Άστρο που στόλιζες γλυκά
τις σκοτεινές βραδιές μου.
Πήγες και έγινες κανείς
στην δόξα την μεγάλη.

1/7/08

Κι αν η καρδιά σου κομμάτια γίνει..

Κι αν η καρδιά σου κομμάτια γίνει,
αν στ΄άστρα σκορπίσει,
θα σκαρφαλώσω στον ουρανό
ένα ένα να τα μαζέψω..
Κι αν σκορπίσει στην γη
κι αέρας την σκορπίσει
στα πέντε πέρατα,
άνεμος θα γίνω, στους ανέμους
τα ίχνη θα ακολουθώ τα κόκκινα,
πάνω στις παπαρούνες
και τα ρόδα που λάτρεψες,
όλο το κόκκινο της καρδιάς να μαζέψω
πνοή μου να κάνω να μεθώ..
Κι αν στη θάλασσα πέσει μέσα,
και σε τόπους χωρίς φως
η αγάπη σου κατοικήσει,
θά΄ρθω σκοτάδι
κυνηγώντας σαν ψαράκια
τους παλμούς σου,
σε αποχή θα μαζέψω όλα
τα χρώματα της θάλασσας,
και θα τα αγκαλιάσω,
να καώ να εκραγώ
και στο στερέωμα πάλι
η άνοιξη την θέση της να πάρει.
Στα κόκκινα χείλη σου θα την φυλακίσω
με ένα μου φιλί,
κι ας είναι αυτό το τελευταίο μου!

27/6/08

Αγάπης θραύσμα

Το πρόσωπό σου στο σκοτάδι ακουμπισμένο,
κομμάτι μάρμαρο από άγαλμα σπασμένο.
Χείλη κόκκινα, από κρασί βαμένα
σύννεφα καπνού, μάτια ταξιδεμένα.

Μια ιστορία αρχαία η αγάπη αυτή
δε λέει στα ερειπιά της να θαφτεί.
Σκόρπια τα γράμματα, δεν σχηματίζουν λέξη
κι η σιωπή σου μετράει την αντοχή.

άτιτλο..

Φοβάμαι τον αρχαίο θάνατο
αυτόν που στο πουκάμισο ενός καλοκαιριού
δυο περιστέρια κρύβει που δε θα πετάξουν ποτέ.
Φοβάμαι της ηδονής σου το θηρίο
που τρέφεται με σάρκες ψυχής, και αίμα.

Δεν φοβάμαι τα άσπρα κοφτερά δόντια του.
Τους εφιάλτες τού μετά φοβάμαι,
να το κοιτάξω στα μάτια μετά..
Όταν το χορτασμένο θηρίο
γίνει και πάλι άνθρωπος
και η χαρά Ενοχή.

Πάνω από όλα φοβάμαι τους δείχτες.
Τους δείχτες των ρολογιών, των χεριών,
των επισημάνσεων σε ανεπίσημα έγγραφα..

25/6/08

Καλοκαίρι..

Και να λοιπόν που ήρθε το καλοκαίρι
και λαμπαδιάσανε στη ζεστή νύχτα οι πόθοι,
κι ο άνεμος χάδι που με χάρη σπρώχνει
τ΄ άσπρα πανιά της ελπίδας στ΄ ανοιχτά.

Νηοπομπή ολόκληρη, μάτια κοκκινισμένα
από την αναμονή, πηγές πολύτιμων λίθων,
κοιτούν το πέλαγος και το πέλαγος βυθίζεται
στα όνειρα. Κρύσταλλα τα νερά, καθρέφτες διάφανοι.

Η σιωπή κάθε χίλιων χρόνων που πέρασαν
σβήνουν στον παλμό των κοριτσίστικων στήθων.
μικρές αόρατες γαλάζιες φλέβες, ποτάμια που ενώθηκαν
κρυφτήκανε σε ξεχασμένα άσπρα κοχύλια.

Μία γοργόνα τραγουδά, κι ο μεσημεριάτικος ήλιος στέκεται
δίχως μνήμη στις κορυφές μικρών ταξιδιάρικων κυμάτων,
μέχρι που σβήνει στην άμμο, αργά, καθώς το νερό ξανατραβιέται..
Κι η άμμος κάστρινα όνειρα μικρών παιδιών, τα καλεί..

Θηλάζει η ψυχή σαν μωρό φως, αγέρα, σιωπή..
Η θάλασσα απέραντη λευτερώνεται εντός της.
Μύρια σαν άστρα, που είναι πιο πολλά από τους κόκκους άμμου
τα ταξίδια που μπορεί να κάνει αυτή τη στιγμή.

Δυο γλάροι κεντάνε με το ράμφος τους
το ασήμι με το γαλάζιο, το νερό με το στερέωμα.
Κάποιο ψάρι σπαρταρά, καμιά ομορφιά δε το σώζει.
Είναι μικρό το καλοκαίρι, μα χωρά το αιώνιο

23/6/08

Αληθινά παραμύθια

Χρυσό κι ασήμι
τα μάτια σου στη θλίψη
λάμπουν τ΄ακριβά...

Τα παραμύθια ψέματα δεν ήσαν
ποτέ μην αμφιβάλεις,
τα ζούμε. Όλα είναι αληθινά.

Την πάλη με τον δράκο
δεν θα την αποφύγεις
στην χώρα της καρδιάς.

Μια πανοπλία σου χαρίζω από ανέμους
να την φοράς να μη ματώνεις..
Ανάμεσα από τα όπλα να περνάς.

Γιατί στο κάστρο της αγάπης
άλλος τρόπος να μπεις δεν υπάρχει.

21/6/08

Για σένα θα γίνω..

Για σένα θα γίνω πάχνη πρωινή
να μπω χάραμα κάτω από την πόρτα.
Θά μαι στο κατακαλόκαιρο δροσιάς φιλί
να σου τυλίξω το διψασμένο σου κορμί.

Για σένα θα γίνω λουλούδι του αγρού
να με κοιτάζεις και να με ζητάς.
Στην ψυχή σου να γίνομαι τραγούδι
στα χείλη σου να ζω, να μ΄αγαπάς.

Πουλί θα γίνω με τεράστιες φτερούγες
να σε σηκώσω ψηλά ως τον ουρανό.
Με πούπουλα να στρώσω στη σελήνη
διπλό κρεβάτι μόνο για μας τους δυο!

Λέξεις μισές

Λέξεις μισές, ξεθωριασμένες ζούνε
τραύμα που στο μυαλό μου κουβαλώ,
αισθήσεις που ξεψυχούνε...

Μία πνοή το ίχνος τους και πάει
από τα σύννεφα πιο ψηλά πετάει.
Σβήνει σαν νότα μέσα σε μνήμη ξεχασμένη
το βήμα σου που την ξεπερνά πονάει.

Σέρνω τα νύχια να ξεριζώσω τα φτερά σου
μα έχω μόνο την απουσία σου αγκαλιά μου...
Σβήνει στο φως κι η τελευταία ελπίδα
πουλί το δάκρυ, και πετά γι άλλη πατρίδα.

Κι η εξορία ο τόπος που απομένει
όταν όλοι φύγουν οι αγαπημένοι.
Σαν σκύλος που τον σφίγγει το κολάρο
και δεν σπάει κι η αλυσίδα η γαμημένη..

Αν θα μπορούσες.. αν .. αν αλυσίδες δε φορούσες.
Αν ήσουνα μόνος από ανθρώπους που μισούσες...
Αν στο κεφάλι σου τις νότες σου κρατούσες...
Αν... αν αγαπημένος ήσουν μπορεί να ζούσες...

Φυτρώνουν άραγε οι σταυροί, αναρωτιέμαι..
Ποτίζω δάκρυα τάφους σα νάταν κήπος.
Κάθε χαρά μου στο παρτέρι του νανουρίζω
με χώμα την σκεπάζω και ελπίζω.. νομίζω...

Δεν έχω λόγια, μήνας Ιούνης κι όλα πέσαν.
Φύλλα σκόρπια ξεραθήκανε, σπασμένα.
Έρημο κύμα ταξιδεύει η ψυχή μου....

Στα πόδια σου να φέρνει, τα ξεχασμένα.....

14/6/08

ατιτλο

Ακόμα και ο ήλιος, μέρα καταμεσήμερο
θα κρυφτεί μια μέρα από την σελήνη πίσω.
Τις βαριές νύχτες, που δεν φέγγουν τα άστρα,
και τα χρώμματα άδεια είναι και μουντά...
ακόμα και τότε εσύ σίγουρη να είσαι πρέπει
πως η μέρα θα ξημερώσει για σένα,
πως το δάκρυ με την βροχή θα σμίξει
και τα λουλούδια..
Κουρτίνες ο χρόνος,
πίσω του, πιο πίσω να κοιτάς.
Πέρα από τα όρια του μπορώ, εκεί,
στον ορίζοντα του θέλω.
Να νιώθεις πρέπει άσπρο μου σύννεφο,
τον άνεμο. Να τον ακούς.
Γιατί μηνύματα σου φέρνει από την καρδιά μου.
Και σίγουρη να είσαι.. ακούς;

Αν θες, ψυχή παιδιού να φορέσεις, γδύσου.
Μα με ψυχή παιδιού να με κοιτάς σαν αμφιβάλλεις.
Ποτέ δεν κάνει λάθος η ματιά στα παιδικά τα μάτια..

9/6/08

άτιτλο

Νυχτώνει..
τα σύννεφα φτερά έχουν,
πιο γρήγορα από τα πουλιά πετάξαν
και με φτάσαν.
Νυχτώνει λες, και δύναμη καμία
δεν έχω
στη δύση του φωτός ν΄αντισταθώ.

Ίσως έφθασε της σιωπής η ώρα.
Να κλείσω τα μάτια
και να δω το κόσμο δίχως εσένα πια.
Ίσως, θα μπορούσε να συμβεί
κι αυτό,
σε έναν κόσμο που τα όνειρα πια
δεν κατοικούν.

Μα η μυρωδιά της βροχής
το άρωμά σου μου φέρνει..

αφιερωμένο

Σε αυτή την θάλασσα, δεν ταξίδεψα ακόμη.
Τα πόδια μου βρέχω στις άκρες της κόμης σου,
κύματα στα οποία ταξιδεύει νοερά το χάδι
της ψυχής μου. Αγκαλιά για τα χρώματα του φωτός,
τα κόκκινα, τα κίτρινα και τα πορτοκαλί στολίδια του,
που σμίγουν με το σμαραγδένιο κρύσταλλο της ψυχής σου.

Σε αυτή την θάλασσα που έβρεξα μόνο τα πόδια μου, σαν προσευχή,
καραβάκια χάρτινα στέλνω ταξίδι μακρινό, με πανί τον πόθο.
Τα βλέπω λίγο πριν βουλιάξουν να λευτερώνονται γλάροι
στον ουρανό που σε σκεπάζει, σύννεφα να γίνονται τρυφερά!
Την ξιπασιά των μεγάλων καραβιών ξεπερνάω, που νομίζουν.
πως ταξίδεψαν ή πως σπουδαιότερα από τα χάρτινα καράβια μου είναι.

Η αρχή του χρόνου η μέρα που σε συνάντησα, την μεγάλη τρικυμισμένη...
Η αρχή του ταξιδιού, άρωμα που στον νου μου έφτασε, πριν αρχίσει ο χρόνος.
Πυξίδα μόνη, ο τρόπος που το κεφάλι γέρνεις, η κοριτσίστικη διάθεσή σου.
Δύο νησιά κι ένας αφαλός, τα μόνα λιμάνια. Καταρράχτες ο λαιμός σου
να χύνονται τα φιλιά του ουρανού, μέχρι τις άκρες των ποδιών σου...
Η θάλασσα δεν έχει αόριστο. Ανήκει μόνο σε όσους την ταξιδεύουν...

5/6/08

Ιστορίες καθημερινής τρέλας.

Απόψε ξεκινήσανε στρατοί να πάνε
τα μέρη τα απάτητα να πάρουνε.
Τα λάβαρά τους σηκώσανε ψηλά
και με τραγούδια για δόξα ξεκινάνε.

Καθώς μια θάλασσα με πλοία θα περνάγανε
τους συναντά μία γριά στην παραλία.
Μαύρα φορούσε στην ψυχή της ενδύματα
και τα μαλλιά της άσπρα σα τα μνήματα.

Οι στρατιώτες που την είδανε δακρύσανε
και της μάνας τους την όψη θωρήσανε.
Τα βήματά της γυάλινα ήταν όστρακα
που ξέχειλα ήλιο, βάφαν τα κύματα.

Τα λάβαρα σκεπάσανε τα πλοία
για μια μεγάλη καλούσανε θυσία.
Μία καμπάνα τον χρόνο αναρίγησε
τα παιδικά τους τόξα εντός τους λύγισε.
Μικρή η θάλασσα ελάχιστα τα πλοία
άφησαν λοιπόν τα όνειρα σ΄αυτή την παραλία.
Με άδεια αμπάρια κινήσανε να γράψουν ιστορία.

Και φύγανε τα πλοία στη σειρά
μακρύνανε και χάθηκαν στ΄ορίζοντα.
Κι έτσι θα τέλειωνε κι αυτή η ιστορία
μία σελίδα να στολίζει τα βιβλία.
Μα ένας φαντάρος που φάνηκε απειθάρχητος
μες το πουκάμισο τα όνειρά του κρύβει.

Βαρύ το πλοίο του, δεν κίνησε με χάρη
πιο πίσω έμενε λες κι άγκυρα είχε να τραβάει.
Κι ο πυρετός το πλήρωμα πλακώνει
μία αρρώστια άγνωστη τη δόξα τους στεγνώνει.
Σε λίγο ακυβέρνητο έπλεε το καράβι
κι από τους χάρτες χάθηκε.

Στου ουρανού το είδανε τα μέρη
με ένα σύννεφο πανιά να ταξιδεύει.

2/6/08

Φονικό φιλί

Είχε ένα υπέροχο κορμί
φρεσκολουσμένο,
αστράφτανε τα μάτια από πόθο
και το φιλί, σαν άνεμος, την είχε κυριεύσει.

Το κόκκινο ενδύθηκε το πέπλο, μόνο,
και στο παράθυρο σκαρφάλωσε του έκτου
ατενίζοντας, μεσάνυχτα, τα λίγα φώτα.
Το ένα πόδι στο κενό, μετέωρο.

Μία ηδονή γλυκιά σα μέθη
της γαργαλούσε τα ταραγμένα στήθη.
Μα μες την ζάλη την γλυκιά, η δύστυχη,
δεν είχε σωστά το βάρος της ζυγίσει.

29/5/08

Από το μηδέν, γιατί όχι;

Στάσου.Για λίγο παραπάνω από όσο χωράει μια στιγμή, και νιώσε, κοίτα... Όλα μπορούν να αρχίσουν στο τώρα από το μηδέν. Η πορεία δεδομένη, όπως κι η μνήμη... Μα υπάρχει κι άλλη μνήμη. Αυτή που κατοικεί από ανέκαθεν στο βαθύ μπλε του βυθού, στο απαλό γαλάζιο που σκεπάζει το βαθύ μπλε και ζωγραφίζει πάνω του ο ήλιος με το χρυσάφι του..... Η μνήμη που μέσα της κατοικούμε και δεν κατοικεί αυτή εντός μας...
Μικροί μες τα τεράστια "μπορώ" μας, ταξιδεύουμε τσακιζόμαστε ή συνεχίζουμε. Τόσα συντρίμμια, κόκκοι άμμου στα πόδια σου μπρος, προσευχές είναι. Όλες για σένα, που πατάς πάνω στην άμμο, και μπορείς να χορεύεις, νομίζοντας μόνη. Μόνη δεν είσαι... Η άμμος, το φως που ανέτειλε ή έσβησε την πιο σκληρή ώρα για κάποιους, σε σένα χαμογελάει ακόμα. Τόσο μικρή και παράξενη είναι η ζωή, που το σημείο μηδέν να αναζητάς πρέπει διαρκώς, όταν νομίζεις πως ο καιρός σου πέρασε, οι άνθρωποι φύγαν, ή οι ευκαιρίες παραιτηθήκανε στο πλάι ενός προκαθορισμένου δρόμου. Όσο ανασαίνεις, όσο σκέφτεσαι και νιώθεις, όλα είναι δυνατά, όλα μπορούν να σου συμβούν. Κι η θάλασσα, ψέμα είναι, μη το πιστέψεις. Ποτέ δε σε πρόδωσε. Σε περιμένει....

27/5/08

Εσένα

Βλέπω τριγύρω πρόσωπα οργισμένα
με κουρασμένες ρυτίδες να πονούν.
Με βλέμμα θαμπό αντέχουνε ακόμα,
στα ημερολόγια που τις μέρες μας ξεχνούν.

Μια ζωγραφιά μου χάρισες παιδάκι,
χάρτη την έχω να κοιτώ τον ουρανό.
Με κόκκινο μελάνι της καρδιάς σου
στιχάκι σκάρωσες, την καρδιά μου να κεντώ.

Είναι ο χρόνος ένα τεράστιο ψέμα
που τον καθρέφτη οικτρά τον ξεγελά.
Όσο και να κρυφτείς, θα βλέπω εσένα,
που την ψυχή μου χρόνια κυβερνά!

25/5/08

Χάραγμα

Είναι αγγέλων μοναξιά η πτήση
εκεί που ανθρώπων η χωμάτινη λαλιά σιωπεί.
Όποιος μαζί σου θέλει να μιλήσει
θα πρέπει στα δυο του πόδια να σταθεί,
να τεντωθεί...

Δεν πρέπει εσύ τα φτερά σου να τα κλείσεις
και να σβηστεί η αγγελική σου η μορφή,
αν τους ανθρώπους, όπως νιώθω, έχεις αγαπήσει,
μη τους στερήσεις ενός αγγέλου την ψυχή.

Είναι μονόδρομος τούτη η μοναξιά σου
είναι αγάπης χάραγμα της μοίρας,
και δεν μπορείς από την μοίρα να κρυφτείς.
Και τον καρπό σου να κόψεις μη σε σέρνει
πάλι εκείνη θα βρεθείς ν΄ακολουθείς...

24/5/08

τα βιβλία με τα ποιήματα..

Τα ποιήματα γεννήθηκαν όλα τους νόθα,
χωρίς πατέρα ή μητέρα.
Μια ώρα ντροπής του ανθρώπου,
μια ώρα υπερβολικού έρωτα,
στιγμές που τα αυτιά κλεισμένα ήταν
σε ρόλους και προσταγές.
Νόθα, σαν τις αλήθειες,
που ντρέπονται να αγγίξουν
οι καθώς πρέπει πολίτες.

Καίνε τις καρδιές, τα λόγια
τα νόθα τούτα.
Τρελού φορεσιά μοιάζουν
που δραπέτευσε..
Στην φωτιά ανήκουν από όπου γεννήθηκαν.
κι αφού πυρά καλή να τα κάψουμε
δεν βρίσκεται εύκολα στους καιρούς της εικόνας
τα τυλίγουμε με σιωπή, και τα θάβουμε.
Όπως θάβουμε τους νεκρούς,
μόνο που οι τάφοι τούτοι μυστικοί παραμένουν.
Για το κοινό, βλέπεις καλό.
Την διατήρηση της τάξης και των ισορροπιών...

Μα όταν βρεθούν στα σωστά χέρια,
σπαρταράνε σαν πουλιά που λευτερώθηκαν!
Χτυπά η καρδιά τους,
και για σένα που έχεις ν΄ακούσεις
μια ιστορία θα σου πουν, και θα καούν..
Από την ευτυχία! :))

23/5/08

άτιτλο..




Αν κατάβαση στην ψυχή να αρνηθείς, δεν μπορείς, κάντο σωστά. Την λύρα του Ορφέα μαζί σου πάρε. Και σύρε στην ζωή, μαζί με σένα, της ψυχής το φως που αγάπησες. Κι άσε το σκοτάδι να κυνηγάει, όσα ποτέ δεν πρέπει να χαθούν. Ποτέ, δίχως εσένα που τα κουβαλάς, δεν θα τα φτάσει... Εικόνες είναι, μνήμες, μα και παρόν... Κόκκινο αίμα, που σώπασε θαρρείς, μα αυτό πιο δυνατά κυλάει σε τόπους μυστικούς, ποτάμι υπόγειο. Τίποτα δεν μπορεί να χαθεί, και δεν πρέπει, τα δώρα αυτά πουλιά είναι, να πετάξουν γυρεύουν... Άστα, να γεμίσει ο ουρανός, τάματα που ποτέ δεν ειπωθήκανε σαν τάμα, μα την ψυχή δεσμεύουν, μέχρι να γίνουν.....

22/5/08

Πριν το φιλί...




Στο σκοτάδι κατοίκησα όταν τα μάτια σου άνοιξες πρώτη φορά, Γυναίκα. Τα λουλούδια μαδήσανε, ντροπιασμένα νιώσανε σ΄αυτό το σεληνόφως που το κορμί σου σαρκίο έντυσε. Η βροχή που ακολούθησε παράπονο ήταν, από τ΄αστέρια, που σε νιώθαν μακρυά... Βάλτωσε η γη. Τα πάντα σκέπασε καημός μαύρος, και συ, με ξέμπλεκα τα μαλλιά, ξάπλωσες. Μια βάρκα έγινες σε τοπίο θανάτου. Και τα νερά, της σκέψης απόνερα, στην καρδιά μου σε φέραν. "Φοβάμαι", είπες... "Άδειος ο κόσμος...σκοτεινά τα νερά."

Στην πιο σκοτεινή γωνιά της καρδιά σου στέκω, και σε κοιτώ. "Εφιάλτης, είναι", ψιθυρίζω... Κοιμήσου...
Και με το χέρι ταράζω το νερό, το λίγο φως που από σένα έρχεται σκορπάω, το είδωλό μου να σβήσω. Να μη θυμάμαι... Πως κάποτε, πριν από ένα φιλί, Ένα ήμασταν, εσύ κι εγώ, στο ίδιο σώμα κατοικούσαμε

21/5/08

Το μεγάλο φεγγάρι..

Η ντροπή κατοίκησε στα χέρια
που δίχως πράξη την ελπίδα χαϊδεύουν,
θάλασσας κύμα η ψυχή μέσα στο σώμα
ψιθυρίζει τραγούδια των αγγέλων.

Έχει μικρύνει ο ουρανός, μες σ΄ένα δάκρυ
χώρεσε το φωτεινό του μπλε.
Και η αγάπη μες στο διπλό κρεβάτι,
να μη χωράει χωρίς περικοπές.

Μαργαρίτες φοράνε τα σεντόνια
του ήλιου το φως να κάνουν τρυφερό.
Μα τις νύχτες, μεγάλο το φεγγάρι
και δεν το αντέχεις ντυμένος ή γυμνός.

20/5/08

Μαζί..

Μια απορία το μυαλό μου το κυκλώνει
μέσα στα μάτια σου φεγγάρια τα γιατί.
Ψάχνω στο χέρι σου τον δρόμο να αγγίξω
να φτάσουμε ως στο τέρμα του μαζί.

Δεν έχω δύναμη τον άνεμο να κρατήσω
πάντα γλιστράς μες τα σοκάκια μοναχή.
Ίχνη από άστρα γυρεύω στο σκοτάδι,
ξαγρυπνισμένο με ξαναβρίσκεις το πρωί..

Είναι γλυκιά η καλημέρα στην ματιά σου
ένα χαμόγελο, μου δίνει πάλι την ζωή.
Είσαι ένας δρόμος που μ΄αγαπάει
κι ας είναι έρημος η πορεία η πολλή..

Μια απορία το μυαλό μου το κυκλώνει
μέσα στα μάτια σου φεγγάρια τα γιατί.
Ψάχνω στο χέρι σου τον δρόμο να αγγίξω
να φτάσουμε ως στο τέρμα του μαζί.

19/5/08

Ορίζοντας εσύ

Στην τρικυμία της νύχτας φέγγεις,
φάροι τα μάτια σου για δύσκολο καιρό.
Θα εξώκειλα δίχως εσένανε καρδιά μου
μα είμαι τυχερός, που σ΄αγαπώ!

Απλώνω για σένα χάρτες στα όνειρά μου
όλο τον στόλο μου βυθίζω στο εδώ,
στα χέρια σου βαστάς την μοναξιά μου
άγκυρα που την φοράς σαν τον σταυρό.

Τα ναι, τα όχι, γλάροι που πετάνε
στα σύννεφα θα σβήσουν, θα χαθούν.
Ορίζοντας, ο ένας τον άλλο να κοιτάμε,
πιο πέρα δεν υπάρχει η ζωή.

17/5/08

Η αντάμωση

Περίμενε πολύ καιρό μονάχος. Τα χρόνια τον κάνανε θαμπό, αόρατο μέσα στης πόλης τις πολλές όψεις των ανθρώπων. Το δέρμα του μαράζωσε, σταφίδιασε, και έγινε δέρμα γέρου.... Κάποτε φυτρώνανε δέντρα, κήπος ήταν όμορφος το στήθος του. Τόπος να ξαποσταίνουν τα πουλιά και να ερωτεύονται οι νεράιδες. Μα τώρα ο κήπος άδειασε... Ένα ζευγάρι κοράκια μόνο, μνήμες παλιές, έρχονταν που και που να παίξουν και να κρυφτούν στον τόπο εκείνο που γεννήθηκε η αγάπη τους.
"Ο χρόνος μου τελεύει", σκέφτηκε, "και εκείνη ακόμα δεν έχει φανεί. Μπορεί να έχασε τον δρόμο... Να της δώσω πρέπει σημάδι. Τα φώτα της πόλης δεν κοιμούνται ποτέ, πάντα άγρια και θλιβερά. Οι άνθρωποι την νύχτα γίνονται πιο μοχθηροί και πιο φοβισμένοι.. Την θυμάμαι... δεν θα κατάφερνε ποτέ να με βρει νύχτα στην πόλη." Και με αυτές τις σκέψεις, που στάθηκαν γεύση κρασιού που ξύδιασε στα χείλη του, έκανε έναν κόπο να σηκωθεί από το παγκάκι. Το στήθος του πόναγε πολύ σήμερα. Μα όσο κι αν τον τσουρούφλιζε ο πόνος, στράφηκε σε κατεύθυνση άλλη από το σπίτι του... "Μακρυά από τα φώτα.. εκεί, εκεί πρέπει να πάω", μονολόγησε, και μια παρέα νεαρών που περνούσανε εμπρός του τον άκουσε, και έβαλαν τα γέλια. Εκείνος δεν τους είδε.. Είχε συνηθίσει τις σκιές των ανθρώπων.
Με βήμα αργό ταξίδεψε, σέρνοντας το αριστερό του πόδι, σχεδόν ως το πρωί. Τότε είδε την Αφροδίτη! Εκείνο το άστρο που τόσο λάμπει λίγο πριν το ξημέρωμα! Στάθηκε, και κοίταξε γύρω του, πολύ κουρασμένος, μα με μια ευτυχία τεράστια! Τα σπίτια ελάχιστα, κι όλα σκοτεινά. "Εδώ οι άνθρωποι κοιμούνται τις νύχτες", συλογίστηκε. Μια απλωμένη μπουγάδα, τράβηξε την προσοχή του.. Στην τσέπη του ένα μικρό σουγιαδάκι για να καθαρίζει τα μήλα. Πλησίασε, κι έκοψε το σχοινί. Κάποιος πετεινός λάλησε... Τα άστρα όλα αναμμένα ακόμη. Μα για πόσο;
Έφτιαξε μία θηλιά στο σχοινί, και, δύσκολα, ανέβηκε σε ένα τοιχάκι, κάτω από μία μουριά. Έδεσε το σχοινί, και αφέθηκε να γλιστρήσει από τον τοίχο. "Αν κρεμαστώ τώρα" ήταν η τελευταία του σκέψη, "στα αστέρια κρεμιέμαι... Από εκεί ψηλά θα την δω και θα με δει."...
Κόκκινο το πρώτο φως της αυγής... Κάποιος αλλοδαπός εργάτης, που είδε την σκηνή από μακρυά, έβαλε τις φωνές σπεύδοντας για βοήθεια, μα ήταν αργά.. Οι φωνές του ανοίξανε τα παράθυρα, κι εκείνος τρομοκρατημένος το έβαλε στα πόδια. Σε λίγο γύρω από την μουριά είχε γεμίσει κόσμο... "Να περιμένουμε την αστυνομία" ακούστηκε μία φωνή. Και κανείς δεν τόλμησε να πλησιάσει τόσο ώστε να αγγίξει την σωρό του γέροντα.
Ανάμεσα στους τρομαγμένους ανθρώπους, δυο νέοι κοιταχτήκανε στα μάτια, κι αγκαλιασμένοι, γελάσανε, γιατί τους φανήκανε όλα τόσο αστεία! Ένας γείτονας τους άκουσε και γύρισε να τους κάνει παρατήρηση. Μα δεν υπήρχε κανένας εκεί που μόλις πριν, στεκότανε το ζευγάρι.

16/5/08

Σε σένα..




Σε σένα που ποθώ
τα λόγια μου φιλιά
να έρθουν να σε βρουν
να κάψουν τον καημό,
που χρόνια με μεθάει.

Τα μάτια σου φωτιά
που καίνε την καρδιά
σα τα ξερά τα φύλλα.
Την στάχτη μου αυτή
να ρίξεις στο κρασί
φαρμάκι να το πιούμε.
Και με χάδι γλυκό
από πόνο κακό
μαζί να ξορκιστούμε.

Σε σένα που ποθώ
τα λόγια μου φιλιά
να έρθουν να σε βρουν
να κάψουν τον καημό,
που χρόνια με μεθάει.

Θα ανάψει πυρκαγιά
ψηλά ως τον ουρανό
αγγέλους να ζεστάνει.
Η νύχτα συντροφιά
τ΄αστέρια της θ΄ανάβει.
Κι ο χρόνος θα ντραπεί
στην άμμο θα κρυφτεί
κοχύλι προσευχής,
το κύμα να τον πάρει...

Κίτρινο φύλλο στον άνεμο...



Είσαι τρελή, της είπε.
Είσαι ένα ανόητο κορίτσι,
σε ένα σώμα που γέρασε.

Ο άνεμος φταίει, του είπε κείνη.
Δεν μπόρεσα ποτέ να τον σταματήσω,
ποτέ να φυλακίσω την πνοή του.

15/5/08

Να παίξουμε;

Κι αυτός που τόσα δώρα έφερε
σφραγισμένα
κανένα δεν άνοιξε. Δικά σου είπε!
Είναι συλλεκτικά!
Και συ παιδί μικρό τα δώρα άνοιγες
με χαρά.
Κι όταν το είδε απελπίστηκε!
Τι όμορφα δώρα πόσο σπάνια...
Τα χάλασες, τα άνοιξες, είπε.
Και συ που ήθελες μαζί να παίξετε
με κλάμα βουβό
μαύρη την καρδούλα σου έβαψες.

Και τώρα σε ρωτώ εγώ,
και πρόσεξε τι θα πεις.
θες να παίξουμε;

13/5/08

Αντάμωση..

Μία σχεδία το κορμί που στα όνειρα επιπλέει,
πάνω από θάλασσα αχινών ταξιδεύει
ανέγγιχτο
με τα μάτια να ανοίγουν και να κλείνουν
κοιτώντας τα άστρα!
Συχνά τα κορμιά ανταμώνουνε,
πέφτουν το ένα πάνω στο άλλο
και καμιά φορά μπερδεύονται
και γίνονται ένα.
Κορμιά που στην ίδια θάλασσα επιπλέουνε
ψυχές που κατοικούνε στον ίδιο ουρανό.
Και τότε,
η θάλασσα κοπάζει. Γίνεται άμμος
και κύματα.
Και χέρι χέρι τότε
με πατημασιές στην άμμο,
τα ονόματά μας γράφουμε.
Μία λέξη μόνο.
Αγάπη!

10/5/08

Ένα πραγματικά υπέροχο βίντεο...



Ένα πραγματικά υπέροχο βίντεο-κλιπ, που θέλησα να το μοιραστώ μαζί σας...

9/5/08

άτιτλο

Τους εμπιστεύθηκες....
και τα χαμόγελα χαθήκαν.
Διπλώθηκαν μαζί με τα σεντόνια
καθώς μια τάξη έμπαινε στην αταξία.
Ίχνος σκόνης δεν έπρεπε,
όλα στολισμένα, όλα όμορφα
σε σειρά σωστή.

Και...

Το χαμόγελο του παιδιού έσβησε
τα μάτια σκοτεινιάσαν,
το ροζ φουστάνι του κόκκινο μοιάζει
στο χλωμιασμένο ανήλιαγο δέρμα του.
Τα λουλούδια στη βεράντα ανθίσαν,
μα τα λουλούδια της ψυχής απότιστα μείναν.

Το παιχνίδι, ψηλά, τακτοποιημένο.
Και το γόνατο που δε μάτωσε, πονά

8/5/08

άτιτλο

Η μοίρα σου μια θάλασσα αγριεμένη
και συ καράβι που γλυστράς μες τον αφρό.
Το βλέμμα σου χάδι στο αγέρι
και μες το χέρι τής καρδιάς της ο παλμός.

Απόψε έσβησε ο πόνος στο αλάτι
ναυάγιο που σκέπασε ο καιρός.
Κι η άγκυρα, σαν "θέλω" παρατημένη,
αφήνεται να την πάει ο χορός.

Ο πιο γλυκός τρόπος να πεθαίνεις
σε δύο μάτια μ΄ερωτήματα πολλά.
Αντί απάντηση φιλιά να παίρνεις
και να καις τα λόγια στη φωτιά...

7/5/08

Blogoπαίχνιδο - Ετσι γράφω...



Πατήστε πάνω για να μεγαλώσει η εικόνα..


Οι κανόνες του παιχνιδιού - ακριβώς όπως τους αντέγραψα:
1. Γράψε
2. Σκάναρε (ή φωτογράφισε… )
3. Πόσταρε.
4. Ειδοποία! Απαραίτητα στο τέλος του ποστ γράψε: για το http://autographcollectors.blogspot.com
5. Προσκάλεσε άλλους 5 ή και περισσότερους blogger να συμμετέχουν. (επίσης απαραίτητα, για να μαζευτούν όσο περισσότερα χειρόγραφα γίνεται)


Και προσκαλώ τους: Ελένη (σταγόνα), Αρματάν, Μαργαρίτα, Νατάσα, Αρτάνη! :))


για το http://autographcollectors.blogspot.com

6/5/08

Στην Αρματάν..




Στο πιο βαθύ κάστρο του δάσους υποχώρησα, όταν για πρώτη φορά σε είδα. Σε μια κουφάλα δέντρου σκεπασμένη από κλαδιά, καταφύγιο γύρεψα.... Κι ύστερα, εκείνος ο ήχος ανάσας βαριάς που με έκανε να γυρίσω να δω, πίσω από την πλάτη μου. Τα μάτια σου λαμπερά, καστανά, σκεπασμένα από φύλλα πλάτανων... η μουσούδα σου ακίνητη, ερευνητική. Με διάβαζες με την μυρωδιά... Πάγωσα. Μα εσύ κάθισες αναπαυτικά, και συνέχισες να κοιτάς. Ήταν η σειρά μου...
Σε παρατήρησα τόσο που ονειρεύτηκα. Βρέθηκα να χάνομαι, να παθαίνω ασφυξία συνειδητοποιόντας πως πια δεν πατούσα στην γή, δεν ήμουν άνθρωπος, δεν είχα τίποτα άλλο από μια αόρατη συνείδηση, και βάδιζα σε μια χιονισμένη σελήνη, κοιτώντας την γη από ψηλά. Σκέψεις πολλές, σαν πουλιά τρομαγμένα, πετούσαν ανάμεσα σε μένα και την γη, όλα τραβώντας για κάπου πέρα, μακρύτερα από τα αστέρια. Καμιά δε ξεχώρισα. Μόνο αυτός, ο τρελός θόρυβος από τα φτερουγίσματά τους, κι η αίσθηση πως πουθενά δεν πατάω αληθινά, δεν βρίσκομαι, με γέμισαν ένα φόβο τόσο μεγάλο, τόσο άγνωστο, που δεν είχα ποτέ ξανανιώσει...
Το γρύλισμα ενός χαδιάρη λύκου, με έκανε να ανοίξω τα μάτια μου, να γυρίσω ξανά στην γη. Η μουσούδα του, σχεδόν άγγιζε το πρόσωπό μου, ξαπλωμένος δίπλα μου... Κάνω να τον χαϊδέψω... μέγα λάθος... Ο Λύκος από κουτάβι έγινε άσπρος τύραννος, τα δόντια του πύλες φωτιάς, θα μπορούσα από κει εύκολα να κατέβω μέχρι την κόλαση.... Και στη στιγμή έκανε μεταβολή, και τον είδα να χάνετε ανάμεσα στα φυλλώματα των θάμνων... Μα λίγο πριν χαθεί εντελώς, σα να το φαντάστηκα, μου έγνεψε με το κεφάλι να ακολουθήσω. Όρθιος και γω, πιότερο τους ήχους να ακολουθώ, παρά ότι έβλεπα, τα πόδια ξεσχίζοντας και τα χέρια στην άγρια βλάστηση για να προλάβω... Έτρεχα ... άγνωστο πόσο... και τότε είδα. Μία μεγάλη λίμνη, ο Λύκος στην όχθη να περιμένει, κι ύστερα, όταν κοντά ήμουνα πια, μα πριν τον φτάσω, με βήμα αργό βυθίστηκε στο νερό και δεν τον ξαναείδα. Ήταν η ώρα που ο ήλιος έσκυβε το κεφάλι, υπόκλιση βαθιά, για να υποδεχτεί την σελήνη, βασίλισσα της καρδιά του, εξουσιάστρια των πόθων του... Ο άνεμος αργός και ζεστός, στεκότανε κι αυτός, όλα περιμένανε την αντάμωση. Πλησίασα το νερό, αργά σα τον λύκο. Και κοίταξα. Κατάλαβα... Δεν ήταν του λύκου η ψυχή π΄ακολουθούσα. Η δική μου ήταν. Και καθώς στα μάτια μου μέσα τον Λύκο έβλεπα, είδωλο δικό μου, μακρυά πολύ, πέρα από εκεί που βρισκόμουν, το κάλεσμα άκουσα της αγέλης....


άτιτλο

Τα λόγια κόμποι που σφίξαν την θηλιά όσο χρειάζεται, για να μην πονάει ποτέ πια. Εθελούσια έξοδος, είπες. Σε ζηλέψανε οι ναυαγοί και τα κατάρτια των ονείρων τους. Οι ελπίδες, αν είχαν φωνή θα φωνάζανε το ονομά σου, να γυρίσεις... Ξέρω, θα το έκανες αν άκουγες το ονομά σου, αν οι κόμποι δεν είχανε κάνει την φωνή σου κομμάτια. Απάντηση καμιά, λοιπόν. Κι ο άνεμος, αργά αργά θα σκάβει τον άδιο σάκο σου, που ζούσες, μέχρι τα άσπρα κόκαλα στα χέρια του να σηκώσει, και να τα ταξιδέψει... Εκεί όπου δεν μπόρεσες ποτέ να πας... Μυστική αύρα, για ερωτευμένους, που την μαγεία τους δεν θα μπορέσουν να εξηγήσουν ποτέ. Στα φιλιά τους σαν σμίγουν, η αλμύρα από ένα δάκρυ κρυφό, θα μπερδέευται, και χαμόγελο θα γίνεται, κι ο ήχος ενός "αγαπώ", που ψιθυρίζει η καρδιά στις φλέβες ενός χεριού όταν στην χούφτα του το στήθος γυναίκας, αναπαύεται ευτυχισμένο! :))

2/5/08

ατιτλο...

Η πείνα και η δίψα, πάντα ξανάρχονται.
Ευτυχώς!
Το στόμα μου φυλακή,
δέσμια την ανάσα σου θα κρατήσω,
όταν πεθαίνεις
και δεν φτάνει η δική μου αναπνοή,
ξανά στην ζωή να γυρίζεις.
Για λίγο μόνο!

Τίποτα δεν διαρκεί περισσότερο
από .. το τώρα...
Θα έπρεπε να το ξέρεις!
Έτσι είναι!
Ανάμεσα στο από που έρχεσαι
και που πηγαίνεις,
κατοικεί το γιατί.

Η θέση άδεια για μένα, εκεί
Όχι, δεν θα με βρεις..
Όχι με το που, όχι στα πως.
Ούτε εμένα, ούτε κι εσένα.
Με ένα γιατί, μια ζωή θα είσαι
αν την στιγμή εξηγείς.
Άχρηστη η γνώση σου,
άχρηστες στις γλώσσες των ανθρώπων
οι λέξεις.
Η γεύση μόνο, κι η επιθυμία, αρκεί..

30/4/08

...άτιτλο

Ήξερα κάποιον που ερωτεύθηκε μια μαύρη, άραχλη πέτρα. Την διάλεξε ανάμεσα από πετράδια πολλά και λαμπερά. Εσύ είσαι διαφορετική, της είπε. Έτσι ένιωσε. Ξερίζωσε την καρδιά του, και στην θέση της έβαλε αυτή την πέτρα. Μαζί της πορεύτηκε, μαζί της ξεψύχησε. Κι η πέτρα δεν τον πρόδωσε ποτέ, εκεί που κοιμήθηκε παραμένει ακόμη, προσευχή σκοτεινή. Κανείς δεν την έκλεψε, έτσι μαυρη που ήταν. Χρόνια μετά, οι αρχαιολόγοι την προσπέρασαν... Κι όμως, ήταν μια προσευχή, που Εκείνος, ξεχώρισε μέσα σε όλες τις άλλες. Ήταν, στα μάτια του, το πιο λαμπερό φως, αγάπη ατόφια... Και στο αριστερό Χέρι του, ακόμα την βαστάει τρυφερά, και σκέφτεται, πως ναι... Το γένος των ανθρώπων άξιο υπήρξε. Γι αυτή και μόνο την μαύρη καρδιά, που κάποιος μπόρεσε, και την ομορφιά της είδε! :))

22/4/08

Παλίρροια

Με διάφανα τα μάτια τούς κοιτούσα
κι έβλεπα εντός τους τον ωκεανό..
Μα βιτρίνα τώρα ξέρω πως θωρούσα
κι από μέσα στεκόμουνα κι εγώ..

Την αλήθεια με αλάτι δεν ξεπλένει
δίχως αίμα να κυλίσει στο κορμί
το φιλί αγαπημένου που οδεύει
το ξημέρωμα την ψυχή σου για να βρει..

Κι είναι νύχτα που όλους τους τρομάζει
γι αυτό ξυπνάς πάντα μόνος την αυγή.
Η σελήνη την μοναξιά σου εξουσιάζει
και η παλίρροια σκεπάζει την ακτή.

21/4/08

Το μυστικό..

Τα παραθυρόφυλλα χρόνια είχαν ν΄ανοίξουν,
μ΄απόψε στον ήχο των βημάτων ξεκλειδώσαν.
Βαριά τα βήματα, η προσμονή βαρύτερη,
με φόβο κύλισε το αίμα ως τα δάχτυλα
αβέβαιο το άνοιγμα, μαγκωμένη στο σκοτάδι η ελπίδα.
Χορογράφος η θλίψη στην σκόνη που στο φως του ήλιου,
χιλιάδες μικρά ουράνια σώματα έμοιαζε.
Και η ψυχή κάπου εκεί, να αιωρείται δίχως "γιατί" πια.
Παλιώσανε και πέσανε όλα σαν κακοφορμισμένο δέρμα.
Λείψανα και κειμήλια αλλοτινού καλοκαιριού,
μουσική ετεροχρονισμένη, που ξεχάστηκε
στις χαραμάδες του ξύλινου πατώματος,
κάτω από τα άσκοπα καθημερινά πήγαινε έλα....
Μα απόψε είναι αλλιώς, η σκάλα τρίζει πάλι
στον ρυθμό γνώριμων ήχων, ανάσα αγαπημένη.
Μια μυρωδιά μνήμης, γιασεμί και πασχαλιά....

Στη σιωπή ανέτειλε κι έδυε, σα νύχτα.
Τώρα καθώς ο ήλιος φώτιζε το χαμόγελό της,
το γέλιο της απαλό σαν φως τον χώρο γέμιζε!
Παράξενο, πως τόσοι πολλοί την ίδια παράκρουση είχαν.
Και το ανοιχτό παράθυρο, ακόμη ένα μυστήριο.
Το απλωμένο χέρι της, σα νά΄θελε να το κλείσει, είπαν

Ας ήταν..

Ας ήταν να γυρνούσα και πάλι
στης μοναξιάς σου το ακρογιάλι
ας ήταν ο χρόνος χορός
τρία βήματα πίσω και ένα εμπρός.

Το πρόσωπό σου τ΄αγαπημένο
με φως αγάπης στολισμένο
να μου τυφλώνει γλυκά τις σκέψεις
τον θάνατο κοντά μου να αντέξεις...

20/4/08

Μικρή γραμμή

Το μυαλό μου μία πληγή
καλοκαιριού αυλάκι αλμυρό...
Κράνος αιμάτινο οι σκέψεις
μια θάλασσα που πνίγει την ζωή.

Μία πορεία χωρίς υπεκφυγές
μία ευθεία πριν γεννηθούν αναστολές...
Μικρή γραμμή,
δίχως των φρένων την τελεία...

Άστρα τα μάτια τριγύρω σκοτεινιάσαν
και μία ρόδα να γυρίζει σταματά.
Τα όνειρά μου θηρία π΄αφηνιάσαν
τώρα πια τρέχουν από μένα μακρυά.

19/4/08

Το κορίτσι με τις φακίδες

Μια άνοιξη
ένας χειμώνας.
Η μεταστροφή της σκέψης βάλτωσε στο καλοκαίρι

Το φθινόπωρο αιώνιο
σα φύλλα πέφτουν σκέψεις και φωτογραφίες παλιές έχουνε σκεπάσει τα μάτια.
Το βήμα δύσκολο , σκοντάφτει σε μνήμες.
Η φωνή σου εμβατήριο πρωινό
η μέρα χαράζει...

Ά
σπρο ένδυμα φόραγες από όταν θυμάμαι τον πρώτο σου ήχο.
Μελανιασμένη η μια όψη του προσώπου σου...

Θυμάσαι ακόμη...πάντα... έτσι;...

Το πρωινό τούτο θα μπορούσε το χατήρι να κάνει
μα η καρδιά δεν βαστά καλά τα θέλω της.

Η πτώση μοιραία, σαν τα φθινοπωρινά φύλλα.
Το καλοκαίρι αιώνιο, πέτρα που λιάζεται καρφωμένη στην γη.

Δεν σμίγουν αυτά τα δυο σου είπανε.
Φεύγει το ένα όταν έρχεται το άλλο...

Πόσο λίγο σε γνώρισαν....




Σκέφτομαι συχνά τ’ατελείωτα καλοκαίρια

Ακουμπώ το μέτωπο στο υγρό τζάμι του χειμώνα

- η βροχή δεν κρύβει πια μυστικά για μένα -

και αναπολώ ...


εκείνα τα μεσημέρια που ξέφρενα τα τζιτζίκια

πρόδιδαν τον ερχομό σου

πριν ακόμα έρθεις, τα δάχτυλα της προσμονής

άγγιζαν απαλά τα λυμένα μαλλιά του κοριτσιού

με το λευκό φανελάκι και το τριμμένο σορτσάκι...


με τα χείλη σου μετρούσες τις φακίδες

που είχε αφήσει ο ήλιος

και έλεγες πως τ’αστέρια ήταν πιο λίγα


πως κατάφερνες και εμφάνιζες αστρα

καταμεσήμερο ,

πως με έκανες και ονειρευόμουν

χωρίς τη νύχτα να χρειάζομαι ;


Κρυφά τρύπωνες από τα μισάνοιχτα παντζούρια

δρόσιζες τα ξαναμμένα μάγουλα της νιότης

και άφηνες ένα ήλιο χαμόγελο στα μάτια μου


μα το φθινόπωρο έκρυψε τις φακίδες, τα μεσημεριάτικα αστρα

και το λευκό φόρεμα λέκιασε...

μου είχαν πει ότι ήλιος και βροχή δεν μπορούν ν’απαντηθούν


κανείς ποτέ ξανά δεν με αντάμωσε

ακόμα περιμένω...

ίσως όμως να μην με αναγνωρίσεις


ψάξε στα κοχύλια του παρελθόντος..

εκεί είμαι..

το κορίτσι με τις φακίδες και το σπασμένο χαμόγελο....

18/4/08

Για έναν αλήτη

Άνθρωποι σκουπίδια...
πως να αντέξεις την μπόχα τους,
τα βρώμικα ρούχα,
και το χειρότερο: το βλέμμα τους.
Δεν έχει σημασία αν κοιτάνε κάτω
ή από την άλλη πλευρά.
Κι αν γυρίσει;
Αν το μικρό παιδί
που βαστάς από το χέρι σε ρωτήσει;

Μία θάλασσα σκόνης
στο μπουφάν τους,
αρκετή να καταστρέψει τα ιδανικά
του πολιτισμού μας...
Άνθρωποι υπάνθρωποι,
πιότερο σκύλοι από τους σκύλους,
σκύλοι ανθρωπόμορφοι
που δεν ξέρουν καθόλου καλά
την ουρά να κουνάνε.

Στα χείλη τους φωλιάζουν λέξεις άρρωστες,
χωρίς ήχο..
Κινήσεις των χειλιών που σε κάνει
απρόσεχτο και βιαστικό στο βήμα.
Ψίθυρος, βήχας ίσως...
Βρισιά που δεν χωράει στα ζεστά ρούχα σου.
Στην καθαρή αναπνοή σου.

17/4/08

Ο άγνωστος Χ

Ένα μυστήριο καλύπτει την μορφή του
μία εξίσωση ο τρόπος της ζωής του..
Άμα τον βρεις, ποτέ δεν θα τον έχεις
διακοσμητικές θα μείνουνε οι πράξεις.

Εντός σου γεννημένος από πάντα,
μοιάζει σαν όμορφη θέα στην βεράντα.
Και συ που σε δυάρι μικρό μένεις
συγκάτοικος με άλλους, υπομένεις.

Είναι δύσκολο να τον διαγράψεις
δίχως μια χιαστή να σχεδιάσεις...
Με χέρια και με θέλω ανοιγμένα,
θαρρώ η χιαστή, είναι για μένα....

16/4/08

Τα παλιά νεοκλασικά...

Ο θάνατος παραμονεύει
μέρα μεσημέρι
σ΄ένα κεραμίδι
που ο χρόνος αναμοχλεύει...

Κρυμμένη ήταν η ζωή εκεί
χρόνια πολλά σα φίδι
κουλουριασμένη προσευχή
γι΄αυτούς που έχουν φύγει.

Ερείπια άλλης εποχής,
σπίτια παλιών αρχόντων,
τώρα δούλοι τα κουβαλάν
βωμοί των συμφερόντων..

Μα όταν του δούλου η φωνή
συμφέρον σου φωνάζει
είναι στο χρήμα υποταγή,
και της ψυχής μαράζι..

Ίσως μπορούσε να σωθεί
ίσως μπορεί ακόμη.
Μα η ζωή είναι μικρή
κι ο δρόμος ερημώνει.

Φωνές δεν έχει πια παιδιών
ανθρώπων π΄αγαπάνε...
Το γέλιο πλέον στέρεψε
κι η μοναξιά σκοτώνει.

15/4/08

Ερωτικό

Μία πορεία μοναχική στην κορυφή σε φέρνει
σαν άροτρο η ψυχή ακολουθεί, τ' αγαπημένα σέρνει.

Είναι η φωνή σου μια ωδή στο μπλε το σεληνόφως
μοιάζει τραγούδι μαγικό, και δραπετεύει ο πόθος.

Τ άστρα τριγύρω κάθονται, στα μάτια σε κοιτούνε,
άγγελοι σ΄ερωτεύονται, στο στήθος σου κοιμούνται.

Και μια κοπέλα μακρυά, στης μοναξιάς το δάσος
σ΄ ένα παράθυρο μικρό, δάκρυσε απ΄τό πάθος.

Γιατί φλόγες τα λόγια σου, ο άνεμος τα παίρνει
κι όπου χορτάρι δίχως νερό, εκεί η φωτιά τα δένει.

Μια μάγισσα χωρίς λαλιά για χρόνια την βαστάει
μα στου γιασεμιού τ΄ άρωμα, απόψε ξεψυχάει.

Κι είναι η ψυχή της κάλεσμα, σε σένα απαντάει.
Μουσική στα λόγια σου, ρούχο που σ΄αγαπάει.

11/4/08

αστρονάφτης

Μνήμες στα χέρια λιώσαν το χιόνι
μια άνοιξη τα χείλη πονά και ματώνει.
Μνήμες που σκίσαν της νύχτας το πέπλο
στα άστρα το βρήκε η αυγή σκορπισμένο.

Φιλί που χρόνια πολλά τό΄ χα θάψει
στον αφαλό σου απόψε το βρήκα κρυμμένο.
Στάχτη, κουβάλαγα, αίμα σβησμένο
που την πυρά σου ζητούσε να ανάψει.

Και τώρα που η νύχτα, μαζί σου θα φύγει
ποτέ ξανά ίδια δεν θά΄ναι η σελήνη.
Στου φεγγαριού την χάση να κρυφτώ,
σαν αστροναύτης, τη μέρα να μη δω...

Στην πόλη...

Στην πόλη έκανα πάλι μια βόλτα
κι είδα εσένα σε μια έρημη πόρτα.
Σκιές στα φώτα την μνήμη γελούσαν
υγρός ο δρόμος τα πόδια παγώσαν.

Ταξίδια θυμήθηκα που είχαμε κάνει
το κόσμο γυρίσαμε σε ένα ντιβάνι.
Τ΄αστέρια θυμάμαι πόσο τότε με γέλασαν
στα μάτια πόνο γι΄ αγάπη με κέρασαν.

Θυμάμαι το φως στο σκοτάδι το σκόρπαγες
με ένα σου γέλιο μαχαίρι με σκότωνες.
Το όπλο σου δάκρυ, τα χείλη μου πέτρωνε
στο μαύρο σου μάτι η μέρα μου τέλειωνε..

Στα φώτα της πόλης, τ΄αστέρια σβησμένα
βήματα τόσα, και γω τά ΄χω χαμένα.
Στην πόλη έκανα πάλι μια βόλτα,
μι αγάπη θυμήθηκα σε μια έρημη πόρτα.

9/4/08

Για ένα φιλί...

Το δέρμα μου απόψε θα πετάξω
κι από μέσα του θα λευτερωθώ.
Αγγέλων τα φτερά θα αρνηθώ,
με χώμα τα μέλη μου θα πλάσω.
Ποτέ ξανά να τα χωρίσω δεν τολμώ
σε δυο κομμάτια,
σβόλος στα χέρια που βαστώ ζεστό.


Άνδρας γυναίκα, πάντα ένα ήταν.
Μία ψυχή κι ένα κορμί μονάχα.
Η αγάπη δίχως στέμμα πορευόταν
κοινή θνητή,
που συναντούσες και εδώ.
Κανείς για μοίρασμα τότε δεν μιλούσε,
κοινό ήταν το φως και το σκοτάδι.

Κι έπειτα κείνο το φιλί,
που έχασε τον δρόμο του
στο πέλαγος.
Τα κύματα που ακούμπησε
δυο άσπροι γίναν γλάροι,
που κάηκαν στου ουρανού
το κόκκινο λιοπύρι.

Ήταν εκείνο το φιλί
που κάποιος το γυρεύει
η αιτία.
Ήταν το άσπρο κύμα
που γεύτηκε τον πόθο
κι ακόμα ταξιδεύει,
μα δεν μπορεί
το φιλί
από το όνειρο να σβήσει..

Άτιτλο...

Κάποιες λέξεις γεύση έχουνε αλμυρή... Στάζουν από έναν κατακόκκινο ουρανό, σε μια απέραντη αμμουδιά δίχως ωκεανό, χωρίς καθόλου άνεμο... Τοπίο καρδιάς που ξεθώριασε ο χτύπος της. Κάθε φορά που μια λέξη στην άμμο σβήνεται, τινάζεται ψηλά πολύ, νέφος η άμμος, θολώνει το μάτι, και τα βλέφαρα μόλις που συγκρατούν το δάκρυ, να μην προδώσει.... Στους καρπούς η ταραχή σχεδόν ακούγεται... Η λογική φίδι που τρομάζει και τυλίγεται.. Περιμένει κουλουριασμένο, μα ο εχθρός αόρατος... Τεράστιος...
Δυο μαντατοφόροι του, πουλιά λευκά, κουραστήκανε γύρους να κάνουν, κουβαλώντας μια άσπρη γαρδένια στο ράμφος. Σαν καταδίκη , νεκρά, εγκαταλείπουν την ζωή και την γαρδένια , και πέφτουν... Κάπου μέσα στην έρημο. Δεν μπορείς να διακρίνεις, έχεις μια βροχή ολόκληρη να συγκρατήσεις στα μάτια σου... Φοβάσαι, πως αν γίνει η αρχή, ποτάμι θα χυθείς, ωκεανός θα σκεπάσει την καρδιά σου. Και το κορμί ακόμη ένα ναυάγιο, ξεχασμένο.

Σταγόνες αίματος , βάψαν και το κόκκινο φουστάνι σου. Τα βηματά σου ματωμένοι λεκέδες σε μια έρημο που σε καίει. Τόσο που υποφέρεις. Και τα βλέφαρα κλειστά, πίδακας η ζωή σου που στις όχθες της φλέβας σου δραπετεύει...

5/4/08

Θάνατος η φωτιά σου...

Μία φωτιά κοιμισμένη
δραπέτευσε από το μαξιλάρι μου
κι έγινε νυχτοπούλι.
Στην νύχτα μέσα
φωνάζει το όνομά σου.

Άγρυπνος στέκω
στο παράθυρο της μνήμης
που θα μπορούσαμε να είχαμε.
Αμίλητη στέκεις.
Το σώμα σου γραφή.

Για μια μόνο ξάστοχη ματιά σου
πόσες φορές να νιώσω
τον θάνατο;

Νικόλαος Παπανικολόπουλος

...................................................

Θάνατος είναι η φωτιά
που μήτε δάκρυα ερωδιών
μπορούν να την σβήσουν.
Τ' όνομά σου γεράκι στα αυτιά μου
τις νύχτες
που άξαφνα φτερουγά και ματώνει
τον ύπνο μου.
Σε φωνάζω δειλά
μα η νύχτα φορά μαντήλι μαύρο
στα μαλλιά και ζητά τη σιωπή μου.
Φοβάται κι εκείνη θαρρώ το ξημέρωμα..

Μαρία Νικολάου

Για μια γοργόνα

Στη σιωπή κατοικείς
και στο κύμα.
Τα πόδια σου νοτίζει η άμμος
νωρίς το πρωί,
γοργόνα που μόλις έμαθες
να περπατάς, και γυμνή,
δίχως την ουρά σου
σε ένα στεγνό κόσμο
φοβάσαι να βαδίσεις.
Τα μάτια σου τα στόλισε
μία μιζέρια απερίγραπτη
που είδες,
μα στα χείλη, λέξεις,
κοράλια
που ποτέ δε σε αφήσανε
μόνη.
Και ιστορίες σου λένε κοραλένιες,
και τότε
τα μάτια κλειστά ονειρεύονται...
Χτες ήσουνα γοργόνα
σήμερα
άνθρωπος και βαδίζεις...
Τα ίχνη κοιτάς στο κύμα
να σβήνουν,
και ξανά και ξανά, με πείσμα,
νέα ίχνη φτιάχνεις,
σχεδόν χορεύοντας!
_
Για την φίλη Νατάσα!

Storm

Το όνομά της Θύελλα

Η ψυχή της Ποταμός

Το Μάτι ατέρμονης Καταιγίδας

μια θάλασσα ανέμων τα φιλιά της.


Βασίλισσα την ντύσανε,

την γυμνή σάρκα καλύψανε χρυσό,

με ασήμι στολίσανε τα μαλλιά της.

Την περιφέρανε ως οσία.


Την αγαπήσαν, την μισήσαν

κι ύστερα την ξεχάσαν.

Σε ανασκαφές προσφάτως βρέθηκε,

Τάφος κενός το χρυσό που φόραγε.


Παπανικολόπουλος Νικόλαος & Μαρία Ροδοπούλου



Με φωνάζαν Storm

όταν απ’τη μήτρα λύκαινας γυναίκας

ξεπρόβαλε τ’αστραπόφερτο κορμί μου

και ανθίσανε τα σύννεφα σε γαλάζιο ουρανό

ως γεννούνται τα κύματα στα γαλήνια νερά



Πένθιμα χτυπούσαν οι καμπάνες,

όταν τα βογγητά τους ντύθηκα

στην κώμη ως στεφάνι

κι ήμουν εγώ, η Θύελλα ,

που τους ρηγάδες καταπόντισα

πίνοντας τις Αμαρτίες τους

ως το πιο γλυκόπιοτο κρασί.



Σπαθί τη γη τους διάβηκα

Μια λαίλαπα φωτιά ,

στάχτη έκαμα τα ρσενικά σπαρτά τους

και τα κρανία τους στις χούφτες μου συνέτριψα.



Με φώναζαν Storm

μα το πραγματικό μου όνομα ήταν Λίλιθ


Μαρία Ροδοπούλου

4/4/08

ατιτλο

Τις σκοτεινές φωνές άκουσα,
σκύλοι να τις κυνηγούν
σαν μικρά κοριτσάκια.
Το φως άναψα να δω,
κι από τότε
ύπνος πια δεν με παίρνει...

Φάντασμα τριγυρνώ
φωνές κυνηγώντας.
Σε γράμματα εραστών
λόγια κρυφά,
πυρπολούμαι ξανά και ξανά.
Μία φωτιά
που ανάβει με δάκρυα
και σβήνει με πόνο...

Ένας άνεμος βουβός, αθόρυβος,
έγινα.
Που τους ήχους κυνηγώ από κραυγές
και θρήνους.
Χέρια δεν έχω να τους κουβαλήσω.
Ξανά τους χάνω μόλις τους βρω.

3/4/08

Γιατί σ΄αγαπώ...

Ότι μ΄αγάπη έπλασα ραΐζει
φωτιά και χώμα,
δεν σμίξανε ποτέ μαζί.
Κιούπι, που την καρδιά μου πλημμυρίζει
ποτάμι κόκκινο,
π΄αναζητά ωκεανό....
Και γω, τα βήματά σου τις νύχτες
τα ματωμένα,
αρνούμαι, τάχα κοιμάμαι,
ν΄ακολουθώ.
Την ώρα που ανοίγεις τις κουρτίνες,
άνεμος είμαι,
και την ζωή σου φυσώ,
να πετάξεις ψυχή μου,
γιατί σε αγαπώ...

Δώρα τ΄ανέμου..

Στην άκρη του ματιού
μια σταγόνα ουράνιο τόξο.
Είδες, τελικά δεν είναι όλα γκρίζα.
Μουτζούρα γίνανε οι μολυβιές, θόλωσαν.
Σκίστηκε το χαρτί.
Ένας μικρός άνεμος ταξιδευτής
συμπληγάδες την τρύπα νόμιζε,
και στ΄απορημένα μάτια σου
κρύφτηκε .
Δώρα σου έφερε, τ΄ανέμου όνειρα.
Μήνυμα,
πως ο καιρός,
απ΄τόν καιρό νικιέται...

2/4/08

Το βαλς της μοναξιάς...

Ένα μαύρο κοράκι,
ξάφνιασε το βελούδινο βράδυ
τους ικέτες της χαράς και του πόθου...
Η νύφη τρόμαξε
και κρασί μαύρο σαν αίμα
χύθηκε άθελα στο λευκό τραπεζομάντιλο.
Κι ο λεκές, έβαψε το ακριβό πανί,
τους καλεσμένους έβαψε
σαν να ήταν χάρτινοι,
τον ουρανό έβαψε κι έγινε βροχή
που ξέβαψε τα δέντρα,
κι ακόμα τους μουσικούς
και τους πολλούς υπηρέτες.
Μα οι καλοί τρόποι επιβάλλονται...
¨Στην υγειά σας!"
είπε η νύφη με υψωμένο ποτήρι.

Κι έπειτα άρχισε ο χορός...
Οι μουσικοί παίζανε,
την δουλειά τους κάναν.
Οι υπηρέτες στέκαν έτοιμοι
να εξυπηρετήσουν.
Κι η νύφη, μόνη,
στη μουσική υποταγμένη,
το βαλς χόρεψε...

31/3/08

Άστρα κι αφρός

Μύρο αιώνιο,
που πάντα μία στιγμή ζούσε μόνο.
Όσο χρειαζότανε για να καθαγιάσει
την ψυχή - για πάντα.
Κι η ψυχή, λευκή θύελλα στις πλάτες
αχθοφόρων κυμάτων ελπίδας
και πόθου,
να σβήνεται ξανά και ξανά
στα βράχια της ευτυχίας,
λιμάνι αναζητώντας
τα δυο σου χέρια.
Απέλπιδη προσπάθεια,
τα λιμάνια
συχνότερα από τον ορίζοντα
σβήνουν.
Κι ίσως το σώμα που κουβαλώ,
άλλο μην είναι παρεκτός
άστρα κι αφρός.
Ψυχή,
που στα μάτια σου χώρεσε!

καράβι

Του βυθού ξεκίνησε καράβι
Φορτωμένο με φύλλα μυρτιάς.
Πέρασε απ’ τις γραμμές του χεριού σου
Κι’ άφησ’ ελπίδες
Στο πράσινο και το γαλάζιο.
Κύματα στόλισαν τα μαλλιά σου
Μέχρι κι ο Θεός ήπιε απ αυτά
Καθώς λύνονταν στους ώμους σου.
Πρόσεξε στο ταξίδι σου
Κοχύλια βρόχινα να σε ακολουθούν
Μήπως το δρόμο και χάσεις..


Κάτω από το δέρμα,
σε πρασινογάλαζες φλέβες
η ρότα του,
ίσα με την καρδιά ανεβαίνει...
Στην άβυσσο ίσα.

Το δρόμο δεν θα χάσω καλή μου,
ρεύμα δυνατό με σπρώχνει.
Να του αντισταθώ αδύνατο
χωρίς τον χαμό μου.
Το κορμί σου αλάνθαστος οδηγός.

Νικόλαος Παπανικολόπουλος