Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

31/3/08

Άστρα κι αφρός

Μύρο αιώνιο,
που πάντα μία στιγμή ζούσε μόνο.
Όσο χρειαζότανε για να καθαγιάσει
την ψυχή - για πάντα.
Κι η ψυχή, λευκή θύελλα στις πλάτες
αχθοφόρων κυμάτων ελπίδας
και πόθου,
να σβήνεται ξανά και ξανά
στα βράχια της ευτυχίας,
λιμάνι αναζητώντας
τα δυο σου χέρια.
Απέλπιδη προσπάθεια,
τα λιμάνια
συχνότερα από τον ορίζοντα
σβήνουν.
Κι ίσως το σώμα που κουβαλώ,
άλλο μην είναι παρεκτός
άστρα κι αφρός.
Ψυχή,
που στα μάτια σου χώρεσε!

καράβι

Του βυθού ξεκίνησε καράβι
Φορτωμένο με φύλλα μυρτιάς.
Πέρασε απ’ τις γραμμές του χεριού σου
Κι’ άφησ’ ελπίδες
Στο πράσινο και το γαλάζιο.
Κύματα στόλισαν τα μαλλιά σου
Μέχρι κι ο Θεός ήπιε απ αυτά
Καθώς λύνονταν στους ώμους σου.
Πρόσεξε στο ταξίδι σου
Κοχύλια βρόχινα να σε ακολουθούν
Μήπως το δρόμο και χάσεις..


Κάτω από το δέρμα,
σε πρασινογάλαζες φλέβες
η ρότα του,
ίσα με την καρδιά ανεβαίνει...
Στην άβυσσο ίσα.

Το δρόμο δεν θα χάσω καλή μου,
ρεύμα δυνατό με σπρώχνει.
Να του αντισταθώ αδύνατο
χωρίς τον χαμό μου.
Το κορμί σου αλάνθαστος οδηγός.

Νικόλαος Παπανικολόπουλος

30/3/08

άτιτλο

Μου λέγανε να μη φωνάζω,
στον άνεμο ελπίδες μην κρεμώ.
Τα λόγια μου με φύλλα να σκεπάζω
να σκέφτομαι πολύ πρωτού μιλώ.

Τα αυτιά, στην αγάπη να τα κλείνω
όταν λεύτερο να ζει θέλει πουλί,
χάρτινα καράβια να μη φτιάχνω
ταξίδια δεν θα κάνουν για πολύ.

Κι εγώ, που δεν έμαθα ποτέ ν΄ακούω
μονάχος έμεινα ναυάγια να κοιτώ.
Στην άκρη μιας αμμουδιάς, ως κρίνο
τις ελπίδες μία μία να μαδώ.

29/3/08

ατιτλο . . .

Το δέρμα μου κρέμασα με αγάπη
σε ένα δέντρο
και στην ρίζα του λάκκο άνοιξα
να κρυφτώ.
Τα κίτρινα έθραυστα φύλλα
σωρούς έκανα,
να σκεπάσω τα ίχνη...

Πάγωσε το χέρι σου
στο άγγιγμά μου,
μα μπόρεσες κι είπες αντίο.
Σε ευχαριστώ!
Τον τελευταίο καιρό
βαριά ήταν τα πόδια
και το βήμα
δε βόλευε πια.

Τις τσέπες γέμισα σπόρους,
στο ταξίδι να βαστώ
σαν κάνει πολύ κρύο
μια χούφτα ζωή.

28/3/08

Για την φίλη Ελένη

Την τύχη σου να περπατάς με τους Θεούς
που σα θνητοί γελάνε, λογίζονται, σε ακουμπούν,
στου φεγγαριού την ώρα,
άνεμος - λύκος να σιωπούν, μαζί σου να βαδίζουν,
κι αντί τα λόγια ο σφυγμός ν΄ακούγεται σαν ένας,
η μοίρα σου την έταξε την ώρα που γεννιόσουν.
Το χέρι κάποιου αόρατου τις μέρες μας που δένει.
Σε άλλον έταξε χρυσό, σε άλλον την αγάπη,
και σαν σε εσένα έφτασε, θόλωσε το μυαλό του.
Με αίμα έγραψε χρησμό, και στην καρδιά τον κρύβει
τα μάτια να τον μαρτυρούν σε κείνον που αξίζει.
Γι αυτό λοιπόν μην απορείς στην βόλτα της σελήνης
απ΄τό ποτό το ακριβό, το νέκταρ άμα πίνεις.

Εγκλήματα..

Ραβασάκια στην ψυχή μου καρφωμένα
μου βαρύνανε το βήμα και βουλιάζω
σε ένα κτύπο της καρδιάς τους προς εμένα
σαν ρολόι του θανάτου, και αδειάζω.

Τρομαγμένες οι χαρές μ΄εγκαταλείπουν
σαν πουλάκια που τρομάξανε από πράξεις
κυνηγών που τα τομάρια τους ζυγίζουν
και των χρυσών τούς τύφλωσαν οι λάμψεις.

Είναι μία ευτυχία κοιμισμένη
το μικρό το ξέπνοο κορμί τους,
στην συνείδηση του κόσμου ραϊσμένη
η ελάχιστη όση απέμεινε φωνή τους.

Τι παράξενο θέαμα αλήθεια
σκελετοί να περπατάνε την ημέρα,
είναι κάτι που δεν γίνεται συνήθεια
κι ευτυχώς, σε λίγο θά΄μαστε πιο πέρα.

27/3/08

ατιτλο .

Στα μάτια σκουπιδάκι,
το δάκρυ έρχεται
μα δεν τ΄αφήνεις να τρέξει.
Η μνήμη στο μάγουλο θα σβήσει.
Σωρός φωτογραφιών
που θα μπορούσε εσύ να είσαι,
κίτρινη σκόνη,
που τώρα μακρυά σου ταξιδεύει.
Κι όμως, θά΄πρεπε,
μα λεύτερος δεν είσαι.
Σαν να πήρε ο άνεμος μαζί
με ότι θα μπορούσε
την φωνή σου,
σαν νά΄τανε η ψυχή σου εκείνη η σκόνη
που το παράθυρο ζητούσε να ανοίξεις.
Μία σκιά, ότι απέμεινε μονάχα
εικόνων όμορφων,
νέου ελπιδοφόρου,
που γεννήθηκε στον κόσμο να ανήκει.
Και να του ανήκει ο κόσμος.

Μακάρι να μπορούσε μία κλεψύδρα
την σκόνη τούτη να την φτιάξεις,
κι ανάποδα, να μπορούσες,
να γυρίσεις.
Με γνώση του χαμού
τον χρόνο των ονείρων να σκορπίζεις,
την πρώτη ύλη των νιάτων σου
αδούλευτη στα χέρια να κρατήσεις
ξανά.
Μα όνειρο κακό η ζωή δεν είναι.
Κι αν το σκεφτείς,
με ένα βήμα, μπορείς να συνεχίσεις.
Ακόμα
κι αν πατάς στο πουθενά.

Στην Μαρία μου για την επετειό μας! :))

Το βήμα μου αργό,
λαχανιασμένη η ψυχή
Του κόσμου την τόση ομορφιά
όλη να την προλάβει.

Αγγελοφύλακας εσύ
το ταίρι το μισό μου.
Σκιά σου γίνομαι εγώ
σβήνομαι στο εγώ σου.

Χρόνια βαδίζουμε μαζί
σάρκα μου και ψυχή μου.
Μέσα στα μάτια σου να ζω
στο στόμα σου ν΄ανασαίνω.

Δεν έχω στίχους ακριβούς
δώρο να σου τους φέρω.
Μονάχα εμένα μία ζωή
μπορώ να σου προσφέρω.

a titlo

Απόψε κατάβαση έκανα, στον Άδη,
γνωστούς π΄αγάπαγα
και γίνανε σκιές να ανταμώσω.
Αντανάκλαση από τα μάτια σου
στο ποτάμι του ερέβους με καλέσανε.
Μουσική από βιολί
ταξιδέψαν στις σκέψεις μου,
πνοές ξέπνοες λυμένες στον άνεμο.
Όλες σκόρπισαν, σαν την πλούσια κόμη
νήματα που βυθίστηκαν στο νερό.

Στον Άδη θα έμενα για πάντα.
Μα ύστερα θυμήθηκα το φως που ντυνόσουνα
τις νύχτες που δεν είχε φεγγάρι.
Και όπως όλα τα όμορφα όνειρα,
πάει, πέταξε κι αυτό.
Στον ποταμό φαίνεται μπήκα τελικά,
γιατί εδώ ξύπνησα, μόνος μου,
αγκαλιά με το κορμί του κανένα.

Μάλαμα και Ασήμι

Ψηλά στου ουρανού τα άλλα μέρη
δυο αδελφάκια που κανένας δεν τα ξέρει.
Ματάκια έχουν των αστεριών το φως,
πατέρας τους ο ήλιος ο χρυσός.
Στην νύχτα πάντα τριγυρνάνε, μόνα.
Και η σελήνη, άπιστη μητέρα,
στων μεθυσμένων την χαρά τ΄αφήνει.
Εκεί, στου κρασιού την όχθη,
να φέγγουν μάλαμα κι ασήμι.

Τους μεθυσμένους με την λάμψη τους γελούνε,
την γλώσσα τους αλλάζουν που μιλούνε.
Ασήμι στα μαλλιά της κόρης δένουν,
το μάλαμα στα χείλη του στολίζουν.
Κι η κόρη που ζηλεύει το στολίδι
φιλί μαλαματένιο του ζητάει,
και τον σκεπάζει ολόκληρον μ΄ασήμι.
Λάμπει στα μάτια της μέσα η σελήνη,
η άνοιξη στο δάκρυ της ξυπνάει.
Μιαν αγκαλιά λουλούδια έχουν γίνει.
Έτσι τους βρήκε το πρωί ξαπλωμένους.
Κι η κόρη, δαχτυλίδι να φοράει
ασήμι με μάλαμα δεμένο.

Στην φίλη Φαραόνα

26/3/08

άτιτλο .

Τα κάρβουνα πυρπολούσαν τις μνήμες
και ο νους υπέφερε.
Στο τέλος χιλιάδες πτηνά σαν έκρηξη
ξεχύθηκαν από ότι πρώτα ήταν σώμα σου,
δραπέτες..
Ένα μόνο γύρισε,
βαστώντας στην άκρη του ράμφους του
λίγες σταγόνες αίματος, και λίγο ιστό...
Ξέψυχο έπεσε πάνω σου.
Σκηνή αλλοφροσύνης ότι ακολούθησε.
Γιατί την καρδιά σου
δεν μπορούσες πια να ακούσεις...
νεκρός ήταν ιστός στο ράμφος
της ψυχής...

24/3/08

άτιτλο

Ο λόγος μου άδειο πανί,
σημαία λευκή θα έλεγα
αν τόσο ξεσχισμένη δεν ήταν.
Ο λόγος μου σιωπή είναι.
Μια πόρνη
που ξεπλήρωσε την αποστολή της
και χατήρια πια δεν κάνει...
Σε αγοραίους δρόμους,
γεμάτους βιτρίνες κι εμπορεύματα
αυτή κουρασμένη σπίτι της πάει.

Δεν ζούνε εδώ τα αηδόνια καλή μου...
σπουργίτες μόνο, ζητιάνοι ψυχής.
Βαρύς ο φόρος του Φωτός.
Μ΄αρκεί να με κεράσεις ένα τσιγάρο.
Μόνο.

Αλλά αν θες να μελαγχολήσεις,
αηδόνια δεν έχω,
μα μπορώ το φιλί μου
να σου χαρίσω.
Σκουπίδι είναι..
Βάρος.
Δεν θα μου λείψει
αν το ξεχάσω στα χείλη σου...

23/3/08

Άτιτλο

Άγγιξαν οι σκέψεις μου
κομμάτι τ’ ουρανού
Μα μπήκε ανάμεσα
των βλεφάρων σου ο θόλος
κι’ άστραψε σπαθί στα δυο
και μ’ έκοψε.
Μια πέτρα και δυο στάλες διάφανο νερό
τα βήματά σου έγραψαν
τον πόνο σε πλάκες πάνω της ψυχής.
Αναρωτήθηκα
που κρύφτηκε το χώμα..
Κι ένα πουλί
Αηδόνι στη λαλιά
άνοιξε τις φτερούγες του
και μου ‘δειξε τις δυο σου αμαρτίες .
Δεν έχουν όνομα κι αυτές
Τις λάσπωσ’ η βροχή..



Για καιρό πολύ
ο ουρανός έφερνε βροχή.
Η λάσπη υποχώρησε,
βυθίστηκε βαθύτερα στην ψυχή
κι οι ξεχασμένες αμαρτίες
ξαναγίνανε φως στα χείλη σου.
Φως που τρύπησε το σκοτάδι,
μαζί και μένα
που ντυμένη ήμουν στα μαύρα.
Αυτή ήταν η χειρότερη κατάβαση
που είχα ως τότε κάνει.

Έπειτα, έπαψε να βρέχει,
κοιμηθήκανε τα μάτια σου ,
και γω λεύτερη
στις δυο μου χούφτες
έθαψα το μικρό αηδόνι.

22/3/08

ατιτλο..

Tο πρωινό ηλιόχαρο φίλος στις φωνές των ξένων
που από παιδί αγάπησα να ακούω.
Υπάρχουνε ακόμα εκείνοι που ζούνε από τα παλιά κειμήλια;
Κάρτες που λαχταρούσαν να φτάσουν σε κάποιον,
κατσαρόλες που αναδύανε οσμές Κυριακής,
έπιπλα χρωματισμένα από παλιούς πόθους
και τσακισμένα σα κορμιά εραστών...
Όλα ο γυρολόγος τα μαζεύει, για όλα κάτι δίνει.
Ακόμα κι αυτό, την χαρά να μας απαλλάξει...

Μια ιστορία μαγική

Μία ιστορία μαγική απόψε θα σας φέρω
και με το φως καντηλιού που σβήνει θα φωτίσω.
Γιατί κοινό ΄ναι μυστικό του κόσμου τα ωραία
για μια στιγμή μες την ψυχή, φωτίζουνε μονάχα.
Δεν είναι φως που σβήνεται στην μνήμη της καρδιάς μας.
Στο άιμα το φέγγος του περνά , ζει στα ονειρά μας.

Ο Κάτω κόσμος ζήλεψε την ομορφιά του Πάνω
κι έστειλε αξημέρωτα, μήνυμα να της πάνε,
κρυφά στην ήσυχη ζωή που κύλαγε, να σμίξουν..
Νύχτα χωρίς πανσέληνο, χωρίς ένα αστέρι
σαν έβγει ο κύρης του φωτός το μυστικό μη ξέρει.

Ο Πάνω κόσμος η Ζωή, ο Κάτω του Θανάτου.
Και σμίξανε πριν την αυγή στην ερημιά του χρόνου.
Γέμισε αίμα η ζωή αδικοσκοτωμένων,
γέμισε μνήμη ο θάνατος, ζωές ερωτευμένων.
Κι ο ήλιος όπου ξημέρωσε, κοκκινοβαμένος.
Το είδε τούτο η ζωή, και στα πουλάκια λέει.
Τραβάτε τραγουδάτε του, μέχρι ψηλά ν΄ανέβει.
Και τον χιτώνα φέρτε μου, με τρόπο να τον πλύνω,
και πριν το γιώμα να κοιμηθεί, και πάλι του τον δίνω.
Και τα πουλάκια πέταξαν της φέραν τον χιτώνα.
Στην θάλασσα τον έπλυνε, μα χρώμα δεν αλλάζει.
Το αίμα που τον λέκιασε την θάλασσα την βάφει.
Τον σέρνει πάνω στα βουνά, στα σύννεφα τον δίνει.
Και μαύρισαν τα σύννεφα, πυρώσαν οι κορφούλες.
Στην γη τον θάβει, τι να δει, φυτρώσαν παπαρούνες.

Κι ο θάνατος που σαν σκιά μονάχος περπατούσε,
τώρα εικόνες της ζωής στα μάτια κουβαλούσε.
Στίχους χαμένων ποιητών , αγάπες πληγωμένες,
όνειρα άνθη μυγδαλιάς, που ήταν μαραμένες.
Μνήμες στ΄αμίλητο νερό, σκιές να τραγουδούνε.

Και από τότε στην ζωή, ο θάνατος κουρνιάζει,
κι όποιος στον θάνατο κατοικεί, βαριαναστενάζει.
Δύο εραστές που σμίξανε και πια δεν ξεχωρίζουν
ταιριάξανε οι δρόμοι τους και μας κλωθογυρίζουν.

21/3/08

Ποίηση

Θλιμμένη, σε κοιτάει στον καθρέφτη
στου ποτηριού τον βυθό σε κοιτά,
"σε αγαπώ", σβησμένα γράφει
με τον καπνό που εκπνέεις
εκεί που το γυαλί αγγίζει τα χείλη σου.
Μία γριά η ποίηση, την γέρασες,
την άφησες πολύ να σε περιμένει
χαμένη ανάμεσα σε σκέψεις
ανάμεσα στο παρόν σου και το παρόν του.
Μα η ποίηση δεν θυμώνει..
Στα δαχτυλά σου αφήνεται,
γλυκά τα φυλά και σε κοιτάζει πάλι στα μάτια.
"Είμαι εδώ", ομολογεί, και σου παραδίδεται,
"πάντα θα είμαι εδώ για σένα.
Παιδί, κορίτσι, γυναίκα, γυναίκα που γέρασε,
εδώ, κι εδώ!"... και στο στήθος σ΄αγγίζει...
Και συ, που όρεξη πολύ για κουβέντες δεν έχεις,
απ' το χέρι την σέρνεις, να κοιμηθείτε....

ερωτικό

Κλείσε το παραθύρι καρδιά μου,
κι ας είναι έξω Άνοιξη, ολάνθιστη,
άνθρωποι νέοι που γελούν
πουλιά που τραγουδούνε.

Το σώμα του κουβαλώ εντός μου,
στιγμές κόκκινες σαν την αγάπη
χρώμα να δίνουν στο αίμα μου
την καρδιά μου να ξεκουρδίζουν.

Φοβάμαι την Άνοιξη μη ζηλέψει
και με το αίμα βαφτεί
που για τα φιλιά του προοριζότανε..
Τον έρωτα φοβάμαι μη ντραπεί.

Κλείσε το παραθύρι καρδιά μου,
τόσο φως θα θαμπώσει τον ήλιο
τόση γύμνια θα τυφλώσει
τους ανυποψίαστους περαστικούς.

Το αγαπώ μου μία δύναμη
που δεν αντέχεται,παρά μόνο
από το δικό σου σε αγαπώ.
Σμίξιμο της μοίρας μου, ακριβό!

20/3/08

Μία ιστορία απιστίας

Στο παιχνίδι με κάλεσε η Surrealist. Οι κανόνες είναι οι εξής:
1.)Καλείστε να διηγηθείτε μία σύντομη ιστορία απιστίας αληθινή ή φανταστική...
2.)Η ιστορία να αφιερώνεται σ' ενα "συν-blogger" ο οποίος πρέπει να συνεχίσει το παιγνίδι αναρτώντας την δική σας ιστορία...
Εγώ λοιπόν καλώ την εμπνεύστρια του παιχνιδιού. Την Surrealist !!


Η ιστορία είναι φανταστική... :))


Κάθε φορά που την έβλεπε, σκεφτότανε πόσο γρήγορα περάσανε τα χρόνια που είχε κι αυτός την ίδια ηλικία. Με μια στεναχώρια απέφευγε να κοιτάξει προς το μέρος της, από φόβο μην προδοθεί ο θαυμασμός του, και χάσει την καλή εικόνα του. Στο λεωφορείο έμπαινε δυο στάσεις πριν από εκείνη, πάντα την ίδια ώρα, και πάντα κατεβαίνανε στην ίδια στάση. Βαδίζανε τον ίδιο δρόμο, και εκείνη έστριβε ένα στενό πριν φτάσει στην εργασία του, άγνωστο για που. Στον γυρισμό δεν την έβλεπε, φαίνεται σχόλαγε πιο πριν ή πιο μετά. Όταν κάνεις κάθε μέρα την ίδια διαδρομή, χρόνια τώρα, σε μαθαίνουν κι οι πέτρες από όπου περνάς.Και συ μαθαίνεις εκείνους..Εκείνος γύρω στα τριανταπέντε. Και κείνη όχι πολύ μεγαλύτερη από τα είκοσι. Είχε μια σπάνια φρεσκάδα για άνθρωπο που μπαίνει σε πρωινό λεωφορείο για να πάει στην εργασία του, που δεν μπορούσε να αγνοήσει. Στο λεωφορείο των επτά, οι επιβάτες είναι συνήθως σκυθρωποί, αμίλητοι, σαν ρομποτάκια. Εκείνη όχι. Έλαμπε! Φορούσε σχεδόν πάντα χρώματα της άνοιξης.

Μια μέρα μίλαγε με ένα φίλο του. Ξεκινήσανε με στοίχημα στο τάβλι, μεζέ με μπύρα, και καταλήξανε να αναπολούνε τα παλιά.

_Θυμάμαι τότε που με κοίταζε στα μάτια και κρεμόταν από τα χείλη μου", είπε καθώς η αναδρομή είχε φτάσει πια στις μέρες μας."Ένα άγγιγμα στο γόνατο και παρέλυε... και τώρα... Να μη μας ακούσουνε τα παιδιά, αθόρυβα σα τους κλέφτες, πάντα με προγραμματισμό.... Με σκοτώνει αυτό.

_Φίλε μου, σε έχει σίγουρο. Εσύ φταις, που πας με τον σταυρό στο χέρι. Η γυναίκα πρέπει να φοβάται. Να ζηλεύει.

_Δηλαδή;

_Η σιγουριά σκοτώνει τον έρωτα. Το λένε και οι γιατροί.

_Κοίτα, δεν είμαι εγώ για τέτοια. Έχω δύο παιδιά, τι θα γίνει αν ακούσουνε κάτι;Αυτά τα πράγματα δεν κρύβονται για πολύ.

_Αν δεν τό΄χεις, μη το κάνεις. Το σημαντικό όμως, είναι αυτή να νομίζει πως το κάνεις...

Τις επόμενες μέρες, η σκέψη αυτή είχε τρυπώσει για τα καλά στο μυαλό του. Μία την απόρριπτε, μία ξανάπιανε τον εαυτό του να την επεξεργάζεται. Άρχισε να αλλάζει τις συνήθειές του. Μέρα παρά μέρα έξοδο, φρεσκοπλυμένος και καθαρός πάντα. Έκανε έναν γύρο τα μαγαζιά, χάζευε βιτρίνες, διάβαζε την εφημερίδα του στο παγκάκι... Στο καφενείο αραίωσε να πηγαίνει για να μην καρφώνεται. Κι όταν γυρνούσε, ξανά μπάνιο. Το είχε διαβάσει καθώς ξεφύλλιζε ένα cosmopolitan στο κομμωτήριο, πως τα συχνά μπάνια, και οι πιο συχνές έξοδοι, σημάδι είναι απιστίας. Πάντα με καθαρά ρούχα, και μάλιστα, πράγμα πρωτόγνωρο γι αυτόν, άρχισε να ψωνίζει ρούχα μόνος του, ανανεώνοντας έτσι την γκαρνταρόμπα του. Στο τέλος μάλιστα, άρχισε να το διασκεδάζει. Μέχρι που, έκανε και τον κουρασμένο όταν η σύζυγός του, έκανε προσπάθεια να τον αποπλανήσει... Αποπλάνηση στο σπίτι με τα παιδιά, δύσκολο να πετύχει, σκέφτηκε, αν και το μετάνιωσε που τόσο σκληρά φέρθηκε, όχι μόνο σ΄ εκείνη, μα και σε αυτόν. Όταν αυτό συνέβει, και παρόλο το σύνδρομο ενοχής, σκέφτηκε πως το σχέδιό του αρχίζει να δίνει καρπούς.Και συνέχισε.. Το αποκορύφωμα ήταν όταν αποφάσισε να γράψει ένα ερωτικό γράμμα, να θυμηθεί πως είναι... Και άρχισε να μυθοπλάθει. Τότε σκέφτηκε την κοπέλα στο λεωφορείο... Ναι! Αυτή μπορούσε να τον εμπνεύσει. Αγόρασε λοιπόν επιστολόχαρτο, κάθισε κάτω από τον ήλιο σε μια καφετέρια, και άρχισε να γράφει... Και τι δεν έγραψε... Για την μέρα που έβρεχε και μοιραστήκανε την ομπρέλα του, τις σύντομες συζητήσεις μέχρι να χωρίσουνε για την δουλειά, τον πρώτο καφέ , το σινεμά που πήγανε μαζί, και την κατάληξη μετά από τα ποτά τους σε ένα παθιασμένο φιλί που σημάδεψε την ζωή τους. Η φαντασία του του φανέρωνε πτυχές της ζωής του που θα μπορούσε να ήταν αληθινές, αν ... αν αυτός ήταν αλλιώς. Κάθε μέρα ταξίδευε και πιο πέρα, τα γραπτά του τα ένιωθε στο τέλος αληθινά. Και κάθε πρωί, έστρεφε πάντα το βλέμμα του από την άλλη...

Η σύζυγός του είχε φτάσει στα όρια υστερίας." Όχι", σκεφτόταν , "δεν θα προδοθώ. Δεν θα του δώσω τέτοια ικανοποίηση... Στο τέλος θα βαρεθεί και θα γυρίσει, ή ...." Δεν ήθελε καν να την σκέφτεται τόση αχαριστία. Τόσα χρόνια είχε εγκαταλείψει τον εαυτό της, για να γίνει χίλια κομμάτια.. Δουλειά, σπίτι, να σιδερώσει, να μαγειρέψει, να διαβάσει τα παιδιά... Κι αυτός ο αχρείος ούτε τα παιδιά του δεν σκεφτότανε. Εξαφανιζότανε ο αριστοκράτης, σενιαρισμένος καλά καλά, με τις πιο ανόητες δικαιολογίες.¨Πάω να παίξω τάβλι με τους φίλους" της είπε την τελευταία φορά. Μα οι φίλοι του ήτανε στο καφενείο, κι αυτός όχι. Το ξέρει, γιατί έστειλε τον μικρό να τον φωνάξει για να πηγαίνανε βόλτα, Παρασκευή απόγευμα, για σουβλάκι, και κείνος έλειπε... Στο τέλος, άρχισε να ψάχνει τα πράγματά του και να μυρίζει τα ρούχα του για κάποιο ίχνος. Και τότε βρήκε το γράμμα. Για λίγες μέρες δεν είπε τίποτα. Έπειτα αποφάσισε να μάθει ποια είναι. Το γράμμα τα έγραφε όλα. Σε ποια στάση ανέβαινε, που κατέβαινε, που χωριζόντουσαν. Στην αρχή, φρόντισε να δει ποια είναι... Έτσι, νωρίς ένα πρωί, από απόσταση, περίμενε κοντά στην στάση, και την είδε... Ήταν όπως την περιέγραφε το γράμμα... ακόμη και η ελιά λίγο κάτω από τον λαιμό... Την ίδια μέρα αποφάσισε να την περιμένει, να δει που μένει... και το έμαθε. Έπειτα, σκοτείνιασε. Σκεφτόταν πως θα μπορούσε να την πολεμήσει. Αυτή ήταν πιτσιρίκα, τι μπορεί να ήθελε από τον άντρα της.Όμορφη, δυστυχώς, τον καλύτερο μπορούσε να έχει... Κι όσο σκεφτόταν μαράζωνε.
Ένα βράδυ την ώρα που κοιμότανε ο σύζυγός της, άρχισε να σκέφτεται τρελά πράγματα... Ήθελε να του σπάσει το κεφάλι, να τον ευνουχίσει αν μπορούσε, τον αλήτη! Μα ήταν στην μέση τα παιδιά, η γειτονιά, η αξιοπρέπειά της. Να του μίλαγε;Να της μίλαγε;... Όχι αυτή θα ήτανε η απόλυτη ξεφτίλα. Το καλύτερο θα ήτανε να τον πλήρωνε με το ίδιο νόμισμα.

Την επόμενη ημέρα, κανόνισε να βγει με μια κολλητή της, φίλη παιδική. Μαγείρεψε, και έφυγε λίγο πριν γυρίσει ο σύζυγος της. Έτσι δεν θα προλάβαινε να το σκάσει, θα έπρεπε να μείνει σπίτι με τα παιδιά. Πήγανε για καφέ και ξέσπασε... Της τα είπε όλα.

_Όλα τα γουρούνια το ίδιο πρόσωπο έχουνε. Είπε η φίλη της. Αλλά να είναι τόσο βλάκας που να μη τον νοιάζει αν το καταλάβεις;Ε αυτό, πάει πάρα πολύ! Με το ίδιο νόμισμα του αξίζει.. Και εκείνη έγνεψε καταφατικά.

Το Σαββάτο, πάλι έλειπε η γυναίκα του. Αυτήν την φορά μέχρι αργά. Γύρισε ξημερώματα και ξάπλωσε δίπλα του με γυρισμένη πλάτη. Εκείνος έκανε πως κοιμάται, μα δεν τον έπαιρνε ο ύπνος. Του είχε πει πως θα έβγαινε με την φίλη της πάλι, και έπρεπε να το παίξει αδιάφορος.. Μα μέσα του ζήλευε, οι ενοχές όμως του κλείνανε το στόμα. Την είχε αναγκάσει με τον τρόπο του να βγει με την φίλη της, να ξεσκάσει. Ποιος ξέρει τι είπε στην φίλη της, τι γνώμη θα σχημάτιζε γι αυτόν. Όχι, το πιο πιθανό να μην είχε πει τίποτα. Αλλά έπρεπε να δοθεί ένα τέλος. Καλές οι φανταστικές απιστίες, αλλά όλα γίνανε μόνο και μόνο επειδή την λάτρευε....
Το πρωί της έφερε το πρωινό στο κρεβάτι, και το πρόσωπό της έλαμπε! Την πήρε αγκαλιά, την φίλησε σα να ήτανε η πρώτη φορά, και εκείνη ανταποκρινότανε σε κάθε άγγιγμα. Του φάνηκε πως έκαναν έρωτα όπως την εποχή που πρωτοσυναντηθήκανε, κι ακόμη καλύτερα, γιατί εκείνη ήταν τόσο διαφορετική! Χαμογέλασε ευτυχισμένος! Δεν ήθελε να την κρατάει σε αγωνία.Θα τον συγχωρούσε αν της τα έλεγε όλα;"Ξέρεις τον τελευταίο καιρό ήμουν παράξενος στην συμπεριφορά μου".. και άρχισε να της τα ομολογεί όλα, με το νι και με το σίγμα. .. Μία σκιά σκέπασε το πρόσωπό της, κι ύστερα ξέσπασε σε ένα νευρικό γέλιο. Σκέφτηκε να τον χαστουκίσει, ναι είναι αλήθεια, μα τον αγκάλιασε.. "Πίστεψέ με", του είπε, "ποτέ ξανά δεν θα ξαναυποπέσω στο παράπτωμα της.... ρουτίνας." Και το βλέμμα της έλαμψε με νόημα!

άτιτλο

Νιφάδες οι λέξεις και πέπλο η σιωπή
άσπρο σεντόνι που η ανία στρώνει.
Φιλί τελευταίο ο θάνατος, στάλα καμία
για σένα αγαπημένη δεν θα αφήσω.

Τον λύκο πιάνεις από τον λαιμό, μα δε σε τρώει.
Του πανικού η σκιά μου στη σελήνη φτάνει.
Τ΄αστέρια πυρπολούνε το σώμα, μα την ψυχή
λευκό σάβανο οι φτερούγες σου, την ντύνει.

18/3/08

Στη Νατάσα

Στη σιωπή κατοικείς
και στο κύμα.
Τα πόδια σου νοτίζει η άμμος
νωρίς το πρωί,
γοργόνα που μόλις έμαθες
να περπατάς,
και γυμνή, δίχως
την ουρά σου
σε ένα στεγνό κόσμο
φοβάσαι να βαδίσεις.

Τα μάτια σου τα στόλισε
μία μιζέρια απερίγραπτη
που είδες,
μα στα χείλη, λέξεις,
κοράλια
που ποτέ δε σε αφήσανε
μόνη.
Και ιστορίες σου λένε κοραλένιες,
και τότε
τα μάτια κλειστά ονειρεύονται...

Χτες ήσουνα γοργόνα
σήμερα
άνθρωπος και βαδίζεις...
Τα ίχνη κοιτάς στο κύμα
να σβήνουν,
και ξανά και ξανά, με πείσμα,
νέα ίχνη φτιάχνεις,
σχεδόν χορεύοντας!

Σαράντα τετραγωνικά

Σαράντα τετραγωνικά και εσύ...
και πάλι φοβάμαι.
Μην ανοίξεις σε παρακαλώ το ραδιόφωνο.
Στην αγκαλιά σου κούρνιασα.
Σαράντα τετραγωνικά παράδεισο
μόνο για μας τους δυο.
Χαμογελάς πάνω στα γόνατά μου,
στην κουρελού,
και το φεγγάρι σου κλείνει το μάτι.
Μα εγώ το φοβάμαι το φεγγάρι, το άπιστο,
που την ίδια ώρα
το φως του σβήνεται σε πρόσωπα
που έχουν πεθάνει.
Σε δέντρα που τα φυλωματά τους γδυθήκανε,
καρδιές ξεραμένες.
Η φωνή ενός παιδιού
κατοίκησε μαζί με τον άγριο λύκο
στην επιφάνειά του
και τρελαίνομαι να τους νιώθω...
Κλείσε τις κουρτίνες,
τα μόνα άστρα που με ηρεμούνε
είναι τα μάτια σου...
Το μόνο κρασί που μπορώ να γευτώ
δίχως να πικραίνομαι
τα κόκκινα χείλη σου..
Σαν μια πηγή καθάρια
το σώμα σου, το στόμα σου,
που φιλτράρει το αιώνιο
και εκπνέει ζωή!

Το μόνο που χρειάζομαι είσαι εσύ!
Και φοβάμαι μη σε χάσω...

Στην μοναξιά σου είπα...

Στην μοναξιά σου είπα, έλα , δες..
Γεμίσανε οι δεξαμενές σου δάκρυα
σκοτάδι ψυχής που δεν ζεσταίνεται πια
από τα όνειρα...
Ξεχειλίσανε και σε λίγο
θα πνιγεί η πόλη των ανθρώπων
που τόσο αγαπάς.
Δεν μπορείς άλλο να βαστήξεις
τα τοιχώματα της καρδιάς σου.
Μία κόκκινη πλημμύρα θα σε σκορπίσει
να βαφτεί ο Ήλιος ζεστός,
στον ουρανό να ανέβει
σέρνοντας την πρωινή του πορφύρα.

Ο χρόνος της απόστασης
γραμμή αίματος θα γίνει, γεφύρι,
και όταν ο μόνος δρόμος για τα μάτια
το να στραφούν στον ουρανό,
μοναξιά μαύρη, συ, θα σβήσεις.
Το κρύο θα φύγει από το στήθος
και τα δάχτυλα κόκκινοι βωμοί της αγάπης
θα σε τυφλώσουν
στο φως ενός αγγίγματος
που πονάει και καίει, ενός άλλου κορμιού,
μιας αγκαλιάς το σφίξιμο.
Φιλί φιλί οι τελευταίες σου ώρες στη γη,
και παπαρούνες θα σε σκεπάσουνε
στο χαμόγελό της λήθης...

Αφιερωμένο "Στον Πηγαιμό"

Στον ουρανό την αγάπη μου απλώνω
σάλι χρυσό με κόκκινα ανθάκια,
παραφωνία στης σήψης την ασκήμια
εικόνα της καρδιάς μου που ματώνω.

Μια αγκαλιά μεγάλη κι αν δεν έχω
το "σ΄αγαπώ",τον πόνο, να χωρέσει,
στα σύννεφα το δάκρυ μου φορτώνω
κι ελπίδα προσεύχομαι να βρέξει..

Έχει σκαλώσει ο ήλιος στο "ανέβα"
πάνω σε κόκαλα γυμνά από το κρύο.
Ακούμπησέ με για να λιώσουνε τα χιόνια
κάτι θα γίνει, αν "τραβάμε" και οι δύο.

17/3/08

.........

Άνεμε τρελέ,
που τ΄άρωμά της φόρεσες
άθελά σου,
που στα μαλλιά της
σαν χέρι που αγαπά
κατοίκησες,
άνεμε τρελέ παραλογισμένε,
της πεθυμιάς η ταραχή
τον δρόμο σου σφάλισε...
Και τώρα ματώνεις
τα ξεμανταλωμένα παντζούρια
στους τοίχους του ονείρου
που κατοικεί.
Υδάτινοι τοίχοι,
κύματα που απειλητικά ορθώνονται
μπροστά από το είναι σου,
σε κάνουν,
άνεμε που πέτρα ήσουνα πριν
και άμμος ο προορισμός σου,
λωλό,
τον σίγουρο χαμό σου να ζητάς
στην αγκαλιά της!

14/3/08

Να είσαι..

Απύθμενο το είναι στο να δίνει
δεν έχει φόβο τους ληστές να ανταμώσει.
Κάθε κομμάτι της ψυχής μας μοιρασμένο
πάνω στο όλο το είναι του θα απλώσει.

Ότι φυλάει ο φόβος μη το πάρουν
σαν αχινός αγκυλώνει την ψυχή.
Μοιάζει στο χώμα που με αίμα το ταΐζεις
για να σου φάει κάποια μέρα το κορμί..

Φτερά δεν έχουν των ανθρώπων οι ώμοι
από τα βάρη της ζωής είναι σκυφτοί,
όταν γεμίζουν την ψυχή τους με το έχω
και με ύλη της ορίζουν τη μορφή.

Σπίτια παλάτια, όνειρα μετρημένα σε ευρώ
πουλώ αγοράζω, πουλιέμαι και ζω...
Εικόνες και δόξα, ισχύ και γκρεμός.
Το βράδυ αράχνη, παγίδας ιστός.

Κι ύστερα μόνος, μέχρι να μάθεις καλά
να ακούς και να λες, το "σ αγαπάω" σωστά.
Δεν έχει οδούς κι αριθμούς η αγάπη
ανθρώπους μονάχα κι ονείρου κρεβάτι..

Κλειστό

Σου χτύπησε ο άνεμος την πόρτα,
μα κει δεν ήσουν.
"Κλειστό" έγραφες, "κανείς
εδώ πια να περιμένει"...
Μία σκιά στην χαραμάδα αναπνέει
κι ένα φως ψυχής που υπομένει...
Εκεί δεν ήσουν
όταν χτύπησε η θύελλα την πόρτα
μανιασμένη,
τα ίχνη του "εδώ σου" προσπαθώντας
απέλπιδα με πόνο να τα σβήσει.
Της μοναξιάς σου η σκιά
κρυφοκοιτάει
μα χαμηλώνει τα μάτια σαν κοιτώ.
Εχθρό με νοιώθει,
ένα αγκάθι που πονάει,
και ρόδα στα χέρια ας κουβαλώ.

Και γω ανάξιος που έμαθα να είμαι
έχω στοιχειώσει την θύρα από καιρό.

Ερωτικό...

Το μαγικό χαλί μου θα στρώσω
στα πόδια σου να πας όπου ποθείς,
τον άνεμο για σένα θα ισιώσω
σαν ένα βέλος μακρυά να σ οδηγεί.

Μία ευχή κατάρα θα σου δώσω
τον πόνο όπου χαρίζεις μη τον βρεις
την μοναξιά για σένα θα σκοτώσω
να την φορέσεις κατακόκκινη στολή.

Στα μάτια σου τα σύννεφα πεθαίνουν
το γέλιο σου μαρτύριο σωστό
κάνει τα όμορφα γλυκά να αρρωσταίνουν
και το μυαλό υπόγειο ποταμό.

Σε μία θάλασσα ναυάγιο ας φτάσω
συντρίμμι σε βράχια που αγαπώ,
μες τον βυθό σου μόνο θα ησυχάσω
όταν πιότερο δεν έχει να χαθώ...

Κλεψύδρα

Πορείες που σβηστήκανε στη σκόνη,
μνήμες βημάτων που ξανά θα γίνουν.
Στον ουρανό το ίδιο ερωτεύσιμο αστέρι
και μύρο τα μαλλιά της θα μου δίνουν.

Κι όμως κάτι υπάρχει που αλλάζει
που κάνει τον ουρανό να αντηχεί...
Το γέλιο ενός παιδιού που μας κοιτάζει
και το φιλί αθώας που ερωτεύτηκε ψυχή.

Το "σ΄αγαπώ" στο πρωτάκουσμά του
το θέλω που γεννιέται στην πυρά,
ο θάνατος που πια δεν μας τρομάζει
όταν την ζωή βαστάμε αγκαλιά...

....ατιτλο

Τα κάρβουνα πυρπολούσαν τις μνήμες
και ο νους υπέφερε,
στο τέλος χιλιάδες πτηνά σαν έκρηξη
ξεχύθηκαν από ότι πρώτα ήταν σώμα σου,
δραπέτες..
Ένα μόνο γύρισε,
βαστώντας στην άκρη του ράμφους του
λίγες σταγόνες αίματος, και λίγο ιστό...
Ξέψυχο έπεσε πάνω σου.
Σκηνή αλλοφροσύνης ότι ακολούθησε.
Γιατί την καρδιά σου
δεν μπορούσες πια να ακούσεις...
νεκρός ήταν ιστός στο ράμφος
της ψυχής...

Το σ΄αγαπώ..

Το σ΄αγαπώ χαρταετό
θα κάνω να φωνάξω
χρώμα θα έχει θαλασσί,
κεράσι θα του στάξω.

Ουράνιο τόξο για ουρά
και σύννεφα για ζύγι,
όταν ανέβουμε ψηλά
στον ουρανό να σμίγει.

Το πρόσωπό σου λαμπερό
για ήλιο θα το έχω
και το ζεστό χαμόγελο
τις νύχτες μου να φέγγω.

Θα΄χω τα χέρια σου πουλιά
στα στήθη κουρνιασμένα
το σ΄αγαπώ μου να ακούς,
πρι να το πω σε σένα...

Ανεμοσκορπίσματα

Το σ΄αγαπώ σου άγγιξα
στον ουρανό μου ήρθε
το χρώμα που του έσταξες
το σύννεφό μου, βρήκε.

Κι ο ήλιος τότε κρύφτηκε
πίσω από τη σκιά μας
και το φεγγάρι πρόβαλε
να δει τον έρωτά μας

Σύρε γοργά και κάλεσε
ανέμους και σταγόνες
να ανθίσουν στον ουρανό
αγάπης ανεμώνες..

LNE

το σαγαπώ σου τ άκουσαν
όλα της γής τ αηδόνια
ήρθαν μου το τραγούδησαν
μες της ψυχής τ αλώνια..

νύχτα ήταν και ξύπνησα
με πήραν απ το χέρι..
πάμε μου είπανε γοργά
γιατί μας περιμένει..

η νύχτα μέρα έγινε..
θαρρείς σαν μεσημέρι..
κι ο κόσμος όλος γέμισε
σταγόνες απο μέλι..

Το σ' αγαπώ σου έντυσε
τη γη και το φεγγάρι
και το γαλάζιο ουρανό
πήρε για μαξιλάρι

και στο δικό μου σ' αγαπώ
ανθίσανε ανεμώνες
και λούλουδα στον κήπο μου
και φύγανε οι χειμώνες

και όταν ενώθηκαν τα δυο
ήρθε βροχή μ' αστέρια
και γέμισαν μ' αστροφεγγιά
τα δυο μικρά μου χέρια!

Μαργαρίτα

Σ'αγαπώ
και σε ντύνω με τα ρούχα μου
Σ'αγαπώ
και σε ταϊζω με τις σάρκες μου
Σ'αγαπώ
και σε ποτίζω με το αίμα μου.
Κι όταν ντύθηκες και χόρτασες
ζήτησες τραγούδι
κι εγώ σου έδωσα τα κόκαλά μου
και τα έκανες φλογέρα.
Μα ήταν αδέξια τα χείλη σου
και το τραγούδι βγήκε
παγερό και πένθιμο
κι άρχισες να κλαις
και να βρίζεις.
Κι όμως
δεν κράτησα για μένα τίποτα
έξω απ' την ηδονή
της προσφοράς.
Μη μου την παίρνεις!

breathless

Το δικό μου «σ’ αγαπώ»
είναι κρυφό
Ψυχής μαρτύρημα
Δεν θα στο πώ
Στης σιωπής το κόρφο
το βαστώ.
Το δικό μου σ’ αγαπώ
πάνω σε ΟΧΙ είναι γραμμένο
σε ρεματιά απάτητη
καλά κρυμμένο
Να μη μπορείς ,
ήλιε να μπείς,
να το φιλήσεις.
Να μη μπορείς γεράκι ταξιδιάρικο
να το βρεις,
δεν ξέρεις να τ’ αγγίζεις
προσπέρασες ,έφυγες
για πάντα.
ΑΝΤΙΟ

Λυγερή

το σ αγαπώ σου
ακούστηκε σ όλης της γής τα μέρη!!!
κι όλοι κοντά σου έτρεξαν
να πιαστούν χέρι με χέρι!!

το σαγαπώ σου τραγουδούν
μέσα απο την ψυχή τους..
κι εσύ γελάς και χαίρεσαι
κι ευφραίνεται η ψυχή σου..

σταγόνα

Σ'ευχαριστώ
την αγάπη μου
που δέχτηκες
είναι το μόνο
που έχω να μοιράσω

breathless

13/3/08

..ερωτικό

Στο ποτήρι σου κοιμάται το φεγγάρι
στο ακρόγυαλο κοιμάται το φιλί.
Σα δηλητήριο πικραίνει η αγάπη
κάθε δώρο στην ψυχή που κατοικεί.

Με λίγο χρώμα τα σύννεφα νοτίζω
άρωμα φθινόπωρου βαρύ..
Η Άνοιξη εδώ έχει αργία
Και η Δευτέρα μου καθημερινή.

Κάποιες ώρες ανοίγουν τα ουράνια
και η φύση κουβαλά τη συμφορά.
Τα όνειρα φεύγουν καραβάνια
και σιγοσβήνει μέσα μου η φωτιά.

Και κάποιες άλλες ποτέ δεν έχεις φύγει
στο σώμα μου θαρρώ σε φυλαχτό,
όταν η νύχτα κουρασμένη με τυλίγει
και στο φεγγάρι τα μάτια σου κοιτώ..

Ταξίδι...

Τα δάχτυλα στα πλήκτρα γλιστρούν,
αργά,
σα βαπόρι που βγαίνει απ΄το λιμάνι.
Κι έχει κόσμο πολύ μαζί του πάρει
που τα πρόσωπά τους θα μείνουν ξεχασμένα
σε μια κορνίζα παλιά, φυλακισμένα.
Λόγια που σαν τα γλαροπούλια
στα ανοιχτά θα σε αφήσουνε μονάχο,
κι όλα σου τα δέρματα ενδύματα νεκρά
στον αφρό θα πέσουνε κενά.

Μία γοργόνα το νου σου τον σαλεύει
με ένα τραγούδι που καθαρά δεν το ακούς
σαν το παλιό γραμμόφωνο που παίζει
μέσα στην βοή του παζαριού.
Φτηνά εμπορεύματα, μπορεί, μα αγαπημένα,
σε χαρτιά που κιτρινίσανε του νου
τα φύλαξε η ψυχή σου διπλωμένα
για δύσκολες στιγμές του ταξιδιού.

Λεξούλες είναι, που ακούς παντού
όπου κορίτσια ζουν ερωτευμένα
και ψεύτες στην αγκαλιά του φεγγαριού.
Με ένα ραβδί τα χάραξες για μένα
στο μαξιλάρι που κοιμότανε γιαλού...
Τα πόδια σου ακόμα νοτισμένα
στην άμμο του μυαλού μου περπατούν.

12/3/08

Το βιολί

Θα ήθελα
να ήμουν η μοναδική Θεατής
της νυχτερινής σου συμφωνίας,
σε εβένινο βιολί
το κορμί μου να συνθέσεις

με βελούδινα όγδοα
τα χείλη μου να ποτίσεις,
να είσαι το δοξάρι
των ευλύγιστων χορδών μου.

_ to my nocturne dreamer_



Ποιο φεγγάρι, ποια άνοιξη
το κορμί σου
ξύλο νοτισμένο
σκεπασμένο με βρύα
να τεντώνεται άφησε,
τις νότες τις πιο γλυκές
και τις πιο δυνατές
να λευτερώσει να ζητά;
Δέντρο δεν ήσουν.
Tα δέντρα έχουνε ρίζες,
και οι ψίθυροι των ερώτων
χαραγμένοι είναι
στους κορμούς τους,
μυστικά ακουμπισμένα
για μια εποχή
στα φύλλα τους
που κιτρινίζουν και πέφτουν.
Η μουσική η δική σου
βαθύτερα πηγάζει
από τον ξύλινο κορμό σου
που σιγοαναπνέει,
τις χορδές του
αγγίζοντας απαλά.
Σε κάθε άγγιγμα
κοκκινίζει το δωμάτιο,
πρασινίζουν τα μάτια,
με το γαλάζιο σμίγουν
του ονείρου
που ακοίμητο
με το σπαθί κεφάλια κόβει,
στον δρόμο για χώρα άλλη,
ανάξιων εραστών .
Φωλιές
που πια δεν κατοικούνε πτηνά,
και μια ζάλη
από σφίγκες που λευτερώνονται
μέσα
από το ψεύτικο στόμα τους...

Κι ύστερα, σϊωπή πάλι,
και πάλι οι νότες
του γαλάζιου οργανοπαίχτη...
Στα χέρια του σε βαστά
βιολί ερώτων
που όσο το μαθαίνεις
καλύτερο γίνεται,
και το χαμένο δοξάρι του
ψάχνει....
Και δίχως τρόμο,
στην ύστατη στιγμή
του πόθου,
με το κόκκινο από το αίμα
σπαθί,
την κόψη στις χορδές σου
αγγίζει...
Κι οι χορδές αντέχουν...
Δεν κόβονται..
Κι η μουσική αρχίζει.
Για σας μόνο, τους δυο!
Και μακάρι να μπορούσα
τον ήχο αυτής της μελωδίας
να ακούσω,
που τα μάτια τυφλώνει
από πόνο βαθύ, εσωτερικό,
και νεκρώνει κάθε σκέψη,
τομάρι άδειο,
χαλί
για να περπατάνε οι αισθήσεις!
Μα ανάξιος είμαι θαρρώ,
κι αποχωρώ.
Πριν την κοφτερή όψη
του σπαθιού γευτώ
κι άψυχος μείνω...
Πεταμένος
στους πρόποδες του βουνού
όπου πατάς,
και μαζεύονται τα σύννεφα
κόκκινο να πάρουν
από τον πόθο σου
το αίμα να βάψουν,
βροχή σε τόπους έρημους
των ανθρώπων.
Όσων ακόμα Υπάρχουν...

άτιτλο .

Την έρημο που έφερες
αδίκως
την κουβάλαγες μαζί σου.
Μάταιος κόπος
οι πυραμίδες της άμμου
στου χρόνου το φύσημα..
Μια θάλασσα ολάκερη
ντύθηκε
ένδυμα νυχτερινό η άμμος
και την αρμύρα
του φιλιού σου
δεν μπόρεσε να διώξει...
Γυμνό το κορμί
κι ας φοράει τ αστέρια
στα μάτια,
ας καβαλάει τον άνεμο
δαμάζοντας
του χρόνου τις αντοχές...
Γυμνό,
σημαία ξεσχισμένη από λόγχες
μα όρθια,
να κυματίζει ως την ύστατη στιγμή.
Καμία παράδοση,
πόθος κόκκινος μόνο
ως το τέλος...

Το τέλος που βάφεται με αίμα
αρχή είναι,
γράμμα που δακρύζει
όποιος το διαβάζει
με φιλιά και με νύχια.
Άψυχος σωρός το κορμί
τα πόδια της μέρας σκεπάζει,
θυσία δίχως αύριο,
στο τώρα μόνο χαρισμένη...

εμπνευσμένο από σχόλια επί σχολίων, στις σελίδες της Ελένης :))

11/3/08

πως..

Το πρωί η ίδια πάντα κίνηση
Η ίδια περιποίηση
στα αγαπημένα πρόσωπα.
Πως γίνεται αγαπημένο ένα πρόσωπο;
Άσημο στην αρχή,
μια μέρα ανακαλύπτουμε πως στολίζει
αγριολούλουδο μικρό
το όλο...
Και φτωχό δίχως εκείνο το όλο θα ήτανε.
Κι ύστερα κάθε μέρα,
από κει περνώντας το λουλούδι θαυμάζουμε,
κάποιες φορές το ποτίζουμε
ακόμη και με δάκρυα...
Και κάθε που ψηλώνει τόσο πιο πολύ
στην ψυχή μας ριζώνει.
Κι αν δεν ήταν λουλούδι
μα τα φτερά μιας πεταλούδας
ότι αγαπήσαμε;

Αν τα βλέφαρα κλειστά
στις οδούς του ονείρου βαδίζοντας
όταν έγινε η αντάμωση;
Κιαν... κιαν το πρωί
χωρίς της ομορφιάς τούτης τα δεσμά
ξυπνήσει;
Πως αντέχει η ζωή
με λιγότερο έστω έναν
από όσους αγάπησα;

Το μυστικό ποτέ δε θα το μάθω...
Σα το λουλούδι, που πέταξε κι έφυγε...
Τα φτερά μιας ψεύτικης ευτυχίας
ξηλώνοντας από την πλάτη μας.
Κι αν ... κι αν στα φτερά
δεμένη είχα την ψυχή μου
πως τώρα θα την βρω
σε ότι απέμεινε;

10/3/08

Ατιτλο .

Με μια γραμμή, κουτσή, στραβή,
την ζωή μου άρχισες να σχεδιάζεις στη σκέψη σου
κι εγώ Υπήρξα.
Μια θολή αγάπη με γέννησε θαρρώ,
τυφλωμένη από την στάχτη και το κάρβουνο...
Ένα φοβισμένο χέρι
που μαθαίνει γραφή ονείρων .
"Δεν μπορώ"...
"Να, κάτσε, πάμε μαζί την γραμμούλα... οοοπα! "

Κόκκινο το φως, γιατί η καρδιά το χρωματίζει
αίμα κυλάει στις σκέψεις των ονείρων σου
και φωνάζει σα κλάμα μωρού.
"Θέλω Ζωή να γίνω"
Και συ μόνο το ρωτάς...
"Με αγαπάς;"
"Ναι! "
"Τότε Ζωή είσαι!"
Και με αγκαλιάζεις,
κι όλες οι φλέςβες σου χορό στήνουν ευτυχίας...

Κι ύστερα, θλίψη,
το κόκκινο της μέρας σκεπάζει το κόκκινο του ονείρου,
συναντάει το ένα το άλλο μέσα στο αίμα σου.

Θαμπώνουν τα μάτια, θαμπώνει η καρδιά
κι ο νους μετέωρος να μάθει κέντημα ζητά,
στη σειρά να βάλει τα κόκκινα νήματα που μπερδεύτηκαν.

"Σε αγαπώ!"
Φωνάζω πάλι από το αίμα σου μέσα,
κι ένα χαμόγελο, πικρό, την Άνοιξη φέρνει!

7/3/08

Ερωτικό..

Την νύχτα σφετέρισε
το πρώτο της βλέμμα μετά.
Όλα τα είχε. Αστέρια, κομήτες πουλιά,
φεγγάρια κρεμασμένα στον λαιμό της
σαν μαργαριτάρια.
Μα αν κοιτούσε κανείς προσεχτικότερα,
φεγγάρια δεν ήταν.
Κεφαλές ήταν , προτομές εραστών
για να φωτίζουνε τον δρόμο του πόθου
ανάμεσα στα στήθη.
Εκεί που περνώντας ο εραστής τρομάζει
την καρδιά ακούγοντας
με την ανάσα να σμίγει,
και φόβος μεγάλος υπάρχει να χαθεί,
κι από το πηγάδι της ζωής,
σαν πέσει,
ποτέ ξανά μην ξημερώσει
τα μάτια του.

Εκεί την εικόνα της αντίκρισε πρώτη φορά
φυλακισμένος
σε αυτό που ως τότε δεν είχε.
Σε νερά σκοτεινά που καίγανε
κι ίσως να ήταν και αίμα.
Όπως αυτό που κοκκίνισε τα μαγουλά της
σαν αγκαλιά την πήρε την νύχτα
με την νύχτα σμίγοντας τα πάθη του.
Με φιλιά την έδεσε και την βασάνισε
ανακαλύπτοντας τα πιο κρυφά της μονοπάτια
αυτά της ψυχής.
Αυτά για τα οποία νύχτα ντύθηκε
και την νύχτα σφετέρισε...

Μια πλάνη δική της,
που χάθηκε καθώς το φόρεμά της
στο πάτωμα έπεσε....

.. .

Το πρωί τα χέρια ήταν καθαρά,
η καρδιά στη θέση της
και οι αράχνες είχαν γεμίσει το σπίτι.
Το σπίτι σου.
Η πόρτα πλέον δεν ανοίγει,
ιστός γερός την σκεπασε.
Τα παράθυρα κάποιος τα ξέχασε,
την νύχτα, ανοιχτά!
Το φως του ήλιου σαν πάχνη
εισβάλει στο δωμάτιο του νου,
και δεν μπορείς ούτε αυτό
να πλησιάσεις και να κλείσεις.
Κάτω από τα πόδια σου
κολάει ακόμα το αίμα, δε στέγνωσε.
Η γεύση του αρμυρή και συ πεινάς.
Σου μπαίνει στο νου η ιδέα
να γευματίσεις τ΄απομεινάρια
του φτηνού ερωτά σου...
Αηδιάζεις... Κοιτάς τα χέρα.
Κόκκινα γίνανε κι αυτά.
Το χρώμα της μοίρας σου.
Μιας μοίρας που ποτέ δεν αγαπήθηκε
και διαμαρτύρεται ....

6/3/08

Παραμύθι

Ο θάνατος ήταν πάντοτε ένα μυστήριο. Ένας άγνωστος, πότε θηρίο που κατασπαράζει ανύποπτους διαβάτες, κι άλλοτε φωνή αγαπημένου, που θα σηκώσει στον ώμο του το δισάκι, και θα βοηθήσει τον πεσμένο να προχωρήσει παραπέρα...
Τον φοβόταν τον θάνατο, μα τώρα πια αυτό δεν είχε καμία σημασία. Το σώμα κι ο πόνος ήταν παρελθόν. Κι αυτή ταξίδευε, μικρό πτηνό , καταπάνω στο φως. Είναι τόσο γρήγορη η ψυχή όταν ταξιδεύει προς ότι αγαπά δίχως τα όρια της ύλης!
Το μικρό κορμάκι της είχε σχεδόν γίνει φως, όταν μια σταγόνα κόκκινη, στα μέχρι τότε ανάλαφρα φτερά της, γέννησε μία σκιά συνείδησης στα μάτια της. Προσπάθησε να δει, και το φως άπλωσε σαν φωτεινό νέφος, κι έγινε ουρανός. Δεν πέταγε πια. Βρισκότανε σε ένα κατακόκκινο λιβάδι γεμάτο παπαρούνες.... Στην μέση καθότανε μία πριγκίπισσα με έναν άσπρο Κύκνο. "Υπάρχουν λοιπόν!" Ήταν η δεύτερη συνειδητή αντίδρασή της... "Υπάρχουνε κι είναι εδώ, σε ένα κόσμο αλλιώτικο, διαφορετικό, ανάμεσα στον δικό μας και το φως!"
Κι αν τα σπουργίτια κλαίγανε όπως οι άνθρωποι, αυτή την στιγμή θα είχε γεμίσει δάκρυα χαράς! Ένα μικρό άσπρο σύννεφο, βρισκότανε αρκετά χαμηλά, πάνω από το κεφάλι της πριγκίπισσας.. Κι ο σπουργίτης, αφού έκανε ένα σύντομο κύκλο, προσγειώθηκε πάνω στο μικρό σύννεφο όπου μπορούσε να τα δει και να τα ακούσει όλα καλύτερα. Η πριγκίπισσα καθότανε γονατιστή με τα ξέπλεκα μαλλιά της, και βάσταγε αγκαλιά τον άσπρο κύκνο. "Καλέ μου κύκνε", είπε στο τέλος. "Πως θα ζήσω χωρίς εσένα αν φύγεις; Σε βλέπω κάθε μέρα να έρχεσαι με την ανατολή, και είσαι η παρέα μου μέχρι το βράδυ. Είσαι τα μάτια μου και η ακοή μου, και κάθε φορά μου φέρνεις νέα από τους ανθρώπους, που τόσο τους αγαπώ! Ο κύκνος είχε τυλιγμένο τον λαιμό του γύρω της... Κι έπειτα, ο λαιμός λύθηκε, και ξέπνοος ο κύκνος απόμεινε στα γόνατα της κοπέλας, που ξέσπασε σε λυγμούς σκεπάζοντάς τον με τα μαλλιά της.. "Αχ κύκνε μου, αχ αγάπημένε μου κύκνε! Γιατί να ζήσω χωρίς εσένα, γιατί! " Τα φτερά του κύκνου δεν ήταν άσπρα πια μα κατακόκκινα, είχανε πλημμυρίσει στο αίμα... Και καθώς οι παπαρούνες κουνάγανε τα κεφάλια τους, όλο το κόκκινο λιβάδι έμοιαζε να έχει πάρει το χρώμα του από τον ματωμένο κύκνο.. Το μικρό σπουργίτη κατάλαβε... Η σταγόνα αίμα στα φτερά του, ήταν από τον Κύκνο που βιαζότανε να προλάβει πριν πεθάνει να δει την καλή του πριγκίπισσα... Μαύρισε η καρδιά του μικρού σπουργίτη, και το σύννεφο άρχισε να στάζει πάνω από την πριγκίπισσα και τον κύκνο. Στο τέλος, άρχισε να βρέχει κανονικά, και η νεαρή κοπέλα σήκωσε με έκπληξη το κεφάλι. "Ποιος είναι εδώ, ποιος είναι αυτός που την θλίψη μου μοιράζεται;" Ο σπουργίτης άνοιξε τα γκρίζα φτερά του και πέταξε δίπλα της, πλάι στον νεκρό κύκνο. Η κοπέλα τραντάχτηκε σύγκορμη! " Ένας αγγελιοφόρος των ψυχών!" Φώναξε, και οι παπαρούνες έσκυψαν στη φωνή της τα κεφάλια τους. "Δεν είμαι..." προσπάθησε να πει το σπουργιτάκι δίχως να θυμάται πια τι ήτανε πριν γίνει σπουργίτης... "εγώ δεν είμαι αγγελιοφόρος! " Η κοπέλα απέλπιδη, άσπρη σα τον κύκνο, στράφηκε προς αυτόν και τον σκέπασε με τα μαλλιά της..."Σώσε τον σε παρακαλώ! Έχεις φτερά, μπορείς να τον προλάβεις! " .... Ο σπουργίτης τα είχε χαμένα. "Γρήγορα σε παρακαλώ, δεν έχουμε χρόνο... πρόλαβέ τον! Πέτα, σε παρακαλώ, πέτα! " Δεν το σκέφτηκε άλλο, μεμιάς βρέθηκε στον φωτεινό ουρανό, αναζητώντας έναν κατάλευκο κύκνο...Από δω! άκουγε την καρδούλα του να του φωνάζει... από δω! Και φτεροκοπούσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Στο τέλος συνάντησε ένα μεγάλο σμήνος από κύκνους. "Σας παρακαλώ" τους ρώτησε "μην είδατε την ψυχή ενός κύκνου;" Καμία απάντηση. Οι κύκνοι συνέχισαν να πετάνε σαν να μην είχε μιλήσει.
Σας παρακαλώ.. Ένας γλάρος περαστικός ζύγιασε τα φτερά του, Κοντοστάθηκε. Τι ζητάς Κυρά, είπε στο σπουργίτι, τι γυρεύεις; Τον κύκνο της πριγκηπέσας αναζητώ μήπως τον είδες κάπου; Δώσε μου μια περιγραφή αποκρίθηκε ο γλάρος.. Είναι λευκός; Ήταν απάντησε το σπουργίτι, μα τώρα κόκκινος θαρρώ, βαμμένος μες το αίμα.. Έλα μαζί μου,στη ράχη μου ανέβα και κρατήσου γερά, αντέχουν τα φτερά μου Πες μου τον είδες κάπου; σσσ Σώπασε και πάμε Το σπουργίτι γαντζώθηκε πάνω στο γλάρο Ο θεριεμένος άνεμος τον έκανε δύναμη πολύ να βάζει για να κρατηθεί Η ανάσα του κοβόταν.. Ξάφνου, βρέθηκαν σε μια θάλασσα κόκκινη.. Τι είναι εδώ ρώτησε το σπουργίτη. Εδώ Κυρά θαρρώ πως λένε ότι έρχονται οι ψυχές να πλύνουν τα φτερά τους κι ολόλευκες να γίνουν πριν το στερνό ταξίδι.. Ο γλάρος τσαλαβουτούσε στα νερά. Φώναζε.. Κύκνε μου έλα, γύρισε σε θέλει η πριγκιπέσα.. Σιωπή.. Το σπουργίτι πετούσε στην επιφάνεια της γαληνεμένης θάλασσας. Πρώτη φορά αντίκριζε αιματοβαμμένη θάλασσα κι έμοιαζε τρομαγμένο. Μα να κάτι εκεί στο βράχο με τις πεταλίδες και τα μικρά καβούρια κάτι σαλεύει.. Σινιάλο κάνει η Κυρά κι ο γλάρος πλησιάζει.. Ένας κύκνος ολόλευκος στο βράχο κουρνιασμένος.. Στέκι ο σπουργίτης και ρωτά, είσαι της πριγκιπέσας; Ποιος είσαι εσύ; Τι θέλεις εδώ πέρα στα κόκκινα νερά; Τον κύκνο της πριγκίπισσας αναζητώ, ζωή να της χαρίσει. Είναι στιγμές που έφυγε, πρέπει να πάει πίσω. Εγώ είμαι αυτός που αναζητάς απάντησε ο κύκνος. Δες τα φτερά μου είναι λευκά, ολόλευκα και τώρα άγγελος έγινα θαρρώ δεν πρέπει να γυρίσω. Μα θα χαθεί σε αναζητά, έχει πνιγεί στο δάκρυ.. Γύρνα και πες της πως ζητώ μια χάρη από κείνη κι υπόσχομαι πως θα τη δεις ξανά να σου γελάει.. Έσκυψε το σπουργίτι κι άκουσε τα λόγια του κύκνου που ψιθύρισε σιγά κάτι στ΄ αυτιά του.. Το γλάρο φώναξε γοργά και του΄ πε πάμε πίσω Η ώρα φτάνει δώδεκα και πρέπει να γυρίσω Έφυγαν και χαιρέτησαν κουνούσαν το μαντήλι Μα ένα μικρό χαμόγελο επέστρεψε στα χείλη.. Το μικρό σπουργίτι έφτασε, ο γλάρος κουρασμένος.. Τον βρήκατε; Ρώτησε η πριγκίπισσα, τον φέρατε τον κύκνο.. Έλα σιμά, πλησίασε τραγούδησε ο σπουργίτης Κοίτα της λέει κι άκουσε θέλω να σου μιλήσω Τον κύκνο τον συνάντησα, μου πε να ψιθυρίσω.. Το μυστικό αρχόντισσα που πίσω θα τον φέρει Είναι που έστειλες εκεί πριν απ΄το μεσημέρι Ο ήλιος έστεκε ψηλά κι εκείνος σ΄ένα βράχο Και τα φτερά ήταν στεγνά κι εκείνος πιο μονάχος Μου΄ πε σαν πέσει η νυχτιά να βγεις και να κοιτάξεις Στο παραθύρι του ουρανού τα φώτα όλα να ανάψεις. Το βράδυ φόρεσε κι αυτή σμαράγδια δαχτυλίδια Άναψε όλα τ΄ ουρανού τα αστέρια τα στολίδια Και μια σκιά της φάνηκε πως είδε στο φεγγάρι Ναι ο κύκνος ήταν άγγελος και ήρθε να την πάρει.. Πιο πίσω κρυφοκοίταζαν ο γλάρος κι ο σπουργίτης Η πούλια κι ο αυγερινός μαζί κ΄ο αποσπερίτης Χαμόγελα στα χείλη τους, δάκρυα στη ματιά τους Ο θάνατος νικήθηκε και έφυγε μακριά τους Αγγέλων ήταν πια ζωές κι ακούστηκαν τραγούδια Ψυχές που τριγυρνούσαν και σκόρπιζαν λουλούδια Στην ύλη δεν χωρά χαρά έλεγε το σπουργίτι Μα σαν θα βγάλουμε φτερά ξανά θα ανταμωθούμε Στον ουρανό θα μείνουμε τη γη θα την κοιτούμε Γλάρε μου πάρε με αγκαλιά και πάμε να το πούμε Πως οι ψυχές σαν αγαπούν τον θάνατο δεν ζούνε.. Ο θάνατος δεν ήταν ποτέ μυστήριο Χειμώνας ήταν πάντα που προσδοκά την Άνοιξη Που προσδοκά εμένα Να ανθίσω σαν αμυγδαλιά να γείρουν τα κλαριά μου Την ομορφιά μου να χαρούν κάμπιες και πεταλούδες Τα χελιδόνια να με βρουν και να μου τραγουδούνε Στάλες βροχής να πέσουνε να δέσουν οι καρποί μου Και σαν το απόγευμα θα ΄ρθει να πέσουνε στο χώμα Κάποια ζωή θα γεννηθεί απ΄ τη ζωή μου ακόμα..

5/3/08

ατιτλο .

Οι ώρες υποκλίνονται στη θλίψη,
το σώμα δείκτης που τον ουρανό κοιτά
σαν προσευχή,
το κάλεσμά σου να εισακούσεις.
Μεσάνυχτα μέχρι την στιγμή που το άγγιγμα σου
την ψυχή θα λύσει από του πόθου τα δεσμά,
και λεύτερη η σελήνη
με μουσική λύκων ερωτευμένων
και τους ψιθύρους του αγριόκρινου
στα κύματα,
τα αστέρια όλα θα αγκαλιάσει.


Έσπασα το ρολόι μου
κι έφυγα ταξίδι.
στο γαλάζιο του ουρανού Πέταξα
με ένα μου φτερό λεκιασμένο
κόκκινο..
Κρασί δεν ήταν, αίμα θαρρώ πως έμοιαζε,
ναι, αίμα ήταν..
Στις δώδεκα μου είπες πως θα ρθεις μα έχασα το χρόνο..
Η ζάλη είναι.. αιμοραγώ
χάνεται η μορφή σου..
Άγγελος που αναζητώ πύλες του Παραδείσου..

Ελένη Γ. ( LNE )

Κι όταν της νύχτας δειλά το αντίο φτάσει
εκείνο που κάνει τον ουρανό κόκκινο να ματώνει από αγάπη
καθώς ο δείκτης κόβει τις τελευταίες βόλτες μες στην νύχτα
εκείνα τα φιλιά δεν είναι καληνύχτα
είναι του αποχαιρετισμού
Σε άφησε κι η νύχτα μόνο σου
κι η θάλασσα κύμα γυρεύει απελπισμένα να βρει
για να πνίξει τον καημό σου
Eσύ κι ο ουρανός σου εκεί μαζεύετε αστέρια
κι ο κόσμος μια σταλιά για την δικιά σου αγάπη.

Νατάσα

"Την ανάσα μου ποθώ να εκπνεύσω
εντός σου απόψε,
μ’ εξεγέρσεις φυτών
και λουλουδιών
με δακρυσμένα ασφοδίλια
και σεπτές προσευχές.
Νa αφεθείς στη μέθη
μύριων παρεκτροπών
και να μου πυροδοτήσεις
συσσωρευμένες δέσμες
διάφανου φωτός
και σκάλες αέναες
να μου προσφέρεις
για ν’ ακουμπώ στα σύννεφα.
Να φωλιάσει μέσα σου
η ατέρμονη δίψα
της δημιουργικής φαντασίας
και να μπορείς να δακρύζεις
δίχως να ντρέπεσαι.
Θαρρώ πως σε βλέπω να μου μιλάς,
να εξιστορείς την οδύνη
και τη λαχτάρα του πόθου σου,
να χαίρεσαι, να δακρύζεις,
να πονάς, να φλέγεσαι,
λειμώνες ατέρμονες να ποτίζεις
μ’ ανάλαφρα χάδια
και να δίνεις πνοή
στα άστεγα
και απείθαρχα στα όνειρα.."

Τάκης Τσαντήλας

Στον ΠΗΓΑΙΜΟ κηρύγματα κανείς μας
δε θ' ακούσει
και συμβουλές δεν θα λάβει
από κανέναν.
Τραγούδια μόνο
και καρδιάς παλμούς
θα αφουγκραστεί ,
λόγο καθαρό και δυνατό
στην συνείδηση να σπείρει
νέα γόνιμη , παραγωγική σοδιά
μια μέρα να καρπίσει.


Διάφανο άγγιγμα
είναι αυτό της αγάπης
έτσι που η μια καρδιά
την άλλη πάντα να κοιτά.
Διάφανο άγγιγμα
είναι αυτό της ψυχής
που όταν την ύλη διαπερνά
στην ουσία ακουμπά
και της αλήθειας την ομορφιά
σ΄αφήνει να δεις.

Angie Fou

Δυο άνθη κι εγώ θ' αφήσω..
σαν τα ποτίσεις θ' αγγίξουνε
τον ουρανό..
και άστρα περίλαμπρα
θα φέγγουνε τη νύχτα..
τότε που τα όνειρα ξυπνούν
και ο ουρανός γιορτάζει
και η απλότητα δεν έχει τελειωμό!!

Μαργαρίτα

Νιωθω μικρος, εμπνευση τετοια εγω να ενοχλησω
ετσι κι αλλιως η ωρα αδυσωπητα κυλα
κι ετσι μοναχος που καταφερα να μεινω
με ποδαρακια τοσο δα μικρα
το βημα οσο κι αν το επιταχυνω
την εμπνευση σας θα'χω παντοτε μπροστα..


Σαν άγγιγμα του πρωϊνού σου
διάφανες ματιές
κοιτάζουν το μαρμάρινο σώμα.
Γυρνάς το βλέμμα
κουμπώνεις την ψυχή,
ανασηκώνεις τους ώμους...
και χάνεσαι , στη λευκή νύχτα.

Vassia

Αγάπησα, πόνεσα
Ξέσκισα νου και σάρκα.
Λατρεύτηκα σε μια στιγμή, σε μια βραδιά σε μια ζωή.
Φόρεσα αμαρτίες δικές μου οχι δανεικές
Λυτρώθηκα από πηγές πίστης και ελπίδας
εσωτερικές όχι δανεικές
Ετσι θάρρος και θράσος απέκτησα
στο μυστικό σας πέρασμα
έναν κόκκο γύρης να φυσήξω με κομμένη ανάσα.

Μάνια Σ.

Ούτε μια είδηση,
ούτε μια λέξη,
πάλι βουβή ανεξήγητη σιωπή!
Πυκνό σκοτάδι
πικρές σκέψεις, μαύρη αμφιβολία
σφίγγει πάλι την καρδιά,
σιγά, σαδιστικά ο φόβος
έρχεται να νεκρώσει τη χαρά.
Νοιώθω πως και πάλι νυχτώνει,
έτσι απλά, βουβά, χωρίς αιτία,
α ν α γ κ α ί α....

4/3/08

Blogoπαίχνιδο...

Ευχαριστώ την ΦΥΡΔΗΝ-ΜΙΓΔΗΝ για την τιμή που μου έκανε να με προσκαλέσει σε αυτό το παιχνίδι.
Οι κανόνες του παιχνιδιού, είπες, έχουν ως εξής:

@ Διαλέγεις ένα ή δυο τραγούδια με τα οποία θα έλεγες το σ’ αγαπώ στον-ην σύντροφο σου ή κάποιον-α που σε ενδιαφέρει.
@ Σε περίπτωση που επιλέξεις δύο κομμάτια, απαραιτήτως το ένα θα πρέπει να έχει αντρικά και το άλλο γυναικεία φωνητικά.
@ Δεν υπάρχει περιορισμός ανάμεσα σε σόλο καλλιτέχνες ή γκρουπ. Επιλέγετε ότι σας εκφράζει περισσότερο.



Επιλέγω με την σειρά μου την Ελένη (L.N.E.), την Armatan, την Μάνια, την Αλίκη και τον Λάκη τον Θλιμένο... Αν μπορούν κι αν θέλουν φυσικά! :))