Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
27/8/08
Ασημένιο όνειρο.
κρεμάω στο λαιμό σου,
φιλί, όπου χτυπάει η καρδιά
για φυλαχτό δικό σου.
Να το φοράς κάθε βραδιά
σαν κρύβεται η σελήνη
με της αγάπης μου το φως
τα στήθη σου να ντύνει.
Στο παραμύθι σου να ζω
συ της ψυχής μου μοίρα
κι απ΄τό λαιμό σου να γλυστρώ
στου κάστρου σου τη θύρα.
Όσους κι αν όπλιζα στρατούς
τα τείχη σου να ρίξω
χωρίς σκάλα τα μάτια σου
ποτέ δε θα κερδίσω.
8/8/08
άτιτλο
1/8/08
Γραφή..
οξύ που την καρδιά χαράζει
από παράπονο είναι καμωμένα
από αγάπης όνειρο μουσκεμένα.
Η πρώτη ύλη της ζωής πάντα η ίδια:
τα "θέλω" και τα " παραμύθια".
Είναι φορές που δε φτάνει η αλήθεια
να ξημερώσει η μέρα στη συνήθεια..
Καταργείς τη μέρα, πέπλο η νύχτα
τα όνειρά σου στα κρυφά ενυδατώνει
μα η έρημος την θάλασσα ζυγώνει.
Το πλοίο θα σε πάρει μακρυά...
28/7/08
Ένα "σ΄αγαπώ"..
το είδωλό σου όταν έσκυψες να δεις.
Του ουρανού σου γνώρισες την μπέσα
κι από αυτό, δεν ξέφυγε κανείς.
Κι αν τ΄όνομά σου μ΄άκουσες να λέω
την ώρα που κοιτούσες την ψυχή,
το ξέρεις πως ήτανε τυχαίο.
Εσύ κρατούσες πάντα το κλειδί.
Όσα τα άστρα τ΄ουρανού, και οι ελπίδες.
Όσα τα θέλω της ψυχής και τα μπορώ.
Γεννήθηκες λες τυχαία, όμως είδες,
πως πίσω απ΄όλα ήταν ένα "σ΄αγαπώ! ".
Εμπνευσμένο από το ποίημα της Γεωργίας Νεφέλης " Εγώ χίλια κομμάτια"
26/7/08
Λευκό σεντόνι..
στα όνειρά σου μια φορά, μετά να το πετάξεις.
Μα το λευκό το έβαψα σταγόνες της αγάπης,
με το αλάτι της ζωής, τ΄άρωμα της θαλάσσης.
Λευκό σεντόνι ήτανε μα τώρα ζωγραφιά σου,
το στολίσανε πουλιά τραγούδια στ΄αγγιγμά σου.
Στην άκρη του κοιμήθηκε ήρεμη η σελήνη,
κι ο ήλιος την στόλισε, δάκρυα π΄άστρα ντύνει.
Εμπνευσμένο από το "άσπρο σεντόνι" της Λαμπηδόνας.
κόκκινα πέταλα
έχουν τα μάτια μου κυκλώσει
Το κορμί μου ηλιόχαρο λιβάδι
στον άνεμό σου τό΄ χω παραδώσει.
Τώρα τα πέταλα γυρισμό δεν έχουν
του έρωτα τον σκοπό χορεύουν
Άμα με δεις στα μάτια θα μεθύσεις
την ταραχή που έφερες θα ζήσεις.
Κι όταν σαν άνεμος πάλι φύγεις
καρδιά μου την μιλιά μου σου χαρίζω
Τα κόκκινα πέταλα μου στόλισμα σου
στα όνειρά σου πάλι να γυρίζω.
24/7/08
άτιτλο
23/7/08
Θρόισμα
πάθος σκοτεινό
μια χέρσα γη,
Εσύ.
Μες το μαντήλι
φυλώ
χαμομηλιού ανθό
και της ελιάς
το δετό ασήμι.
Στη θάλασσα θα το βρέξω,
στα πορφυρά όνειρα
που ανασαίνουν
τα χείλη σου,
να το χαρίσω.
Στο θρόισμα της ψυχής,
σαν πέσει η νύχτα,
αντί για λόγον άλλο.
20/7/08
άτιτλο
Η θάλασσα, ας λένε ό,τι θέλουν. Αρμύρισε από τα δάκρυα.. και μόνο.
18/7/08
άτιτλο
κι από τα βάθη της γης αναστήθηκα
κι έγινα ζωή, έγινα Άνθρωπος.
Στον αστράγαλό σου χρυσόδετος λόγος.
Αναρριχιτής πόθων κι επιθυμιών,
ταξιδευτής σε λευκά τοπία σάρκας.
Κι ερημίτης στη κοίτη του παραδείσου σου.
17/7/08
σε τόπο αγαπημένο..
Στην αρχή του φερόντουσαν με προσοχή,
μα γρήγορα βαρεθήκανε και τον παρατήσανε.
Σαν νεοσσό που βρήκανε παιδιά
κι αφού καλά καλά παίξανε μαζί του,
τον προσπεράσανε βαριεστημένα.
Ίσως και να ήταν νεοσσός,
ίσως και να είχε φτερούγες λευκές
γιατί στα όνειρά του έβλεπε όλο να πετάει,
γύρω από κείνη, στα φτερά την τύλιγε
και η ευτυχία απόλυτη, το αίμα γινότανε φως.
Στα όνειρά του. Μα το όνειρο την αυγή,
που ξύπναγε στο γεμάτο σκόρπια πούπουλα
κρεβάτι, μόνος, με πόνο άλλαζε.
Μια μέρα φύσηξε άνεμος,
κι από το ανοιχτό παράθυρο
είδε σα σπασμένα κλωνάρια
τα φτερά του να κόβονται, σαν ξερόκλαδα,
και να καταλήγουν βάρκες λευκές στη θάλασσα.
Τις είδε να βουλιάζουν.
Πλέον δεν είχε χέρια μήτε όνειρα.
Αμίλητος ένα πρωινό, άλλο,
όταν όλα δείχνανε πως τα ναυάγια είχανε σβηστεί μέσα του,
κίνησε κι έφθασε ξυπόλητος στη θάλασσα μπρος.
Το δάχτυλα των ποδιών,
σχεδόν βουλιάξανε στη βρεγμένη άμμο.
Μέρες, μήνες, χρόνια,
έμεινε εκεί να αγναντεύει τα χαμένα όνειρά του.
Μέχρι που η θάλασσα τον ερωτεύτηκε,
σκαρφάλωσε στον λαιμό, τα μαλλιά,
τον αγκάλιασε και τον φίλησε.
Δυο λευκές φτερούγες μοιάζαν τα κύματα
καθώς τον θάβανε σε τόπο αγαπημένο..
15/7/08
Φύση νεκρή..
λίμνη όπου χρυσόψαρο πια δε ζει,
άνεμος στην έρημο να τριγυρνάει,
ζωή που η ζωή την άφησε λειψή..
Δίχως τα μάτια, δίχως τα χείλη,
χωρίς ένα χάδι να σκιρτεί..
Μία καρδιά που οι χτύποι της είναι λίθοι
που σε πηγάδι ο χρόνος τους πετεί..
Φύση νεκρή, σάρκα διψασμένη,
δάκρυ δάκρυ μακριά πετάει η ψυχή.
Από όλους και από όλα ξεχασμένη
σε δυο στήθη ανάπηρα έχει κρυφτεί..
Μέχρι να σβήσει το φως.. και η τρέλα.
Από ραγισμένη φλέβα ο πόνος να χυθεί..
14/7/08
ομόκεντρος κύκλος
τα όμορφα μαλλιά σου μες τη μνήμη..
Μες το σώμα σου καίει όσο έχω ανάγκη φως
το μάγουλό σου από την φλόγα του ροδίζει.
Καμία ανάσα δική σου δε θ΄αφήσω,
στην αγκαλιά μου τον παλμό θα σβήσω...
Νεκρή, χωρίς πνοή, με την ψυχή δική μου
να χαρίζω και να σου παίρνω την ζωή μου.
Κι έπειτα, κάστρο άλλο θα σε ντύσω
στων ματιών τις πιο ψηλές τις πολεμίστρες,
κάθε που επέζησε στρατιώτη να συντρίψω
με που φαρμάκωσε ο πόθος βέλη τις ελπίδες.
Κι όταν ντυθώ ζωή μου την ζωή σου
στρατιά καμιά δε θα βρεθεί να μας νικήσει,
με το φιλί κι ασπίδα τη πνοή σου,
στον ουρανό η αγάπη αυτή θα κατοικίσει.
αστεγος Θεός
μα μες τα μάτια σου
και τούτο το μπορώ.
Κομμάτια οι ναοί
μες την καρδιά σου.
Και γω άστεγος
με σένα ουρανό.
10/7/08
Θέλω..
να γίνω θέλω ανατολή τα βλέφαρα ν΄ανοίξεις,
αίμα κόκκινο να βάψω τ΄ άσπρο σάβανό σου
μία ακόμη φορά από το θάνατο να γυρίσεις.
Ένα παράθυρο το στόμα σου σαν κλέφτης να τρυπώσω
και με φιδιού τη χάρη, τον δαίμονά σου να εξοντώσω.
Που χρόνια μέρες νύχτες στην έρημο σε έσυρε δεμένη
και την ψυχή σου έθαψε σε όαση από όλους ξεχασμένη.
Μα πάλι, μπορεί δύναμη τόση να μην έχω
στην κορυφή μιας πυραμίδας τον ουρανό να στερεώσω.
Στο πιο βαθύ λαγούμι της ψυχής σιωπή να μαζευτώ
πλάι στη θλίψη σου νεκρός για να ξαπλώσω.
5/7/08
Ερωτας
φωνή ερωτική
με είχες αγαπήσει
εκείνο το πρωί.
Μου λες καφέ σου φτιάχνω
με ζάχαρη πολύ
στα χείλη σου την φέρνω
στο πρώτο το φιλί.
Ξημέρωμα Σαββάτου
τσιγάρο να σε πιω
στην τελευταία ανάσα
μαζί σου να σβηστώ.
Νικόλαος Παπανικολόπουλος
Ξημέρωμα Σαββάτου
πνιγμένο στη σιωπή
σαν ψίθυρος θανάτου
που ψάχνει να με βρει
σαν όνειρο που θέλει
αλήθεια να γενεί
σαν κύμα που οδεύει
προς την καταστροφή...
Evaggelia-p
Η νύχτα που μας βρήκε,
μας κοίμησε μαζί.
Ξημέρωμα Σαββάτου.
Στα μάτια σου Ανατολή.
Σου είπα "Καλημέρα"
Μου είπες "Σάγαπώ,
και τούτην την ημέρα
μαζί σου θα την δω..!"
Ξημέρωμα Σαββάτου.
Και αύριο Κυριακή.
Ακόμη κι αν νυχτώνει,
το πρωί θα είσαι εκεί..
..να μου πεις ξανά Καλημέρα..!
Ηλιαχτίδα
Μέσα στους στίχους να χαθώ
και πρωινό καφέ να πιω
μια καλημέρα να ανταλλάξω
πέρα από την πόλη και το φιάσκο.
Ζαφορα
4/7/08
Η νύχτα δίψασε
τα μάτια σου τα ονειρεμένα
σκοτάδι ζήτησε να γίνει,
σεντόνι το κορμί σου να τυλίγει..
Η νύχτα σκόρπισε στους πέντε ανέμους
μαζί με όλους τους ερωτευμένους.
Τα λόγια της καρδιά σου να γυρέψει
άστρα στο λαιμό να τα φορέσει.
Η νύχτα που ήταν πάντα ξελογιάστρα
στων φιλιών σου φυλακίστηκε τα κάστρα
από τον ήλιο αρπάζει τη σελήνη
και στα μαλλιά σου μεθυσμένη τη στολίζει.
Η μικρή νεράιδα
μία κόρη των λιμνών.
κι επιπλέει το ραβδί της
φως σε σκοτεινό νερό.
Ασημόσκονη η ψυχή της
αστεράκια του ουρανού,
άδειο γέρνει το κορμί της
ταξιδεύει για αλλού.
Κι απ΄τό φως το μαγεμένο
με μια θλίψη αγοριού,
γέρνει ο άνεμος σκυμμένος
και τα χείλη προσκυνεί..
Χάθηκε μα το φιλί της
στους ανέμους κατοικεί.
Τις πιο άγριες τις νύχτες
στην καρδιά σου θα κρυφτεί.
Τότε η μικρή νεράιδα
θα σου πει πως σ΄αγαπά,
και ποτέ δε θα πεθάνει
αν μοιράζεις τα φιλιά...
3/7/08
άστρο μικρό
το άστρο το μεγάλο
κι έσβησες μες στο τόσο φως.
Τα χέρια που σε δείχνανε
τώρα θα σε ξεχάσουν.
Άστρο που στόλιζες γλυκά
τις σκοτεινές βραδιές μου.
Πήγες και έγινες κανείς
στην δόξα την μεγάλη.
1/7/08
Κι αν η καρδιά σου κομμάτια γίνει..
αν στ΄άστρα σκορπίσει,
θα σκαρφαλώσω στον ουρανό
ένα ένα να τα μαζέψω..
Κι αν σκορπίσει στην γη
κι αέρας την σκορπίσει
στα πέντε πέρατα,
άνεμος θα γίνω, στους ανέμους
τα ίχνη θα ακολουθώ τα κόκκινα,
πάνω στις παπαρούνες
και τα ρόδα που λάτρεψες,
όλο το κόκκινο της καρδιάς να μαζέψω
πνοή μου να κάνω να μεθώ..
Κι αν στη θάλασσα πέσει μέσα,
και σε τόπους χωρίς φως
η αγάπη σου κατοικήσει,
θά΄ρθω σκοτάδι
κυνηγώντας σαν ψαράκια
τους παλμούς σου,
σε αποχή θα μαζέψω όλα
τα χρώματα της θάλασσας,
και θα τα αγκαλιάσω,
να καώ να εκραγώ
και στο στερέωμα πάλι
η άνοιξη την θέση της να πάρει.
Στα κόκκινα χείλη σου θα την φυλακίσω
με ένα μου φιλί,
κι ας είναι αυτό το τελευταίο μου!
27/6/08
Αγάπης θραύσμα
κομμάτι μάρμαρο από άγαλμα σπασμένο.
Χείλη κόκκινα, από κρασί βαμένα
σύννεφα καπνού, μάτια ταξιδεμένα.
Μια ιστορία αρχαία η αγάπη αυτή
δε λέει στα ερειπιά της να θαφτεί.
Σκόρπια τα γράμματα, δεν σχηματίζουν λέξη
κι η σιωπή σου μετράει την αντοχή.
άτιτλο..
αυτόν που στο πουκάμισο ενός καλοκαιριού
δυο περιστέρια κρύβει που δε θα πετάξουν ποτέ.
Φοβάμαι της ηδονής σου το θηρίο
που τρέφεται με σάρκες ψυχής, και αίμα.
Δεν φοβάμαι τα άσπρα κοφτερά δόντια του.
Τους εφιάλτες τού μετά φοβάμαι,
να το κοιτάξω στα μάτια μετά..
Όταν το χορτασμένο θηρίο
γίνει και πάλι άνθρωπος
και η χαρά Ενοχή.
Πάνω από όλα φοβάμαι τους δείχτες.
Τους δείχτες των ρολογιών, των χεριών,
των επισημάνσεων σε ανεπίσημα έγγραφα..
25/6/08
Καλοκαίρι..
και λαμπαδιάσανε στη ζεστή νύχτα οι πόθοι,
κι ο άνεμος χάδι που με χάρη σπρώχνει
τ΄ άσπρα πανιά της ελπίδας στ΄ ανοιχτά.
Νηοπομπή ολόκληρη, μάτια κοκκινισμένα
από την αναμονή, πηγές πολύτιμων λίθων,
κοιτούν το πέλαγος και το πέλαγος βυθίζεται
στα όνειρα. Κρύσταλλα τα νερά, καθρέφτες διάφανοι.
Η σιωπή κάθε χίλιων χρόνων που πέρασαν
σβήνουν στον παλμό των κοριτσίστικων στήθων.
μικρές αόρατες γαλάζιες φλέβες, ποτάμια που ενώθηκαν
κρυφτήκανε σε ξεχασμένα άσπρα κοχύλια.
Μία γοργόνα τραγουδά, κι ο μεσημεριάτικος ήλιος στέκεται
δίχως μνήμη στις κορυφές μικρών ταξιδιάρικων κυμάτων,
μέχρι που σβήνει στην άμμο, αργά, καθώς το νερό ξανατραβιέται..
Κι η άμμος κάστρινα όνειρα μικρών παιδιών, τα καλεί..
Θηλάζει η ψυχή σαν μωρό φως, αγέρα, σιωπή..
Η θάλασσα απέραντη λευτερώνεται εντός της.
Μύρια σαν άστρα, που είναι πιο πολλά από τους κόκκους άμμου
τα ταξίδια που μπορεί να κάνει αυτή τη στιγμή.
Δυο γλάροι κεντάνε με το ράμφος τους
το ασήμι με το γαλάζιο, το νερό με το στερέωμα.
Κάποιο ψάρι σπαρταρά, καμιά ομορφιά δε το σώζει.
Είναι μικρό το καλοκαίρι, μα χωρά το αιώνιο
23/6/08
Αληθινά παραμύθια
τα μάτια σου στη θλίψη
λάμπουν τ΄ακριβά...
Τα παραμύθια ψέματα δεν ήσαν
ποτέ μην αμφιβάλεις,
τα ζούμε. Όλα είναι αληθινά.
Την πάλη με τον δράκο
δεν θα την αποφύγεις
στην χώρα της καρδιάς.
Μια πανοπλία σου χαρίζω από ανέμους
να την φοράς να μη ματώνεις..
Ανάμεσα από τα όπλα να περνάς.
Γιατί στο κάστρο της αγάπης
άλλος τρόπος να μπεις δεν υπάρχει.
21/6/08
Για σένα θα γίνω..
να μπω χάραμα κάτω από την πόρτα.
Θά μαι στο κατακαλόκαιρο δροσιάς φιλί
να σου τυλίξω το διψασμένο σου κορμί.
Για σένα θα γίνω λουλούδι του αγρού
να με κοιτάζεις και να με ζητάς.
Στην ψυχή σου να γίνομαι τραγούδι
στα χείλη σου να ζω, να μ΄αγαπάς.
Πουλί θα γίνω με τεράστιες φτερούγες
να σε σηκώσω ψηλά ως τον ουρανό.
Με πούπουλα να στρώσω στη σελήνη
διπλό κρεβάτι μόνο για μας τους δυο!
Λέξεις μισές
τραύμα που στο μυαλό μου κουβαλώ,
αισθήσεις που ξεψυχούνε...
Μία πνοή το ίχνος τους και πάει
από τα σύννεφα πιο ψηλά πετάει.
Σβήνει σαν νότα μέσα σε μνήμη ξεχασμένη
το βήμα σου που την ξεπερνά πονάει.
Σέρνω τα νύχια να ξεριζώσω τα φτερά σου
μα έχω μόνο την απουσία σου αγκαλιά μου...
Σβήνει στο φως κι η τελευταία ελπίδα
πουλί το δάκρυ, και πετά γι άλλη πατρίδα.
Κι η εξορία ο τόπος που απομένει
όταν όλοι φύγουν οι αγαπημένοι.
Σαν σκύλος που τον σφίγγει το κολάρο
και δεν σπάει κι η αλυσίδα η γαμημένη..
Αν θα μπορούσες.. αν .. αν αλυσίδες δε φορούσες.
Αν ήσουνα μόνος από ανθρώπους που μισούσες...
Αν στο κεφάλι σου τις νότες σου κρατούσες...
Αν... αν αγαπημένος ήσουν μπορεί να ζούσες...
Φυτρώνουν άραγε οι σταυροί, αναρωτιέμαι..
Ποτίζω δάκρυα τάφους σα νάταν κήπος.
Κάθε χαρά μου στο παρτέρι του νανουρίζω
με χώμα την σκεπάζω και ελπίζω.. νομίζω...
Δεν έχω λόγια, μήνας Ιούνης κι όλα πέσαν.
Φύλλα σκόρπια ξεραθήκανε, σπασμένα.
Έρημο κύμα ταξιδεύει η ψυχή μου....
Στα πόδια σου να φέρνει, τα ξεχασμένα.....
14/6/08
ατιτλο
θα κρυφτεί μια μέρα από την σελήνη πίσω.
Τις βαριές νύχτες, που δεν φέγγουν τα άστρα,
και τα χρώμματα άδεια είναι και μουντά...
ακόμα και τότε εσύ σίγουρη να είσαι πρέπει
πως η μέρα θα ξημερώσει για σένα,
πως το δάκρυ με την βροχή θα σμίξει
και τα λουλούδια..
Κουρτίνες ο χρόνος,
πίσω του, πιο πίσω να κοιτάς.
Πέρα από τα όρια του μπορώ, εκεί,
στον ορίζοντα του θέλω.
Να νιώθεις πρέπει άσπρο μου σύννεφο,
τον άνεμο. Να τον ακούς.
Γιατί μηνύματα σου φέρνει από την καρδιά μου.
Και σίγουρη να είσαι.. ακούς;
Αν θες, ψυχή παιδιού να φορέσεις, γδύσου.
Μα με ψυχή παιδιού να με κοιτάς σαν αμφιβάλλεις.
Ποτέ δεν κάνει λάθος η ματιά στα παιδικά τα μάτια..
9/6/08
άτιτλο
τα σύννεφα φτερά έχουν,
πιο γρήγορα από τα πουλιά πετάξαν
και με φτάσαν.
Νυχτώνει λες, και δύναμη καμία
δεν έχω
στη δύση του φωτός ν΄αντισταθώ.
Ίσως έφθασε της σιωπής η ώρα.
Να κλείσω τα μάτια
και να δω το κόσμο δίχως εσένα πια.
Ίσως, θα μπορούσε να συμβεί
κι αυτό,
σε έναν κόσμο που τα όνειρα πια
δεν κατοικούν.
Μα η μυρωδιά της βροχής
το άρωμά σου μου φέρνει..
αφιερωμένο
Τα πόδια μου βρέχω στις άκρες της κόμης σου,
κύματα στα οποία ταξιδεύει νοερά το χάδι
της ψυχής μου. Αγκαλιά για τα χρώματα του φωτός,
τα κόκκινα, τα κίτρινα και τα πορτοκαλί στολίδια του,
που σμίγουν με το σμαραγδένιο κρύσταλλο της ψυχής σου.
Σε αυτή την θάλασσα που έβρεξα μόνο τα πόδια μου, σαν προσευχή,
καραβάκια χάρτινα στέλνω ταξίδι μακρινό, με πανί τον πόθο.
Τα βλέπω λίγο πριν βουλιάξουν να λευτερώνονται γλάροι
στον ουρανό που σε σκεπάζει, σύννεφα να γίνονται τρυφερά!
Την ξιπασιά των μεγάλων καραβιών ξεπερνάω, που νομίζουν.
πως ταξίδεψαν ή πως σπουδαιότερα από τα χάρτινα καράβια μου είναι.
Η αρχή του χρόνου η μέρα που σε συνάντησα, την μεγάλη τρικυμισμένη...
Η αρχή του ταξιδιού, άρωμα που στον νου μου έφτασε, πριν αρχίσει ο χρόνος.
Πυξίδα μόνη, ο τρόπος που το κεφάλι γέρνεις, η κοριτσίστικη διάθεσή σου.
Δύο νησιά κι ένας αφαλός, τα μόνα λιμάνια. Καταρράχτες ο λαιμός σου
να χύνονται τα φιλιά του ουρανού, μέχρι τις άκρες των ποδιών σου...
Η θάλασσα δεν έχει αόριστο. Ανήκει μόνο σε όσους την ταξιδεύουν...
5/6/08
Ιστορίες καθημερινής τρέλας.
τα μέρη τα απάτητα να πάρουνε.
Τα λάβαρά τους σηκώσανε ψηλά
και με τραγούδια για δόξα ξεκινάνε.
Καθώς μια θάλασσα με πλοία θα περνάγανε
τους συναντά μία γριά στην παραλία.
Μαύρα φορούσε στην ψυχή της ενδύματα
και τα μαλλιά της άσπρα σα τα μνήματα.
Οι στρατιώτες που την είδανε δακρύσανε
και της μάνας τους την όψη θωρήσανε.
Τα βήματά της γυάλινα ήταν όστρακα
που ξέχειλα ήλιο, βάφαν τα κύματα.
Τα λάβαρα σκεπάσανε τα πλοία
για μια μεγάλη καλούσανε θυσία.
Μία καμπάνα τον χρόνο αναρίγησε
τα παιδικά τους τόξα εντός τους λύγισε.
Μικρή η θάλασσα ελάχιστα τα πλοία
άφησαν λοιπόν τα όνειρα σ΄αυτή την παραλία.
Με άδεια αμπάρια κινήσανε να γράψουν ιστορία.
Και φύγανε τα πλοία στη σειρά
μακρύνανε και χάθηκαν στ΄ορίζοντα.
Κι έτσι θα τέλειωνε κι αυτή η ιστορία
μία σελίδα να στολίζει τα βιβλία.
Μα ένας φαντάρος που φάνηκε απειθάρχητος
μες το πουκάμισο τα όνειρά του κρύβει.
Βαρύ το πλοίο του, δεν κίνησε με χάρη
πιο πίσω έμενε λες κι άγκυρα είχε να τραβάει.
Κι ο πυρετός το πλήρωμα πλακώνει
μία αρρώστια άγνωστη τη δόξα τους στεγνώνει.
Σε λίγο ακυβέρνητο έπλεε το καράβι
κι από τους χάρτες χάθηκε.
Στου ουρανού το είδανε τα μέρη
με ένα σύννεφο πανιά να ταξιδεύει.
2/6/08
Φονικό φιλί
φρεσκολουσμένο,
αστράφτανε τα μάτια από πόθο
και το φιλί, σαν άνεμος, την είχε κυριεύσει.
Το κόκκινο ενδύθηκε το πέπλο, μόνο,
και στο παράθυρο σκαρφάλωσε του έκτου
ατενίζοντας, μεσάνυχτα, τα λίγα φώτα.
Το ένα πόδι στο κενό, μετέωρο.
Μία ηδονή γλυκιά σα μέθη
της γαργαλούσε τα ταραγμένα στήθη.
Μα μες την ζάλη την γλυκιά, η δύστυχη,
δεν είχε σωστά το βάρος της ζυγίσει.
29/5/08
Από το μηδέν, γιατί όχι;
Μικροί μες τα τεράστια "μπορώ" μας, ταξιδεύουμε τσακιζόμαστε ή συνεχίζουμε. Τόσα συντρίμμια, κόκκοι άμμου στα πόδια σου μπρος, προσευχές είναι. Όλες για σένα, που πατάς πάνω στην άμμο, και μπορείς να χορεύεις, νομίζοντας μόνη. Μόνη δεν είσαι... Η άμμος, το φως που ανέτειλε ή έσβησε την πιο σκληρή ώρα για κάποιους, σε σένα χαμογελάει ακόμα. Τόσο μικρή και παράξενη είναι η ζωή, που το σημείο μηδέν να αναζητάς πρέπει διαρκώς, όταν νομίζεις πως ο καιρός σου πέρασε, οι άνθρωποι φύγαν, ή οι ευκαιρίες παραιτηθήκανε στο πλάι ενός προκαθορισμένου δρόμου. Όσο ανασαίνεις, όσο σκέφτεσαι και νιώθεις, όλα είναι δυνατά, όλα μπορούν να σου συμβούν. Κι η θάλασσα, ψέμα είναι, μη το πιστέψεις. Ποτέ δε σε πρόδωσε. Σε περιμένει....
27/5/08
Εσένα
με κουρασμένες ρυτίδες να πονούν.
Με βλέμμα θαμπό αντέχουνε ακόμα,
στα ημερολόγια που τις μέρες μας ξεχνούν.
Μια ζωγραφιά μου χάρισες παιδάκι,
χάρτη την έχω να κοιτώ τον ουρανό.
Με κόκκινο μελάνι της καρδιάς σου
στιχάκι σκάρωσες, την καρδιά μου να κεντώ.
Είναι ο χρόνος ένα τεράστιο ψέμα
που τον καθρέφτη οικτρά τον ξεγελά.
Όσο και να κρυφτείς, θα βλέπω εσένα,
που την ψυχή μου χρόνια κυβερνά!
25/5/08
Χάραγμα
εκεί που ανθρώπων η χωμάτινη λαλιά σιωπεί.
Όποιος μαζί σου θέλει να μιλήσει
θα πρέπει στα δυο του πόδια να σταθεί,
να τεντωθεί...
Δεν πρέπει εσύ τα φτερά σου να τα κλείσεις
και να σβηστεί η αγγελική σου η μορφή,
αν τους ανθρώπους, όπως νιώθω, έχεις αγαπήσει,
μη τους στερήσεις ενός αγγέλου την ψυχή.
Είναι μονόδρομος τούτη η μοναξιά σου
είναι αγάπης χάραγμα της μοίρας,
και δεν μπορείς από την μοίρα να κρυφτείς.
Και τον καρπό σου να κόψεις μη σε σέρνει
πάλι εκείνη θα βρεθείς ν΄ακολουθείς...
24/5/08
τα βιβλία με τα ποιήματα..
χωρίς πατέρα ή μητέρα.
Μια ώρα ντροπής του ανθρώπου,
μια ώρα υπερβολικού έρωτα,
στιγμές που τα αυτιά κλεισμένα ήταν
σε ρόλους και προσταγές.
Νόθα, σαν τις αλήθειες,
που ντρέπονται να αγγίξουν
οι καθώς πρέπει πολίτες.
Καίνε τις καρδιές, τα λόγια
τα νόθα τούτα.
Τρελού φορεσιά μοιάζουν
που δραπέτευσε..
Στην φωτιά ανήκουν από όπου γεννήθηκαν.
κι αφού πυρά καλή να τα κάψουμε
δεν βρίσκεται εύκολα στους καιρούς της εικόνας
τα τυλίγουμε με σιωπή, και τα θάβουμε.
Όπως θάβουμε τους νεκρούς,
μόνο που οι τάφοι τούτοι μυστικοί παραμένουν.
Για το κοινό, βλέπεις καλό.
Την διατήρηση της τάξης και των ισορροπιών...
Μα όταν βρεθούν στα σωστά χέρια,
σπαρταράνε σαν πουλιά που λευτερώθηκαν!
Χτυπά η καρδιά τους,
και για σένα που έχεις ν΄ακούσεις
μια ιστορία θα σου πουν, και θα καούν..
Από την ευτυχία! :))
23/5/08
άτιτλο..

Αν κατάβαση στην ψυχή να αρνηθείς, δεν μπορείς, κάντο σωστά. Την λύρα του Ορφέα μαζί σου πάρε. Και σύρε στην ζωή, μαζί με σένα, της ψυχής το φως που αγάπησες. Κι άσε το σκοτάδι να κυνηγάει, όσα ποτέ δεν πρέπει να χαθούν. Ποτέ, δίχως εσένα που τα κουβαλάς, δεν θα τα φτάσει... Εικόνες είναι, μνήμες, μα και παρόν... Κόκκινο αίμα, που σώπασε θαρρείς, μα αυτό πιο δυνατά κυλάει σε τόπους μυστικούς, ποτάμι υπόγειο. Τίποτα δεν μπορεί να χαθεί, και δεν πρέπει, τα δώρα αυτά πουλιά είναι, να πετάξουν γυρεύουν... Άστα, να γεμίσει ο ουρανός, τάματα που ποτέ δεν ειπωθήκανε σαν τάμα, μα την ψυχή δεσμεύουν, μέχρι να γίνουν.....
22/5/08
Πριν το φιλί...

Στο σκοτάδι κατοίκησα όταν τα μάτια σου άνοιξες πρώτη φορά, Γυναίκα. Τα λουλούδια μαδήσανε, ντροπιασμένα νιώσανε σ΄αυτό το σεληνόφως που το κορμί σου σαρκίο έντυσε. Η βροχή που ακολούθησε παράπονο ήταν, από τ΄αστέρια, που σε νιώθαν μακρυά... Βάλτωσε η γη. Τα πάντα σκέπασε καημός μαύρος, και συ, με ξέμπλεκα τα μαλλιά, ξάπλωσες. Μια βάρκα έγινες σε τοπίο θανάτου. Και τα νερά, της σκέψης απόνερα, στην καρδιά μου σε φέραν. "Φοβάμαι", είπες... "Άδειος ο κόσμος...σκοτεινά τα νερά."
Στην πιο σκοτεινή γωνιά της καρδιά σου στέκω, και σε κοιτώ. "Εφιάλτης, είναι", ψιθυρίζω... Κοιμήσου...
Και με το χέρι ταράζω το νερό, το λίγο φως που από σένα έρχεται σκορπάω, το είδωλό μου να σβήσω. Να μη θυμάμαι... Πως κάποτε, πριν από ένα φιλί, Ένα ήμασταν, εσύ κι εγώ, στο ίδιο σώμα κατοικούσαμε
21/5/08
Το μεγάλο φεγγάρι..
που δίχως πράξη την ελπίδα χαϊδεύουν,
θάλασσας κύμα η ψυχή μέσα στο σώμα
ψιθυρίζει τραγούδια των αγγέλων.
Έχει μικρύνει ο ουρανός, μες σ΄ένα δάκρυ
χώρεσε το φωτεινό του μπλε.
Και η αγάπη μες στο διπλό κρεβάτι,
να μη χωράει χωρίς περικοπές.
Μαργαρίτες φοράνε τα σεντόνια
του ήλιου το φως να κάνουν τρυφερό.
Μα τις νύχτες, μεγάλο το φεγγάρι
και δεν το αντέχεις ντυμένος ή γυμνός.
20/5/08
Μαζί..
μέσα στα μάτια σου φεγγάρια τα γιατί.
Ψάχνω στο χέρι σου τον δρόμο να αγγίξω
να φτάσουμε ως στο τέρμα του μαζί.
Δεν έχω δύναμη τον άνεμο να κρατήσω
πάντα γλιστράς μες τα σοκάκια μοναχή.
Ίχνη από άστρα γυρεύω στο σκοτάδι,
ξαγρυπνισμένο με ξαναβρίσκεις το πρωί..
Είναι γλυκιά η καλημέρα στην ματιά σου
ένα χαμόγελο, μου δίνει πάλι την ζωή.
Είσαι ένας δρόμος που μ΄αγαπάει
κι ας είναι έρημος η πορεία η πολλή..
Μια απορία το μυαλό μου το κυκλώνει
μέσα στα μάτια σου φεγγάρια τα γιατί.
Ψάχνω στο χέρι σου τον δρόμο να αγγίξω
να φτάσουμε ως στο τέρμα του μαζί.
19/5/08
Ορίζοντας εσύ
φάροι τα μάτια σου για δύσκολο καιρό.
Θα εξώκειλα δίχως εσένανε καρδιά μου
μα είμαι τυχερός, που σ΄αγαπώ!
Απλώνω για σένα χάρτες στα όνειρά μου
όλο τον στόλο μου βυθίζω στο εδώ,
στα χέρια σου βαστάς την μοναξιά μου
άγκυρα που την φοράς σαν τον σταυρό.
Τα ναι, τα όχι, γλάροι που πετάνε
στα σύννεφα θα σβήσουν, θα χαθούν.
Ορίζοντας, ο ένας τον άλλο να κοιτάμε,
πιο πέρα δεν υπάρχει η ζωή.
17/5/08
Η αντάμωση
"Ο χρόνος μου τελεύει", σκέφτηκε, "και εκείνη ακόμα δεν έχει φανεί. Μπορεί να έχασε τον δρόμο... Να της δώσω πρέπει σημάδι. Τα φώτα της πόλης δεν κοιμούνται ποτέ, πάντα άγρια και θλιβερά. Οι άνθρωποι την νύχτα γίνονται πιο μοχθηροί και πιο φοβισμένοι.. Την θυμάμαι... δεν θα κατάφερνε ποτέ να με βρει νύχτα στην πόλη." Και με αυτές τις σκέψεις, που στάθηκαν γεύση κρασιού που ξύδιασε στα χείλη του, έκανε έναν κόπο να σηκωθεί από το παγκάκι. Το στήθος του πόναγε πολύ σήμερα. Μα όσο κι αν τον τσουρούφλιζε ο πόνος, στράφηκε σε κατεύθυνση άλλη από το σπίτι του... "Μακρυά από τα φώτα.. εκεί, εκεί πρέπει να πάω", μονολόγησε, και μια παρέα νεαρών που περνούσανε εμπρός του τον άκουσε, και έβαλαν τα γέλια. Εκείνος δεν τους είδε.. Είχε συνηθίσει τις σκιές των ανθρώπων.
Με βήμα αργό ταξίδεψε, σέρνοντας το αριστερό του πόδι, σχεδόν ως το πρωί. Τότε είδε την Αφροδίτη! Εκείνο το άστρο που τόσο λάμπει λίγο πριν το ξημέρωμα! Στάθηκε, και κοίταξε γύρω του, πολύ κουρασμένος, μα με μια ευτυχία τεράστια! Τα σπίτια ελάχιστα, κι όλα σκοτεινά. "Εδώ οι άνθρωποι κοιμούνται τις νύχτες", συλογίστηκε. Μια απλωμένη μπουγάδα, τράβηξε την προσοχή του.. Στην τσέπη του ένα μικρό σουγιαδάκι για να καθαρίζει τα μήλα. Πλησίασε, κι έκοψε το σχοινί. Κάποιος πετεινός λάλησε... Τα άστρα όλα αναμμένα ακόμη. Μα για πόσο;
Έφτιαξε μία θηλιά στο σχοινί, και, δύσκολα, ανέβηκε σε ένα τοιχάκι, κάτω από μία μουριά. Έδεσε το σχοινί, και αφέθηκε να γλιστρήσει από τον τοίχο. "Αν κρεμαστώ τώρα" ήταν η τελευταία του σκέψη, "στα αστέρια κρεμιέμαι... Από εκεί ψηλά θα την δω και θα με δει."...
Κόκκινο το πρώτο φως της αυγής... Κάποιος αλλοδαπός εργάτης, που είδε την σκηνή από μακρυά, έβαλε τις φωνές σπεύδοντας για βοήθεια, μα ήταν αργά.. Οι φωνές του ανοίξανε τα παράθυρα, κι εκείνος τρομοκρατημένος το έβαλε στα πόδια. Σε λίγο γύρω από την μουριά είχε γεμίσει κόσμο... "Να περιμένουμε την αστυνομία" ακούστηκε μία φωνή. Και κανείς δεν τόλμησε να πλησιάσει τόσο ώστε να αγγίξει την σωρό του γέροντα.
Ανάμεσα στους τρομαγμένους ανθρώπους, δυο νέοι κοιταχτήκανε στα μάτια, κι αγκαλιασμένοι, γελάσανε, γιατί τους φανήκανε όλα τόσο αστεία! Ένας γείτονας τους άκουσε και γύρισε να τους κάνει παρατήρηση. Μα δεν υπήρχε κανένας εκεί που μόλις πριν, στεκότανε το ζευγάρι.
16/5/08
Σε σένα..

Σε σένα που ποθώ
τα λόγια μου φιλιά
να έρθουν να σε βρουν
να κάψουν τον καημό,
που χρόνια με μεθάει.
Τα μάτια σου φωτιά
που καίνε την καρδιά
σα τα ξερά τα φύλλα.
Την στάχτη μου αυτή
να ρίξεις στο κρασί
φαρμάκι να το πιούμε.
Και με χάδι γλυκό
από πόνο κακό
μαζί να ξορκιστούμε.
Σε σένα που ποθώ
τα λόγια μου φιλιά
να έρθουν να σε βρουν
να κάψουν τον καημό,
που χρόνια με μεθάει.
Θα ανάψει πυρκαγιά
ψηλά ως τον ουρανό
αγγέλους να ζεστάνει.
Η νύχτα συντροφιά
τ΄αστέρια της θ΄ανάβει.
Κι ο χρόνος θα ντραπεί
στην άμμο θα κρυφτεί
κοχύλι προσευχής,
το κύμα να τον πάρει...
Κίτρινο φύλλο στον άνεμο...
15/5/08
Να παίξουμε;
σφραγισμένα
κανένα δεν άνοιξε. Δικά σου είπε!
Είναι συλλεκτικά!
Και συ παιδί μικρό τα δώρα άνοιγες
με χαρά.
Κι όταν το είδε απελπίστηκε!
Τι όμορφα δώρα πόσο σπάνια...
Τα χάλασες, τα άνοιξες, είπε.
Και συ που ήθελες μαζί να παίξετε
με κλάμα βουβό
μαύρη την καρδούλα σου έβαψες.
Και τώρα σε ρωτώ εγώ,
και πρόσεξε τι θα πεις.
θες να παίξουμε;
13/5/08
Αντάμωση..
πάνω από θάλασσα αχινών ταξιδεύει
ανέγγιχτο
με τα μάτια να ανοίγουν και να κλείνουν
κοιτώντας τα άστρα!
Συχνά τα κορμιά ανταμώνουνε,
πέφτουν το ένα πάνω στο άλλο
και καμιά φορά μπερδεύονται
και γίνονται ένα.
Κορμιά που στην ίδια θάλασσα επιπλέουνε
ψυχές που κατοικούνε στον ίδιο ουρανό.
Και τότε,
η θάλασσα κοπάζει. Γίνεται άμμος
και κύματα.
Και χέρι χέρι τότε
με πατημασιές στην άμμο,
τα ονόματά μας γράφουμε.
Μία λέξη μόνο.
Αγάπη!
10/5/08
Ένα πραγματικά υπέροχο βίντεο...
Ένα πραγματικά υπέροχο βίντεο-κλιπ, που θέλησα να το μοιραστώ μαζί σας...
9/5/08
άτιτλο
και τα χαμόγελα χαθήκαν.
Διπλώθηκαν μαζί με τα σεντόνια
καθώς μια τάξη έμπαινε στην αταξία.
Ίχνος σκόνης δεν έπρεπε,
όλα στολισμένα, όλα όμορφα
σε σειρά σωστή.
Και...
Το χαμόγελο του παιδιού έσβησε
τα μάτια σκοτεινιάσαν,
το ροζ φουστάνι του κόκκινο μοιάζει
στο χλωμιασμένο ανήλιαγο δέρμα του.
Τα λουλούδια στη βεράντα ανθίσαν,
μα τα λουλούδια της ψυχής απότιστα μείναν.
Το παιχνίδι, ψηλά, τακτοποιημένο.
Και το γόνατο που δε μάτωσε, πονά
8/5/08
άτιτλο
και συ καράβι που γλυστράς μες τον αφρό.
Το βλέμμα σου χάδι στο αγέρι
και μες το χέρι τής καρδιάς της ο παλμός.
Απόψε έσβησε ο πόνος στο αλάτι
ναυάγιο που σκέπασε ο καιρός.
Κι η άγκυρα, σαν "θέλω" παρατημένη,
αφήνεται να την πάει ο χορός.
Ο πιο γλυκός τρόπος να πεθαίνεις
σε δύο μάτια μ΄ερωτήματα πολλά.
Αντί απάντηση φιλιά να παίρνεις
και να καις τα λόγια στη φωτιά...
7/5/08
Blogoπαίχνιδο - Ετσι γράφω...

Πατήστε πάνω για να μεγαλώσει η εικόνα..
Οι κανόνες του παιχνιδιού - ακριβώς όπως τους αντέγραψα:
1. Γράψε
2. Σκάναρε (ή φωτογράφισε… )
3. Πόσταρε.
4. Ειδοποία! Απαραίτητα στο τέλος του ποστ γράψε: για το http://autographcollectors.blogspot.com
5. Προσκάλεσε άλλους 5 ή και περισσότερους blogger να συμμετέχουν. (επίσης απαραίτητα, για να μαζευτούν όσο περισσότερα χειρόγραφα γίνεται)
Και προσκαλώ τους: Ελένη (σταγόνα), Αρματάν, Μαργαρίτα, Νατάσα, Αρτάνη! :))
για το http://autographcollectors.blogspot.com
6/5/08
Στην Αρματάν..
Στο πιο βαθύ κάστρο του δάσους υποχώρησα, όταν για πρώτη φορά σε είδα. Σε μια κουφάλα δέντρου σκεπασμένη από κλαδιά, καταφύγιο γύρεψα.... Κι ύστερα, εκείνος ο ήχος ανάσας βαριάς που με έκανε να γυρίσω να δω, πίσω από την πλάτη μου. Τα μάτια σου λαμπερά, καστανά, σκεπασμένα από φύλλα πλάτανων... η μουσούδα σου ακίνητη, ερευνητική. Με διάβαζες με την μυρωδιά... Πάγωσα. Μα εσύ κάθισες αναπαυτικά, και συνέχισες να κοιτάς. Ήταν η σειρά μου...
Σε παρατήρησα τόσο που ονειρεύτηκα. Βρέθηκα να χάνομαι, να παθαίνω ασφυξία συνειδητοποιόντας πως πια δεν πατούσα στην γή, δεν ήμουν άνθρωπος, δεν είχα τίποτα άλλο από μια αόρατη συνείδηση, και βάδιζα σε μια χιονισμένη σελήνη, κοιτώντας την γη από ψηλά. Σκέψεις πολλές, σαν πουλιά τρομαγμένα, πετούσαν ανάμεσα σε μένα και την γη, όλα τραβώντας για κάπου πέρα, μακρύτερα από τα αστέρια. Καμιά δε ξεχώρισα. Μόνο αυτός, ο τρελός θόρυβος από τα φτερουγίσματά τους, κι η αίσθηση πως πουθενά δεν πατάω αληθινά, δεν βρίσκομαι, με γέμισαν ένα φόβο τόσο μεγάλο, τόσο άγνωστο, που δεν είχα ποτέ ξανανιώσει...
Το γρύλισμα ενός χαδιάρη λύκου, με έκανε να ανοίξω τα μάτια μου, να γυρίσω ξανά στην γη. Η μουσούδα του, σχεδόν άγγιζε το πρόσωπό μου, ξαπλωμένος δίπλα μου... Κάνω να τον χαϊδέψω... μέγα λάθος... Ο Λύκος από κουτάβι έγινε άσπρος τύραννος, τα δόντια του πύλες φωτιάς, θα μπορούσα από κει εύκολα να κατέβω μέχρι την κόλαση.... Και στη στιγμή έκανε μεταβολή, και τον είδα να χάνετε ανάμεσα στα φυλλώματα των θάμνων... Μα λίγο πριν χαθεί εντελώς, σα να το φαντάστηκα, μου έγνεψε με το κεφάλι να ακολουθήσω. Όρθιος και γω, πιότερο τους ήχους να ακολουθώ, παρά ότι έβλεπα, τα πόδια ξεσχίζοντας και τα χέρια στην άγρια βλάστηση για να προλάβω... Έτρεχα ... άγνωστο πόσο... και τότε είδα. Μία μεγάλη λίμνη, ο Λύκος στην όχθη να περιμένει, κι ύστερα, όταν κοντά ήμουνα πια, μα πριν τον φτάσω, με βήμα αργό βυθίστηκε στο νερό και δεν τον ξαναείδα. Ήταν η ώρα που ο ήλιος έσκυβε το κεφάλι, υπόκλιση βαθιά, για να υποδεχτεί την σελήνη, βασίλισσα της καρδιά του, εξουσιάστρια των πόθων του... Ο άνεμος αργός και ζεστός, στεκότανε κι αυτός, όλα περιμένανε την αντάμωση. Πλησίασα το νερό, αργά σα τον λύκο. Και κοίταξα. Κατάλαβα... Δεν ήταν του λύκου η ψυχή π΄ακολουθούσα. Η δική μου ήταν. Και καθώς στα μάτια μου μέσα τον Λύκο έβλεπα, είδωλο δικό μου, μακρυά πολύ, πέρα από εκεί που βρισκόμουν, το κάλεσμα άκουσα της αγέλης....
άτιτλο
2/5/08
ατιτλο...
Ευτυχώς!
Το στόμα μου φυλακή,
δέσμια την ανάσα σου θα κρατήσω,
όταν πεθαίνεις
και δεν φτάνει η δική μου αναπνοή,
ξανά στην ζωή να γυρίζεις.
Για λίγο μόνο!
Τίποτα δεν διαρκεί περισσότερο
από .. το τώρα...
Θα έπρεπε να το ξέρεις!
Έτσι είναι!
Ανάμεσα στο από που έρχεσαι
και που πηγαίνεις,
κατοικεί το γιατί.
Η θέση άδεια για μένα, εκεί
Όχι, δεν θα με βρεις..
Όχι με το που, όχι στα πως.
Ούτε εμένα, ούτε κι εσένα.
Με ένα γιατί, μια ζωή θα είσαι
αν την στιγμή εξηγείς.
Άχρηστη η γνώση σου,
άχρηστες στις γλώσσες των ανθρώπων
οι λέξεις.
Η γεύση μόνο, κι η επιθυμία, αρκεί..
30/4/08
...άτιτλο
22/4/08
Παλίρροια
κι έβλεπα εντός τους τον ωκεανό..
Μα βιτρίνα τώρα ξέρω πως θωρούσα
κι από μέσα στεκόμουνα κι εγώ..
Την αλήθεια με αλάτι δεν ξεπλένει
δίχως αίμα να κυλίσει στο κορμί
το φιλί αγαπημένου που οδεύει
το ξημέρωμα την ψυχή σου για να βρει..
Κι είναι νύχτα που όλους τους τρομάζει
γι αυτό ξυπνάς πάντα μόνος την αυγή.
Η σελήνη την μοναξιά σου εξουσιάζει
και η παλίρροια σκεπάζει την ακτή.
21/4/08
Το μυστικό..
μ΄απόψε στον ήχο των βημάτων ξεκλειδώσαν.
Βαριά τα βήματα, η προσμονή βαρύτερη,
με φόβο κύλισε το αίμα ως τα δάχτυλα
αβέβαιο το άνοιγμα, μαγκωμένη στο σκοτάδι η ελπίδα.
Χορογράφος η θλίψη στην σκόνη που στο φως του ήλιου,
χιλιάδες μικρά ουράνια σώματα έμοιαζε.
Και η ψυχή κάπου εκεί, να αιωρείται δίχως "γιατί" πια.
Παλιώσανε και πέσανε όλα σαν κακοφορμισμένο δέρμα.
Λείψανα και κειμήλια αλλοτινού καλοκαιριού,
μουσική ετεροχρονισμένη, που ξεχάστηκε
στις χαραμάδες του ξύλινου πατώματος,
κάτω από τα άσκοπα καθημερινά πήγαινε έλα....
Μα απόψε είναι αλλιώς, η σκάλα τρίζει πάλι
στον ρυθμό γνώριμων ήχων, ανάσα αγαπημένη.
Μια μυρωδιά μνήμης, γιασεμί και πασχαλιά....
Στη σιωπή ανέτειλε κι έδυε, σα νύχτα.
Τώρα καθώς ο ήλιος φώτιζε το χαμόγελό της,
το γέλιο της απαλό σαν φως τον χώρο γέμιζε!
Παράξενο, πως τόσοι πολλοί την ίδια παράκρουση είχαν.
Και το ανοιχτό παράθυρο, ακόμη ένα μυστήριο.
Το απλωμένο χέρι της, σα νά΄θελε να το κλείσει, είπαν
Ας ήταν..
Ας ήταν να γυρνούσα και πάλι
στης μοναξιάς σου το ακρογιάλι
ας ήταν ο χρόνος χορός
τρία βήματα πίσω και ένα εμπρός.
Το πρόσωπό σου τ΄αγαπημένο
με φως αγάπης στολισμένο
να μου τυφλώνει γλυκά τις σκέψεις
τον θάνατο κοντά μου να αντέξεις...
20/4/08
Μικρή γραμμή
καλοκαιριού αυλάκι αλμυρό...
Κράνος αιμάτινο οι σκέψεις
μια θάλασσα που πνίγει την ζωή.
Μία πορεία χωρίς υπεκφυγές
μία ευθεία πριν γεννηθούν αναστολές...
Μικρή γραμμή,
δίχως των φρένων την τελεία...
Άστρα τα μάτια τριγύρω σκοτεινιάσαν
και μία ρόδα να γυρίζει σταματά.
Τα όνειρά μου θηρία π΄αφηνιάσαν
τώρα πια τρέχουν από μένα μακρυά.
19/4/08
Το κορίτσι με τις φακίδες
Μια άνοιξη
ένας χειμώνας.
Η μεταστροφή της σκέψης βάλτωσε στο καλοκαίρι
Το φθινόπωρο αιώνιο
σα φύλλα πέφτουν σκέψεις και φωτογραφίες παλιές έχουνε σκεπάσει τα μάτια.
Το βήμα δύσκολο , σκοντάφτει σε μνήμες.
Η φωνή σου εμβατήριο πρωινό
η μέρα χαράζει...
Άσπρο ένδυμα φόραγες από όταν θυμάμαι τον πρώτο σου ήχο.
Μελανιασμένη η μια όψη του προσώπου σου...
Θυμάσαι ακόμη...πάντα... έτσι;...
Το πρωινό τούτο θα μπορούσε το χατήρι να κάνει
μα η καρδιά δεν βαστά καλά τα θέλω της.
Η πτώση μοιραία, σαν τα φθινοπωρινά φύλλα.
Το καλοκαίρι αιώνιο, πέτρα που λιάζεται καρφωμένη στην γη.
Δεν σμίγουν αυτά τα δυο σου είπανε.
Φεύγει το ένα όταν έρχεται το άλλο...
Πόσο λίγο σε γνώρισαν....
Σκέφτομαι συχνά τ’ατελείωτα καλοκαίρια
Ακουμπώ το μέτωπο στο υγρό τζάμι του χειμώνα
- η βροχή δεν κρύβει πια μυστικά για μένα -
και αναπολώ ...
εκείνα τα μεσημέρια που ξέφρενα τα τζιτζίκια
πρόδιδαν τον ερχομό σου
πριν ακόμα έρθεις, τα δάχτυλα της προσμονής
άγγιζαν απαλά τα λυμένα μαλλιά του κοριτσιού
με το λευκό φανελάκι και το τριμμένο σορτσάκι...
με τα χείλη σου μετρούσες τις φακίδες
που είχε αφήσει ο ήλιος
και έλεγες πως τ’αστέρια ήταν πιο λίγα
πως κατάφερνες και εμφάνιζες αστρα
καταμεσήμερο ,
πως με έκανες και ονειρευόμουν
χωρίς τη νύχτα να χρειάζομαι ;
Κρυφά τρύπωνες από τα μισάνοιχτα παντζούρια
δρόσιζες τα ξαναμμένα μάγουλα της νιότης
και άφηνες ένα ήλιο χαμόγελο στα μάτια μου
μα το φθινόπωρο έκρυψε τις φακίδες, τα μεσημεριάτικα αστρα
και το λευκό φόρεμα λέκιασε...
μου είχαν πει ότι ήλιος και βροχή δεν μπορούν ν’απαντηθούν
κανείς ποτέ ξανά δεν με αντάμωσε
ακόμα περιμένω...
ίσως όμως να μην με αναγνωρίσεις
ψάξε στα κοχύλια του παρελθόντος..
εκεί είμαι..
το κορίτσι με τις φακίδες και το σπασμένο χαμόγελο....18/4/08
Για έναν αλήτη
πως να αντέξεις την μπόχα τους,
τα βρώμικα ρούχα,
και το χειρότερο: το βλέμμα τους.
Δεν έχει σημασία αν κοιτάνε κάτω
ή από την άλλη πλευρά.
Κι αν γυρίσει;
Αν το μικρό παιδί
που βαστάς από το χέρι σε ρωτήσει;
Μία θάλασσα σκόνης
στο μπουφάν τους,
αρκετή να καταστρέψει τα ιδανικά
του πολιτισμού μας...
Άνθρωποι υπάνθρωποι,
πιότερο σκύλοι από τους σκύλους,
σκύλοι ανθρωπόμορφοι
που δεν ξέρουν καθόλου καλά
την ουρά να κουνάνε.
Στα χείλη τους φωλιάζουν λέξεις άρρωστες,
χωρίς ήχο..
Κινήσεις των χειλιών που σε κάνει
απρόσεχτο και βιαστικό στο βήμα.
Ψίθυρος, βήχας ίσως...
Βρισιά που δεν χωράει στα ζεστά ρούχα σου.
Στην καθαρή αναπνοή σου.
17/4/08
Ο άγνωστος Χ
μία εξίσωση ο τρόπος της ζωής του..
Άμα τον βρεις, ποτέ δεν θα τον έχεις
διακοσμητικές θα μείνουνε οι πράξεις.
Εντός σου γεννημένος από πάντα,
μοιάζει σαν όμορφη θέα στην βεράντα.
Και συ που σε δυάρι μικρό μένεις
συγκάτοικος με άλλους, υπομένεις.
Είναι δύσκολο να τον διαγράψεις
δίχως μια χιαστή να σχεδιάσεις...
Με χέρια και με θέλω ανοιγμένα,
θαρρώ η χιαστή, είναι για μένα....
16/4/08
Τα παλιά νεοκλασικά...
μέρα μεσημέρι
σ΄ένα κεραμίδι
που ο χρόνος αναμοχλεύει...
Κρυμμένη ήταν η ζωή εκεί
χρόνια πολλά σα φίδι
κουλουριασμένη προσευχή
γι΄αυτούς που έχουν φύγει.
Ερείπια άλλης εποχής,
σπίτια παλιών αρχόντων,
τώρα δούλοι τα κουβαλάν
βωμοί των συμφερόντων..
Μα όταν του δούλου η φωνή
συμφέρον σου φωνάζει
είναι στο χρήμα υποταγή,
και της ψυχής μαράζι..
Ίσως μπορούσε να σωθεί
ίσως μπορεί ακόμη.
Μα η ζωή είναι μικρή
κι ο δρόμος ερημώνει.
Φωνές δεν έχει πια παιδιών
ανθρώπων π΄αγαπάνε...
Το γέλιο πλέον στέρεψε
κι η μοναξιά σκοτώνει.
15/4/08
Ερωτικό
σαν άροτρο η ψυχή ακολουθεί, τ' αγαπημένα σέρνει.
Είναι η φωνή σου μια ωδή στο μπλε το σεληνόφως
μοιάζει τραγούδι μαγικό, και δραπετεύει ο πόθος.
Τ άστρα τριγύρω κάθονται, στα μάτια σε κοιτούνε,
άγγελοι σ΄ερωτεύονται, στο στήθος σου κοιμούνται.
Και μια κοπέλα μακρυά, στης μοναξιάς το δάσος
σ΄ ένα παράθυρο μικρό, δάκρυσε απ΄τό πάθος.
Γιατί φλόγες τα λόγια σου, ο άνεμος τα παίρνει
κι όπου χορτάρι δίχως νερό, εκεί η φωτιά τα δένει.
Μια μάγισσα χωρίς λαλιά για χρόνια την βαστάει
μα στου γιασεμιού τ΄ άρωμα, απόψε ξεψυχάει.
Κι είναι η ψυχή της κάλεσμα, σε σένα απαντάει.
Μουσική στα λόγια σου, ρούχο που σ΄αγαπάει.
11/4/08
αστρονάφτης
μια άνοιξη τα χείλη πονά και ματώνει.
Μνήμες που σκίσαν της νύχτας το πέπλο
στα άστρα το βρήκε η αυγή σκορπισμένο.
Φιλί που χρόνια πολλά τό΄ χα θάψει
στον αφαλό σου απόψε το βρήκα κρυμμένο.
Στάχτη, κουβάλαγα, αίμα σβησμένο
που την πυρά σου ζητούσε να ανάψει.
Και τώρα που η νύχτα, μαζί σου θα φύγει
ποτέ ξανά ίδια δεν θά΄ναι η σελήνη.
Στου φεγγαριού την χάση να κρυφτώ,
σαν αστροναύτης, τη μέρα να μη δω...
Στην πόλη...
κι είδα εσένα σε μια έρημη πόρτα.
Σκιές στα φώτα την μνήμη γελούσαν
υγρός ο δρόμος τα πόδια παγώσαν.
Ταξίδια θυμήθηκα που είχαμε κάνει
το κόσμο γυρίσαμε σε ένα ντιβάνι.
Τ΄αστέρια θυμάμαι πόσο τότε με γέλασαν
στα μάτια πόνο γι΄ αγάπη με κέρασαν.
Θυμάμαι το φως στο σκοτάδι το σκόρπαγες
με ένα σου γέλιο μαχαίρι με σκότωνες.
Το όπλο σου δάκρυ, τα χείλη μου πέτρωνε
στο μαύρο σου μάτι η μέρα μου τέλειωνε..
Στα φώτα της πόλης, τ΄αστέρια σβησμένα
βήματα τόσα, και γω τά ΄χω χαμένα.
Στην πόλη έκανα πάλι μια βόλτα,
μι αγάπη θυμήθηκα σε μια έρημη πόρτα.
9/4/08
Για ένα φιλί...
κι από μέσα του θα λευτερωθώ.
Αγγέλων τα φτερά θα αρνηθώ,
με χώμα τα μέλη μου θα πλάσω.
Ποτέ ξανά να τα χωρίσω δεν τολμώ
σε δυο κομμάτια,
σβόλος στα χέρια που βαστώ ζεστό.
Άνδρας γυναίκα, πάντα ένα ήταν.
Μία ψυχή κι ένα κορμί μονάχα.
Η αγάπη δίχως στέμμα πορευόταν
κοινή θνητή,
που συναντούσες και εδώ.
Κανείς για μοίρασμα τότε δεν μιλούσε,
κοινό ήταν το φως και το σκοτάδι.
Κι έπειτα κείνο το φιλί,
που έχασε τον δρόμο του
στο πέλαγος.
Τα κύματα που ακούμπησε
δυο άσπροι γίναν γλάροι,
που κάηκαν στου ουρανού
το κόκκινο λιοπύρι.
Ήταν εκείνο το φιλί
που κάποιος το γυρεύει
η αιτία.
Ήταν το άσπρο κύμα
που γεύτηκε τον πόθο
κι ακόμα ταξιδεύει,
μα δεν μπορεί
το φιλί
από το όνειρο να σβήσει..
Άτιτλο...
Κάποιες λέξεις γεύση έχουνε αλμυρή... Στάζουν από έναν κατακόκκινο ουρανό, σε μια απέραντη αμμουδιά δίχως ωκεανό, χωρίς καθόλου άνεμο... Τοπίο καρδιάς που ξεθώριασε ο χτύπος της. Κάθε φορά που μια λέξη στην άμμο σβήνεται, τινάζεται ψηλά πολύ, νέφος η άμμος, θολώνει το μάτι, και τα βλέφαρα μόλις που συγκρατούν το δάκρυ, να μην προδώσει.... Στους καρπούς η ταραχή σχεδόν ακούγεται... Η λογική φίδι που τρομάζει και τυλίγεται.. Περιμένει κουλουριασμένο, μα ο εχθρός αόρατος... Τεράστιος...
Δυο μαντατοφόροι του, πουλιά λευκά, κουραστήκανε γύρους να κάνουν, κουβαλώντας μια άσπρη γαρδένια στο ράμφος. Σαν καταδίκη , νεκρά, εγκαταλείπουν την ζωή και την γαρδένια , και πέφτουν... Κάπου μέσα στην έρημο. Δεν μπορείς να διακρίνεις, έχεις μια βροχή ολόκληρη να συγκρατήσεις στα μάτια σου... Φοβάσαι, πως αν γίνει η αρχή, ποτάμι θα χυθείς, ωκεανός θα σκεπάσει την καρδιά σου. Και το κορμί ακόμη ένα ναυάγιο, ξεχασμένο.
Σταγόνες αίματος , βάψαν και το κόκκινο φουστάνι σου. Τα βηματά σου ματωμένοι λεκέδες σε μια έρημο που σε καίει. Τόσο που υποφέρεις. Και τα βλέφαρα κλειστά, πίδακας η ζωή σου που στις όχθες της φλέβας σου δραπετεύει...
5/4/08
Θάνατος η φωτιά σου...
δραπέτευσε από το μαξιλάρι μου
κι έγινε νυχτοπούλι.
Στην νύχτα μέσα
φωνάζει το όνομά σου.
Άγρυπνος στέκω
στο παράθυρο της μνήμης
που θα μπορούσαμε να είχαμε.
Αμίλητη στέκεις.
Το σώμα σου γραφή.
Για μια μόνο ξάστοχη ματιά σου
πόσες φορές να νιώσω
τον θάνατο;
Νικόλαος Παπανικολόπουλος
...................................................
Θάνατος είναι η φωτιά
που μήτε δάκρυα ερωδιών
μπορούν να την σβήσουν.
Τ' όνομά σου γεράκι στα αυτιά μου
τις νύχτες
που άξαφνα φτερουγά και ματώνει
τον ύπνο μου.
Σε φωνάζω δειλά
μα η νύχτα φορά μαντήλι μαύρο
στα μαλλιά και ζητά τη σιωπή μου.
Φοβάται κι εκείνη θαρρώ το ξημέρωμα..
Μαρία Νικολάου
Για μια γοργόνα
και στο κύμα.
Τα πόδια σου νοτίζει η άμμος
νωρίς το πρωί,
γοργόνα που μόλις έμαθες
να περπατάς, και γυμνή,
δίχως την ουρά σου
σε ένα στεγνό κόσμο
φοβάσαι να βαδίσεις.
Τα μάτια σου τα στόλισε
μία μιζέρια απερίγραπτη
που είδες,
μα στα χείλη, λέξεις,
κοράλια
που ποτέ δε σε αφήσανε
μόνη.
Και ιστορίες σου λένε κοραλένιες,
και τότε
τα μάτια κλειστά ονειρεύονται...
Χτες ήσουνα γοργόνα
σήμερα
άνθρωπος και βαδίζεις...
Τα ίχνη κοιτάς στο κύμα
να σβήνουν,
και ξανά και ξανά, με πείσμα,
νέα ίχνη φτιάχνεις,
σχεδόν χορεύοντας!
_
Για την φίλη Νατάσα!
Storm
Η ψυχή της Ποταμός
Το Μάτι ατέρμονης Καταιγίδας
μια θάλασσα ανέμων τα φιλιά της.
Βασίλισσα την ντύσανε,
την γυμνή σάρκα καλύψανε χρυσό,
με ασήμι στολίσανε τα μαλλιά της.
Την περιφέρανε ως οσία.
Την αγαπήσαν, την μισήσαν
κι ύστερα την ξεχάσαν.
Σε ανασκαφές προσφάτως βρέθηκε,
Τάφος κενός το χρυσό που φόραγε.
Παπανικολόπουλος Νικόλαος & Μαρία Ροδοπούλου
Με φωνάζαν Storm
όταν απ’τη μήτρα λύκαινας γυναίκας
ξεπρόβαλε τ’αστραπόφερτο κορμί μου
και ανθίσανε τα σύννεφα σε γαλάζιο ουρανό
ως γεννούνται τα κύματα στα γαλήνια νερά
Πένθιμα χτυπούσαν οι καμπάνες,
όταν τα βογγητά τους ντύθηκα
στην κώμη ως στεφάνι
κι ήμουν εγώ, η Θύελλα ,
που τους ρηγάδες καταπόντισα
πίνοντας τις Αμαρτίες τους
ως το πιο γλυκόπιοτο κρασί.
Σπαθί τη γη τους διάβηκα
Μια λαίλαπα φωτιά ,
στάχτη έκαμα τα ρσενικά σπαρτά τους
και τα κρανία τους στις χούφτες μου συνέτριψα.
Με φώναζαν Storm
μα το πραγματικό μου όνομα ήταν Λίλιθ
Μαρία Ροδοπούλου
4/4/08
ατιτλο
σκύλοι να τις κυνηγούν
σαν μικρά κοριτσάκια.
Το φως άναψα να δω,
κι από τότε
ύπνος πια δεν με παίρνει...
Φάντασμα τριγυρνώ
φωνές κυνηγώντας.
Σε γράμματα εραστών
λόγια κρυφά,
πυρπολούμαι ξανά και ξανά.
Μία φωτιά
που ανάβει με δάκρυα
και σβήνει με πόνο...
Ένας άνεμος βουβός, αθόρυβος,
έγινα.
Που τους ήχους κυνηγώ από κραυγές
και θρήνους.
Χέρια δεν έχω να τους κουβαλήσω.
Ξανά τους χάνω μόλις τους βρω.
3/4/08
Γιατί σ΄αγαπώ...
φωτιά και χώμα,
δεν σμίξανε ποτέ μαζί.
Κιούπι, που την καρδιά μου πλημμυρίζει
ποτάμι κόκκινο,
π΄αναζητά ωκεανό....
Και γω, τα βήματά σου τις νύχτες
τα ματωμένα,
αρνούμαι, τάχα κοιμάμαι,
ν΄ακολουθώ.
Την ώρα που ανοίγεις τις κουρτίνες,
άνεμος είμαι,
και την ζωή σου φυσώ,
να πετάξεις ψυχή μου,
γιατί σε αγαπώ...
Δώρα τ΄ανέμου..
μια σταγόνα ουράνιο τόξο.
Είδες, τελικά δεν είναι όλα γκρίζα.
Μουτζούρα γίνανε οι μολυβιές, θόλωσαν.
Σκίστηκε το χαρτί.
Ένας μικρός άνεμος ταξιδευτής
συμπληγάδες την τρύπα νόμιζε,
και στ΄απορημένα μάτια σου
κρύφτηκε .
Δώρα σου έφερε, τ΄ανέμου όνειρα.
Μήνυμα,
πως ο καιρός,
απ΄τόν καιρό νικιέται...
2/4/08
Το βαλς της μοναξιάς...
ξάφνιασε το βελούδινο βράδυ
τους ικέτες της χαράς και του πόθου...
Η νύφη τρόμαξε
και κρασί μαύρο σαν αίμα
χύθηκε άθελα στο λευκό τραπεζομάντιλο.
Κι ο λεκές, έβαψε το ακριβό πανί,
τους καλεσμένους έβαψε
σαν να ήταν χάρτινοι,
τον ουρανό έβαψε κι έγινε βροχή
που ξέβαψε τα δέντρα,
κι ακόμα τους μουσικούς
και τους πολλούς υπηρέτες.
Μα οι καλοί τρόποι επιβάλλονται...
¨Στην υγειά σας!"
είπε η νύφη με υψωμένο ποτήρι.
Κι έπειτα άρχισε ο χορός...
Οι μουσικοί παίζανε,
την δουλειά τους κάναν.
Οι υπηρέτες στέκαν έτοιμοι
να εξυπηρετήσουν.
Κι η νύφη, μόνη,
στη μουσική υποταγμένη,
το βαλς χόρεψε...
31/3/08
Άστρα κι αφρός
που πάντα μία στιγμή ζούσε μόνο.
Όσο χρειαζότανε για να καθαγιάσει
την ψυχή - για πάντα.
Κι η ψυχή, λευκή θύελλα στις πλάτες
αχθοφόρων κυμάτων ελπίδας
και πόθου,
να σβήνεται ξανά και ξανά
στα βράχια της ευτυχίας,
λιμάνι αναζητώντας
τα δυο σου χέρια.
Απέλπιδη προσπάθεια,
τα λιμάνια
συχνότερα από τον ορίζοντα
σβήνουν.
Κι ίσως το σώμα που κουβαλώ,
άλλο μην είναι παρεκτός
άστρα κι αφρός.
Ψυχή,
που στα μάτια σου χώρεσε!
καράβι
Φορτωμένο με φύλλα μυρτιάς.
Πέρασε απ’ τις γραμμές του χεριού σου
Κι’ άφησ’ ελπίδες
Στο πράσινο και το γαλάζιο.
Κύματα στόλισαν τα μαλλιά σου
Μέχρι κι ο Θεός ήπιε απ αυτά
Καθώς λύνονταν στους ώμους σου.
Πρόσεξε στο ταξίδι σου
Κοχύλια βρόχινα να σε ακολουθούν
Μήπως το δρόμο και χάσεις..
Κάτω από το δέρμα,
σε πρασινογάλαζες φλέβες
η ρότα του,
ίσα με την καρδιά ανεβαίνει...
Στην άβυσσο ίσα.
Το δρόμο δεν θα χάσω καλή μου,
ρεύμα δυνατό με σπρώχνει.
Να του αντισταθώ αδύνατο
χωρίς τον χαμό μου.
Το κορμί σου αλάνθαστος οδηγός.
30/3/08
άτιτλο
στον άνεμο ελπίδες μην κρεμώ.
Τα λόγια μου με φύλλα να σκεπάζω
να σκέφτομαι πολύ πρωτού μιλώ.
Τα αυτιά, στην αγάπη να τα κλείνω
όταν λεύτερο να ζει θέλει πουλί,
χάρτινα καράβια να μη φτιάχνω
ταξίδια δεν θα κάνουν για πολύ.
Κι εγώ, που δεν έμαθα ποτέ ν΄ακούω
μονάχος έμεινα ναυάγια να κοιτώ.
Στην άκρη μιας αμμουδιάς, ως κρίνο
τις ελπίδες μία μία να μαδώ.
29/3/08
ατιτλο . . .
σε ένα δέντρο
και στην ρίζα του λάκκο άνοιξα
να κρυφτώ.
Τα κίτρινα έθραυστα φύλλα
σωρούς έκανα,
να σκεπάσω τα ίχνη...
Πάγωσε το χέρι σου
στο άγγιγμά μου,
μα μπόρεσες κι είπες αντίο.
Σε ευχαριστώ!
Τον τελευταίο καιρό
βαριά ήταν τα πόδια
και το βήμα
δε βόλευε πια.
Τις τσέπες γέμισα σπόρους,
στο ταξίδι να βαστώ
σαν κάνει πολύ κρύο
μια χούφτα ζωή.
28/3/08
Για την φίλη Ελένη
που σα θνητοί γελάνε, λογίζονται, σε ακουμπούν,
στου φεγγαριού την ώρα,
άνεμος - λύκος να σιωπούν, μαζί σου να βαδίζουν,
κι αντί τα λόγια ο σφυγμός ν΄ακούγεται σαν ένας,
η μοίρα σου την έταξε την ώρα που γεννιόσουν.
Το χέρι κάποιου αόρατου τις μέρες μας που δένει.
Σε άλλον έταξε χρυσό, σε άλλον την αγάπη,
και σαν σε εσένα έφτασε, θόλωσε το μυαλό του.
Με αίμα έγραψε χρησμό, και στην καρδιά τον κρύβει
τα μάτια να τον μαρτυρούν σε κείνον που αξίζει.
Γι αυτό λοιπόν μην απορείς στην βόλτα της σελήνης
απ΄τό ποτό το ακριβό, το νέκταρ άμα πίνεις.
Εγκλήματα..
μου βαρύνανε το βήμα και βουλιάζω
σε ένα κτύπο της καρδιάς τους προς εμένα
σαν ρολόι του θανάτου, και αδειάζω.
Τρομαγμένες οι χαρές μ΄εγκαταλείπουν
σαν πουλάκια που τρομάξανε από πράξεις
κυνηγών που τα τομάρια τους ζυγίζουν
και των χρυσών τούς τύφλωσαν οι λάμψεις.
Είναι μία ευτυχία κοιμισμένη
το μικρό το ξέπνοο κορμί τους,
στην συνείδηση του κόσμου ραϊσμένη
η ελάχιστη όση απέμεινε φωνή τους.
Τι παράξενο θέαμα αλήθεια
σκελετοί να περπατάνε την ημέρα,
είναι κάτι που δεν γίνεται συνήθεια
κι ευτυχώς, σε λίγο θά΄μαστε πιο πέρα.
27/3/08
ατιτλο .
το δάκρυ έρχεται
μα δεν τ΄αφήνεις να τρέξει.
Η μνήμη στο μάγουλο θα σβήσει.
Σωρός φωτογραφιών
που θα μπορούσε εσύ να είσαι,
κίτρινη σκόνη,
που τώρα μακρυά σου ταξιδεύει.
Κι όμως, θά΄πρεπε,
μα λεύτερος δεν είσαι.
Σαν να πήρε ο άνεμος μαζί
με ότι θα μπορούσε
την φωνή σου,
σαν νά΄τανε η ψυχή σου εκείνη η σκόνη
που το παράθυρο ζητούσε να ανοίξεις.
Μία σκιά, ότι απέμεινε μονάχα
εικόνων όμορφων,
νέου ελπιδοφόρου,
που γεννήθηκε στον κόσμο να ανήκει.
Και να του ανήκει ο κόσμος.
Μακάρι να μπορούσε μία κλεψύδρα
την σκόνη τούτη να την φτιάξεις,
κι ανάποδα, να μπορούσες,
να γυρίσεις.
Με γνώση του χαμού
τον χρόνο των ονείρων να σκορπίζεις,
την πρώτη ύλη των νιάτων σου
αδούλευτη στα χέρια να κρατήσεις
ξανά.
Μα όνειρο κακό η ζωή δεν είναι.
Κι αν το σκεφτείς,
με ένα βήμα, μπορείς να συνεχίσεις.
Ακόμα
κι αν πατάς στο πουθενά.
Στην Μαρία μου για την επετειό μας! :))
λαχανιασμένη η ψυχή
Του κόσμου την τόση ομορφιά
όλη να την προλάβει.
Αγγελοφύλακας εσύ
το ταίρι το μισό μου.
Σκιά σου γίνομαι εγώ
σβήνομαι στο εγώ σου.
Χρόνια βαδίζουμε μαζί
σάρκα μου και ψυχή μου.
Μέσα στα μάτια σου να ζω
στο στόμα σου ν΄ανασαίνω.
Δεν έχω στίχους ακριβούς
δώρο να σου τους φέρω.
Μονάχα εμένα μία ζωή
μπορώ να σου προσφέρω.
a titlo
γνωστούς π΄αγάπαγα
και γίνανε σκιές να ανταμώσω.
Αντανάκλαση από τα μάτια σου
στο ποτάμι του ερέβους με καλέσανε.
Μουσική από βιολί
ταξιδέψαν στις σκέψεις μου,
πνοές ξέπνοες λυμένες στον άνεμο.
Όλες σκόρπισαν, σαν την πλούσια κόμη
νήματα που βυθίστηκαν στο νερό.
Στον Άδη θα έμενα για πάντα.
Μα ύστερα θυμήθηκα το φως που ντυνόσουνα
τις νύχτες που δεν είχε φεγγάρι.
Και όπως όλα τα όμορφα όνειρα,
πάει, πέταξε κι αυτό.
Στον ποταμό φαίνεται μπήκα τελικά,
γιατί εδώ ξύπνησα, μόνος μου,
αγκαλιά με το κορμί του κανένα.
Μάλαμα και Ασήμι
δυο αδελφάκια που κανένας δεν τα ξέρει.
Ματάκια έχουνε των αστεριών το φως
πατέρας τους ο ήλιος ο χρυσός.
Στη νύχτα πάντα τριγυρνάνε, μόνα.
Κι η σελήνη, άσπλαχνη μητέρα,
στων μεθυσμένων την χαρά τα’ αφήνει.
Εκεί, στου έρωτα την όχθη,
να φέγγουν μάλαμα κι ασήμι.
Δυο μεθυσμένους με τη λάμψη τους γελούνε
τη γλώσσα τους αλλάζουν που μιλούνε.
Ασήμι στα μαλλιά της κόρης δένουν,
το μάλαμα στα χείλη του στολίζουν.
Κι η κόρη που ζηλεύει το στολίδι
φιλί μαλαματένιο του ζητάει,
και τον σκεπάζει ολόκληρο μ’ ασήμι.
Λάμπει στα μάτια της μέσα η σελήνη,
η άνοιξη στο δάκρυ της ξυπνάει.
Μιαν αγκαλιά λουλούδια έχουν γίνει.
Έτσι τους βρήκε το πρωί ξαπλωμένους.
Κι η κόρη, δαχτυλίδι να φοράει
ασήμι με μάλαμα δεμένο.
